Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ήταν Τρίτη και… 14. Μια καλοκαιρινή μέρα όπως όλες οι άλλες. Προετοιμασία για τις διακοπές, πειράγματα για τις μεταγραφές των ομάδων, αναμονή για την επόμενη σχολική ή ακαδημαϊκή χρονιά. Η ραστώνη του θέρους να περιορίζει τους ρυθμούς και τις εντάσεις σε κάθε επίπεδο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα σχετικής χαλαρότητας, σκάει, εκείνο το μεσημέρι, σαν βόμβα η είδηση. Μια ρουκέτα εκτοξεύεται προς το θωρακισμένο αυτοκίνητο του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Παλαιοκρασσά. Το όχημα ανατινάσσεται και εκεί στο σημείο από το οποίο περνάγαμε σχεδόν κάθε μέρα (Καραγιώργη Σερβίας και Βουλής) κείτεται νεκρός ένας 20χρονος νεαρός ο Θάνος Αξαρλιάν που “έτυχε” να περνά από το μέρος.
Θα μπορούσε να είμαστε εμείς, ένας δικός μας άνθρωπος. Βουβός θρήνος, παγωμάρα, οργή. Τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές αναλύσεις για το “τυφλό” χτύπημα. Για την “17 Νοέμβρη” που πέρασε σε απρογραμμάτιστα χτυπήματα που οδηγούν στον θάνατο αθώων. Η πλειοψηφία του κόσμου να συναινεί σε αυτή την λογική που έδινε για μια ακόμη φορά ιδεολογικό άλλοθι σε αυτό που υποτίθεται ότι καταδίκαζαν.
Είχαν περάσει σχεδόν 17 χρόνια από το πρώτο θανατηφόρο χτύπημα της οργάνωσης κατά του Ρίτσαρντ Γουέλς, “σταθμάρχη” της CIA στην Αθήνα. Είχαν προβεί σε πλήθος τρομοκρατιών ενεργειών με θύματα, αστυνομικούς, αμερικανούς στρατιωτικούς ακολούθους, επιχειρηματίες, εκδότες, εισαγγελείς.
Στην αρχή πολύ λίγοι καταδίκαζαν ευθαρσώς την δράση της οργάνωσης. Μεταδικτατορικά απωθημένα όπου οτιδήποτε δεν έφερε μια αριστερή ετικέτα κατηγοριοποιούνταν ως “φασιστικό”. Ποιος δεν θυμάται το “ΠΑΣΟΚ και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις” στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν η ΝΔ. “Καλά έκαναν στα χουντικά σταγονίδια” έλεγαν οι θιασώτες της επαναστατικής αυτοδικίας. Ακόμη κι αντιδράσεις της άλλης πλευράς, παρ’ όλη την ένταση τους εμπεριείχαν μια δόση φοβικότητας, ενοχής, αναστολής.
Η κοινωνία συνταράχθηκε ουσιαστικά μόνο μετά τον χαμό του Αξαρλιάν. Χρειαζόταν η απώλεια ενός αθώου συμπολίτη μας για να κατανοήσει ότι οι δικαιολογίες δεν χωρούν όταν αναφέρεσαι στην τρομοκρατία. Τα αντιδικτατορικά ή τα αντι-ιμπεριαλιστικά συναισθήματα, η απέχθεια για την… πλουτοκρατία και τον… αστικό Τύπο, είναι επιτρεπτά. Κανείς δεν περιορίζει την σκέψη και τα θέλω των ανθρώπων. Ευτυχώς η μεταπολιτευτική δημοκρατία όπως παγιώθηκε από την στιβαρή προσωπικότητα και το κύρος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έδινε χώρο έκφρασης σε κάθε άποψη, σε κάθε ιδεολογία.
Αθώα και ένοχα θύματα δεν υπάρχουν σε αυτές τις περιπτώσεις. Μόνο θύματα. Η όποια ενοχή, ποινική ή άλλου τύπου, αποδίδεται από τα συντεταγμένα κρατικά όργανα κι όχι από αυτόκλητους “υπερασπιστές” και τιμωρούς. Ο Θάνος αποδείχτηκε ένα σύμβολο αφύπνισης, συνειδητοποίησης και εγρήγορσης. Το αίμα του πότισε τις ψυχές πολλών από αυτούς που χαμογελούσαν πονηρά τα προηγούμενα χρόνια στην ανακοίνωση κάθε νέου χτυπήματος.
Όχι ότι δεν υπήρξαν πολλοί που συνέχισαν να βλέπουν με συμπάθεια το τρομοκρατικό τρενάκι του τρόμου, να τους υπερασπίζονται όχι απλά νομικά αλλά αναζητώντας ιδεολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο στο “έργο” της, χωρίς να σταματήσουν ακόμη και μετά την σύλληψη των μελών της 17 Νοέμβρη. Είναι οι ίδιοι που σήμερα παριστάνουν τους τιμητές του λαϊκού θυμικού, το καθοδηγούν σε εκτονωτικές θέσεις χωρίς εναλλακτικό σχέδιο, το εγκλωβίζουν σε κυκλοθυμικές πολιτικές επιλογές. Ένα τρενάκι δίχως προορισμό και σταματημό…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Γυαλίσαμε τα άρβυλα, έτοιμοι για την κατάκτηση της Ανατολής. Εμπεδώσαμε την χρησιμότητα των κοινωνικών δικτύων. Ξιφουλκήσαμε για τις αιτίες του πραξικοπήματος στην Τουρκία. Καταθέσαμε την βεβαιότητα μας για το στημένο της επιχείρησης, αφού αυτή απέτυχε. Στηρίξαμε την νομιμότητα και την δημοκρατία (λέμε τώρα!) ή δηλώσαμε υποστηρικτές της ανατροπής. Αφού ολοκληρώσαμε τον κύκλο των “εμπεριστατωμένων” αναλύσεων τι απομένει τελικά ως επιμύθιο και δίδαγμα από αυτό το απρόσμενο συμβάν;
Έχει τόση σημασία, το αν το πραξικόπημα – παρωδία μπορούσε να ήταν ενορχηστρωμένο από τον ίδιο τον Ερντογάν ή αν έστω ήταν εν γνώσει του; Είναι τόσο θεμελιώδες ζήτημα το αν ο σχεδιασμός του ήταν απλά ελλιπής ή όσοι εμπνεύστηκαν αυτή την πρωτοβουλία υπερεκτίμησαν τις δυνατότητες του ή/και υποεκτίμησαν τις κοινωνικές αντιδράσεις και κυρίως τις αντοχές του συστήματος εξουσίας; Τι θα έπρεπε πραγματικά να μας απασχολεί;
Το ουσιαστικό στην όλη ιστορία είναι τι θα συνέβαινε στην περίπτωση επιβολής στρατιωτικού νόμου, τι σηματοδοτεί η δυναμική επιστροφή Ερντογάν και πως κάθε μια από αυτές τις πιθανές εξελίξεις θα μπορούσε να επηρεάσει την χώρα μας, ακόμη κι αν αυτό γινόταν από τα απόνερα των ευρύτερων εξ Ανατολών γεωπολιτικών εξελίξεων.
Μια τέτοια αλλαγή καθεστώτος στην Τουρκία είναι δεδομένο ότι θα έφερνε επιπρόσθετη σκλήρυνση των εθνικών θέσεων της, -με ότι αυτό θα σήμαινε για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων-, απομόνωση από το διεθνές διπλωματικό στάτους αλλά πιθανότατα και διαφοροποίηση στη στάση απέναντι στον ISIS γεγονός που ίσως να λείαινε κάπως τις θεσμικές αντιδράσεις της Δύσης.
Η αποτυχία του πραξικοπήματος δεν ενισχύει απλά τον Ερντογάν σε εσωτερικό επίπεδο αλλά τον μεταβάλει και σε εγγυητή της δημοκρατίας (αυτής της κουτσουρεμένης και καταπιεσμένης κάτω από τις ηγεμονικές και ισλαμικές εμμονές του) στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, ελλείψει αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης με λαϊκό έρεισμα.
Από τη μια, του δίνει το περιθώριο να προχωρήσει απρόσκοπτα και με κοινωνική συναίνεση στις μαζικές εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων που επιθυμούσε εδώ και καιρό, κατηγορώντας τους για συμμετοχή στο πραξικόπημα. Από την άλλη, ισχυροποιεί την θέση του στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Μέσης Ανατολής θέτοντας όρους και προϋποθέσεις για να στοιχηθεί στον αγώνα κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας.
Πόσο αξιόπιστος συνομιλητής όμως, μπορεί να θεωρηθεί ο Ερντογάν; Έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι δεν φείδεται μέσων και λόγων για να πετύχει τους στόχους του και δεν διστάζει να παριστάνει ότι αλλάζει συμμάχους, πιέζει, εκβιάζει για να περάσει τις θέσεις του. Από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, έως την Ρωσία, το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες, η πορεία του είναι γεμάτη με επιθετικότητα, αντιφάσεις, λεπτούς χειρισμούς και επιδέξιες διαπραγματεύσεις.
Η ισλαμική δημοκρατία, που προσπαθεί εδώ και χρόνια να εγκαθιδρύσει στην Τουρκία, βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ σε φάση ολοκλήρωσης, Πιο αυταρχική, πιο περιοριστική για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες, πιο συγκεντρωτική, μέσα και από συνταγματικές αλλαγές που θα καθιστούν τον Ερντογάν αυτό που πάντα επιδίωκε. Αδιαμφισβήτητο… Σουλτάνο εντός κι εκτός χώρας!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Το μακελειό στο Παρίσι έσπειρε τον φόβο για ανάλογα χτυπήματα σε όλη την Ε.Ε. και οι πρόσφατες διπλές εκρήξεις στις Βρυξέλλες εγκατέστησαν τον τρόμο ως μόνιμο στοιχείο στις ζωές των Ευρωπαίων πολιτών. Το σταυροδρόμι για τις πολιτικές επιλογές και επόμενες θεσμικές πρωτοβουλίες είναι από αυτά που θα καθορίσουν την φυσιογνωμία, την δομή ακόμη και την προοπτική ύπαρξης ή μη του οικοδομήματος που πλέον εκτός από οικονομικά αποκτά και μόνιμα ρήγματα σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Αν οι τυφλές επιθέσεις σε σημεία μαζικών αστικών εκδηλώσεων στην Γαλλία, όπως ένας συναυλιακός χώρος ή κάποια εστιατόρια, έθεταν ως στόχο σύμβολα του Δυτικού τρόπου ζωής, οι τελευταίες εξίσου τυφλές βομβιστικές εκρήξεις στο Βέλγιο βάζουν στο μάτι το κορυφαίο θεσμικό σύμβολο της Ε.Ε. Την άτυπη διοικητική πρωτεύουσα που στεγάζει όργανα και πρόσωπα που σχεδιάζουν και εκτελούν τον τρόπο λειτουργίας της Ένωσης.
Όπως σε οικονομικό επίπεδο η Ε.Ε. έτρεχε πίσω από τη σκιά της, καθυστερώντας την χρήση αποτελεσματικών εργαλείων που θα μπορούσαν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης, έτσι και στον τομέα της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παρέμεναν θιασώτες των εξελίξεων περιοριζόμενοι κυρίως σε αφορισμούς, ευχολόγια και εκ των υστέρων προσεγγίσεις σε τραγικά γεγονότα ανίκανες να συλλάβουν την πολυπλοκότητα και την σοβαρότητα των γεγονότων.
Έχει έρθει αυτή η κομβική στιγμή που οι διοικητικές και παραγωγικές αμφιβολίες οδήγησαν την Ε.Ε. στο περιθώριο του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και οι παλινωδίες της στην αντιμετώπιση των γεωστρατηγικών προκλήσεων αλλά και των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ρευμάτων την τοποθετούν σε εξαιρετικά άβολη και άβουλη θέση στην παγκόσμια σκακιέρα. Ή θα παρθούν οριστικές, πρακτικές και αποτελεσματικές αποφάσεις ως απάντηση στις προκλήσεις που θέτουν και τα δυο ζητήματα ή θα ξεπεραστεί ανεπιστρεπτί από τα ίδια τα γεγονότα και θα γευτεί τις συνέπειες της ασύνδετης ανασφάλειας της.
Ή θα βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα σε πιο ομοσπονδιακές παρεμβάσεις εκεί όπου οι οικονομίες κλίμακος (θεσμικές και παραγωγικές) συντελούν στην ταχύτερη και πιο αξιόπιστη επίτευξη του συλλογικού επιθυμητού και στην αποδέσμευση των εθνικών δυνάμεων εκεί όπου η τοπική συνοχή είναι προαπαιτούμενο αποδοχής κάθε παρέμβασης ή ο δρόμος προς τον κατακερματισμό και την αποσύνδεση των μελών της Ε.Ε. θα αποδειχτεί αμετάκλητη τάση.
Από τις ενισχυμένες αρμοδιότητες της ΕΚΤ και τον συντονισμό αναπτυξιακών πρωτοβουλιών με επίκεντρο τις αναβαθμισμένες υποδομές, την καινοτομία και την ψηφιακή πρωτοπορία έως την ενίσχυση των δράσεων διασφάλισης της κοινωνικής ηρεμίας και της αμυντικής ισχύος της Ε.Ε., τώρα είναι η τελευταία ευκαιρία για τον καθορισμό εκείνων των πολιτικών που θα μεταλλάξουν την Ευρώπη σε ένα λειτουργικό μόρφωμα. Αύριο θα είναι πολύ αργά…
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Μπροστά σε μια τέτοια τραγική εικόνα, όπως αυτή των τόσων αθώων θυμάτων μιας τρομοκρατικής επίθεσης, το μόνο που απομένει για να κρατήσεις την αυτοκυριαρχία σου είναι αυτές οι τρεις απλές έννοιες. Θρήνος για τις σωρούς των ανυπεράσπιστων Γάλλων, Ιφιγένειες στο βωμό του ισλαμικού φονταμελιστικού μίσους. Αποτροπιασμός για την σκληρότητα, την μήνη και την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη υπόσταση. Ψυχραιμία γιατί ένα τόσο πολυεπίπεδο πρόβλημα όπως η τρομοκρατία χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς σε μια σειρά από ζητήματα όπως η εθνική ασφάλεια, πολυπολιτισμικότητα, το μεταναστευτικό.
Η Γαλλία μια χώρα με έντονες εσωτερικές αντιθέσεις και διαχρονική αδυναμία να αφομοιώσει τον αυξημένο αριθμό μεταναστών γίνονταν συχνά επίκεντρο συγκρούσεων και επιθέσεων. Το συμβάν στο Charlie Hebdo ήταν μέχρι χθες το αποκορύφωμα αυτού του φαινομένου. Τώρα όμως περάσαμε στο επόμενο στάδιο των τυφλών χτυπημάτων που δεν αναζητούν στοχευμένο εχθρό για να τον δαιμονοποιήσουν. Η μαζικότητα και το πλήθος των χτυπημάτων αποκαλύπτει ότι πλέον περνάμε στην πιο απροκάλυπτη φάση όπου “εχθρός” προς εξάλειψη θεωρείται κι επίσημα οποιοσδήποτε δεν συμπλέει με τις αρχές μας.
Η Ευρώπη στηρίχτηκε πάνω σε ένα πρότυπο ανεκτικότητας που επέτρεπε στην πολυπολιτισμικότητα να παρουσιαστεί ως το απόλυτο εργαλείο ομαλής διαχείρισης των μεγάλων μεταναστευτικών ροών. Ως ένα βαθμό έμοιαζε να λειτουργεί. Στο βαθμό που οι “εκρήξεις” ήταν περιορισμένες και ελεγχόμενες. Αυτό όμως δεν απέκρυπτε το δομικό πρόβλημα της ανυπαρξίας ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου ενσωμάτωσης που θα στηρίζεται στον σεβασμό της διαφορετικότητας όσο αυτή δεν αντίκειται σε βασικές αρχές της χώρας φιλοξενίας και δεν αποτελεί ευθεία απειλή για την σταθερότητα και την ασφάλεια των πολιτών της.
Έχει δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο αμάλγαμα φανατικών θρησκόληπτων και κοινωνικά παραγκωνισμένων (2ης και 3ης γενιάς μεταναστών), κυρίως λόγω της ανεργίας, που μετατρέπονται σε κινούμενες βόμβες έτοιμες να πυρπολήσουν το “σύστημα” που τους ενοχλεί. Ακόμα κι αν υπάρξει η πιο στιβαρή μεταναστευτική πολιτική που δεν θα φλερτάρει με αστειότητες ανοικτών συνόρων. Ακόμα κι αν προωθηθεί η πιο αποτελεσματική πολιτική ενσωμάτωσης με σωρεία παροχών και κινήτρων. Ακόμα κι αν λειανθούν κάποιες από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Η πραγματικότητα θα αποδεικνύει ότι οι ρίζες του φανατισμού δεν κόβονται, ούτε γίνονται διαχειρίσιμες.
Όταν ο κοινωνικός εξτρεμισμός, ως κούφια αντίδραση στις επιλογές του αστικού συστήματος, συναντά τον θρησκευτικό “οπαδισμό”, τότε προκύπτει ένα ανεξέλεγκτο μείγμα που μόνο μέσα από συνολική αλλαγή του προτύπου μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η Ε.Ε. οφείλει μέσα στα πλαίσια του γενικότερου επαναπροσδιορισμού των δομών της να αποκτήσει σαφή προσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική της και τα θέματα ασφαλείας, να επανακαθορίσει τη στάση της στο μεταναστευτικό ρεύμα καθιστώντας υπεύθυνες για το ρόλο τους τις γειτονικές χώρες που επιτρέπουν, αν όχι υποκινούν, το λαθρεμπόριο ψυχών, να θέσει όρια και κανόνες στις δυνατότητες και τον τρόπο απορρόφησης των μεταναστών, να προσδώσει νέα πνοή στο Ευρωπαϊκό όραμα, το αναπτυξιακό και κοινωνικό περιεχόμενο του.
Έχουμε επικεντρωθεί,
και πολύ λογικά, στα δημοσιονομικά και χρηματοδοτικά θέματα της χώρας
και τοποθετούμε σε δεύτερο πλάνο μια σειρά από ζητήματα που καθορίζουν την
καθημερινότητα μας την επαγγελματική, επιχειρηματική και κοινωνική. Η ανάληψη
της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ανοίξει απλά έναν δύσκολο, και χωρίς
εμφανή θετική κατάληξη, κύκλο οικονομικής εσωστρέφειας αλλά και το κουτί της
Πανδώρας για τομείς της ζωής μας που είτε έδειχναν να βρίσκονται σε μια
φάση στροφής προς το καλύτερο ή αποτελούσαν αξιακά αδιαπραγμάτευτα στοιχεία
της αστικής συνείδησης μας.
Δεν είναι μόνο
ότι θεωρείτε δεδομένο ότι ένα γενικευμένο «πάγωμα» της ελληνικής οικονομίας
θα περιορίσει το στόχο για ρυθμό ανάπτυξης 3% για το 2015 ακόμα και κοντά στο
1%. Ήδη οι τουριστικές κρατήσεις βρίσκονται σε μια φάση καμπής σε σχέση
με τα αναμενόμενα, οι εξαγωγές περιμένουν στάσιμες γιατί αρχίζει να επανέρχεται
η άρνηση πληρωμής με επιταγές από ελληνικές επιχειρήσεις υπό το φόβο
νομισματικής αλλαγής και άλλοι τομείς της οικονομίας όπως η ναυτιλία ή οι
κατασκευές μπαίνουν σε μια φάση αναμονής.
Όλα αυτά μπορούν
να φέρουν πέρα από την αναπτυξιακή συρρίκνωση, δραστική μείωση των δημοσίων
εσόδων (συνεπικουρούμενη κι από την μερική στάση πληρωμών όσων πολιτών
πιστεύουν ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα προχωρήσει σε σεισάχθεια για όλους που θα
διαγράφει χρέη με μια μονοκονδυλιά, καθιστώντας πιο επιτακτική τη λήψη νέων
μέτρων αφού το δημοσιονομικό κενό είναι εύκολο να αυξηθεί κατά
τουλάχιστον ένα ακόμα δις ευρώ!
Μεγάλο κεφάλαιο
όμως στις πολιτικές προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ είναι και οι εθνικές μας
υποθέσεις, η ασφάλεια των πολιτών, η διεθνής συνεργασία για την πάταξη της
τρομοκρατίας, η μεταναστευτική πολιτική, η προσέγγιση της εκπαιδευτικής
διαδικασίας. Ελάχιστα αναφερόμαστε σε αυτές τις προτάσεις του θεωρώντας εσφαλμένα
ότι δεν συναποτελούν μαζί με το οικονομικό πρόγραμμα τα θεμέλια μιας
οικουμενικής αντίληψης για το κράτος, την οικονομία και την κοινωνία που
οραματίζονται.
Ειδικά το μέρος
του αστικού κοινού που φλερτάρει πλέον με το ΣΥΡΙΖΑ λησμονεί ότι η ιδιοσυγκρασία
και τα ιδανικά του ήταν σε μόνιμη σύγκρουση είτε με τις διεθνιστικές
θεωρήσεις των γεωπολτικών καταστάσεων που συμβιβάζονται με αμφίβολες
λύσεις, είτε με την άκριτη ταύτιση με παντός είδους απελευθερωτικά κινήματα ανά
τον κόσμο. Βρισκόταν σε αντίθεση με αφελείς αφοπλιστικές θέσεις για την
φύλαξη των πόλεων και χαλαρές τοποθετήσεις για τον ένοπλο ταξικό αγώνα, για
την μεταναστευτική «ευαισθησία» που επιβάρυνε το παρεμπόριο, την μαύρη
εργασία και την εγκληματικότητα.
Αντιπαρατέθηκαν
διαχρονικά ακόμα και για τον προσανατολισμό της παιδείας προτάσσοντας
τον εθνικό σκοπό της αλλά και το άνοιγμα της εκπαίδευσης στον ανταγωνισμό με
τον ιδιωτικό τομέα, όταν κάποιοι άλλοι πρέσβευαν και πρεσβεύουν μια συνεχνιακή,
και καταδικαστική σε κάθε πατριωτισμό, αντίληψη.
Όλες αυτές οι
παράπλευρες απώλειες δεν θα είναι ένα τυχαίο συμπλήρωμα αλλά αναπόσπαστο συστατικό
στοιχείο μιας ιδεολογικής κουλτούρας που βρισκόταν πάντοτε απέναντι σε κάθε
αστικό στοιχείο. Όσο κι αν καμουφλαριστούν, όσο κι αν ωραιοποιηθούν οι παρεμβάσεις
τους σε αυτά τα ζητήματα θα πλήξουν τον αξιακό πυρήνα της κοινωνίας μας.
Όταν θα
αντιληφθούμε ότι όλα αυτά είναι απείρως σημαντικότερα από το «τυράκι» μιας αμφίβολης
εισοδηματικής βελτίωσης που έτσι κι αλλιώς στηρίζεται σε ευχολόγια και
προεξόφληση της αλλαγής στάσης των άλλων (που δεν προκύπτει από πουθενά) ίσως
θα είναι αργά για να συνειδητοποιήσουμε το ανεπανόρθωτο ηθικό σφάλμα που
θα έχουμε κάνει.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Τα γεγονότα των
τελευταίων ημερών στη Γαλλία δεν είναι ούτε η απαρχή ούτε το αποκορύφωμα των
εξελίξεων σε σχέση με την εξτρεμιστική δράση των τζιχαντιστών και του
φονταμενταλιστικού ισλαμισμού. Το τελευταίο διάστημα γίναμε μάρτυρες των πιο
αποτρόπαιων, των πιο σαδιστικών, των πιο αδιανόητων εγκλημάτων που σε
αφήνουν αποσβολωμένο να αναρωτιέσαι τι μένει ακόμα να συμβεί. Άραγε ο
πόλεμος των πολιτισμών ή αλλιώς η σύγκρουση των θρησκειών όπως την «προφήτευε»
αρκετά χρόνια πριν ο Χάντιγκτον, βρίσκεται επί θύρας;
Η Γαλλία αποτελεί
μια ιδιάζουσα περίπτωση καθώς η διαχρονική σχέση καταπίεσης και μίσους
με την Αλγερία και τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που ακολούθησαν, όταν
συνδυάστηκαν με τις γενικότερες οικονομικές δυσκολίες, τον γαλλικό
εθνικισμό και το κήρυγμα μίσους από ακραίες ισλαμικές οργανώσεις δεν άργησαν να
μετατρέψουν το σχεδόν πάντα μισοαναμμένο φυτίλι σε κανονική πυρκαγιά. Ο
φόβος λοιπόν που υπήρχε ότι τα γεγονότα με μαζικούς σφαγιασμούς θα αποκτούσαν
μια παρόμοια υπόσταση και στη Δύση ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα έβρισκε στη
Γαλλία έναν από τους πρώτους τόπους έκφρασης του.
Το ιδιαίτερο σε
αυτή την δολοφονική επίθεση ήταν ότι έγινε στόχος η ίδια η ελευθερία της
έκφρασης, το ίδιο το χαμόγελο. Κάθε είδους φανατισμός δυσκολεύεται, μάλλον
αδυνατεί πλήρως, να αποδεχτεί ότι η ερμηνεία που δίνει στο σεβασμό απέναντι
στο δόγμα έχει πολύ στενά όρια κι ακόμα πιο στενά είναι τα πλαίσια της
αντίδρασης που δικαιολογεί απέναντι σε ότι θεωρεί ασεβές. Από τη λεκτική
στηλίτευση μιας θέσης έως την ισοπέδωση της ανθρώπινης ύπαρξης υπάρχει
τεράστια απόσταση.
Το πραγματικό
θέμα είναι πολυεπίπεδο (πολιτισμικό, οικονομικό, κοινωνικό) και φυσικά
εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Δεν αρκούν οι μεταναστευτικοί περιορισμοί χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι πρέπει να φτάσουμε στο αντίθετο άκρο που κάποιοι εκπροσωπούν
και στην Ελλάδα δαιμονοποιώντας ακόμα και την αυστηρή φύλαξη των συνόρων
μιας χώρας αθρόας εισδοχής κι όχι απλά διαχείρισης οικονομικών μεταναστών, όπως
η δική μας ή απαιτώντας μαζική και άκριτη χορήγηση υπηκοότητας σε
λαθρομετανάστες.
Οι λύσεις δεν
μπορούν να αναζητηθούν ούτε στον «εξοστρακισμό» κάθε μουσουλμάνου ως εν
δυνάμει εγκληματία, ούτε βέβαια και σε μια ασύδοτη πολιτική μεταναστευτικής
χαλαρότητας ειδικά από περιοχές όπου ανθούν τα ακραία ισλαμικά κινήματα.
Απαιτείται συντονισμένη διεθνής δράση για την καταπολέμηση των τρομοκρατικών
οργανώσεων και της δράσης τους, σαφής καταδίκη τους χωρίς υποσημειώσεις
από τους πιο επίσημους μουσουλμανικούς εκπροσώπους που θα πρέπει να επιθυμούν
την απομάκρυνση των πιστών τους από θανάσιμες ακρότητες που προσβάλλουν και
τους ίδιους αλλά και περίσκεψη για την εξάλειψη των οικονομικών και
κοινωνικών λόγων που σπρώχνουν Δυτικούς πολίτες να ενστερνιστούν ως
απάντηση στα προβλήματα τους την πιο στυγνή βία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Περιμένουμε ακόμα
την συγχαρητήρια ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ προς τις διωκτικές αρχές για τη
σύλληψη του Μαζιώτη. Λέτε να αργήσει; Όταν καταδικάζεις χωρίς υποσημειώσεις την
τρομοκρατία δεν έχεις λόγους να μην στηρίξεις την αστυνομία σε μια επιτυχημένη
επιχείρηση. Ή μήπως έχεις; Αν κάποιος θα μπορούσε να σχολιάσει κάτι για το
ευρύτερο ζήτημα είναι το πως οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης
οδηγούν σε παρέλευση του 18μηνου της προφυλάκισης και την απελευθέρωση
επικίνδυνων εγκληματιών και το πως ένα πλαίσιο χορήγησης αδειών σε
βαρυποινίτες, χωρίς τα σχετικά τεχνολογικά και άλλα μέσα ελέγχου,
μετατρέπεται σε «τρύπα» του συστήματος που τελικά καταλήγει να τους αφήνει
ελεύθερους.
Στο ΣΥΡΙΖΑ όμως
δεν έμειναν σε αυτούς τους μάλλον ιδεολογικά συντηρητικούς σχολιασμούς
που σκοπό έχουν την περισσότερη ευνομία και ευταξία. Όταν έχεις να «ταΐσεις»
επιχειρηματολογία ένα κοινό που ονομάζει τους τρομοκράτες λαϊκούς αγωνιστές της
ένοπλης πάλης και σπεύδει να υπερασπιστεί τα «πολιτικά» κίνητρα της
δράσης τους, αισθάνεσαι άβολα να ευχαριστείς την αστυνομία που πράττει το έργο
της. Την αστυνομία που σχεδιάζεις να αφοπλίσεις ή να την απομακρύνεις από το
κέντρο της πόλης. Αυτούς που με την πρώτη ευκαιρία χαρακτηρίζεις ως «μακριά
χέρια» του συστήματος και παρακράτος.
Μάλλον σου είναι
πιο εύκολο να σωπαίνεις και επιμελώς να συντηρείς φαιδρές απορίες και
τραγικά ερωτήματα για το πως έγινε η σύλληψη (τυχαία ή συντονισμένα), ποιος
και που πυροβόλησε (μετά το ραντεβού στα γουναράδικα θα δίνουμε και ραντεβού
στα... ξενυχτάδικα με τους τρομοκράτες για να είναι πιο εύκολη η όλη
διαδικασία!), αν χτυπήθηκε πολύ ο Μαζιώτης κι αν η μια σφαίρα που έφυγε από
πιστόλι αστυνομικού, κι όχι οι οκτώ βολές του τρομοκράτη, ευθύνεται για τον τραυματισμό
των τουριστών.
Για να μην
αγωνιούμε είναι δεδομένο ότι δεν θα υπάρξει κανένα συγχαρητήριο μήνυμα από την
αξιωματική αντιπολίτευση, πολύ δε περισσότερο δήλωση συμπαράστασης στον
τραυματισμένο αστυνομικό. Οι διαβεβαιώσεις τους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταδικάζει
απερίφραστα την τρομοκρατία γιατί είναι με τα λαϊκά κινήματα έχουν τόση αξία όση οι
αντίστοιχες διαβεβαιώσεις ότι θέλουν επενδύσεις στη χώρα αλλά αδυνατούν να
ορίσουν μια υπάρχουσα επένδυση που καλύπτει τις ιδεολογικές τους απαιτήσεις,
επιθυμούν την αξιολόγηση στο δημόσιο αλλά καμιά μέθοδος από τα πέρατα της
οικουμένης δεν τους ικανοποιεί.
Η επί της αρχής
συμφωνία σε ένα γενικό πλαίσιο είναι εύκολο να αναιρεθεί αν κάθε «ναι»
ακολουθείται από μια ατελείωτη σειρά με προαπαιτούμενα κι αμφιβολίες.
Μπορεί όλη η ριζοσπαστική αριστερά να μην ασπάζεται ή έστω να ανέχεται μορφές ένοπλης
πάλης αλλά κανείς τους δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σημαντικό κομμάτι του αρχικού
πυρήνα του χώρου έβλεπε και βλέπει με συμπάθεια, κατανόηση και τάση
συμπαράστασης «επαναστατικές» εκδηλώσεις που στρέφονται εναντίον του αστικού
κράτους και της έννομης τάξης. Γιατί κανένα δάχτυλο δεν είναι τόσο μεγάλο,
ώστε αιωνίως να κρύβεσαι πίσω από αυτό!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Δεν απαιτεί
κανείς από μια μάνα να μην συμπαραστέκεται στο παιδί της, ακόμα κι αν
αποδεικνύεται εγκληματίας. Δεν περιμένει κανείς από έναν εκπαιδευτικό να μην
αναζητεί και τα θετικά στοιχεία στην προσωπικότητα του μαθητή του.
Αναμένεται όμως, να μην περνάμε στο άλλο όριο, θεωρώντας υποχρέωση να
δικαιολογήσουμε, ακόμα με επίφαση ιδεολογικής επιχειρηματολογίας, κάθε
πράξη, κάθε δράση, κάθε επιλογή, όσο ακραία και καταφανέστατα αντικοινωνική κι
αν είναι.
Λες και δεν υπήρχαν αρκετά ζητήματα να
απασχολήσουν την Ελληνική κοινωνία, μπήκαμε και στη διαδικασία να αναζητούμε τα
όρια της αναρχικής κοσμοθεωρίας στην αστική δημοκρατία και τα ισοδύναμα
της κρατικής «βίας» για να δικαιολογήσουμε εμμέσως, ενώ επισήμως
καταδικάζουμε, κάθε μορφή τρομοκρατικής δράσης. Ισορροπιστικές
«επαναστατικές» διαδρομές σε κομφορμιστικό φόντο!
Η υποκρισία της πολιτικής που... «εξυψώνει»
τον φαρισαϊσμό. Οι «παιδιάστικες» εμμονές μιας παρωχημένης
«επαναστατικής» αντίληψης για την εξέλιξη της κοινωνίας. Δεν χρειαζόμασταν τα
γεγονότα στη Βίλα Αμαλία, τα ευρήματα στην ΑΣΟΕΕ ή τις αναρχικές δηλώσεις του βουλευτή
- σύγχρονου Μπακούνιν για να αντιληφθούμε, αυτό που και οι ίδιοι γνωρίζουν καλά
στο ΣΥΡΙΖΑ αλλά προσποιούνται ότι δεν τους αφορά.
Σχεδόν μια δεκαετία μετά την περιβόητη τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους Πύργους που άλλαξε για πάντα το ρου της ιστορίας, ποια είναι άραγε τα διδάγματα από τις συνέπειες του γεγονότος κι από τον τρόπο διαχείρισης του. Μια τέτοια μέρα μνήμης και θλίψης για τα θύματα της επίθεσης αλλά και την εκατόμβη νεκρών (πολιτών και στρατιωτών) στο βωμό της πολύβουης μάχης εναντίον της τρομοκρατίας, η θεωρητική προσέγγιση μπορεί να μοιάζει και με ιεροσυλία αλλά είναι απαραίτητη αν επιθυμούμε ειλικρινά να αποτρέψουμε, στο μέτρο του δυνατού, την ανακύκλωση αυτών των φαινομένων.
Η πολυπληθής συγκέντρωση πολιτών στην Ουάσιγκτον υπό τη στήριξη, του ιδιαίτερα ενεργού το τελευταίο διάστημα, Tea Party και την συμμετοχή ως ομιλητών της πρώην υποψηφίας αντιπροέδρου των Ρεπουμπλικανών Σάρα Πέιλιν και του παρουσιαστή του FOX Γκλεν Μπεκ, αποτελεί ένα πολύπλευρο μήνυμα τόσο για τη διάρθρωση και τις αντιλήψεις σημαντικού μέρους της Αμερικανικής κοινωνίας, όσο και για την ευρύτερη στροφή σε θεοκρατικές και συχνά εξαιρετικά ανασφαλείς πολιτικές προσεγγίσεις. Είναι γεγονός ότι σε περιόδους κρίσης ο άνθρωπος αλλά και η κοινωνία συνολικότερα αντιδρά πιο φοβικά, πιο περιοριστικά, με πιο αρχέτυπο τρόπο, αναζητώντας λύσεις και ανακούφιση σε εμπεδωμένες ιδέες και θεωρίες που ακόμα κι αν συχνά δεν μπορούν να αποδεχτούν οι πιο παραγωγικές κι αποτελεσματικές, προσφέρουν μια αίσθηση σιγουριάς.
Η εν ψυχρώ δολοφονία του δημοσιογράφου Σωκράτη Γκιόλια όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία έγινε με όπλα που χρησιμοποίησε στο παρελθόν η «Σέχτα Επαναστατών». Ανοίγει λοιπόν και πάλι η συζήτηση τόσο για τα κίνητρα των «τυφλών» επιθέσεων που πληθαίνουν το τελευταίο διάστημα (χαρακτηριστική η υπόθεση της βόμβας που εστάλη στον Μ.Χρυσοχοϊδη). Πρόκειται άραγε για επιθέσεις με το γνωστό «ιδεολογικό» περίβλημα των προηγούμενων δεκαετιών ή οι πρακτικές που ακολουθούνται καταδεικνύουν την άρρηκτη πλέον σχέση τρομοκρατών και υποκόσμου;
Η ουσιαστικά εν ψυχρώ δολοφονία τριών νέων ανθρώπων (επί της ουσίας τεσσάρων μαζί με το έμβρυο), με τη ρίψη μολότοφ και βενζίνης αλλά και τα επεισόδια στο σκαλοπάτια της Βουλής με τη προσπάθεια δυναμικής εισόδου στο κτίριο, έχουν δημιουργήσει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα στον Ελληνισμό απανταχού της γης. Από τη μια το μούδιασμα κι ο θρήνος για τον άδικο χαμό αθώων πολιτών κι από την άλλη η κατακραυγή για τη διάθεση κάποιων να θεωρήσουν ότι η δεδομένη κι απολύτως δικαιολογημένη λαϊκή οργή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για να αναδείξουν τις εξτρεμιστικές τους απόψεις για κατάλυση της δημοκρατίας και υποβάθμιση του κοινοβουλευτισμού. Οι ευθύνες του πολιτικού κατεστημένου είναι αδιαμφισβήτητες και τεράστιες για τα σημερινά αδιέξοδα αλλά ευθύνες για τα έκτροπα φέρουν κι όσοι υπερθεματίζοντας την ανούσια και χωρίς προτάσεις κριτική απέναντι στο πολιτικό σύστημα, συσσώρευσαν ένταση και πάθος στα λαϊκά στρώματα, χωρίς να διαθέτουν μια πρόταση δημιουργικής διαχείρισης τους.








