Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έχουμε επικεντρωθεί τόσο στην πολύμηνη διαδικασία της αξιολόγησης μένοντας πότε στις, εικονικές ή μη, διαμάχες του ΔΝΤ με την Ε.Ε. και πότε στο ύψος, την προληπτική φύση και τον τρόπο ενεργοποίησης των νέων μέτρων που παραβλέπουμε άλλες παράπλευρες εξελίξεις που μάλλον αποτελούν το πραγματικό, το κεφαλαιώδες πρόβλημα για τις κυβέρνηση.
Υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουμε δυο διαφορετικές προσεγγίσεις, Αυτή του ΔΝΤ που πλέον μιλά για μείωση φορολογίας και άμεση αναδιάρθρωση του χρέους χωρίς βέβαια να αποφεύγει απαιτήσεις για περικοπές στην ασφαλιστική δαπάνη και το επίπεδο του αφορολόγητου και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Κι αυτή της Ε.Ε. που μεταθέτει τις αποφάσεις για την μεσοπρόθεσμη παρέμβαση στο χρέος για μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ζητώντας άμεση ψήφιση πακέτου δημοσιονομικών μέτρων ύψους 3,6 δισ. για το 2018.
Η σύγκρουση για τα μέτρα διαθέτει μια ισχυρή δόση αμοιβαίας υποκρισίας από όλα τα μέρη. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ έχουν αποδειχτεί διαχρονικά προβληματικές αλλά και οι Ευρωπαίοι επιδεικνύουν μια υπερβολική αισιοδοξία. Υπό την πίεση των πολλών εκλογικών αναμετρήσεων που κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει το πως θα επηρεάσουν τη λειτουργία των κοινών οργάνων βιάζονται να περιγράψουν την στροφή στην ανάπτυξη ως αναπόφευκτη και δεδομένη.
Από πουθενά όμως δεν προκύπτει αυτή η πρόβλεψη ως μια απόλυτη σταθερά στην γενικότερη γεωπολιτική εξίσωση. Η τιμή του πετρελαίου παίρνει την ανιούσα. Το Brexit δημιουργεί απρόβλεπτες αναταραχές. Η στάση του Τραμπ απέναντι στην Ε.Ε. θέτει σε κίνδυνο εμπορικές συμφωνίες και αναστέλλει θετικές οικονομικές επιπτώσεις. Το αβέβαιο πολιτικό σκηνικό αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για το διοικητικό μέλλον της Ένωσης.
Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι δεδομένη. Αυτό που επιχειρείται ένα να πιεστεί η ελληνική κυβέρνηση ώστε να αποκτήσει μεταρρυθμιστική πνοή αφού πολλές απαραίτητες παρεμβάσεις στο δημόσιο, την αγορά, την δικαιοσύνη δεν έχουν προχωρήσει. Γι’ αυτό και η δαμόκλειος σπάθη των προληπτικών μέτρων που η εκτέλεση τους θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι κι αν θα συνεχίσει η όποια υπεραπόδοση στο πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση και την αναστολή πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου.
Το ουσιώδες δεν είναι η ακριβής ημερομηνία κλεισίματος της αξιολόγησης. Ούτε αν τα νέα μέτρα που θα περιλαμβάνει θα παρουσιαστούν ως δυνητικά και πασπαλισμένα με ανεπαίσθητες εξίσου… δυνητικές μειώσεις στην φορολογία. Ακόμη κι αν η συμφωνία υπογράφονταν αύριο, αυτό που θα συνεχίσει να ταλανίζει την κυβέρνηση είναι η προοπτική να μην ενταχθεί ποτέ η χώρα μας στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ.
Όχι μόνο επειδή δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ντράγκι αλλά γιατί μοιάζει σιγά σιγά να οδηγούμαστε στο τέλος αυτής της παρέμβασης αφού ο Ευρωπαϊκός πληθωρισμός τείνει να αγγίξει και πάλι το όριο του 2%. Κι αυτή η πιθανότατη εξέλιξη θα είναι μαχαίρι στην καρδιά του εγχώριου παραπαίοντος τραπεζικού συστήματος που ενώ ακόμη βρίσκεται σε διαδικασία διευθέτησης του ζητήματος των κόκκινων δανείων βλέπει στην θέση των παλιών να προκύπτουν καινούρια που δημιούργησε η υφεσική στροφή των δυο τελευταίων ετών.
Αν προκύψει νέα αποσταθεροποίηση κι ανάγκη για ανακεφαλαιοποίηση σε συνδυασμό με την μη επιβεβαίωση του υπερβολικού φετινού στόχου για τον ρυθμό ανάπτυξης (από την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού προέβλεψα ότι δύσκολα θα ξεπεράσει το 2%) δημιουργώντας ένα δημοσιονομικό κενό για το 2017 που μπορεί και να ξεπερνά τα 500 εκατ. Ευρώ (χωρίς να έχουν υπάρξει θετικές εξελίξεις στον τρόπο αποπληρωμής του χρέους που να καλύπτουν μέρος των αστοχιών), τότε θα προκύψει το πραγματικό δίλημμα για το μέλλον της κυβέρνησης αλλά κυρίως της πατρίδας.
Ηρωική αποχώρηση με ότι κι αν σημαίνει αυτό για όλους μας, επόμενο μνημόνιο (αφού η έξοδος στις αγορές θα αποτελεί μακρινό όνειρο) ή οικουμενική σύμπλευση με τους κοινοβουλευτικά πρόθυμους που δεν είναι και λίγοι κι ας παριστάνουν κομμάτι του ανύπαρκτου Ευρωπαϊκού μετώπου;
Tου Κωνσταντίνου Μανίκα,
Οικονομολόγου - Ψυχολόγου
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στόχο 2,7% για τον ρυθμό ανάπτυξης ακριβώς όπως προβλεπόταν και στο πρόγραμμα σταθερότητας, - άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει -, και το ΔΝΤ ήρθε να υπερθεματίσει θέτοντας το όριο στο 2,8% με τον αστερίσκο της ολοκλήρωσης όλων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Άλλοι πάλι δηλώνουν πιο απαισιόδοξοι ή απλά ρεαλιστές θεωρώντας ως πιθανότερη κατάληξη μια αναιμική επάνοδο σε θετικό πρόσημο που δεν ξεπερνά την μια μονάδα.
Κι έρχεται ο κάθε πολίτης να απορήσει πως μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπερφορολόγησης, μείωσης εισοδημάτων, διαρκούς εσωτερικής (ενδοκυβερνητικά και εσωκομματικά ζητήματα στο ΣΥΡΙΖΑ) και εξωτερικής ( rexit, άνοδο της τιμής του πετρελαίου, πολιτικές εξελίξεις σε Γερμανία και Γαλλία) πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας θα προκύψει η πραγμάτωση ενός τόσο φιλόδοξου στόχου. Μια ματιά στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ξεκαθαρίζει ότι οι κυβερνητικές εκτιμήσεις στηρίζονται σε μια σειρά από παραδοχές που είναι από αμφίβολες έως ανεδαφικές.
Οι υπολογισμοί γίνονται με την πίστη ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 1,8%, τα πάγια κεφάλαια κατά το εντυπωσιακό 9,1% και οι εξαγωγές κατά 5,3%. Ακόμη κι αν κάποιος ξεπεράσει τις φετινές εξαιρετικά αρνητικές αποδόσεις ειδικά στον εξαγωγικό που ελάχιστη αισιοδοξία γεννούν για την επόμενη χρονιά, είναι απείρως πιο δύσκολο να αποδεχτεί με ευκολία ότι σε μια χώρα με συμπιεσμένα εισοδήματα και μηδαμινή μείωση της ανεργίας σε σχέση με την αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ (σε αυτό το παράδοξο θα αναφερθούμε πιο κάτω!) θα προκύψει τέτοια ανοδική πορεία στην κατανάλωση.
Προφανώς η κυβέρνηση περιμένει έναν ταυτόχρονο θετικό συνδυασμό όλων των προϋποθέσεων για την αναστροφή της ύφεσης. Χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών, οριστική και λειτουργική ρύθμιση των “κόκκινων” δανείων (ειδικά των επιχειρηματικών), ομαλοποίηση της πίστωσης από το τραπεζικό σύστημα με τα σημερινά υψηλά επιτόκια χορηγήσεων και σημαντική αύξηση των καταθέσεων σε φάση μηδενικών επιτοκίων, πλήρη αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, του αναπτυξιακού νόμου και των άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων, ενεργοποίηση του πακέτου Γιουνκέρ, πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου.
Κι όλα αυτά την ίδια στιγμή που οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να προχωρούν με ακόμη πιο γοργούς ρυθμούς και οι διαρθρωτικές αλλαγές (στην λειτουργία του δημοσίου, την απονομή δικαιοσύνης, το χωροταξικό, τη διαφθορά, την αγορά ενέργειας κλπ.) να αποδώσουν το ταχύτερο δυνατό απτά αποτελέσματα. Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρεί κάποιος ότι μέσα σε αυτό το εγχώριο και διεθνές περιβάλλον που περιέγραψα, θα κατορθώσουν να αποδώσουν σωρευτικά τα μέγιστα όλοι οι παραπάνω παράγοντες μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο.
Άλλωστε πως μπορεί κανείς να εξηγήσει το ότι ενώ φέτος κι εν μέσω ύφεσης αναμένεται πτώση της ανεργίας κατά 1,5% (έχω αναλύσει το παράδοξο σε προγενέστερο άρθρο μου) ενώ για το 2017, παρά τις υψηλές προβλέψεις για την ανάπτυξη, η μείωση δεν θα ξεπεράσει την μια μονάδα; Τι άλλο να υποθέσεις εκτός από το ότι οι όποιες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις δεν θα χρησιμοποιηθούν για την δημιουργία νέων θέσεων, παρά μόνο για να καλυφθούν οι φορολογικές και κυρίως οι πιεστικές δανειακές υποχρεώσεις ώστε να βελτιωθεί η κεφαλαιακή κατάσταση των επιχειρήσεων ή ότι κι αυτά τα κεφάλαια που θα επενδυθούν θα αξιοποιηθούν μόνο στην βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας ή θα τοποθετηθούν σε δραστηριότητες που δεν απαιτούν ιδιαίτερο εργατικό δυναμικό.
Λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους θα ήταν πολύ πιο ρεαλιστική μια προσέγγιση που θα έθετε, σε σχετικά ιδανικές συνθήκες, την πρόβλεψη για την ανάπτυξη κάπου ανάμεσα στο 1,5% και το 2%. Μόνο που ακόμη κι αυτή βελτίωση του ΑΕΠ μετά βίας το επαναφέρει στα επίπεδα του 2014 και φυσικά δεν καλύπτει ούτε ένα ελάχιστα μέρος των απωλειών της τότε δυναμικής που μέχρι το 2017 θα είχε συνεισφέρει σχεδόν 10% επιπρόσθετο εθνικό προϊόν. Δεν υπάρχουν λοιπόν περιθώρια πανηγυρισμών για μια πιθανολογούμενη ελάχιστη θετική στροφή όταν για χάρη των ιδεοληψιών των σημερινών κυβερνώντων, η χώρα απώλεσε την ευκαιρία της οριστικής απομάκρυνσης από τη δίνη της ύφεσης τρία χρόνια νωρίτερα.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Είναι κοινό μυστικό ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων κάνουν τις εκλογικές επιλογές τους πρωτίστως με βάση το προσωπικό οικονομικό όφελος και δευτερευόντως ηθικολογώντας – σκανδαλολογώντας. Όλοι οι υπόλοιποι λόγοι έπονται σε… στατιστικώς μηδαμινά επίπεδα. Λογικό κι αναμενόμενο στο βαθμό που καθένας επιθυμεί να δει τα αποτελέσματα μιας πολιτικής να αγγίζουν την καθημερινότητα του και από την άλλη όλοι λίγο πολλοί κρυμμένοι πίσω από στομφώδεις ηθικολογικές αναλύσεις κατακεραυνώνουμε κάθε υποψία παρέκκλισης ακόμη κι όταν κατά βάθος την ζηλεύουμε, την υποθάλπουμε, ίσως ενίοτε και να την υτπηρετούμε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε εξαρχής την επιλογή να μην μπει σε έναν ατέρμονο και τελικά αδιέξοδο αγώνα υποσχέσεων και παροχών που στην πορεία είτε αποδεικνύονται κούφια λόγια, είτε στηρίζονται σε ανακύκλωση δανεικών που δεν μπορούν να αποπληρωθούν και φορτώνονται στις επόμενες γενιές με υψηλή φορολογία και μειωμένες αποδοχές, είτε στην καλύτερη περίπτωση μετατρέπονται την επομένη των εκλογών σε στόχους τουλάχιστον τετραετίας.
Αποφάσισε και το τηρεί ευλαβικά να μείνει στην εκπόνηση ενός πλάνου ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, στοχευμένης μείωσης επιμέρους φόρων, φειδωλής, κοστολογημένης και επικεντρωμένης σε ουσιαστικά προβλήματα κοινωνικής πολιτικής. Η παρουσία του στη ΔΕΘ ήταν ένα πρώτο, κεφαλαιώδες βήμα να εκφράσει το όλο της παράταξης χωρίς λαϊκισμούς, υπερβολές, αναξιόπιστους, μακροπρόθεσμους οραματικούς λόγους ή βραχυπρόθεσμα δολώματα προς τους ταλαιπωρημένους από την κρίση πολίτες.
Είναι δεδομένο ότι η απάντηση για το μεταμνημονιακό μέλλον του τόπου βρίσκεται στον αναπτυξιακό επαναπροσδιορισμό και στην θεσμική αναγέννηση. Από την μια, η ανάδειξη των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και του εξαιρετικού ανθρώπινου δυναμικού της (όσοι θυμούνται την προεκλογική παρουσίαση Σαμαρά τον Ιανουάριο του 2015 για το αναπτυξιακό πλάνο με στόχους το flat tax, την κινητροδότηση συγκεκριμένων τομέων με βάση και την μελέτη της McKinsey βλέπουν την συνέχιση αυτής της πολιτικής στα προτεινόμενα από τον Μητσοτάκη) κι από την άλλη η επαναφορά της αξιοκρατίας μακριά από νεποτισμούς, οικογενειοκρατία, παρεοκρατία (που να αφορά όμως τον τρόπο επιλογής κι όχι απλά την κατόπιν αξιολόγηση κάθε επιλογής προσώπου).
Όσο η ΝΔ δίνει όλο και περισσότερα σχετικά δείγματα γραφής τόσο θα συσπειρώνει γύρω της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, οι αναφορές του σε θέματα δημόσιας τάξης, ειδικά αν συνοδευτούν με επαναφορά των εθνικών θεμάτων στο προσκήνιο και μεγαλύτερη επίταση για λειτουργικές λύσεις στο μεταναστευτικό ζήτημα, ικανοποιούν μεγάλο μέρος του παραδοσιακού κεντροδεξιού ακροατηρίου μεγιστοποιώντας την συνοχή.
Αυτό όμως που θα προσδιορίσει το πλήρες πλαίσιο της προεκλογικής πρότασης θα είναι ο χρόνος των εκλογών. Αν αυτός καταλήξει να είναι από τα τέλη του 2018 και μετά, η πιθανή τελική συμφωνία για το χρέος, η ισχνή έστω επάνοδος στην ανάπτυξη και η διάθεση νέας παροχολογίας από τον Τσίπρα, στηριζόμενος στα δημοσιονομικά οφέλη αυτών των εξελίξεων θα δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο για το οποίο η ΝΔ πρέπει να είναι προετοιμασμένη το συντομότερο δυνατό.
Όχι για να προσχωρήσει σε έναν απελπισμένο αγώνα υπερφαλάγγισης των νέων αριστερών μύθων αλλά για να αποδείξει ότι τα όποια θετικά οικονομικά στοιχεία μπορούν με μια άλλη λογική να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά τόσο για την μείωση της ανεργία όσο και για την μόνιμη και ασφαλή άρση επιμέρους αδικιών των πολιτικών των τελευταίων ετών. Γιατί το ζητούμενο πλέον θα είναι διπλό. Δουλειές, δουλειές, δουλειές και αξιοκρατία, αξιοκρατία, αξιοκρατία. Χωρίς παχιά λόγια αλλά με παχύ υπόστρωμα απτών αποτελεσμάτων.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Συχνά λέμε ότι η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας. Όπως και ότι η ιδεοληψία είναι πολύ χειρότερη της άγνοιας. Η περιβόητη πλέον δήλωση της Καφαντάρη ότι πέρασε η εποχή που ο καθένας ήταν αφεντικό του εαυτού του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του γελοίου συνδυασμού αμάθειας και ιδεοληψίας στην πιο ακραία και επικίνδυνη έκφραση της, αυτή που ντύνεται την αμφίεση της θεσμικής παρέμβασης.
Από την μια, περδεμένη από τις νομοθετικές παρεμβάσεις τω τελευταίων ετών και τις σχετικές δημόσιες αναφορές σε κοινωνική οικονομία και νέα συνεταιριστικά σχήματα κι από την άλλη, βαλτωμένη στα ιδεοληπτικά σχήματα της… οικονομίας των αναγκών, άρθρωσε μια φράση καταδίκη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, την αυτοδιάθεση της γνώσης και του κεφαλαίου που μοιάζει βγαλμένη από τις ολοκληρωτικές ιστορικές αντιλήψεις που καθυποτάσσουν το άτομο στις ορέξεις του απόλυτου κεντρικού ελέγχου.
Την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης -μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, χρηματοδοτικών εργαλείων, γραφειοκρατικής διευκόλυνσης, τεχνικής και άλλης υποστήριξης- για την δημιουργία πιο βιώσιμων εταιρικών σχημάτων που αξιοποιούν την γνώση και τις δυνατότητες του ενός ώστε να παραχθούν κυρίως προϊόντα και υπηρεσίες με χαμηλότερο κόστος και υψηλότερη ποιότητα αξιοποιώντας τις απαραίτητες οικονομίες κλίμακας, η Καφαντάρη την μετέτρεψε σε αναγκαστική απώλεια της αυτονομίας. Την αυτόβουλη συνεργασία ελεύθερων προσωπικοτήτων την ερμήνευσε ως υποχρεωτική απεμπόληση της προσωπικής πρωτοβουλίας.
Στην εποχή του cloud and communications και του virtual business. Στον καιρό της τεχνητής νοημοσύνης, της νανοτεχνολογίας και της κβαντό-πληροφορικής. Κάποιοι αγκιστρωμένοι στην μαρξιστική ανάλυση της πρώτης βιομηχανικής εποχής επιμένουν να βλέπουν τον ιδιώτη ως φόβητρο και να αναζητούν στην ομογενοποίηση της εργασίας, που θυμίζει προσφυγή σε οργάνωση τύπου κολχόζ, απαντήσεις στα περίπλοκα σημερινά προβλήματα γύρω από την δημιουργία πλούτου και την εργασία.
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει το διπλάσιο αριθμό αυτοαπασχολούμενων (επιστημόνων και εμπόρων) σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη κι αυτό σε μεγάλο βαθμό όχι από ειλικρινή δημιουργική επιθυμία αλλά από μια μικροαστική εγωιστική στάση (την είχα ονομάσει ο εγωισμός της ταμπέλας), που αποδεικνύεται κι από εθνολογικές ψυχολογικές έρευνες, και μας αποτρέπει να αποδεχτούμε την συνεργασία ως μέσο επίτευξης καλύτερου, γρηγορότερου και φθηνότερου αποτελέσματος.
Ζητούμενο όμως δεν είναι η κρατική πίεση για την αλλαγή μιας νοοτροπίας (κοινωνικής και επιχειρηματικής) που απαιτεί διαφορετική παιδεία και μεγάλο χρονικό διάστημα για να επιτευχθεί. Ειδικά σε υφεσιακούς καιρούς στόχος πρέπει να είναι η, με κάθε τρόπο, ενίσχυση της απασχόλησης και η εκπόνηση προγραμμάτων που θα προσφέρουν κίνητρα σε όσους επιλέξουν να προχωρήσουν στην δημιουργία οικονομικά πιο εύρωστων και δημιουργικά πιο συμπληρωματικών και αποδοτικών εταιρικών σχημάτων που θα ανταποκρίνονται στις διεθνείς ανταγωνιστικές απαιτήσεις.
Η 4η Επανάσταση διεύρυνσης των τεχνολογικών δυνατοτήτων που θα καθιστούν την παγκοσμιοποίηση του επχειρείν πιο πλήρη από ποτέ, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με παρωχημένες ιδέες τύπου Καφαντάρη. Η ευκολία στην επικοινωνία και στην ανταλλαγή γνώσης δίνει την δυνατότητα, – ειδικά στο χώρο των καινοτόμων υπηρεσιών (γιατί στο εμπόριο η οικονομία κλίμακας θα παραμένει ισχυρός παράγοντας συγκέντρωσης της αγοράς) -, κατάκτησης της κορυφής μέσω πολυεθνικών συμπλεύσεων και επικαλύψεων.
Από την κινητροδότηση της σύμπραξης αλληλοσυμπληρούμενων επαγγελματιών βελτιώνοντας και διευρύνοντας τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή την συγχώνευση μικροεμπόρων ώστε να αποκτήσουν ανταγωνιστικό και εξωστρεφές προφίλ έως την υποταγή της μοναδικότητας στον κρατικό στραγγαλισμό της Καφαντάρη υπάρχει τεράστια απόσταση. Τόση όση η αυταπάτη του Τσίπρα από την δημιουργική ασάφεια!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, εμφανίζονταν κάθε τόσο κι ένας νέος, φιλόδοξος αναπτυξιακός νόμος. Κρατικές ενισχύσεις προσαρμοσμένες στις εκάστοτε οικονομικές ανάγκες και τις τάσεις της αγοράς που άλλοτε πρόσθεσαν ένα καίριο λιθαράκι στην ανάκαμψη του επιχειρηματικού κλίματος, άλλοτε σκόρπισαν δημόσιο χρήμα χωρίς τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η καινούρια σχετικά παρέμβαση, επηρεασμένη από την λιτότητα της εποχής, προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με αμφίβολες δυνατότητες επιτυχίας.
Δεν είναι μόνο ότι, σε μια περίοδο ανύπαρκτης ρευστότητας, περιορίζονται οι άμεσες ενισχύσεις προκρίνοντας ως κύριο εργαλείο τις φοροαπαλλαγές για τα επιχειρηματικά κέρδη. Δεν είναι καν ότι οι αναφορές σε σταθερό φορολογικό σύστημα για επτά χρόνια, όταν οι συντελεστές όπως και συνολικά οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις έχουν αγγίξει ταβάνι, δεν φαντάζουν ελκυστικές αφού η αποδοχή ενός τέτοιου όρου δεν θα είναι επικερδής για τους επενδυτές την στιγμή που στόχος για τα επόμενα χρόνια θα έπρεπε να ήταν η χαλάρωση αυτών των βαρών.
Το κυριότερο πρόβλημα δεν βρίσκεται ούτε στις πολλαπλές ασάφειες σε σχέση με τα χρονοδιαγράμματα, την έκδοση των απαραίτητων υπουργικών αποφάσεων, την συμβολή κονδυλίων από το ΠΔΕ και το ΕΣΠΑ, τον αποκλεισμό μη κερδοφόρων επιχειρήσεων… εν μέσω κρίσης και το πλήγμα στην αξιοπιστία της όλης διαδικασίας με τον περιορισμό των αξιολογητών σε… μόνο έναν!
Όσο κι αν όλα τα παραπάνω αποτελούν παράγοντες επίτασης της δυσλειτουργίας του εγχειρήματος, τα πραγματικά ζητήματα ξεκινούν από την ανυπαρξία άλλων σημαντικών προϋποθέσεων για την αναπτυξιακή στροφή της χώρας και την πενιχρή ωφέλεια που προβλέπεται να προκύψει σε επίπεδο απασχόλησης κάτω από την επίδραση αυτού του νόμου.
Είναι θεμιτός αλλά παραπλανητικός στόχος η μείωση της μέσης επενδυτικής δαπάνης ανά θέση εργασίας γιατί στηρίζεται στο υψηλό αντίστοιχο κόστος με τον προηγούμενο νόμο λόγω όμως των τότε μαζικών επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά πάρκα με μικρή απασχόληση. Το ζητούμενο είναι η μονιμότητα των δημιουργούμενων θέσεων και η διασπορά τους κυρίως σε τομείς με πολλαπλασιαστικά οφέλη και ισχυρή εξαγωγική δυναμική. Θεωρείται άραγε ικανοποιητικό μια χρηματοδοτική συνδρομή των 3,6 δισ. που αντιστοιχεί στο 2% να δημιουργεί 15000 θέσεις εργασίας όταν ένα τέτοιο ποσό θα μείωνε την ανεργία κατά 60-70 χιλιάδες, αν επρόκειτο για άμεσο επενδυτικό πλάνο.
Σε μια χώρα που έχει ανάγκη ένα πρωτοφανές επενδυτικό σοκ δεκάδων δισεκατομμυρίων, τα χρήσιμα αλλά ανεπαρκή εργαλεία του οποιουδήποτε νόμου δεν αρκούν. Χρειάζονται αντισυμβατικά μέτρα που ξεπερνούν τις οικονομικές ενισχύσεις και στοχεύουν στην εμπέδωση ενός ψυχολογικού κλίματος σταθερότητας, αξιοπιστίας, φορολογικών ελαφρύνσεων, νομικών απλοποιήσεων, πρόσκαιρων ειδικών καθεστώτων, υψηλής προσαρμοστικότητας στις σύγχρονες απαιτήσεις. Αλλιώς κι αυτός ο νόμος θα αποδειχτεί ένα νεροπίστολο σε μια φάση που απαιτούνται μπαζούκας.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Αποκρατικοποιήσεις, η άλλη λέξη για να
περιγράψουμε φοβικά το προφανές. Ότι ο
ρόλος του δημοσίου οφείλει να εξαντλείται
στην παροχή βασικών δημοσίων αγαθών
όπως η δικαιοσύνη και η ασφάλεια και
στην εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου
κοινωνικών υπηρεσιών ως μέσο διασφάλισης
της κοινωνικής ισορροπίας. Ο τρόμος της
αποδοχής ότι πολλά πράγματα μπορούν να
γίνουν καλύτερα, φθηνότερα, ταχύτερα
αν εμπιστευθούμε το κίνητρο, την δυναμική,
την δημιουργικότητα και την εφευρετικότητα
του ιδιώτη.
Αν λοιπόν αυτά είναι τα δεδομένα,
τουλάχιστον για όσους αναζητούν στην
πρωτοβουλία του ατόμου την ρίζα της
στέρεας ανάπτυξης, θα ήταν λογικό να
αναρωτηθεί κάποιος γιατί τόση αναστάτωση
γύρω από το νέο Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων.
Δεν θα έπρεπε όσοι στηρίζουν αυτές τις
αξίες να ομονοούν στην λειτουργία αυτού
του φορέα και στους στόχους του για
αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης
περιουσίας και περαιτέρω άνοιγμα των
ΔΕΚΟ στα κεφάλαια και την διοικητική
επάρκεια καταρτισμένων ανθρώπων της
αγοράς;
Τι είναι αυτό που ενοχλεί (όψιμα (;) όπως
υποστηρίζουν ορισμένοι) ακόμη και
συνεπείς οικονομικά φιλελεύθερες
προσωπικότητες στη δομή και τον τρόπο
οργάνωσης αυτού του καινοφανούς
οικοδομήματος; Μετατράπηκαν οι υπέρμαχοι
αυτής της πολιτικής σε αρνητές της απλά
και μόνο για λόγους μικροπολιτικούς
αντιπαράθεσης; Ή μήπως υπάρχουν
ουσιαστικοί λόγοι αντιπαράθεσης που
οφείλονται στην αλλοίωση της μορφής
του, έως τώρα, ΤΑΙΠΕΔ που το καθιστούν
πιο δυσκίνητο, αναβλητικό αλλά ταυτόχρονα
και επικυριαρχικά παρεμβατικό.
Μην είναι τα 99 χρόνια παραχώρησης της
διαχείρισης σύμπασας της
δημόσιας περιουσίας; Μην είναι ο
ενισχυμένος διοικητικός ρόλος των..
Θεσμών; Μην είναι η γενικότερη ασάφεια
γύρω από τους στόχους και τις επιδιώξεις
του Ταμείου που οι εταίροι ερμηνεύουν
ως μέσο επιτάχυνσης ιδιωτικοποιήσεων
και οι εγχώριοι κυβερνώντες ως
μέσο ατέρμονης αναβολής της αποκοπής
του ομφάλιου λώρου κράτους – οικονομίας;
Ακόμη κι όλα αυτά μπορεί να μην ενοχλούν
ορισμένους, η τελεολογική απάθεια με
την οποία προσεγγίζεται από τους ίδιους
το γεγονός της διοικητικής ανικανότητας,
του δημοσίου που κατά τη γνώμη τους
επιτρέπει την παραχώρηση κάθε είδους
διαχειριστικής άδειας σε διεθνείς
εντεταλμένους. είναι χαρακτηριστικός
μιας ηττοπαθούς νοοτροπίας.
Αν
αποδεχτούμε ότι ως χώρα δεν διαθέτουμε
το προσωπικό, τις γνώσεις, την ανατρεπτική
διάθεση και την επιμονή που χρειάζεται
για αν ξεπεράσουμε τις αποτυχημένες
συνταγές του παρελθόντος, τότε ας
αφεθούμε στην διάλυση ως το μόνο πιθανό
μέσο αυτοκάθαρσης και λύτρωσης. Κανείς
εξωγενής παράγοντας δεν γίνεται να
αναλάβει τον ρόλο του υποχρεωτικού
αναμορφωτή. Αν εμείς δεν επιλέξουμε μια
άλλη διαδρομή, με την επιβολή πρόσκαιρων
λύσεων δεν θα ανακοπούν οι μόνιμες
εσώτερες διαθέσεις μας για πολιτικό
και οικονομικό παλιμπαιδισμό από το να
αναδειχθούν με την πρώτη ευκαιρία.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Είχαμε αποδεχτεί την δυσκολία του Αλέξη Τσίπρα στην άρθρωση των Αγγλικών αλλά η αναφορά του στην αυταπάτη των προεκλογικών προσδοκιών του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει ότι μάλλον μπερδεύει και τις πραγματικές έννοιες ορισμένων ελληνικών όρων. Η, κατά Κουρουμπλή, αριστερή αθωότητα βρέθηκε απατημένη από τις επιθυμίες, την αντίληψη, την ελλιπή αυτογνωσία της. Μόνο που υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη απλά λαθεμένη αξιολόγηση των δεδομένων και την ουσία μιας πραγματικής αυταπάτης.
Οι αυταπάτες είναι ένας ισχυρός αμυντικός μηχανισμός αποφυγής της αλήθειας. Ένα ψήγμα αυτοεκπληρούμενης προφητείας που παριστάνει ότι δεν αντιλαμβάνεται όλους τους παράγοντες επηρεασμού μιας κατάστασης και πλέκει δικά της ανύπαρκτα σενάρια τα οποία πείθουν τον κάτοχο τους ότι αρκούν για να αισθάνεσαι ισχυρός, ικανός, αποτελεσματικός. Ειδικά στην πολίτη η αυταπάτη αυτού του επιπέδου προσομοιάζει σε υγρή φαντασίωση φυλακισμένου που φυσικά καταλήγει σε αυτοϊκανοποιητικό μιθριδατισμό.
Κι αν ο Τσίπρας έδειξε, έστω και επικοινωνιακά να αποδέχεται ότι στήριξε την προεκλογική του ρητορική σε μια σειρά από πολιτικές “παραισθήσεις”, δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει ότι οι καταστροφικές αυταπάτες του δεν έχουν κόφτη την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Ίσα, ίσα που η υπερεκτίμηση των αποτελεσμάτων οδηγεί νομοτελειακά σε νέα μεγαλύτερη, πιο ισοπεδωτική, πιο εκκωφαντική αυταπάτη που έστω κι αν τον συντηρήσει στην εξουσία θα έχει δομικά μετασχηματίσει την χώρα σε ολοκληρωτικό καθεστώς τριτοκοσμικής καχεκτικής οικονομίας.
Ο δημοσιονομικός κόφτης μαζί με την ρωμαλέα αναπτυξιακή προοπτική και την αναδιάρθρωση του χρέους είναι οι νέες γιγάντιες αυταπάτες. Ο πρώτος θα μπορούσε θεωρητικά να ιδωθεί κι ως μια απαραίτητη παρέμβαση, ακόμη κι αν προέκυψε από την αμφιβολία των εταίρων για την δυνατότητα εκτέλεσης του προγράμματος από αυτή την κυβέρνηση, αλλά στην πράξη σε μια οικονομικά ταραγμένη περίοδο μπορεί να αποβεί μια επιπρόσθετη θηλιά στον τράχηλο της καθημαγμένης παραγωγικής δραστηριότητας.
Ο ένας λόγος είναι ότι κάποιοι υπουργοί ήδη δήλωσαν ότι αν χρειαστούν πρόσθετα μέτρα ο κόφτης δαπανών μπορεί να μετατραπεί σε… φορολογικό κόφτη υποσκάπτοντας κι άλλο την ανάκαμψη! Ο άλλος λόγος είναι ότι σε ένα πιθανό μελλοντικό περιβάλλον αυξημένων τιμών πετρελαίου κι ακόμη πιο σκληρού ευρώ δεν μπορείς να αποκλείσεις νομοθετικά την πρόσκαιρη μικρή υπέρβαση των δημοσιονομικών κανόνων για να μην ενισχύσεις τις υφεσιακές τάσεις.
Η όποια απομείωση του χρέους θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο για την επάνοδο της χώρας στις αγορές ομολόγων αλλά η εξίσωση είναι λίγο πιο περίπλοκη. Ακόμη κι αν η βραχυπρόθεσμη ρύθμιση περιλαμβάνει εξαγορά των δανείων του ΔΝΤ από τον ESM και μετατροπή τους σε χαμηλότοκα σταθερού επιτοκίου, το αντίβαρο των επιπλέον μέτρων ισοφαρίζει κάθε έμμεση θετική επίπτωση στους αναπτυξιακούς ρυθμούς. Η μεσοπρόθεσμη παρέμβαση παραπέμπεται για μετά το 2018 και υπό αυστηρές προϋποθέσεις που αν εκπληρώνονται θα μπορούσαν να ακυρώνουν μια τέτοια απαίτηση και να καθιστούν αναγκαία την όποια αναδιάρθρωση μόνο για το μακροπρόθεσμο μέρος του χρέους.
Το απαραίτητο αναπτυξιακό κρεσέντο δεν θα προκύψει με ευκολία υπό αυτή την φορολογική ασφυξία και το πιθανότερο είναι, έστω κι αν οι φετινές αποδόσεις της οικονομίας αποδειχτούν καλύτερες του αναμενόμενου, κυρίως λόγω του τουρισμού και του χαμηλού κόστους ενέργειας, ότι από το 2017 η ανάπτυξη θα παραμείνει καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα όταν η χώρα έχει ανάγκη αξιοποίησης του συνολικού δυναμικού της για να στοχεύσει σε επιδόσεις άνω του 4-5%.
Όσο κι αν όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα χάσει οριστικά την επαφή με την κοινωνία (ήδη κρατώντας υψηλά τον εισαγωγικό μισθό στο δημόσιο και προγραμματίζοντας περισσότερες προσλήψεις τα επόμενα χρόνια – ο λόγος 1/5 προσλήψεων / αποχωρήσεων μετατρέπεται σε 1/3 – ενισχύονται οι σχέσεις με το προνομιακό του ακροατήριο), η πραγματική οικονομία θα πληρώσει με διαρκή υπολειτουργία τις νέες αυταπάτες του κ. Τσίπρα.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Όταν ο Βαρουφάκης ανέπτυσσε μυστικοπαθώς και σε άγνοια της κοινωνίας το σχέδιο του για ένα παράλληλο τραπεζικό σύστημα, όλοι ξαφνιάστηκαν για το ότι υπήρχε επίσημο κυβερνητικό πλάνο για την δημιουργία ενός σκιώδους χρηματοπιστωτικού χώρου που θα διευκόλυνε την μετάβαση σε ένα διαφορετικό νόμισμα. Η πρόσφατη καταφυγή Δραγασάκη σε μια παρόμοια έκφραση ανέσυρε τις σχετικές μνήμες κι όλοι βιάστηκαν να ταυτίσουν τις δυο θέσεις. Όσο όμως κι αν οι απόψεις τους δεν ταυτίζονται, η παρέμβαση Δραγασάκη υποκρύπτει δικά της προβλήματα.
Ο Αντιπρόεδρος μιας χώρας μέλους της Ε.Ε. και της ΟΝΕ υπονοεί ότι στόχος της κυβέρνησης του είναι η δημιουργία τραπεζικών φορέων που δεν θα υποτάσσονται στους Ευρωπαϊκούς κανόνες και τον έλεγχο της ΕΚΤ. Αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί μια χώρα χρειάζεται να παρακάμψει αυτούς τους κανόνες και τι σημαίνει αυτό για την υπόσταση της; Αν η απάντηση είναι ότι η οικονομία χρειάζεται παραπάνω ρευστότητα η επόμενη απορία που προκύπτει είναι αν ο καλύτερος τρόπος είναι αναζητώντας παρακάμψεις από το σύστημα κι όχι διεκδικώντας την αξιοποίηση όλων των εγχώριων και διεθνών χρηματοοικονομικών εργαλείων.
Έτσι κι αλλιώς, η εμπειρία από τη λειτουργία των συνεταιριστικών τραπεζών έχει αφήσει αντιφατικές αναμνήσεις. Από μηχανισμούς στήριξης επαγγελματιών, επιχειρηματιών και της περιφερειακής ανάπτυξης, συχνά μετατράπηκαν σε δυσλειτουργικούς, υποτονικούς οργανισμούς εξυπηρέτησης μικροσυμφερόντων. Αν μάλιστα αυτό το μοντέλο αναπαραχθεί σε ένα περιβάλλον ακόμα πιο ελλιπούς ελέγχου είναι σίγουρο ότι τα αποτελέσματα θα είναι από αμφίβολα έως καταστροφικά γεμίζοντας την αγορά με νέα επισφαλή δάνεια.
Ερωτηματικά προκύπτουν και για τον τρόπο χρηματοδότησης και την μετοχική σύσταση αυτών των νέων τραπεζών. Τη στιγμή που ανοίγει ξανά η συζήτηση για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων, την αμνήστευση ή έστω την μειωμένη επιβάρυνση για την επάνοδο καταθέσεων, το περιουσιολόγιο και το σαφάρι εξεύρεσης αδήλωτων οικονομικών πόρων, είναι λογικό να αναδύεται μια περίεργη οσμή πιθανότητας αξιοποίησης “μαύρου” χρήματος και να πλανάται μια σκιά ασαφών διαδρομών και συνδιαλλαγής με σκοτεινές πηγές ρευστότητας.
Ακόμα πιο ασαφής είναι η διαδικασία και η λογοδότηση σχετικά με τις χορηγίες των νέων συνεταιριστικών φορέων. Ποιος θα έχει την εποπτεία και ποιους σκοπούς θα εξυπηρετεί; Κατά πόσο θα στηρίζει επιχειρήσεις με βάση τα επιχειρηματικά τους πλάνα κι όχι την ειδική σχέση των ιδιοκτητών τους με την εκάστοτε εξουσία; Πως θα διασφαλιστεί η απρόσκοπτη και ομαλή λειτουργία τους χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις και επιλεκτικές συμφωνίες με φιλικές προς την κυβέρνηση εταιρίες, μιντιακά ή άλλα συγκροτήματα;
Οι “παράλληλες” διαδρομές αποδεικνύονται χρήσιμες όταν συνιστούν μια γνήσια εναλλακτική πορεία με αυτονομία, καθαρότητα προθέσεων και λειτουργίας. Ειδικά στην οικονομία καθετί παράλληλο δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την απεγνωσμένη προσπάθεια ενός συστήματος να αποφύγει την συμμόρφωση με τους κοινούς όρους και τις προϋποθέσεις λειτουργώντας παρασιτικά.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Κι αν οι προηγούμενες εκλογές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα στείρας αντιπαράθεσης για το σκίσιμο του μνημονίου με έναν νόμο, αυτές θα κυλήσουν με σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα συνειδητοποιημένο (;) για το ότι από τη στιγμή που εγκλωβιστήκαμε στο χρυσό κλουβί της αναγκαστικής χρηματοδότησης από διεθνείς οργανισμούς οφείλουμε να ολοκληρώσουμε μια σειρά από αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνουμε και δημοσιονομική υγεία.
Το διακύβευμα λοιπόν αυτών των εκλογών δεν αφορά την αντιπαράθεση ενός ασαφώς προσδιορισμένου, χωρίς αρχές και προτάσεις δομικών θεσμικών αλλαγών, «νέου» απέναντι στο συλλήβδην δαιμονοποιημένο «παλαιό», αλλά την αξιοπιστία της εκτέλεσης μιας σειράς μεταρρυθμίσεων που επί δεκαετίες τις αποφεύγαμε γιατί προσέκρουαν σε συντεχνιακά συμφέροντα και κυρίως την εντατικοποίηση της αναπτυξιακής στροφής που είχε ήδη αρχίσει αλλά διακόπηκε από το διαπραγματευτικό κυβερνητικό φρένο που τελικά με τους κεφαλαιακούς ελέγχους ακινητοποίησε πλήρως κάθε οικονομική δραστηριότητα.
Ποιος μπορεί να υποσχεθεί πειστικά ότι θέτει ως προτεραιότητα την ολοκλήρωση του ανασχεδιασμού του δημόσιου τομέα και την σε βάθος αξιολόγηση του; Ποιος μπορεί να προωθήσει ενέργειες που απελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς και επιτρέπουν στη χώρα να προσελκύσει νέες επενδύσεις; Ποιος διαθέτει τα εχέγγυα για την προσήλωση στην δημοσιονομική εξυγίανση με τρόπο που δεν θα ξαναθέσει σε κίνδυνο εκτροχιασμού το τρενάκι των κρατικών οικονομικών;
Ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσει παντού ότι όχι μόνο διαφωνεί με την φιλοσοφία του νέου προγράμματος, ενός σκληρού και άδικου μνημονίου που ο ίδιος κατόρθωσε να επιβάλλει στη χώρα, αλλά κι ότι διαθέτει ένα εναλλακτικό, παράλληλο πρόγραμμα για να ακυρώνει τις αρνητικές επιπτώσεις των υφεσιακών μέτρων. Ένα πρόγραμμα που για μια ακόμα φορά δεν προκύπτουν από πουθενά οι πόροι του εκτός κι αν υποθέσουμε, δικαιολογημένα από την έως τώρα αριστερή εμπειρία, ότι κάποιοι θα επιβαρυνθούν φορολογικά ακόμη περισσότερο.
Επιπρόσθετα το ένα στέλεχος μετά το άλλο δηλώνουν την πρόθεση τους να ακυρώσουν ή να αντικαταστήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις ακόμα κι αν δεν προκύπτει πουθενά αυτή η δυνατότητα από την συμφωνία που έχουν υπογράψει. Πόσο καθησυχαστικό ακούγεται για το μέλλον της χώρας ότι ακόμα κι αυτή την ύστατη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να φυγομαχεί με τα προβλήματα και να παριστάνει ότι μπορεί να τα αγνοεί ή να τα στρεβλώνει ώστε να βολεύονται στις ανυπέρβλητες ιδεοληπτικές εμμονές του;
Είναι στο χέρι της ΝΔ να αποδείξει ότι δεν μένει στην δικαίωση όλων όσων προέβλεπε ότι θα συμβούν με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία αλλά προχωρά στην υιοθέτηση μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας που πάει πέρα από τις μνημονιακές επιταγές και συνδυάζεται με ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, όπως αυτό που είχε ανακοινώσει τον Ιανουάριο, όπου προβλέπονταν σταδιακές φορολογικές ελαφρύνσεις στο επιχειρείν και ενίσχυση τομέων με πολλαπλασιαστικά θετικό αποτέλεσμα στην οικονομία αλλά και με στοχευμένες άρσεις αδικιών που θα χρηματοδοτούνται όμως από περικοπή κρατικής σπατάλης ή τα αυξημένα έσοδα από τους αναπτυξιακούς ρυθμούς.
Με το που
εμφανίστηκαν τα πρώτα στοιχεία σχετικά με την πορεία του ΑΕΠ κατά το 2ο
τρίμηνο της χρονιάς οι περισσότεροι αναφώνησαν με έκπληξη ότι τελικά η
διαχείριση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η διαπραγματευτική τακτική της,
δεν πρέπει να ήταν και τόσο ατυχής αφού τελικά η οικονομία κινήθηκε σε
θετικό έδαφος με άνοδο του ΑΕΠ έστω και κατά περίπου 1% και η ύφεση,
τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Ιουνίου, δεν μας είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα.
Βέβαια η αριθμητική αλήθεια κρύβει την πολιτική πραγματικότητα που αποδεικνύει
πόσο μεγάλο πισωγύρισμα υπήρξε το τελευταίο εξάμηνο.
Επειδή τα
συμπεράσματα δεν βγαίνουν από στατική αναφορά αλλά από συγκριτική ανάλυση,
η ερμηνεία των αριθμών απαιτεί μια ευρύτερη πολιτική αντίληψη των εξελίξεων και
αντιπαραβολή των προβλέψεων που υπήρχαν για το 2015, στα τέλη του 2014, με τις
επιδόσεις που τελικά επιτεύχθηκαν. Αν λοιπόν φαντάζει θετικό το 0% του 1ου
εξαμήνου και το 1,4% ανάπτυξη του 2ου,
θα πρέπει κάποιος να αναλογιστεί ότι οι προβλέψεις του προϋπολογισμού
και τα στοιχεία των μελετών μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προσδιόριζαν
τους στόχους για το αντίστοιχο διάστημα σε 2,2% και 3%.
Αυτή η απόσταση
μεταξύ στόχων και τελικής δυναμικής, που καθορίζεται μεσοσταθμικά σε
περίπου 2% αποτυπώνει αυτό που είχε καταθέσει ως αρχική αναθεωρημένη πρόβλεψη ο
ίδιος ο Βαρουφάκης που μιλούσε για 0,6% δηλαδή γύρω στις 2 μονάδες κάτω από το
αναμενόμενο. Βέβαια στα σημερινά δεδομένα δεν έχουν ακόμα ληφθεί υπόψη οι
επιπτώσεις των κεφαλαιακών περιορισμών στα τέλη Ιουνίου. Αποδείκνυαν
απλώς ότι κατορθώθηκε να διατηρηθεί ένα μέρος της κεκτημένης ταχύτητας που
άφησε το τελευταίο τρίμηνο του 2014 (1,8%) και η προοπτική μιας εξαιρετικά
βελτιωμένης χρονιάς στον τουρισμό, το λιανεμπόριο και άλλους τομείς.
Είναι σίγουρο ότι
όταν ανακοινωθούν, τόσο τα οριστικά στοιχεία για το 2ο τρίμηνο
όσο κυρίως τα νούμερα για το 3ο τρίμηνο, η επίδραση των κεφαλαιακών
ελέγχων, του φόβου της μη συμφωνίας, της καταναλωτικής και επενδυτικής
επιστροφής που δημιουργήθηκε θα αποδεικνύουν ότι η οικονομία έκανε άλματα
οπισθοχώρησης ικανά να στρέψουν τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης σε ισχυρά
αρνητικό πρόσημο. Ακόμα κι αν επιτευχθεί ο φιλόδοξος στόχος για 2,1-2,3%
ύφεση, αντί για 2,9% ανάπτυξη, η ύφεση θα πρέπει να κινηθεί στο δεύτερο
μισό της χρόνιας από 3,5% έως 4%.
Πολύ φοβάμαι ότι
με την διατήρηση των κεφαλαιακών ελέγχων να μην έχει άμεσο ορίζοντα
ολοκληρωτικής άρσης τους, το αυξημένο πολιτικό ρίσκο μιας ακόμα
εκλογικής αναμέτρησης και το κλίμα απομάκρυνσης όλο και πιο πολλών επιχειρήσεων
από την χώρα μας, ακόμα και αυτοί οι στόχοι θα αποδειχτούν μετριοπαθείς
ανεβάζοντας την ύφεση για τα δυο τελευταία τρίμηνα της ίσως και σε πάνω από 5%.
Υ.Γ. Τώρα που η
«πρώτη φορά αριστερά» μπαίνει δυναμικά και στο χώρο των ιδιωτικοποιήσεων η
ανάπτυξη θα επανέλθει με... επαναστατικούς ρυθμούς. Τι κι αν οι παραχωρήσεις
χρήσεις αεροδρομίων, λιμανιών θεωρούνταν καπιταλιστική παρεκτροπή του
δημοσίου συμφέροντος; Άλλωστε μόνο ο Σαμαράς ξεπουλά δημόσια περιουσία. Ο
Τσίπρας τα παραχωρεί για να αναβαθμιστούν και να τα επαναγοράσει με... IOU! Ταυτόχρονα βέβαια ικανοποιούμε και το λαϊκό
αίσθημα με την προσωρινή παύση εργασιών στις Σκουριές. Είναι κι αυτές οι
εκλογές που έρχονται κι όλο και κάτι θα πρέπει να βρεθεί ως νέο
επικοινωνιακό εργαλείο.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Έξι συναπτά
χρόνια ύφεσης, Λίγο ακόμα και θα κλείναμε επτά χρόνια υφεσιακής φαγούρας
αλλά το 2014 ήρθε με νωχελικούς ρυθμούς να ανατρέψει την καταθλιπτική εικόνα
δίνοντας την πρώτη ετήσια αισιόδοξη αναστροφή του κλίματος, με τρία τρίμηνα
θετικού πρόσημου το τελευταίο μάλιστα από τα οποία άγγιζε το 2% (που
σημαίνει ότι ήδη είχε ξεπεραστεί και ο σκόπελος του θετικού ρυθμού στο
ονομαστικό ΑΕΠ που ήταν το τελευταίο αποκούμπι της Βαρουφάκειας ανάλυσης).
Αυτή η θετική
εξέλιξη δεν έρχεται να αναιρέσει τα σχεδιαστικά λάθη του αρχικού μνημονίου
ούτε να αφαιρέσει από τις πλάτες των Ελληνικών κυβερνήσεων την διαχρονική μεταρρυθμιστική
αναβλητικότητα, αν και τα τελευταία δυο χρόνια έγιναν άλματα βελτίωσης της
ανταγωνιστικότητας και της λειτουργίας του κράτους σε σχέση με τους
συνηθισμένους αναποφάσιστους ρυθμούς.
Το πρώτο τρίμηνο
είναι αποκαλυπτικό της ιδεοληπτικής αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ για την
οικονομία. Μέσα στην διαπραγματευτική ασάφεια, για να καταπνιγεί εκτονωτικά η συσσωρευμένη
κοινωνική πίεση από την λιτότητα παρόλο που η κατάληξη θα είναι μια σκληρή
συμφωνία, πνίγηκαν και οι πρώτες αναπτυξιακές ανάσες. Πέρα από το αιωρούμενο
μέλλον της χώρας, την ανάκαμψη παρέσυραν οι διφορούμενες δηλώσεις για
τις ιδιωτικοποιήσεις, η ανυπαρξία παραγωγικού πλάνου, η έλλειψη προβλέψεων για φορολογικές
ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις (όπως είχαν ανακοινωθεί από την προηγούμενη
κυβέρνηση).
Το αποτέλεσμα δεν
ήταν απλώς η συρρίκνωση του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ούτε
βέβαια η απειροελάχιστη βελτίωση σε σχέση με το βαριά υφεσιακό 1ο
τρίμηνο του 2014 αποτελεί θετική είδηση. Η μεγάλη απώλεια, και σε επίπεδο
κλίματος, προέρχεται από το ότι εξανεμίστηκε η αναπτυξιακή ορμή που
προέβλεπαν όλες οι σχετικές εκθέσεις (Alpha, Eurobank) και ανέβαζαν έως και σε 2,2% τον στόχο.
Σε αυτό
προστίθενται και οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις με την αύξηση του ΦΠΑ
που θα ανεβάσει το ενεργειακό αλλά και το συνολικό κόστος παραγωγής των
εταιρειών, την διατήρηση του ΕΝΦΙΑ και της εισφοράς αλληλεγγύης (χωρίς
τις προβλεπόμενες περικοπές), δίχως να αποκλείονται ειδικές εισφορές επί των
τραπεζικών συναλλαγών ή και άλλες εκπλήξεις!
Περιχαρής ο υπ.
Οικονομικών προαναγγέλλει παλίρροια ανάπτυξης με την αναμόρφωση των
συντελεστών ΦΠΑ που με αυτάρεσκο ύφος... «αποκάλυψε» ότι κορυφαίος
Ευρωπαίος αξιωματούχος την βρήκε τρομερή ιδέα (μήπως δεν κατάλαβε το φλεγματικό
Βορειοευρωπαϊκό χιούμορ;) για να έρθουν ανακοινώσεις που αναιρούν τις προθέσεις
για διπλό ΦΠΑ ανάλογα με το αν οι συναλλαγές γίνονται με μετρητά ή πλαστικό
χρήμα και χωρίς κανείς να έχει διευκρινίσει αν τα είδη διατροφής θα πάνε
όλα στο 9% ή μόνο τα πολύ βασικά (αυγά, γάλα, ψωμί έλεγε ο ίδιος ο Βαρουφάκης
πριν λίγες ημέρες!).
Αναρωτιέται
κανείς τι είδους παλίρροια θα είναι αυτή όταν η αύξηση του ΦΠΑ είναι σε προϊόντα
και υπηρεσίες ανελαστικής κατανάλωσης όπως εστίαση και ΔΕΚΟ ενώ η μείωση σε
καινούρια ακίνητα, αυτοκίνητα, ένδυση, υπόδηση και υπηρεσίες απείρως πιο
ελαστικής ζήτησης. Άλλωστε οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με 23% ΦΠΑ δεν
άνθιζαν τα τελευταία χρόνια, μάλλον εξαϋλώθηκαν για να καλυφθούν βασικές
ανάγκες και φορολογικές υποχρεώσεις, ώστε να προκύψει σημαντική περίσσεια
εισοδήματος από την μείωση του ΦΠΑ που θα μετατραπεί σε κατανάλωση
προϊόντων του χαμηλότερου συντελεστή.
Η συντριπτική
πλειοψηφία του μικρομεσαίου εισοδήματος κατευθύνονταν ήδη σε αυτά και
τώρα ο οικογενειακός προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί σημαντικά αφού πέρα από την
αύξηση του ΦΠΑ θα υποστούν και την άνοδο του επιχειρηματικού λειτουργικού
κόστους που ήδη περιέγραψα. Το πιθανότερο είναι η τιμή βασικών προϊόντων
και υπηρεσιών να αυξηθεί περισσότερο από την αύξηση του ΦΠΑ και μεγάλο μέρος
της μείωσης των υπολοίπων να απορροφηθεί από το ανεβασμένο παραγωγικό κόστος.
Εκτός κι αν
πιστεύει κανείς ότι οι αλλαγές στο ΦΠΑ δεν γίνονται για να αυξηθούν τα
δημόσια έσοδα ή ότι η διευρυμένη χρήση πλαστικού χρήματος, που βοηθά κυρίως
στην απευθείας είσπραξη του ΦΠΑ, θα περιορίσει την παραοικονομία σε ένα απαίδευτο
μάλιστα ψηφιακά κοινό;
Υ.Γ. 1. Η
κυβέρνηση κατορθώνει με μια απόφαση να αποδεκατίσει τον τουρισμό, έναν
από τους ελάχιστους εναπομείναντες αναπτυξιακούς εθνικούς πρωταθλητές, και να αποτελειώσει
τις κατασκευές κατεβάζοντας το ΦΠΑ στα καινούρια ακίνητα (όταν υπάρχει
μηδενική οικοδομική δραστηριότητα) ενώ ταυτόχρονα τον ανεβάζει για τα παλαιά
και για όλες τις υπηρεσίες ανακαίνισης.
Υ.Γ. 2. Αν ισχύει
η πρόταση της Κομισιόν για 5 δις νέων μέτρων ώστε να επιτευχθεί πλεόνασμα
μόλις 0,75% (πάνω από 3% για μετά το 2017 που μάλλον τότε δεν θα
θεωρείται από τον ΣΥΡΙΖΑ καταστροφικός
στόχος!) το μόνο σίγουρο είναι ότι η ύφεση θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν
δεδομένη για το 2015. Χρησιμοποιώντας τους πιο συντηρητικούς πολλαπλασιαστές,
στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βρισκόμαστε στο απόλυτο μηδέν με πιθανότερο το
αρνητικό πρόσημο ίσως και πάνω από –1%.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όταν προκύπτουν ανάγκες
δανεισμού σε προσωπικό επίπεδο θεωρείται δεδομένο ότι θα απευθυνθείς
πρώτιστα στους πολύ δικούς σου ανθρώπους ώστε να αποφύγεις την διάδοση των
δυσκολιών σου στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και την καταφυγή (αν κι εφόσον
είναι δυνατή) σε πιο θεσμικές πηγές με αυξημένο κόστος. Στα κράτη ισχύει μάλλον
η αντίστροφη πορεία. Οι οικονομικές σου επιδόσεις είναι γνωστές σε όλους
γιατί ο δανεισμός σου προέρχεται, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από τις πιο
«ανώνυμες» αγορές κι αν κι εφόσον περιέλθεις σε εξαιρετικά αδύναμη κατάσταση
προστρέχεις προς πιο κοντινούς προορισμούς, εγχώριους και διακρατικούς.
Στην Ελλάδα
έχουμε μια γενικότερη τάση προς το περπάτημα του κάβουρα γι’ αυτό και
κατορθώσαμε ταυτόχρονα να κλείσουμε με τους εταίρους μια ακριβή αρχική συμφωνία
με 5,25% που προσαρμόστηκε κάπως στην πραγματικότητα 1,5 χρόνο μετά και να
αναπαράγουμε με πίστη και ένταση την ύπαρξη μαγικών πόρων που θα λύσουν
άμεσα με εύκολο και ανώδυνο τρόπο όλα τα προβλήματα.
Από την μετοχή
της τράπεζας της Ανατολίας και τον Σώρρα, τους υδρογονάνθρακες
που πριν καν ολοκληρώσουμε τις μελέτες για την ύπαρξη τους τιτλοποιούσαμε
(νοητικά!) τα μελλοντικά έσοδα μέχρι και το λεπτό ηθικά ζήτημα των γερμανικών
αποζημιώσεων που φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε ως λύση την καταγραφή των
ποσών στον προϋπολογισμό και τη χρήση τους για τη δημιουργία επενδυτικής
τράπεζας.
Βέβαια μόνιμες
επωδοί παρέμεναν η άκριτη Ρωσολαγνεία χωρίς αίσθηση διπλωματικής
στρατηγικής, το «φάντασμα» της Κίνας που ουδέποτε ασχολήθηκε με τα
χρηματοδοτικά μας ζητήματα αλλά και σποραδικές αναφορές σε πρόσδεση μας στο
δολάριο. Ένα συνονθύλευμα αντιφατικών προθέσεων και στόχων όπου θεωρούμε
πως θα πάρουμε από όλους ότι μας βολεύει ακόμα κι αν τα συμφέροντα που
εξυπηρετούν οι επιλογές συγκρούονται μεταξύ τους.
Κι αν πιστέψαμε
ότι η εφευρετικότητα μας εξαντλήθηκε ήρθε η αναπτυξιακή τράπεζα των
αναπτυσσόμενων οικονομιών να αναπτερώσει το ηθικό όσων αρέσκονται σε από
μηχανής σωτήρες. Θα βρούμε τα «τούβλα» που μας λείπουν στα… τούβλα (BRICS); Τι κι αν ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν
πρόκειται να λειτουργήσει πριν το 2016; Τι κι αν σκοπός της είναι η αναπτυξιακή
στήριξη των μελών της (που χρειάζονται 10 δις για την ένταξη τους σε αυτή)
κι όχι η δημοσιονομική κάλυψη; Τι κι αν αυτό ουσιαστικά σημαίνει επιλεκτική
τοποθέτηση σε επενδυτικά πλάνα αντίστοιχα των σημερινών ιδιωτικοποιήσεων; Τι κι
αν τα μέλη της έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές άρα κι ο
δανεισμός των μη μελών δεν θα είναι φθηνός και χωρίς όρους;
Τίποτα από όλα
αυτά δεν μας πτοεί. Ούτε λόγος να γίνεται βέβαια για την διατάραξη του
εθνικού προσανατολισμού και την ταύτιση με ένα ετερόκλητο σύνολο χωρών που
οι ανάγκες και οι επιδιώξεις τους
ελάχιστα προσομοιάζουν με τις δικές μας. Ζούμε τον νέο μύθο μας και κανείς δεν
θα μας τον διαταράξει πριν φτάσουμε στην τελευταία του σελίδα και αντιληφθούμε
το κακό τέλος. Ίσως όμως ούτε και τότε να ενοχληθούμε γιατί μπορεί στο
μεταξύ να έχουμε εφεύρει το επόμενο
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Οι εκλογές του
2015 δεν έχουν το ίδιο διακύβευμα με αυτές του 2012. Είναι άλλης τάξεως συζήτηση το τι συνέβη διαχρονικά κι έφτασε η
χώρα στην πόρτα της τρόικας, όπως άλλης τάξεως και ετεροχρονισμένη πλέον
κουβέντα είναι να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στα λάθη των μνημονίων
ειδικά τώρα που αρχίζουν να διορθώνονται αποσπώντας την προσοχή από το
κυριότερο. Ποια πρόταση μπορεί να ωθήσει ακόμα ψηλότερα τους ρυθμούς
ανάπτυξης και να αποκλιμακώσει ακόμα γρηγορότερα την ανεργία. Ποιος
εγγυάται πραγματικές φορολογικές ελαφρύνσεις και όχι άκριτες υποσχέσεις
που μετεκλογικά μετατρέπονται σε μεγαλύτερες επιβαρύνσεις;
Αναλωνόμαστε σε
ωραίες γενικόλογες αναλύσεις για το Ευρωπαϊκό μέλλον που θα έρθει ένα
Ελληνικό κόμμα να το αλλάξει (ο μικρομεγαλισμός σε όλο του το μεγαλείο
ξεχνώντας ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονται με ηγέτες δεδομένων απόψεων
και όχι με διεθνείς δημοσιογράφους και οικονομολόγους), την ανθρωπιστική
κρίση που θα λυθεί με αποσπασματικές κινήσεις από κεφάλαια που δεν υπάρχουν
χωρίς καμιά πρόταση για το πως θα δημιουργηθούν μόνιμοι κρατικοί πόροι
χωρίς νέες επιβαρύνσεις στους πολίτες.
Στο αναπτυξιακό
πρόγραμμα που εξήγγειλε η ΝΔ υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες προτάσεις για το
πως θα αυξηθεί δυναμικά το ΑΕΠ της χώρας ενισχύοντας καθοριστικά και την
εργασία ενώ το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει μυστήριο
ακόμα και σήμερα. Από τη μια η ΝΔ περιγράφει τον τρόπο που έως το τέλος της
δεκαετίας θα έχει επανακάμψει το ΑΕΠ σε προ κρίσης επίπεδα και η
απασχόληση θα πλησιάζει προς μονοψήφια νούμερα κι από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ απλά
διαφωνεί με όλες τις σχετικές προτάσεις χωρίς να ξεκαθαρίζει με πιο τρόπο θα
πάρει μπροστά η αναπτυξιακή μηχανή.
Οι αναγκαίες
επενδύσεις υπολογίζονται από τη ΝΔ σε 150 δις που αν αφαιρεθούν τα ποσά από
το νέο ΕΣΠΑ, το πακέτο Γιουνκέρ και τους εθνικούς πόρους θα χρειαστούν περίπου
50 δις ιδιωτικών επενδύσεων εκ των οποίων τα 23 δις είναι ήδη εγκεκριμένα.
Ταυτόχρονα καθορίζονται από τις πιο αξιόπιστες διεθνείς κι εγχώριες μελέτες οι τομείς
που χρήζουν περαιτέρω ενίσχυσης γιατί φέρνουν άμεσα και πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα
και ολοκληρώνονται οι παρεμβάσεις που διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα
περιορίζοντας την κρατική γραφειοκρατία και διαφθορά, απλουστεύοντας τις
διαδικασίες αδειοδότησης, μειώνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές,, το ενεργειακό
κόστος και την «μαύρη» εργασία. Ως «κερασάκι» έρχονται οι ιδιωτικοποιήσεις
που απελευθερώνουν δημιουργικά τομείς της οικονομίας που καταδυναστεύονταν από
τον πελατειακό κρατισμό καθώς και η συνέχιση αξιοποίησης της δημόσιας
ακίνητης περιουσίας που πέρα από τα άμεσα οφέλη καλλιεργεί περιβάλλον
παράπλευρων αναπτυξιακών δράσεων σε όλη την περιφέρεια.
Τι προτείνει η
πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ ΄που θα μπορούσε να μας κάνει αισιόδοξους ότι οι
προβλέψεις για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια είναι δυνατόν να
ξεπεραστούν προς τα πάνω; Θα το κατορθώσουν αυτό με την αύξηση του βασικού
μισθού πριν δημιουργούν στην αγορά οι παραγωγικές συνθήκες για κάτι τέτοιο,
σπρώχνοντας στην ανεργία περισσότερους συμπολίτες μας; Θα βοηθήσουν οι επανακρατικοποιήσεις
(με ποια χρήματα και ποιες διαδικασίες;) και η μη αξιοποίηση των δημόσιων
ακινήτων στην αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος; Θα προσελκυστούν νέοι
επενδυτές όταν μέχρι στιγμής όλα τα σχετικά πλάνα που έχουν κατατεθεί δεν
θεωρούνται από το ΣΥΡΙΖΑ συμβατά με το ιδεολογικό του πλαίσιο;
Όσον πάλι αφορά
τα φορολογικά από τη μια μεριά έχουμε έναν οδικό χάρη αποκλιμάκωσης της
που συμβαδίζει και με τις φιλελεύθερες παραταξιακές αρχές κι από την άλλη
μερικές διάσπαρτες θέσεις για καταργήσεις υπαρχόντων φόρων χωρίς να
καθορίζονται οι τρόποι με τους οποίους θα καλυφθούν οι δημοσιονομικές
απώλειες, αφού μάλιστα θα έχουν περιοριστεί κι άλλο οι ρυθμοί ανάπτυξης με
την απομάκρυνση επενδυτικών σχεδίων από την Ελλάδα και χωρίς να προβλέπονται
ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις αλλά ούτε και για τα εισοδήματα της μεσαίας
τάξης που μάλλον θα κληθεί και πάλι να καλύψει τα νέα κενά που θα
δημιουργήσει η δημοσιονομική ασυδοσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Έχουμε επικεντρωθεί,
και πολύ λογικά, στα δημοσιονομικά και χρηματοδοτικά θέματα της χώρας
και τοποθετούμε σε δεύτερο πλάνο μια σειρά από ζητήματα που καθορίζουν την
καθημερινότητα μας την επαγγελματική, επιχειρηματική και κοινωνική. Η ανάληψη
της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ανοίξει απλά έναν δύσκολο, και χωρίς
εμφανή θετική κατάληξη, κύκλο οικονομικής εσωστρέφειας αλλά και το κουτί της
Πανδώρας για τομείς της ζωής μας που είτε έδειχναν να βρίσκονται σε μια
φάση στροφής προς το καλύτερο ή αποτελούσαν αξιακά αδιαπραγμάτευτα στοιχεία
της αστικής συνείδησης μας.
Δεν είναι μόνο
ότι θεωρείτε δεδομένο ότι ένα γενικευμένο «πάγωμα» της ελληνικής οικονομίας
θα περιορίσει το στόχο για ρυθμό ανάπτυξης 3% για το 2015 ακόμα και κοντά στο
1%. Ήδη οι τουριστικές κρατήσεις βρίσκονται σε μια φάση καμπής σε σχέση
με τα αναμενόμενα, οι εξαγωγές περιμένουν στάσιμες γιατί αρχίζει να επανέρχεται
η άρνηση πληρωμής με επιταγές από ελληνικές επιχειρήσεις υπό το φόβο
νομισματικής αλλαγής και άλλοι τομείς της οικονομίας όπως η ναυτιλία ή οι
κατασκευές μπαίνουν σε μια φάση αναμονής.
Όλα αυτά μπορούν
να φέρουν πέρα από την αναπτυξιακή συρρίκνωση, δραστική μείωση των δημοσίων
εσόδων (συνεπικουρούμενη κι από την μερική στάση πληρωμών όσων πολιτών
πιστεύουν ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα προχωρήσει σε σεισάχθεια για όλους που θα
διαγράφει χρέη με μια μονοκονδυλιά, καθιστώντας πιο επιτακτική τη λήψη νέων
μέτρων αφού το δημοσιονομικό κενό είναι εύκολο να αυξηθεί κατά
τουλάχιστον ένα ακόμα δις ευρώ!
Μεγάλο κεφάλαιο
όμως στις πολιτικές προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ είναι και οι εθνικές μας
υποθέσεις, η ασφάλεια των πολιτών, η διεθνής συνεργασία για την πάταξη της
τρομοκρατίας, η μεταναστευτική πολιτική, η προσέγγιση της εκπαιδευτικής
διαδικασίας. Ελάχιστα αναφερόμαστε σε αυτές τις προτάσεις του θεωρώντας εσφαλμένα
ότι δεν συναποτελούν μαζί με το οικονομικό πρόγραμμα τα θεμέλια μιας
οικουμενικής αντίληψης για το κράτος, την οικονομία και την κοινωνία που
οραματίζονται.
Ειδικά το μέρος
του αστικού κοινού που φλερτάρει πλέον με το ΣΥΡΙΖΑ λησμονεί ότι η ιδιοσυγκρασία
και τα ιδανικά του ήταν σε μόνιμη σύγκρουση είτε με τις διεθνιστικές
θεωρήσεις των γεωπολτικών καταστάσεων που συμβιβάζονται με αμφίβολες
λύσεις, είτε με την άκριτη ταύτιση με παντός είδους απελευθερωτικά κινήματα ανά
τον κόσμο. Βρισκόταν σε αντίθεση με αφελείς αφοπλιστικές θέσεις για την
φύλαξη των πόλεων και χαλαρές τοποθετήσεις για τον ένοπλο ταξικό αγώνα, για
την μεταναστευτική «ευαισθησία» που επιβάρυνε το παρεμπόριο, την μαύρη
εργασία και την εγκληματικότητα.
Αντιπαρατέθηκαν
διαχρονικά ακόμα και για τον προσανατολισμό της παιδείας προτάσσοντας
τον εθνικό σκοπό της αλλά και το άνοιγμα της εκπαίδευσης στον ανταγωνισμό με
τον ιδιωτικό τομέα, όταν κάποιοι άλλοι πρέσβευαν και πρεσβεύουν μια συνεχνιακή,
και καταδικαστική σε κάθε πατριωτισμό, αντίληψη.
Όλες αυτές οι
παράπλευρες απώλειες δεν θα είναι ένα τυχαίο συμπλήρωμα αλλά αναπόσπαστο συστατικό
στοιχείο μιας ιδεολογικής κουλτούρας που βρισκόταν πάντοτε απέναντι σε κάθε
αστικό στοιχείο. Όσο κι αν καμουφλαριστούν, όσο κι αν ωραιοποιηθούν οι παρεμβάσεις
τους σε αυτά τα ζητήματα θα πλήξουν τον αξιακό πυρήνα της κοινωνίας μας.
Όταν θα
αντιληφθούμε ότι όλα αυτά είναι απείρως σημαντικότερα από το «τυράκι» μιας αμφίβολης
εισοδηματικής βελτίωσης που έτσι κι αλλιώς στηρίζεται σε ευχολόγια και
προεξόφληση της αλλαγής στάσης των άλλων (που δεν προκύπτει από πουθενά) ίσως
θα είναι αργά για να συνειδητοποιήσουμε το ανεπανόρθωτο ηθικό σφάλμα που
θα έχουμε κάνει.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Με το που
ανακοινώθηκε η παραχώρηση εκμετάλλευσης των περιφερειακών αεροδρομίων
δεν άργησαν οι πρώτες γκρίνιες. Εκποιείται δημόσια περιουσία, θα αυξηθούν τα
εισιτήρια, συνολικά δεν δημιουργούν ελλείμματα αυτά τα 14 αεροδρόμια, το τίμημα
ήταν μικρό. Στα αυτιά πολλών όλα αυτά μπορεί να ακούγονται κι ως λογικά
επιχειρήματα.
Έλα όμως που δεν
πωλείται απολύτως τίποτα! Η εκμετάλλευση τους δίνεται, με πολύ συγκεκριμένους
όρους, σε ιδιώτες που έχουν την πρόθεση να επενδύσουν άμεσα 300 εκατομ. ευρώ
και 1,4 δις σε βάθος χρόνου. Σε μια περίοδο που αναβάλλονται ή και
ματαιώνονται έργα όπως η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου ή η ανάπλαση του
Φαληρικού Δέλτα λόγω έλλειψης πόρων είναι τουλάχιστον στρουθοκαμηλικό να
παριστάνουμε ότι αδιαφορούμε μπρος στη δυνατότητα γεωστρατηγικής αναβάθμισης
των υποδομών, βελτίωσης και διεύρυνσης των προσφερόμενων υπηρεσιών,
μετατροπής του σε παράγοντα προσέλκυσης τουριστών και ανάπτυξης παράπλευρων
δράσεων που θα τονώσουν την τοπική οικονομία.
Το τίμημα των 1,25
δις ευρώ (12 φορές πάνω από τα υπάρχοντα προ φόρων κέρδη των αεροδρομίων) και η
επιπρόσθετη ετήσια καταβολή 23 εκατομ. μόνο ως μη ικανοποιητικό δεν θα μπορούσε
να χαρακτηριστεί. Όσο για τη μη ελλειμματική σημερινή εικόνα τους ως
σύνολο, καλύπτει τις επιμέρους ανισομέρειες ανάμεσα σε κερδοφόρα και βαθιά
οικονομικά, αναποτελεσματικά αεροδρόμια. Γιατί άραγε πρέπει να μας αρκεί το
ελάχιστο όταν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτές τις επιχειρήσεις σε πολύ πιο
εύρωστες;
Μα θα αυξηθούν τα
εισιτήρια μετά από 4-5 χρόνια κατά 5 ευρώ. Δεν χρειάζεται καν να λεχθεί ότι
μετά από τόσα χρόνια ένα μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης θα έχει απορροφηθεί
από τον σωρευτικό πληθωρισμό των προηγούμενων χρόνων. Ούτε να τονιστεί ότι
το μέρος της αύξησης που πάει στην βελτίωση της ασφάλειας των αεροδρομίων τους προσδίδει
κύρος και καθησυχάζει τους εν δυνάμει χρήστες τους. Άξιον απορίας είναι η
προεξόφληση από κάποιους ότι θα αγγιχτεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 18
ευρώ (ανάλογο αντίστοιχων διεθνών αεροδρομίων) και οι διαχειριστές δεν θα
κινηθούν με βάση μια πιο ανταγωνιστική λογική.
Μοιάζει ορισμένοι
να προτιμούν τη μιζέρια και την καχεκτικότητα τοπικών αερολιμένων χωρίς
προοπτική και όραμα, με μόνο αποκούμπι την κρατική χρηματοδότηση μετατρεπόμενα
έτσι σε ρουσφετολογικούς θύλακες. Τυπική ιδεοληψία ή διαχειριστική
άγνοια; Και τα δυο τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούν. Την αντίσταση σε κάθε
αλλαγή.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος















