Στην Ελλάδα της
κρίσης που πρώτιστο μέλημα θα έπρεπε να είναι η διδαχή από τα λάθη του
παρελθόντος, ένα πρώτο βήμα προς την συνειδητοποίηση θα ήταν να
ομονοήσουμε άπαντες ότι η αξιοκρατία που όλοι μοιάζουν να επιδιώκουν όσο δεν
συνδυάζεται με την ενδελεχή αξιολόγηση θα παραμένει ένα κενό όραμα.
Αξιολόγηση λοιπόν προς όλους, ιδιαίτερα αυτούς που χειρίζονται δημόσιες
υποθέσεις. Από τον τελευταίο υπάλληλο μιας κρατικής υπηρεσίας μέχρι τον πιο
προβεβλημένο, κορυφαίο υπουργό.
Όσο δύσκολη
φαίνεται να είναι η απόφαση του πολιτικού προσωπικού να αποδεχτεί
διαδικασίες διαρκούς αξιολόγησης προφασιζόμενο μια ασαφή και γενικόλογη λαϊκή
νομιμοποίηση που καλύπτει κάθε ανικανότητα κι αναποτελεσματικότητα, άλλο τόσο
σκληρή είναι η αντίδραση του κρατικού κατεστημένου απέναντι σε κάθε
μορφή αποτίμησης του έργου του με δικαιολογία επιμέρους διατάξεις της σχετικής
ρύθμισης που μπορεί να χρήζουν βελτίωσης αλλά καταλήγουν να αναβάλλουν την απαραίτητη
μεταρρύθμιση.
Δεν χρειάζεται
όμως παρά μια πρωτοβουλία. Για το κυβερνητικό έργο δημιουργήθηκε ειδική
γραμματεία που παρακολουθεί την εκτέλεση του με βάση τα χρονοδιαγράμματα,
αντίστοιχα και για τη βουλευτική ή κομματική δράση θα μπορούσε να υπάρχει τρόπος
εκτίμησης της προσφοράς καθενός, παλαιού και νέου και μεθοδολογία για την
αξιολόγηση όσων επιθυμούν να εισέλθουν και να αναδειχτούν στην πολιτική. Δεν
είναι η πρώτη φορά που θα θυμίσω σχετική πρόταση μου από τις αρχές του 2010. «Η ώρα για τις αξίες και τους άξιους».
Αντίστοιχα και η
αξιολόγηση στο δημόσιο που αποτελεί βαθιά τομή εκσυγχρονισμού για το πεπαλαιωμένο
μοντέλο κρατικής διοίκησης που διαθέτουμε, δεν μπορεί να σκοντάφτει σε
τεχνικές λεπτομέρειες που μπορούν με καλή διάθεση να διευθετηθούν. Το περιβόητο
15% των υποχρεωτικά χειρότερων δεν αποτελεί παρά μια στατιστική καταγραφή
αποδεδειγμένη σε μεγάλα δείγματα όπως αυτά που προκύπτουν πχ από την καμπύλη
ακαδημαϊκής βαθμολόγησης ή αξιολογήσεις ευρύτερων ομοειδών επαγγελματικών
σωμάτων.
Για να ισχύει
λοιπόν δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε ομάδες που δεν αποτελούν καν επαρκές
στατιστικό δείγμα. Άρα αρχικά απαιτείται η χρήση του να γίνει σε πιο
διευρυμένο πεδίο εργαζομένων αντί για τον περιορισμένο χώρο κάθε μικρής
διοικητικής δομής. Επίσης δεν επιβάλλεται να προκύπτουν υποχρεωτικά
αξιολογήσεις κάτω της βάσης σε όλες τις μονάδες. Είναι πιθανό να υπάρχουν
δομές με συνολικά άνω του μέσου όρου προσωπικό, όπως και άλλες με αρκετά κάτω
του μέσου όρου. Περίπου 15% άριστοι και 15% χαμηλότερης απόδοσης (όχι
υποχρεωτικά κάτω της βάσης) θα προκύψουν αν το δείγμα είναι αρκετά μεγάλο.
Η κατανομή πρέπει
γίνεται με βάση την ονομαστική βαθμολόγηση κάθε ατόμου πάνω σε όσο το
δυνατόν πιο αντικειμενικά κριτήρια και στηριζόμενοι σε αυτά τα αποτελέσματα
αυτό που θα αναζητείται ως φυσικό επακόλουθο θα μπορούσε να είναι η μετακίνηση
των ικανότερων υπαλλήλων στις πιο κρίσιμες υπηρεσίες όπου η άριστη απόδοση
είναι αδιαπραγμάτευτη ή η μετάθεση άλλων χαμηλότερων δυνατοτήτων σε θέσεις
πιο περιορισμένων απαιτήσεων όπου θα μπορούν να προσφέρουν περισσότερα.
Εννοείται ότι η επανεκπαίδευση και η συνεχής παροχή κινήτρων θα
συνοδεύει αδιάλειπτα την όλη διαδικασία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ο ανασχηματισμός και από τα πρώτα θέματα που
κατάκλυσαν τα τηλεοπτικά δελτία ήταν οι επαναπροσλήψεις των υπό
διαθεσιμότητα των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ και των διοικητικών υπαλλήλων των
Πανεπιστημίων. Κι ενώ για το πρώτο είναι σε εξέλιξη μια δικαστική διαδικασία
που θα τελεσιδικήσει προς το τέλος της χρονιάς, το δεύτερο προέκυψε ως φλέγον
ζήτημα από την ανάγκη του καθηγητή κ. Λοβέρδου να συνταχθεί εμμέσως με τις
θέσεις των Πανεπιστημιακών αφού έδειξε τα αποδέχεται πλήρως τα
οργανογράμματα που του κατέθεσαν και ουσιαστικά ζητούσαν την επάνοδο όλων
των διοικητικών.
Δεν θα εμπλακώ στο καθαρά νομικό ζήτημα των καθαριστριών ούτε θα μείνω τόσο
στο ότι οι αμοιβές τους, όπως και σχεδόν των περισσοτέρων εργαζομένων στο ΥΠΟΙΚ
απέχουν εξωφρενικά προς τα πάνω από αντίστοιχους εργαζόμενους όχι μόνο
του ιδιωτικού τομέα αλλά και εντός του δημοσίου. Ούτε καν θα σταθώ στο γεγονός
ότι κανείς δεν έχει απολυθεί όσο βρίσκεται σε διαθεσιμότητα κι ότι όλο αυτό το διάστημα
αμείβεται με ένα σημαντικό μέρος του μισθού του που ακόμα κι αυτό μπορεί να
ξεπερνά την αμοιβή του αντίστοιχου ιδιωτικού υπαλλήλου.
Αυτό που με απασχολεί είναι ότι ποτέ σε αυτόν τον τόπο δεν ανοίξαμε με
ειλικρίνεια και ιδεολογική σαφήνεια έναν μεγάλο διάλογο σχετικά με το ποιοι
τομείς έργου οφείλουν να καλύπτονται από τη δημόσια ομπρέλα. Αν εξαιρέσει
κανείς τα δημόσια αγαθά όπως πχ η ασφάλεια των πολιτών και την προσφορά ενός
ελάχιστου επιπέδου κοινωνικών αγαθών προς όλους (παιδεία, υγεία) είναι
δυσκολονόητο να καταλάβει κάποιος που δεν λειτουργεί με το άγχος του
κρατικοδίαιτου το γιατί επιβάλλεται να διαθέτουμε δημοσίους υπαλλήλους για μια σειρά
από εργασίες που δεν έχουν καμιά σχέση με το δημόσιο συμφέρον.
Αν όντως πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε μόνιμους κρατικούς υπαλλήλους για
την καθαριότητα των κτιρίων, τότε με αγνή απορία θα μπορούσε κάποιος να
αναρωτηθεί γιατί δεν χρειαζόμαστε και δημόσιους υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους
τεχνικούς ανελκυστήρων για να μείνω μόνο σε κατηγορίες επαγγελματιών που έχουν
σχέση με τη συντήρηση των χώρων (τα οποία στην πλειοψηφία τους δεν είναι
καν δημόσια αλλά ενοικιαζόμενα από ιδιώτες!); Το ότι αυτό το σκεπτικό οδηγεί σε
ένα γιγάντιο κράτος – επιχειρηματία που τελικά καλύπτει κάθε δυνατή
δραστηριότητα είναι απολύτως κατανοητό.
Αντίστοιχα δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί το κράτος που χρηματοδοτεί τα
Πανεπιστήμια χωρίς όμως να διαθέτει ικανούς μάνατζερ για την διαχείριση των
πόρων, την οποία έχει παραχωρήσει σχεδόν ανεξέλεγκτα στους Πρυτάνεις, δεν
μπορεί να διαθέτει ολοκληρωμένα οργανογράμματα για τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά
ιδρύματα και πλήρως αξιολογημένες όλες τις σχετικές δομές και τα πρόσωπα.
Με αυτή την αναβλητικότητα καταλήγουμε με τη γνωστή συντεχνιακή, καθηγητική
αλληλεγγύη να αφήνουμε τη διάρθρωση των κρατικών δομών και τη λειτουργικότητα
τους στις ορέξεις και τη βούληση, όχι πάντα την πιο άδολη, μιας πανεπιστημιακής
συντεχνίας εκπαιδευτικών – φοιτητών που ελάχιστα έχει να κάνει με την
παραγωγή επιστημονικού έργου παρά με την πολιτικάντικη και πελατειακή
διαχείριση του χώρου. Καλά ξεμπερδέματα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Με όλη αυτή την αναταραχή στα Πανεπιστήμια, δεν μπόρεσα παρά να αναπολήσω προσωπικές εμπειρίες από μια άλλη αντίληψη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Έριξα μια ματιά στην επιστολή από τις ΗΠΑ που έρχεται κάθε χρόνο σε όλους τους αποφοίτους, ζητώντας έστω και την ελάχιστη συνεισφορά μας στον προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου, αναλύοντας τα αποτελέσματα της συλλογής πόρων (από αποφοίτους, ιδιώτες, καθηγητές κλπ) της προηγούμενης χρονιάς και τις δραστηριότητες οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από αυτά τα ποσά. Θυμήθηκα το πόση σημασία δίνεται στο accreditation στις ΗΠΑ και τη συνέπεια με την οποία γίνεται συνεχώς η αξιολόγηση των ιδρυμάτων.
Και μετά προσγειώνεσαι στην εγχώρια πραγματικότητα των πρυτάνεων – «ιδιοκτητών», των φοιτητών – συνδικαλιστών, των ερευνητών – φαντάσματα και των κλειστών σχολών ως συμπαράσταση στις διεκδικήσεις των διοικητικών υπαλλήλων που θεωρούν, όπως συνήθως συμβαίνει με τις εργατικές κινητοποιήσεις, ότι η δική τους διεκδίκηση περνά μέσα από την ταλαιπωρία της υπόλοιπης κοινωνίας ως μέσο πίεσης της εκάστοτε εξουσίας.
Διερωτάσαι διαρκώς γιατί δεν θα πρέπει να θεωρείτε αυτονόητη η ακατάπαυστη αξιολόγηση δομών και προσώπων, ώστε το δημόσιο προσωπικό να αξιοποιείται βέλτιστα με βάση τις νέες ανάγκες του κράτους, αφού θέλουμε να σεβόμαστε τα χρήματα των πολιτών; Γιατί επί 3,5 μνημονιακά χρόνια δυσκολευόμαστε να ολοκληρώσουμε αυτές τις διαδικασίες ή τουλάχιστον να τις αναθέσουμε σε έναν εξειδικευμένο ιδιώτη;
Απορείς γιατί η διοίκηση και η οικονομική διαχείριση των Πανεπιστημίων αφήνεται στα χέρια των εκπαιδευτικών καταλήγοντας απλά στην αδιάκριτη άσκηση πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση για παραπάνω πόρους, και δεν παραδίδεται σε ικανούς μάνατζερ; Γιατί η αυτονομία των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων μένει ένα κακέκτυπο των διεθνών πρακτικών και δεν αποκτά πλήρη υπόσταση με τα Πανεπιστήμια να απευθύνονται και σε ιδιώτες για συμπληρωματική χρηματοδότηση, ειδικά για έρευνα και καινοτομία, αποκτώντας έτσι και στενότερη διασύνδεση με τις παραγωγικές δομές.
Αυτά, και πολλά άλλα σχετικά ερωτήματα, δεν θα βρίσκουν απάντηση αν ο βαθιά ριζωμένος κρατισμός που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό σύστημα ως μέσο συντήρησης κεκτημένων δεν χτυπηθεί στη ιδεολογική ρίζα του με συνέπεια και επιμονή ακόμα κι αν αυτό θα έχει πρόσκαιρο πολιτικό κόστος. Οι εποχές της σιωπής και της συνενοχής έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Εφεδρεία,
διαθεσιμότητα, κινητικότητα είναι μόνο μερικοί από τους όρους που χρησιμοποιήθηκαν τα τελευταία τρία
χρόνια για να περιγράψουν με μια λέξη το πανθομολογούμενο της αναγκαίας
εξέλιξης στη διαχείριση του δημοσίου τομέα. Τη δυνατότητα αξιολόγησης δομών
και προσώπων και την αξιοποίηση των υπαλλήλων με βάση λειτουργικά
οργανογράμματα και φυσικά τις γνώσεις και τα ιδιαίτερα προσόντα τους.
Μαζί με τη δημοσιονομική προσαρμογή και τη βελτίωση του επενδυτικού
περιβάλλοντος, η αναδόμηση του δημόσιου τομέα αποτελεί αναγκαίο
προαπαιτούμενο εξόδου από την κρίση. Θα έλεγα μάλιστα κανείς, ότι οι δύο άλλες
συνθήκες (δημοσιονομικά και επενδύσεις) εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την
ταχύτητα αναδιοργάνωσης των ράθυμων κρατικών δομών. Χρειαζόταν λοιπόν στο
τιμόνι αυτής της προσπάθειας ένα άτομο που δεν θα κινούνταν διεκπεραιωτικά αλλά
θα αναζητούσε ακόμα και αντισυμβατικές μεθόδους για να υπερκεράσει τα
γραφειοκρατικά εμπόδια.
Κι έρχεται
αβίαστα η εύλογη απορία «μα είναι ο τρόπος διοίκησης του δημοσίου, πρότυπο για
τη διαχείριση ενός κόμματος»; Προφανώς και όχι. Αλλά οι δυσκίνητοι, μη
λειτουργικοί μηχανισμοί που διέπουν τα κόμματα επί δεκαετίες, απορρόφησαν
με… ανακούφιση διαδικασίες και δομές που αναπλάθουν τη γραφειοκρατία και την
αναξιοκρατία της κρατικής μηχανής. Η προτροπή λοιπόν δεν αφορά το παρελθόν αλλά
τη συμμόρφωση και των κομματικών επιτελείων στις σύγχρονες επιταγές στο
πνεύμα των οποίων κινούνται μια σειρά αλλαγών που αρχίζουν να προωθούνται στη
δημόσια διοίκηση.
Για μια ακόμα φορά παριστάνουν οι πάντες τους έκπληκτους
για παραδοχές που θεωρούνταν εξαρχής δεδομένες, ενώ στη διάρκεια των
τελευταίων τριών ετών δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρξαν κι αναφορές, έμμεσες
ή άμεσες, κορυφαίων αξιωματούχων του ΔΝΤ ή της Ε.Ε. για περιορισμούς στην
αποτελεσματικότητα της μονοδιάστατης λιτότητας. Η τεχνική επισημοποίηση
των τελευταίων δηλώσεων ελάχιστα προσθέτει στη συζήτηση και δίνει περιθώρια
αποπροσανατολιστικών επιχειρημάτων που δεν προσβλέπουν σε αναγκαίες διορθωτικές
κινήσεις αλλά στην άρνηση κάθε μεταρρύθμισης, στον στρουθοκαμηλισμό ενός
συστήματος που παλεύει για την ύπαρξη του.
Όσο η συζήτηση για τη δημοσιονομική προσαρμογή
περιστρέφεται γύρω από τη συνεχή μείωση μισθών και συντάξεων, τόσο εντείνεται
και η αντιπαράθεση για την ανάγκη η μη, άμεσων απολύσεων στο δημόσιο τομέα.
Ακόμα όμως κι αυτή η αντιπαραβολή επιχειρημάτων θυμίζει μέρος των παθογενειών
του παρελθόντος με εμμονές, ιδεοληψίες και ακραίες, ανεδαφικές τοποθετήσεις
από όλες τις πλευρές.
Είναι απολύτως λογικό η κοινωνία να αισθάνεται από μουδιασμένη έως εξοργισμένη από τα αλλεπάλληλα φορολογικά χτυπήματα. Ακόμα και η ανοχή όσων θεώρησαν ότι οι περικοπές των «δώρων» θα μπορούσαν να εκληφθούν ως συνεισφορά στην αμοιβαία προσπάθεια για τη διαχείριση της κρίσης, εξαντλήθηκε όταν είδαν την έξοδο στις αγορές να μετατίθεται σε άγνωστο χρονικό σημείο και την ανάπτυξη να αναβάλλεται συνεχώς για τον επόμενο χρόνο! Η αρχική αφαίμαξη 1,5 μισθού ή σύνταξης μετατράπηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες σε «παρακράτηση» (μέσω των διαφόρων φορολογικών επεμβάσεων) τουλάχιστον 2 ή ακόμα και 3 μισθών! Η οργή των πολιτών εδράζεται και στην κυβερνητική αδυναμία να ακολουθήσει εξαρχής με συνέπεια και αποφασιστικότητα πέντε απαραίτητα βήματα, ώστε να περιοριστεί η καταφυγή στον άδικο οριζόντιο περιορισμό των εισοδημάτων.Μετά από μήνες συζητήσεων γύρω από μια πρόταση που έμοιαζε ικανή, σε συνδυασμό με άλλες στοχευμένες δράσεις, να επιτύχει μείωση του δημοσίου τομέα χωρίς τη χρήση μαζικών απολύσεων, οι πρόσφατες κυβερνητικές ανακοινώσεις ήρθαν να επιβεβαιώσουν αυτό που αποτελεί κοινό τόπο όσον αφορά την κρατική λειτουργία. Ότι δηλαδή ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές τα θέματα προσεγγίζονται επιδερμικά, με βάση το πρόσκαιρο πολιτικό κόστος και κυρίως δίχως συγκροτημένο μακρόπνοο σχεδιασμό. Συνταγματικά προσχώματα, διοικητικές αγκυλώσεις, διάτρητες διαδικασίες, θολά κριτήρια, ανύπαρκτα δημοσιονομικά οφέλη, είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που συναποτελούν την «εφεδρική» εργασιακή εφεδρεία που επέλεξε τελικά η κυβέρνηση.
Σε μια χώρα «πνιγμένη» στην ύφεση, όπου οι αναπτυξιακές πρωτοβουλίες συνεχίζουν να μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, τίθεται για μια ακόμα φορά το «προπατορικό» ερώτημα του τρόπου περιορισμού των δημοσίων δαπανών. Οι υπουργοί διατείνονται ότι εξαντλούνται τα όρια περικοπών στις λειτουργικές δαπάνες, η Τοπική Αυτοδιοίκηση αδυνατεί να συντηρηθεί με τα υπάρχοντα κονδύλια και η αναδιοργάνωση των ΔΕΚΟ πέρα από τη συνδικαλιστική αντίδραση προσκρούει και στην κυβερνητική αβελτηρία. Η, εδώ και πολύ καιρό, πρόταση του Αντώνη Σαμαρά για προϋπολογισμό «μηδενικής» βάσης θα μπορούσε να είναι ένα αναγκαίο πρώτο βήμα δομικού εξορθολογισμού των κρατικών δαπανών. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες προϋποθέσεις τόσο σε επίπεδο προγραμματισμού όσο και σε επίπεδο εκτέλεσης για να λειτουργήσει και να επιτευχθούν άμεσα απτά αποτελέσματα.
Ο Γ. Παπανδρέου επένδυσε στο φαρισαϊσμό της υποσχεσιολογίας για να κερδίσει την προηγούμενη εκλογική μάχη και στη μετεκλογική διασπορά φοβικών συνδρόμων στην κοινωνία (η θεμιτή προσπάθεια αποφυγής της χρεοκοπίας αποτελούσε το άλλοθι για κάθε καθυστερημένη ή άδικη απόφαση του). Σχεδόν δυο χρόνια μετά βιώνει πλέον ο ίδιος ένα πιο ισχυρό φοβικό σύνδρομο. Αυτό της αδυναμίας διαχείρισης της λαϊκής οργής και της ταχύτατης κοινωνικής απαξίωσης του. Οι σκέψεις για ματαίωση της παραδοσιακής ομιλίας του εκάστοτε πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, η μη παρουσία του στην κηδεία ενός ιστορικού στελέχους του κινήματος όπως ο Αν.Πεπονής, οι φήμες για απόκρυψη της ταυτότητας του στην περίοδο των διακοπών, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός πολιτικού που η αναντιστοιχία των επιλογών του με την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα της χώρας του, τον μετατρέπουν σε «απόβλητη» παρουσία!
Η ουσία της συζήτησης για το ζήτημα της απελευθέρωσης της χορήγησης αδειών ταξί, δεν βρίσκεται τόσο στην κρατική παρέμβαση για τον καθορισμό του ακριβή αριθμού τους. Ο πυρήνας της στρέβλωσης στη λειτουργία αυτού του χώρου είναι η ανοχή στον τρόπο μεταβίβασης τους και ο πλημμελής έλεγχος στις αδιαφανείς διαδικασίες καθορισμού άτυπων, επιλεκτικών μεθόδων εκμετάλλευσης των πιο προσοδοφόρων πόστων (λιμάνια, αεροδρόμια ) μέσα από την αδιαφορία ή τη διαπλοκή κρατικών λειτουργών.
Είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν διαχρονικά οι ΔΕΚΟ, ως μέσο τακτοποίησης ημετέρων σε υψηλόμισθες θέσεις. Ιδιαίτερα οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, που διέθεταν και αγαστές σχέσεις με το συνδικαλιστικό κατεστημένο, αυτών των υπηρεσιών, δεν φείδονταν προσλήψεων επίλεκτων στελεχών του ευρύτερου κομματικού μηχανισμού με παχυλές αποδοχές που ελάχιστα ανταποκρίνονταν στα αντικειμενικά προσόντα, την εμπειρία και την προσδοκώμενη προσφορά τους. Είναι αναπότρεπτο λοιπόν, να έρχεται σήμερα, υπό την πίεση της Τρόικας, σε ευθεία σύγκρουση με κομμάτι του πολιτικού DNA του, προχωρώντας συχνά σε αντιφατικές ρυθμίσεις που ίσως αποδεχτούν και αμφίβολης αποτελεσματικότητας.







