
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Μας προσέφερε άπλετο γέλιο κι ένα ακόμη viral για τα social media, ο Μάρδας, με τις δηλώσεις του για επενδυτές που κρύβονται καλά ανάμεσα στους μετανάστες και τους πρόσφυγες αλλά το ζήτημα είναι πολύ σοβαρότερο από ένα απλό ευφυολόγημα. Οι εγχώριες και διεθνείς συνθήκες είναι τέτοιες που παραμένει αμφίβολο αν έστω και οι δυνητικοί Σύριοι επενδυτές θα επέλεγαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαια τους στην χώρα μας.
Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που διασφαλίζουν ότι υπό το σημερινό πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και τεχνολογικό περιβάλλον (αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν, από τα αρχικά των αντίστοιχων αγγλικών λέξεων, P.E.S.T) μπορεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη ανάπτυξη κάθε επενδυτικού σχεδίου; Από ποια έως τώρα εμπειρία προκύπτει ότι οποιοσδήποτε αποπειραθεί να ξετυλίξει την επιχειρηματική του ιδέα θα συναντήσει πρωτίστως ένα σύνολο σταθερών παραγόντων, σε όλα τα επίπεδα, που θα του επιτρέψει να αφιερωθεί στο έργο του, χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.
Στο πολιτικό πεδίο, η προοπτική των εκλογών παραμένει μονίμως ένα ισχυρό ενδεχόμενο και η κυβερνητική συνοχή εξαρτάται διαρκώς από τις θυμικές διαθέσεις των εναπομεινάντων “εξτρεμιστικών” στοιχείων του ΣΥΡΙΖΑ και του στρατηλάτη Καμμένου. Το οικονομικό περιβάλλον κινείται επί ενάμιση χρόνο στα πλαίσια της δημιουργικής ασάφειας και της ιδεοληπτικής σαφήνειας. Επιπρόσθετα το φορολογικό και το αναπτυξιακό νομοσχέδιο που θα έπρεπε να λειτουργούν ως εργαλεία προώθησης της επιχειρηματικότητας, πέρα από το ότι αργούν να κατατεθούν, είναι σίγουρο ότι θα αποτυπώνουν την ταξική κυβερνητική μονομέρεια.
Η κοινωνική αναταραχή, για τα σκληρά μέτρα και την αθέτηση όλων των προεκλογικών υποσχέσεων, καταγράφεται και στην ταχεία δημοσκοπική απομείωση του ΣΥΡΙΖΑ και οι εξελίξεις στον τομέα των υποδομών και της ψηφιακής αναβάθμισης δεν προκαλούν θετικές εντυπώσεις, Όταν μάλιστα ψηφιακά έργα εκατομμυρίων ευρώ χάνονται από έλλειψη βούλησης και διοικητικής επάρκειας μόνο για στροφή στην καινοτομία δεν δικαιούμαστε να μιλάμε.
Αυτό το ψηφιδωτό των αρνητικών προσήμων σε όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις κάθε επιχειρηματία, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Ούτε ο υποτιθέμενος Σύριος επενδυτής θα είχε την διάθεση να αναλάβει το ρίσκο της ανάμειξης με ένα παρωχημένο, ανασφαλές, ιδεοληπτικό, σύστημα που το πιθανότερο είναι ότι θα του απορροφούσε κεφάλαια ως άλλη μαύρη τρύπα για να του αποδώσει στην πορεία, όχι σίγουρα κέρδη, αλλά βέβαιη αμφιβολία για την αξία μιας τέτοιας επιλογής.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Λίγο πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 στο άρθρο μου “Οι παράπλευρες απώλειες από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ” αναφερόμουν την υπαρκτή πιθανότητα εκτός από τις οικονομικές συνέπειες της ατέρμονης διαπραγμάτευσης, όπως αυτή προοιωνίζονταν, να προέκυπταν και “απώλειες” σε πεδία όπως η εξωτερική πολιτική, η παιδεία, η δημόσια τάξη. Οι διαχρονικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτά τα θέματα, όπως διαρκώς εκφράζονταν στα συνέδρια του, δεν άφηναν αμφιβολία ότι ειδικά σε γεωπολιτικά ζητήματα οι συνήθεις διεθνιστικές απόψεις θα άνοιγαν μια σειρά από ζητήματα με τον πιο επισφαλή τρόπο.
Στις αρχές του προηγούμενου Δεκεμβρίου στο άρθρο “Τουρκικός… κεχαγιάς στην Ε.Ε. Κι η Ελλάδα;” έκρουα των κώδωνα του κινδύνου για την προοπτική αναβάθμισης του ρόλου της Τουρκίας μέσω της διευρυμένης εμπλοκής της στη διαχείριση του μεταναστευτικού. Επεσήμανα τότε ότι η επιτακτικότητα με την οποία η Ε.Ε. ήθελε να περιορίσει τις συνέπειες της αθρόας μετανάστευσης ξεπερνούσε κατά πολύ την ανάγκη της Τουρκίας να αποτελέσει άμεσα μέλος της.
Η συμφωνία που επετεύχθη ανάμεσα στα δυο μέρη διέπεται από… δημιουργική ασάφεια και γενικολογία μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσε να διανοηθεί κι ο Βαρουφάκης. Άγνωστο το μέλλον των 47000 εγκλωβισμένων στην Ελλάδα μεταναστών. Εθελοντική η αποδοχή η απορρόφηση, από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όσων προωθηθούν απευθείας από την Τουρκία προς την Ε.Ε. Δεν προκύπτει από πουθενά σιγουριά για την αποτροπή παράνομης εισδοχής στην Ευρώπη (με προορισμό κυρίως την Γερμανία) των εκατομμυρίων που βρίσκονται ακόμη στην γείτονα.
Όλα αυτά μάλιστα υπό την αίρεση των νομοθετικών αλλαγών που θα πρέπει να ολοκληρώσει η Τουρκία για να χαρακτηριστεί ασφαλής τρίτη χώρα, ενώ την ίδια στιγμή τα δισεκατομμύρια θα ρέουν απλόχερα προς το μέρος της και το θέμα της βίζας, που διακαώς επιθυμούσε να λυθεί ειδικά ο Τουρκικός επιχειρηματικός κόσμος, θα προχωρεί ανοίγοντας σταδιακά το δρόμο για την όλο και στενότερη σχέση των δυο μερών.
Σε αυτό το περιβάλλον, όπου το Τουρκικό φέσι έρχεται να φορεθεί σαν υποχρεωτικό καπέλο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και το Κυπριακό βρίσκεται στα πρόθυρα της οριστικής λύσης περισσότερο από κάθε άλλη ιστορική συγκυρία, οι…. λεκτικές αστοχίες του κ. Μουζάλα ήρθαν να μας υπενθυμίσουν την στατικότητα στο θέμα της ονομασίας της πΓΔΜ και την ελαφρότητα με την οποία το αντιμετώπιζαν στελέχη ΣΥΡΙΖΑ όλα τα τελευταία χρόνια.
Σε μια Ευρώπη που, χωρίς να το εκφέρει, παραδέχεται ότι δεν μπορεί να περιφρουρήσει τα θαλάσσια σύνορα της και προτιμά να εκμεταλλευτεί τις εσφαλμένες, χαλαρές μεταναστευτικές θεωρίες της ελληνικής κυβέρνησης για να τις επιβάλλει τον αυτοπεριορισμό σε ένα ιδιότυπο, γιγάντιο καταυλισμό προσφύγων, η προοπτική επιτυχούς διευθέτησης λεπτών διπλωματικών διενέξεων φαντάζει μάλλον ως καθησυχαστικό παραμύθι.
Οι καιροί είναι πονηροί κι όσοι ελπίζουν ότι με κουτοπονηριές και εξυπνακισμούς θα αποδράσουν από τις ιστορικές τους ευθύνες καλά θα κάνουν έστω και την ύστατη ώρα να αφήσουν στην άκρη τα μικροπολιτικά παιχνίδια με την εξωτερική πολιτικά και να διασφαλίσουν ένα ελάχιστο επίπεδο εθνικής συναίνεσης σε απαραβίαστες διπλωματικές αρχές κι όχι να επιζητούν σε επικοινωνιακές αρχηγικές συζητήσεις, σανίδα σωτηρίας για την κατρακυλούσα δημοτικότητα τους.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Χρειάστηκε ένα πολύωρο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών και ατέρμονες προσπάθειες εύρεσης των αποδεκτών, από όλους, διατυπώσεων ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα ελάχιστο εθνικό στόχο σε σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα. Ένα κείμενο γεμάτο με προφανείς διαπιστώσεις και προτάσεις που αφορούν πρωτοβουλίες που είτε είχαν ήδη ακολουθηθεί από προηγούμενες κυβερνήσεις, είτε με ευχολόγια προς την Ε.Ε., η ισχύς των οποίων θα αποδειχτεί τις αμέσως επόμενες ημέρες. Αναρωτιέται κανείς ποια ακριβώς ήταν τελικά η χρησιμότητα αυτού του συμβουλίου.
Η κυβέρνηση ούτε καν διανοήθηκε να αποδεχτεί κάποιο συγκεκριμένο δικό της πολιτικό σφάλμα, ούτε ανέλαβε κάποιο μερίδιο ευθύνης για την συμμετοχή της στις εξελίξεις που οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, την ευρωπαϊκή απομόνωση και την μετατροπή μας σε ένα τεράστιο στρατόπεδο υποχρεωτικής παραμονής μεταναστών και προσφύγων. Όλα καλά καμωμένα και η δημιουργική ασάφεια συνεχίζει να λιάζεται στα κυβερνητικά παράλια.
Από την άλλη, ένα μέρος της αντιπολίτευσης ξοδεύτηκε περισσότερο στην αναζήτηση μιας οικουμενικής, εθνικής, ή όπως αλλιώς την χαρακτηρίζουν, λύσης είτε για να περισώσουν την εκλογική υπόσταση τους, είτε με την ελπίδα να σπρώξουν την κυβέρνηση στην παραδοχή της διαχειριστικής αδυναμίας, θεωρώντας ότι έτσι αφομοιώνεται πλήρως με το πολιτικό σύστημα, χάνοντας και τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής ψευδοευαισθησίας με τα οποία συντηρούσε μια επίπλαση εικόνα αντισυμβατικότητας.
Σε αυτή την διπλή “παγίδα” ο Τσίπρας επιχείρησε να στήσει το δικό του αντίστοιχο δόκανο. Το συμβούλιο αρχηγών δεν ήταν παρά ή δεύτερη, μετά την περσινή, κοινή υπερψήφιση του 3ου μνημονίου, προσπάθεια εγκλωβισμού της αντιπολίτευσης σε μια προσωπική εικόνα του ως εθνικού ηγέτη που χαίρει ευρύτερης στήριξης (μια μυθοπλασία που γίνεται αποδεκτή από μεγάλο μέρος του κοινού του) και το γεμάτο κοινοτοπίες ανακοινωθέν δεν ήταν παρά ένα επιπρόσθετο εργαλείο στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα ελάχιστα στο θέμα του μεταναστευτικού, τα οποία ήδη μοιάζουν να έχουν αποδεχτεί οι ισχυροί της Ε.Ε., εμφανιζόμενος ως νικητής σε μια ήδη χαμένη, από δικά του λάθη, μάχη.
Όλη αυτή η σύγκρουση κομματικών συμφερόντων με πέπλο ένα σημαντικό εθνικό θέμα, ελάχιστα αφορά την κοινωνία και ειδικά όσους αντιμετωπίζουν καθημερινά τις επιπτώσεις των ασταμάτητων μεταναστευτικών ρευμάτων. Αυτοί φοβούνται την πραγματική διπλή παγίδα αυτής της υπόθεσης. Από την μια τις άμεσες συνέπειες (κοινωνικές, υγειονομικές) από το στοίβαγμα χιλιάδων ανθρώπων σε αυτοσχέδιους και χωρίς υποδομή χώρους κι από την άλλη τις μεσοπρόθεσμες και ακόμα πιο σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις που δημιουργεί η εικόνα μιας χώρας σε διαρκή αστάθεια σε όλα τα επίπεδα.
Σε αυτούς οφείλεται μια καθησυχαστική απάντηση που θα τους επιτρέπει να ανακτήσουν μέρος της καθημερινής ηρεμίας τους και θα διασφαλίζει ένα οικονομικό περιβάλλον απρόσκοπτης δημιουργίας. Αλλιώς η διπλή παγίδα θα αφορά συνολικά την χώρα και το μέλλον της. Ο εκρηκτικός συνδυασμός οικονομικών και μεταναστευτικών εντάσεων αρκεί για να τινάξει ολοκληρωτικά στον αέρα τις τελευταίες ελπίδες επανόδου μας σε κάποιας τάξης ομαλότητα.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Μέσα στις επόμενες μέρες η κυβέρνηση θα πρέπει να κατορθώσει να σταθεροποιηθεί πάνω στο οικονομικό παγόβουνο που στέκεται από την αρχή της θητείας της και ταυτόχρονα να αποφύγει την, χωρίς επιστροφή, έκρηξη της μεταναστευτικής νάρκης γύρω από την οποία περιστρέφεται εδώ και μήνες. Φιλόδοξο, επικίνδυνο, απαιτητικό ως προς τον χειρισμό και την επίδειξη ειδικών διπλωματικών και διοικητικών ικανοτήτων που προς το παρόν οι κυβερνητικοί παράγοντες δεν μας έχουν αποδείξει ότι τις διαθέτουν
Η αξιολόγηση έχει κολλήσει όχι μόνο σε τεχνικά ζητήματα (αν είναι αξιόπιστα ή όχι τα δημοσιονομικά νούμερα) αλλά κυρίως στην έμφυτη αδυναμία της κυβέρνησης να αποδείξει ότι μπορεί να εκτελέσει εγκαίρως τις όποιες υποσχέσεις της. Από το πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων έως την αξιολόγηση του δημοσίου τομέα κι από την περιστολή κρατικής σπατάλης έως την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος με όρους σταθερής ανάπτυξης και δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές, η αναβλητικότητα κρατά τη χώρα δέσμια των ιδεοληψιών του ΣΥΡΙΖΑ.
Στο μεταναστευτικό ζήτημα, την περσινή απερίσκεπτη χαλαρότητα που συνέτεινε καθοριστικά ώστε να θεωρείται από άπαντες τους μετανάστες (ακόμα κι αυτούς που θα ήταν λογικό να προτιμήσουν εγγύτερες διαδρομές) η είσοδος από την Ελλάδα ως η πιο εύκολη δίοδος προς την Ευρώπη, έδωσε τη θέση της στον φετινό διπλωματικό ερασιτεχνισμό που απομονώνει την χώρα μέσα από ψευτομαγκιόρικες εξάρσεις και ρητορικές ακραίου χαρακτηρισμού των εταίρων χωρίς αυτά να συνοδεύονται από ανάλογες συμμαχίες (όπως αυτή των χωρών του Νότου) ή τουλάχιστον κάποια διαπραγματευτικά αντίβαρα. Με αυτό τον τρόπο δεν μιμείσαι την Τουρκική στάση. Απλά αναπαράγεις ένα ανεπιτυχές κακέκτυπο της.
Το πιθανότερο είναι έστω και μεγάλη καθυστέρηση η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί με αμοιβαίες υποχωρήσεις (πιθανώς και ένα είδος ανταλλαγής με δεσμεύσεις για το προσφυγικό) και η μεταναστευτική κρίση θα βρει, αργά ή γρήγορα, έναν τρόπο διευθέτησης που ναι μεν θα φορτώνει την Ελλάδα με δυσανάλογο για το μέγεθος της βάρος αλλά θα κινείται στα πλαίσια της συγκράτησης νέων ροών τόσο με αποτρεπτικά όσο και με διπλωματικά μέσα. Αυτά όμως μόνο ως επιτυχία της ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να πιστωθούν αφού, άλλα αποφασίζονται ερήμην της με βάσει τα εθνικά συμφέροντα κάποιων εταίρων κι άλλα καταλήγουν σε ακόμη πιο επώδυνες λύσεις λόγω της έλλειψης αποφασιστικότητας.
Το πραγματικό κριτήριο για την αξιολόγηση αυτής της κυβέρνησης δεν είναι άλλο από την αδυναμία της να διατηρήσει την χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά, όπως συνέβαινε το 2014, και να συμβάλλει θετικά στην ακόμη ταχύτερη αποκλιμάκωση της ανεργίας επανατοποθετώντας μας στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Τα στοιχεία της ΤτΕ που καταδεικνύουν την νέα μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (όταν το 2014 είχε υπάρξει η πρώτη οριακή αύξηση του) θα κυνηγούν αυτή την κυβέρνηση, ως τεκμήριο της αντιλαϊκής εσωστρέφειας της, μέχρι την αποκαθήλωση της.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Τελικά οι εξαιρέσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που πέτυχε ο Κάμερον, ήταν απλά μια προσωπική νίκη του Βρετανού πολιτικού ή ένα αποτέλεσμα ποθούμενο από την πλειοψηφία των μελών της Ε.Ε. που έθεσαν τις βάσεις για το πρώτο βήμα προς την ελαστικότερη τήρηση των κοινών χρηματοοικονομικών και πολιτικοκοινωνικών όρων; Πρόκειται για μια εθνική υπόθεση προάσπισης συγκεκριμένων Βρετανικών δικαιωμάτων ή για την απαρχή του ξηλώματος του Ευρωπαϊκού πουλόβερ με την σιωπηρή συναίνεση των περισσοτέρων;
Με την έξαρση του μεταναστευτικού ζητήματος αλλά και την εύθραυστη δομή των ασφαλιστικών συστημάτων μάλλον γίνεται δεκτή με ικανοποίηση η προοπτική διεκδίκησης κι από άλλες χώρες αντίστοιχων ρυθμίσεων που θα περιορίζουν τις κοινωνικές παροχές ακόμη και σε μετανάστες προερχόμενους από άλλα κράτη της Ε.Ε. Όπως επίσης καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική η εμβάθυνση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των κοινών αποφάσεων ως αντίβαρο στον γενικευμένο Ευρωσκεπτικισμό και την επάνοδο του εθνικισμού.
Αλλά και στο χρηματοοικονομικό επίπεδο οι προβλέψεις της συμφωνίας μπορεί να κατοχυρώνουν με τον πιο επίσημο τρόπο την δημοσιονομική και νομισματική αυτονομία της Βρετανίας (που άλλωστε επί της ουσίας δεν αμφισβητούνταν κι από κανέναν), ανοίγουν όμως εντονότερα τη συζήτηση για πλήρη προσαρμογή και της ΕΚΤ σε μεθόδους ουσιαστικότερης ποσοτικής χαλάρωσης, τουλάχιστον έως ότου ανακάμψουν οι ρυθμοί ανάπτυξης και ο πληθωρισμός.
Όμως το πραγματικά μεγάλο όφελος της Βρετανίας δεν βρίσκεται σε τίποτα από τα προαναφερθέντα. Η προφύλαξη του τραπεζικού της συστήματος από την προοπτική κουρέματος των καταθέσεων και η αυτονομία λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού κλάδου, σε συνδυασμό με την ελευθερία στην σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τρίτες χώρες, διασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία του διαχρονικά πιο σημαντικού τομέα της βρετανικής οικονομίας χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις.
Η Ε.Ε. μοιάζει να βρίσκεται σε μια αντίστροφη πορεία από αυτή την ολοκληρωτικής ομοσπονδιοποίησης που παρουσιάζονταν ως πανάκεια πριν μερικά χρόνια. Με μοχλό πίεσης τις αυτονομιστικές τάσεις στην Σκωτία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης και με το δεδομένο των καθυστερημένων αντιδράσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης, δημιουργήθηκε ένα κλίμα αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητας των υπαρχόντων δομών που φαίνεται ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα συμπαρασύρει το ιερατείο των Βρυξελλών σε αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις.
Αν αυτό θα οδηγήσει στη de facto διχοτόμηση της Ε.Ε. και την, από την πίσω πόρτα, επαναπροώθηση των σχεδίων για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων μένει να αποδειχτεί. Προς το παρόν πάντως η Ελλάδα κινείται, απελπιστικά μόνη, με την όπισθεν και κατάφερε με τις παλινωδίες της τελευταίας χρονιάς να μετατραπεί ξανά σε μοναδική περίπτωση που κανένα σενάριο, από αυτά που εξελίσσονται στους κόλπους της Ένωσης, δεν μοιάζει να την αφορά. Άβουλοι διαχειριστές μας οδηγούν στην οριστική απομόνωση της ιδιαιτερότητας.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Επειδή οι πανηγυρισμοί για την υφεσιακή επόμενη διετία δεν ήταν αρκετή, η χώρα έπρεπε να αποκτήσει ανάλογες επιτυχείς προοπτικές και στα εθνικά ζητήματα. Μετά τις εθνικές εκλογές το τεράστιο προσφυγικό ζήτημα χρησιμοποιούνταν ως επιχείρημα αιχμής για μια δυνητική χαλάρωση δημοσιονομικών ή μεταρρυθμιστικών στόχων. Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι καμιά τέτοια προσδοκία δεν επιβεβαιώθηκε (άλλωστε οι εταίροι είχαν σπεύσει να αποκλείσουν σχετικές παρεκκλίσεις) αλλά ότι η κυβέρνηση κατόρθωσε να μετατρέψει το δήθεν διαπραγματευτικό υπερόπλο στο απόλυτο εργαλείο υπονόμευσης των εθνικών συμφερόντων.
Την στιγμή που η Τουρκία βρίσκονταν στο μάτι του κυκλώνα για την κατάρριψη του Ρωσικού αεροσκάφους, για την απροκάλυπτη στήριξη στη Συριακή αντιπολίτευση χωρίς ευθεία καταδίκη των δράσεων του Ισλαμικού κράτους, για την καταπάτηση βασικών ανθρώπινων ελευθεριών όπως πιστοποίησαν πρόσφατες διεθνείς μελέτες, η Ελλάδα κατάφερε να μετατραπεί σε συμπληρωματικό παράγοντα των εξελίξεων αφήνοντας ανοιχτό διπλωματικό πεδίο για τους άσπονδους γείτονες.
Οι καθυστερήσεις μας στην εκπλήρωση βασικών Ευρωπαϊκών απαιτήσεων για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, ίσως και για να μην δυσαρεστηθούν και οι φιλικές προς την κυβέρνηση ΜΚΟ που δεν συναινούν στις πρακτικές της Frontex, άνοιξε το δρόμο για την ανακήρυξη της Τουρκίας σε κυρίαρχο παίκτη. Η ανάγκη συνδρομής της για την διαχείριση του ζητήματος κρίθηκε τόσο σημαντική για την Ε.Ε. ώστε να της παραχωρηθεί γη και ύδωρ σε οικονομικό και ενταξιακό επίπεδο.
Πέρα από τα 3 δισ. πόρων και την οριστική διευθέτηση του θέματος της βίζας που την επιθυμούσαν πολλοί Τούρκοι επιχειρηματίες και τουρίστες, πήρε διαβεβαιώσεις για το άνοιγμα ενταξιακών κεφαλαίων που παρέμεναν αγκάθια επί χρόνια χωρίς να πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις ανάμεσα στις οποίες και η αναγνώριση της Κυπριακής δημοκρατίας.
Αντί να πιεσθεί η Τουρκία για να συμμορφωθεί στις Ευρωπαϊκές επιταγές, τελικά η Ε.Ε. συμμορφώθηκε στις τουρκικές απαιτήσεις. Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Η ταχύτατη ένταξη στην Ε.Ε. αξίζει για την Τουρκία πολύ λιγότερο από όσο αξίζει αυτή τη στιγμή η βοήθεια της στην τιθάσευση του προσφυγικού. Περισσότερο την απασχολεί η ισχυροποίηση του περιφερειακού της ρόλου ως εν δυνάμει επικυρίαρχου της Μέσης Αναστολής παρά η προσαρμογή της στο νέο Ευρωπαϊκό πλαίσιο. Μόνο για επικοινωνιακούς λόγους δεν θα μπορούσε να σταθεί απαθής σε τόσο γενναίες προτάσεις και γι” αυτό ανέλαβε κάποιες υποχρεώσεις με αρκετά ασαφή τον τρόπο ελέγχου εκτέλεσης και τις πιθανές επιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
Δυστυχώς αναγνωρίζεται στην Τουρκία ένας κομβικός ρόλος και στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, εδραιώνοντας τη θέση της στη γεωπολιτική σκακιέρα. Η Ελλάδα χώνεψε την όλη φενάκη στο βωμό μιας αναμενόμενης πρόσκαιρης ελάφρυνσης των μεταναστευτικών βαρών. Το πόσο ανεξέλεγκτη γίνεται πλέον η Τουρκία φαίνεται από την πρώτη πρόκληση μετά την συμφωνία της με την Ε.Ε. Διπλή αμφισβήτηση, τόσο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας χωρίς την έκδοση NAVTEX όσο και του δικαιώματος της χώρας μας να πραγματοποιεί ασκήσεις στην «καρδιά» του Αιγαίου. Εθνικές επιτυχίες, όχι αστεία!
Τι κι αν η
μεταρρυθμιστική και δημοσιονομική συμφωνία με τους εταίρους μοιάζει να
βρίσκεται στον αέρα; Τι κι αν η πραγματική οικονομία φυλλορροεί κάτω από
την ασφυκτική πίεση της κρεμάλας μιας νέας διαπραγματευτικής ύφεσης; Στην
κυβέρνηση φόρεσαν τα μεγάλα κόκκινα γυαλιά κι όλα σινεμά τα βλέπουν, όπως λέει
και το άσμα! Λιάζονται στο εκτυφλωτικό φως της απατηλής ιδεοληψίας τους
και πλατσουρίζουν σαν απρόσεκτα παιδιά στο μεταναστευτικό κύμα και την
αυξανόμενη παλίρροια της ανομίας που απειλεί να τους πνίξει.
Μπορεί η ελληνική
κοινωνία να περιμένει με αγωνία τις εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό μέτωπο και να
αναρωτιέται αν τελικά θα καταστεί δυνατό να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις
τον Μάιο ή θα καταλήξουμε σε τμηματικές καταβολές και χρήση ανταλλακτικών
κουπονιών, δεν αδιαφορεί όμως για την εικόνα αποδιάρθρωσης τόσο στην διαφύλαξη
της έννομης τάξης όσο και στην αναχαίτιση των μεταναστευτικών ροών που
θέριεψαν μετά τις χαλαρές και δήθεν φιλόστοργες κυβερνητικές προτροπές προς τους
πρόσφυγες από τη Συρία.
Με το ιδεολογικό
αντηλιακό ανά χείρας και το πλατύ θεωρητικό καπέλο να αποκρύπτει σημαντικό
μέρος της αλήθειας, επιτρέποντας μια επιλεκτική αίσθηση πραγματικότητας. Ακούν
τους ήχους των ατέρμονων αντιεξουσιαστικών καταλήψεων ως περαστικούς γλάρους.
Αντιλαμβάνονται ως παροδικό συνωστισμό στην παραλία την μαζική απόβαση
παράνομων μεταναστών, που με ευκολία χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως πολιτικοί
πρόσφυγες, για να επιχειρηθεί η προώθηση τους στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Γνωρίζουν όμως
ότι η νομοτυπία των υπογεγραμμένων διεθνών συμβάσεων θα επιβάλλει την
άμεση επάνοδο τους στην Ελλάδα ή την αποβολή μας από τη συνθήκη Σένγκεν και την
αυτόματη μετατροπή μας σε τριτοκοσμική χώρα με επιβολή εξονυχιστικών ελέγχων
διαβατηρίων από όλο τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Γι’ αυτό και ταχύτατα
ανασκεύασαν την αρχική ουτοπική δήλωση προσαρμόζοντας την σε πιο ορθολογικά
πλαίσια χωρίς όμως και πάλι να δίδεται κάποια λύση ούτε για την ασφάλεια των
Ελλήνων πολιτών, ούτε για τους ίδιους τους μετανάστες.
Μια επιλογή αντίστοιχης
θεσμικής φαιδρότητας με την πρόθεση για ενοποίηση των υπουργείων
Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης συνθέτοντας μια παγκοσμίως πρωτότυπη δομή
συνδιαχείρισης του κρατικού διώκτη και του τιμωρού. Μια σκέψη που μάλλον
εγκαταλείφθηκε οριστικά κάτω από τον αδυσώπητο ρεαλισμό της διαρθρωτικής
και επιχειρησιακής αντίφασης.
Μήπως αντί η
κυβέρνηση να γεμίζει με κούφιο αέρα ένα κατεστραμμένο πίσω λάστιχο που
διατηρεί το «αυτοκίνητο» σε ασταθή πορεία στέλνοντας το στον τοίχο μέσα σε
σφυρίγματα αδιαφορίας, να σταματήσει την ιλιγγιώδη πορεία προς την ασάφεια
για να αποκαταστήσει τις βασικές δομικές βλάβες ενός συστήματος που και οι
ίδιοι σιγά, σιγά (βλέπε παρεμβάσεις Πανούση) αρχίζουν να συνειδητοποιούν τα
αδιέξοδα και την αναποτελεσματικότητα του;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η προηγούμενη ελληνική προεδρία ήταν σε μια εποχή όπου όλα καλύπτονταν από την... αιθαλομίχλη της ακόρεστης εκτόνωσης μιας καταπιεσμένης καταναλωτικής μανίας, της προσδοκίας μιας εθνικής υπεραξίας από τους Ολυμπιακούς αγώνες, και της κατάκτησης του ευρώ αγνοώντας τους δομικούς κινδύνους και τις εγγενείς αδυναμίες μας. Η τωρινή περίσταση, που βρίσκει την Ελλάδα στο τιμόνι της Ε.Ε., αποτελεί το άλλο άκρο των εξελίξεων.
Η χώρα ολοκληρώνει μια επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή, η σαπουνόφουσκα (πολιτική και οικονομική) των προηγούμενων δεκαετιών έσκασε με εκκωφαντικό κρότο, αποκαλύπτοντας πόσο γυμνός ήταν τελικά ο «βασιλιάς», αλλά και η Ευρώπη βιώνει τις συνέπειες του ανορθολογικού οικοδομήματος της ΟΝΕ και της έλλειψης συνεκτικών και ευρύτατα δημοκρατικών μηχανισμών διοίκησης.
Κι αν η τότε προεδρία εξαντλήθηκε σε επικοινωνιακές φιέστες και ανούσιες τυπικότητες, η σημερινή ιδιαίτερη συγκυρία επιτάσσει η ανάληψη αυτής της σημαντικής ευθύνης να αποτελέσει αυτή τη φορά τουλάχιστον ένα σημειολογικό επίκεντρο αναφοράς για το επόμενο διάστημα. Μια χώρα που μέχρι 1,5 χρόνο πριν θεωρούνταν παρίας και υποψήφια προς αποχώρηση από το ευρώ, τη στιγμή που ανακτά τη δημοσιονομική αξιοπιστία της έχει την υποχρέωση να θέσει επί τάπητος όλα τα βασικά ζητήματα που ανέδειξε αυτή η κρίση.
Να διερευνήσει τις αναγκαίες βελτιώσεις στο πολιτικό και οικονομικό διοικητικό κενό που έφερνε τις διαρκώς καθυστερημένες αποφάσεις και άφηνε περιθώριο στην απόλυτη επιβολή των γερμανικών τιμωρητικών μονομερειών. Να απαντήσει στον ευρύτατο ευρωσκεπτικισμό με σαφή επιχειρήματα εμβάθυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης και σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Να αποκτήσει ξεκάθαρο παραγωγικό προσανατολισμό απέναντι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να αναπτύξει αποδοτικούς μηχανισμούς στοχευμένης ενίσχυσης της απασχόλησης.
Πέρα όμως από αυτά το ευρύτερα ζητήματα, η συγκυρία δεν μπορεί παρά να πρέπει να αξιοποιηθεί από την ελληνική πλευρά και για καθαρά εθνικούς λόγους. Ως μέρος της λύσης του Ευρωπαϊκού ενεργειακού προβλήματος, η εκμετάλλευση της ΑΟΖ μας αποκτά μια γενικότερη κάλυψη και επέκταση των εξαρτωμένων συμφερόντων. Η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης με ενεργότερη Ευρωπαϊκή συμμετοχή στη φύλαξη των συνόρων είναι μια απαραίτητη επιλογή με αμοιβαία οφέλη.
Είναι προφανές ότι αν όλη αυτή η προβολή της χώρας συνδυαστεί με μια ατζέντα θεμάτων που θα προσπαθήσει να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δείξει το δρόμο ενός συνεκτικού και λειτουργικού μέλλοντος για την Ε.Ε., αυτή η προεδρία δεν αποκλείεται να λειτουργήσει ως ένα κομβικό σημείο για την πορεία του Ευρωπαϊκού οράματος, από τη στιγμή μάλιστα που οι επικείμενες ευρωεκλογές θα αναδείξουν το βάθος των διαχρονικών προβλημάτων της.
Θα έχει πάντως σίγουρα αφήσει μια αναμφισβήτητα θετική εντύπωση για τις δυνατότητες και την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να αποτελέσει τελικά όχι την Ιφιγένεια μιας αυτιστικής Ευρωπαϊκής ηγεσίας αλλά τον Προμηθέα που μέσα από την προσωπική του ταλαιπωρία θα δώσει (στη συγκεκριμένη περίπτωση για δεύτερη φορά) τη φωτιά του πολιτισμού και της γνώσης στους εταίρους.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Είναι πολύ συνηθισμένο να ανακαλύπτονται, με έκπληξη, ζητήματα που είναι υπαρκτά εδώ και πολύ καιρό. Συνήθως προηγείται ένα τραγικό γεγονός ή μια εντυπωσιακή πολιτική αλλαγή. Έτσι και η πρόσφατη άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη δημιουργεί υπερβολικές αντιδράσεις λες και αγνοούμε τις αιτίες που ενισχύουν πιο ακραίες φωνές.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας ενισχύθηκε η ανάγκη για εθνική ταυτότητα αλλά και περισσότερη δημοκρατία. Η Ευρώπη στην προσπάθεια ενσωμάτωσης των νέων κρατών ελάχιστα ασχολήθηκε με τη διαχείριση αυτών των λεπτών ισορροπιών, θεωρώντας ότι αρκούσε η προώθηση της στενότερης οικονομικής σχέσης και της ευμάρειας που μπορούσε να δημιουργήσει η κοινή αγορά.
Την ίδια περίοδο η λαθρομετανάστευση άρχιζε να εξελίσσεται σε πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα για μια σειρά Ευρωπαϊκών χωρών με πολύπλευρες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Το γεγονός μάλιστα ότι ο κύριος όγκος των μεταναστών δεν προέρχονταν πλέον από ενδοευρωπαϊκές πηγές αλλά από τον μουσουλμανικό κόσμο, διόγκωνε διαρκώς τις προοπτικές σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο κόσμους με μεγάλη αξιακή ασυμβατότητα.
Κοινές πολιτικές για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης δεν υπήρξαν, παρά μόνο μετάθεση των προβλημάτων στις χώρες υποδοχής με τη συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ. Μόλις πρόσφατα, και υπό την πίεση των γεγονότων, προέκυψαν οικονομικές ενισχύσεις για την προσωρινή διαμονή των προς απέλαση ατόμων και άρχισε η εντατικότερη εμπλοκή της Frontex στη φύλαξη των Ευρωπαϊκών συνόρων.
Το οικονομικό θαύμα της ενοποίησης μετατράπηκε, μέσα από την έλλειψη παραγωγικού προσανατολισμού και δημιουργίας ανάλογων διοικητικών δομών, σε εφιάλτη φέρνοντας την Ευρώπη στην ουρά της παγκόσμιας πρωτοπορίας και στην κεφαλή της μονοδιάστατης λιτότητας. Οι επιπτώσεις μιας κρίσης που δεν δημιούργησε η ίδια, ήταν πολλαπλάσιες του προσδοκώμενου, λόγω έλλειψης ταχύτητας αντίδρασης, αξιοποίησης των διαθέσιμων εργαλείων και τιμωρητικών πολιτικών εμμονών.
Η Ε.Ε. μοιάζει συνεχώς μουδιασμένη απέναντι στα προβλήματα και αδύναμη να αρθρώσει ορθολογικό και οραματικό λόγο για το μέλλον και τους στόχους της. Δυσκολεύεται να καθορίσει διακριτά όρια ανάμεσα στις εθνικές πολιτικές και σε ένα αποδοτικό εποπτικό ομοσπονδιακό διοικητικό μοντέλο. Αναμενόμενο λοιπόν η ανασφάλεια και τα κενά να καλύπτονται και από αυτούς που οι αναφορές τους έχουν ξεκάθαρα ευρωσκεπτικιστική προσέγγιση και χρησιμοποιούν πιο συνεκτικά, και πιο εύκολα κατανοητά, για το μέσο πολίτη εθνικά επιχειρήματα.
Όσο οι καθοδηγητές της Ευρωπαϊκής πορείας μένουν αδιάφοροι απέναντι στην διόγκωση του ευρωσκεπτικισμού, θεωρώντας ότι τα κατά καιρούς ημίμετρα, ο ασαφής προγραμματισμός πρωτοβουλιών και η νομισματική ανάλυση της οικονομίας μπορούν να βγάλουν από το παραγωγικό και θεσμικό τέλμα την ήπειρο, τόσο η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης της ένωσης θα προέρχεται από όλο και πιο δυναμικές, όλο και πιο ακραίες πολιτικές και κοινωνικές εκφάνσεις.
Ας αντιληφθούν οι υπεύθυνοι το ταχύτερο δυνατόν ότι αν δεν υπάρξει εμβάθυνση της δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές διαδικασίες με ενεργότερη συμμετοχή των πολιτών, θεσμικές και οργανωτικές αλλαγές που θα καθιστούν λειτουργική και αποτελεσματική τη δράση της Ε.Ε., το κύμα ευρωσκεπτικισμού μπορεί σύντομα να πνίξει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα ΜΜΕ συχνά αναλώνονται σε στοχευμένες προσπάθειες καθοδήγησης της
κοινής γνώμης. Με την πρόφαση της θεμιτής προσωπικής ματιάς κάθε δημοσιογράφου,
προβάλλονται έρευνες πάνω σε σημαντικά ζητήματα που δυσκολεύονται ακόμα και να
κινηθούν στα τυπικά πλαίσια της έκθεσης όλων των προσεγγίσεων. Ανάλογη
είναι η στάση κάποιων μέσων σχετικά και με το μεταναστευτικό ζήτημα, τώρα που η
προοπτική αναθεώρησης του νόμου Ραγκούση έφερε τη θεωρητική συζήτηση
ξανά στην επικαιρότητα.
Οι κοινωνίες συγκροτήθηκαν σε κράτη αποφασίζοντας,
τα μέλη τους, να παραχωρήσουν μέρος των θεωρητικών ελευθεριών τους για να
δημιουργηθούν οι συνθήκες σταθερότητας και ευνομίας τόσο για την
ανάπτυξη των προσωπικών ικανοτήτων όσο και για την εμπέδωση γενικότερων αξιών.
Αυτή η προσδοκώμενη ισορροπία ήρθε να διαταραχθεί από τον ρουσφετολογικό
κρατικό παρεμβατισμό και τις υπερβολικές ευαισθησίες μειοψηφιών που
υποδαυλίζονται κι από φοβίες και συμπλέγματα κακών πρακτικών του παρελθόντος.
Ο νόμος Ραγκούση υπήρξε τουλάχιστον μια
ατυχέστατη και επιπόλαια, για να μην πούμε επικίνδυνη, προσέγγιση σε ένα
κορυφαίο κοινωνικό ζήτημα. Μια χώρα υποδοχέας παράνομων μεταναστών,
ιδιαίτερα σε μια περίοδο συνεχών αναταράξεων στη Μέση Ανατολή, με την τεράστια
έκταση των συνόρων μας να δυσκολεύει την επαρκή εποπτεία τους και το «Δουβλίνο
ΙΙ» να μας μετατρέπει σε «αποθήκη» ψυχών, το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν ένα εξαιρετικά
χαλαρό νομοθετικό πλαίσιο χορήγησης ιθαγένειας που την μετατρέπει σε
μαγνήτη για κάθε αλλοδαπό.
Οι πρωτόγνωρες εποχές φέρνουν και πρωτοφανείς
εξελίξεις. Έτσι και στην Ελλάδα περνάμε στη φάση των εθελούσιων κυβερνήσεων
συνεργασίας με μακρόπνοο ορίζοντα. Έλαχε όμως σε αυτή την παρθενική
προσπάθεια, τέτοιου είδους και εύρους πολιτικής σύνθεσης, να έρχεται αντιμέτωπη
με την κρισιμότερη καμπή της κρίσης. Το νέο κυβερνητικό σχήμα έρχεται να
διαχειριστεί τις επιπτώσεις και τους περιορισμούς του μνημονίου, να
αναδείξει τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία του, να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς
συγκυρίες, να ανακτήσει την αξιοπιστία στο πολιτικό σύστημα και κυρίως να επαναφέρει τη διαταραγμένη κοινωνική συνοχή.
Ο Μάρτιος του 2012 θα καταγραφεί από τον ιστορικό
του μέλλοντος ως ο μήνας που... δρομολογήθηκαν (μοναδική λέξη για τον
προσδιορισμό της μελλοντικής ασάφειας στην πολιτική!) οι λύσεις για όλα τα
καίρια θέματα της καθημερινότητας. Αυτά που μπορεί επί πολλά χρόνια να
ταλαιπωρούν τον μέσο πολίτη, αλλά η οικονομική κρίση επιδείνωσε όχι μόνο την
έκταση και την ένταση τους, μα όξυνε και τον τρόπο με τον οποίο τα
αντιλαμβανόμαστε ως κρίσιμο μέρος της ζωής μας. Λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα,
ακρίβεια, γραφειοκρατία – διαφθορά, όλα αποκτούν διακριτή... νοητή διαδρομή
προς την επίλυση ελέω προεκλογικής περιόδου και ανάγκης να ανοίξει ο
διάλογος πέρα από την διαπραγματευτική κι εκτελεστική ικανότητα της
κυβέρνησης στον πολιτικοοικονομικό μνημονιακό Αρμαγεδώνα!Δεύτερο επεισόδιο στον Εβρο σε διάστημα δύο εβδομάδων, με πυροβολισμούς δουλεμπόρων κατά συνοριακών φυλάκων και μελών της ευρωπαϊκής δύναμης ταχείας επέμβασης Frontex, σημειώθηκε χθες τα ξημερώματα στην περιοχή της Ορεστιάδας. Η μεικτή ομάδα δέχτηκε πυρά από την τουρκική όχθη, την ώρα της σύλληψης έντεκα λαθρομεταναστών και του Τούρκου διακινητή τους στην ελλαηνική, στην περιοχή Χειμωνίου Ορεστιάδας, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν τραυματισμοί.
Δύο ημέρες μετά τις διαδοχικές συναντήσεις που είχαν, στην Ηγουμενίτσα, ο δήμαρχος και οι φορείς της πόλης με τον υπουργό προστασίας του Πολίτη, Χρήστο Παπουτσή, και την υφυπουργό Εργασίας, Άννα Νταλάρα, για το οξύ μεταναστευτικό πρόβλημα στην περιοχή, η αστυνομία σήμερα το πρωί προχώρησε σε «εκκαθαριστική» επιχείρηση στον κάμπο του Λαδοχωρίου. Συγκεκριμένα, ισχυρή αστυνομική δύναμη, μαζί με συνεργεία του Δήμου και μπουλντόζες, ισοπέδωσαν τον καταυλισμό των παράνομων μεταναστών. Περισσότερα από τριάντα παραπήγματα και σκηνές καταστράφηκαν ενώ συνελήφθησαν όσοι παράνομοι μετανάστες βρίσκονταν στο χώρο.
Όταν χθες το πρωί μου μετέφεραν αποσπασματικά την είδηση του στυγερού εγκλήματος στο κέντρο της Αθήνας, αδυνατούσα να πιστέψω ότι θα μπορούσε όντως ο λόγος να είναι η κλοπή μιας βιντεοκάμερας. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι μάλλον δεν είχαν καταλάβει καλά κι ότι πιθανότατα θα πρόκειται για μια ακόμα περίπτωση ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ανάμεσα σε ανθρώπους της νύχτας, που τα ΜΜΕ πρότρεξαν να μεγαλοποιήσουν! Το παράλογο του σκηνικού (ξημέρωμα, έξω από μια πολυκατοικία), το ευτελές του λάφυρου (μια βιντεοκάμερα) και το αποτρόπαιο της εν ψυχρώ δολοφονίας, δεν μου επέτρεπαν να αποδεχτώ το προφανές.Όταν καταδεικνύαμε, με αφορμή την κατάληψη της Νομικής, «Η ανομία της "Νομικής" και το διαρκές παράδειγμα», την εκβιαστική νοοτροπία που διέπει το πολιτικοοικονομικό μας σύστημα, ως το κυριότερο αποτέλεσμα της γενικευμένης ατιμωρησίας, υποψιαζόμασταν τις μετέπειτα εξελίξεις στον εν λόγω θέμα. Συγχέοντας το δεδομένο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την προτεραιότητα στην υπεράσπιση της, με την παράκαμψη των αρχών κι τη θεσμοθέτηση της ανομίας, επιβεβαιώσαμε ως κράτος και σε αυτή την περίπτωση, ότι η τακτική του «αγωνιστικού» εκβιασμού σε συνδυασμό με πολιτική κάλυψη και επικοινωνιακή προβολή, μπορεί να έχει αποτελέσματα!!
Η ανάπτυξη στη διάρκεια των ημερών του ζητήματος της κατάληψης μέρους της Νομικής σχολής Αθηνών από λαθρομετανάστες δεν καταδεικνύει απλώς το εύρος του συγκεκριμένου προβλήματος. Άλλωστε αυτό αποτυπώνεται εμφατικά στη σκληρή καθημερινότητα, με την έξαρση της εγκληματικότητας, του παρεμπορίου και της πορνείας. Αποτυπώνεται στην εικόνα εξαθλίωσης σε πολλά σημεία της πόλης και στην ανασφάλεια των πολιτών. Αυτό που αναδεικνύει σε όλο του το μεγαλείο είναι η αναποτελεσματικότητα της κρατικής διαχείρισης και σε θέματα ασφάλειας και έννομης τάξης καθώς και η ευκολία με την οποία διαχέεται η νοοτροπία της «επιβολής» των όποιων διεκδικήσεων, όσο μεμονωμένων κι αν είναι, με εκβιαστικές πρακτικές, άσκοπης κοινωνικής αναταραχής.
Πολύ συχνά αναφερόμαστε όλοι μας στη νεολαία περιγράφοντας γλαφυρά το ότι αποτελούν το μέλλον και την ελπίδα εξέλιξης του τόπου. Ταυτόχρονα όμως είμαστε εμείς η ίδιοι ως κοινωνία που με τις συμπεριφορές και τις αξιακές προτεραιότητες μας τους οδηγούμε κάπου ανάμεσα στην απολιτικοποίηση ή την τυφλή εκτόνωση της επιθετικότητας με «επαναστατικούς» βερμπαλισμούς που σπάνια μπορούν να παράξουν αποτέλεσμα.











