Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δεν είναι να εναποθέτεις τις ελπίδες σου για θετική εξέλιξη στο Κυπριακό σε οποιαδήποτε διεθνή διάσκεψη, όταν γνωρίζεις ότι έχεις να αντιμετωπίσεις την μόνιμη διάθεση της Τουρκίας να τορπιλίσει κάθε προσπάθεια την ύστατη στιγμή. Δεν πρόκειται για μια τυχαία, σπασμωδική κίνηση, ούτε για αναγκαστική αντίδραση σε υπερβολικές απαιτήσεις ή προκλήσεις της άλλης πλευράς. Αποτελεί διαχρονικό στρατηγικό σχεδιασμό της πολιτικής της το να αφήνει να αναπτύσσονται πλήρως όλα τα επιχειρήματα και εκεί που φαίνεται ότι συναινεί σε έναν κοινό παρανομαστή να προβαίνει σε μια ανατρεπτική δήλωση ενοχοποίησης Κύπρου και Ελλάδας.
Κάτι τέτοιο συνέβη και τώρα. Παρά τις διαρροές για αμοιβαία συνεννόηση σε μια σειρά προτάσεων σχετικά με την παρουσία στρατευμάτων στο νησί και τον τρόπο αποχώρησης τους, όταν αυτή η προφορική συμπόρευση χρειάστηκε να αποτυπωθεί σε ένα επίσημο κοινό έγγραφο, άρχισαν οι αιχμές προς τόσο την Ελληνική όσο και την Κυπριακή πλευρά με στόχο την διάσπαση του εθνικού μετώπου.
Φταίει ο “υπερβολικός” Κοτζιάς. Ευθύνεται ο Αναστασιάδης που δεν αποδέχτηκε την παραμονή 1000 Τούρκων στρατιωτών. Τίποτε από αυτά δεν πιστοποιείται από τις επίσημες πηγές αλλά η Τουρκία κατόρθωσε για μια ακόμη φορά να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού και να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα.
Αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτές τις ημέρες ξεκινούν οι γεωτρήσεις στο περιβόητο οικόπεδο 11 της κυπριακής ΑΟΖ και μάλιστα από μια Γαλλική εταιρεία που έχει αναλάβει το αντίστοιχο έργο και σε σχετικό ελληνικό οικόπεδο. Θα έμοιαζε κάπως παράταιρο για τα δεδομένα της τουρκικής διπλωματίας, να αφήσει μια τέτοια σημαντική εξέλιξη να προχωρήσει για την δημιουργία του ανάλογου κλίματος τρομοκρατίας και εκφοβισμού όλων των εμπλεκομένων.
Προετοιμάζεται θερμό επεισόδιο; Θα μπορούσε να είναι μια έσχατη λύση, ένα τελευταίο μέσο πίεσης αν όχι για την ανατροπή του statu quo, για την επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου συνδιαχείρισης των υδρογονανθράκων με δόλωμα κάποια “παραχώρηση” στο φλέγον ζήτημα των εγγυήσεων. Οι απειλές του Ερντογάν προς τις εταιρείες είναι προσχηματικές. Γνωρίζει καλά ότι σε έναν τέτοιο πόλεμο δεν θα έχει και μεγάλα οφέλη, σε μια περίοδο μάλιστα που η τουρκική οικονομία περνά μια νομισματική αλλά και παραγωγική αστάθεια.
Σε αυτή τη φάση, η ψυχραιμία και η υπομονή από ελλαδικής πλευράς είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Αν εμπλακούμε σε ένα γαϊτανάκι ανέξοδων αντεγκλήσεων θα δοθεί στην γείτονα χώρα το περιθώριο να αναμασά τυποποιημένα επικοινωνιακά επιχειρήματα. Σθεναρή στάση, στέρεες συμμαχίες, Ευρωπαϊκή υποστήριξη και υπομονή αρκούν για να αναδείξουν την αδιαλλαξία της τουρκικής πολιτικής και να ενισχύσουν τις πιο συνετές τουρκοκυπριακές πλευρές που δεν συναινούν σε μια λογική απομονωτισμού τους και παράνομης ολοκληρωτικής πρόσδεσης τους στο τουρκικό άρμα.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έχει καταντήσει γραφικό να αναφερόμαστε συνεχώς στο τέλος τη Μεταπολίτευσης. Η κρίση έφερε τεκτονικές πολιτικές αλλαγές και τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές ανατροπές. Πέρα από την ΝΔ που συγκράτησε έναν πυρήνα γύρω στο 30%, λόγω της αστικών αξιών που συνεχίζει να εκφράζει, και το ΚΚΕ που διατήρησε σταθερές τις δυνάμεις του, το υπόλοιπο πολιτικό σκηνικό κατέρρευσε κυριολεκτικά σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.
Το έχω γράψει πολλές φορές ότι το ΠΑΣΟΚ επιτέλεσε έναν καίριο ιστορικό ρόλο. Κατόρθωσε να συμβιβάσει την αρχική τροτσκιστική επαναστατικότητα με μια εθνοκεντρική σοσιαλιστική οπτική που ικανοποιούσε ευρύτατα λαϊκά στρώματα τα οποία έκανε κοινωνούς της νομής της εξουσίας προωθώντας και μια κοινωνική ατζέντα που εξέφραζε ανάγκες της εποχής.
Στην πορεία κι ενώ είχε την τύχη να διαχειριστεί τα πρώτα ευρωπαϊκά και την άνεση δανεισμού της χώρας έχτισε μια τεράστια συμπαγή, εκλογική πελατεία η οποία παρέμενε πιστή παρά τις σοσιαλδημοκρατικές έως και φιλελεύθερες μεταλλάξεις. Όταν, σχεδόν ταυτόχρονα, εξαφανίστηκαν οι φηφοθηρικές “ευκολίες” αλλά και τα αριστερά άλλοθι, ελέω προσφυγής στο ΔΝΤ και σκληρότατων προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής τα οποία μάλιστα αποδείχτηκαν αναποτελεσματικά, επήλθε η εκλογική συρρίκνωση.
Μετά το 2012 το μόνο όραμα που συντηρούσε την ύπαρξη του ήταν η ανασύσταση της Κεντροαριστεράς που όμως συγκρούονταν διαρκώς με τους επιμέρους ηγεμονικούς εγωισμούς. Η μοναδική πραγματική ευκαιρία χάθηκε μετά τις εκλογές του 2012 όταν ο χώρος κινούνταν συνολικά στο 20% και μια άμεση σύμπραξη των συναφών χώρων, συνδυασμένη με ριζικές αλλαγές δομών και προσώπων, θα μπορούσε να αναδείξει έναν νέο, εύρωστο δυναμικό σχήμα ικανό να διεκδικήσει κυρίαρχο ρόλο πριν ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιαστεί ως η μόνη εναλλακτική λύση με ενισχυμένο λαϊκιστικό οπλοστάσιο που κάλυπτε τις θυμικές απαιτήσεις των καιρών.
Και τώρα τι; Αριστερή στροφή για να επανέλθει στην κοίτη ένα μέρος των εξαπατημένων από τον ΣΥΡΙΖΑ ψηφοφόρων; Κεντρώος ορθολογισμός, ευρωπαϊκού σοσιαλφιλελευθερισμού τύπου Μακρόν; Και πως συνδυάζονται αυτές οι δυο αντίρροπες τάσεις; Στρατηγικά η κατάργηση των παλιών συμβόλων αποτελεί μια καλή αρχή αλλά τέτοιες επιλογές οφείλουν να περνούν μέσα από εξονυχιστικές έρευνες ώστε να αντικατοπτρίζουν το λαϊκό αίσθημα και να δίνουν ολοκληρωμένη εικόνα της συμβολικής στόχευσης. Δυστυχώς στην πράξη αποδείχτηκε μια αγχωτική αναπαραγωγή συριζαίικων προτύπων.
Η νέα παράταξη που πάει να σχηματιστεί δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από ένα ευκαιριακό κρύψιμο του “ήλιου” του ΠΑΣΟΚ, ούτε μέσα από την αναζήτηση λύσης στην αναπαραγωγή των στερεότυπων του ’80 ή του ’90. Ο σύγχρονος κεντροααριστερός πόλος πρέπει να δομήσει την ύπαρξη του πάνω στην δυνατότητα εξεύρεσης πειστικών απαντήσεων πάνω στα οικονομικά, κοινωνικά και εθνικά ζητήματα της χώρας. Να βρει, αν είναι δυνατόν, την χρυσή τομή που θα συνδυάζει τον σεβασμό στους κανόνες της αγοράς αλλά και την κοινωνική ευαισθησία χωρίς δανεικά. Που θα αποδεικνύει την απαγκίστρωση του από πρόσωπα και πρακτικές του παρελθόντος και θα πείθει ότι ο εξτρεμισμός και ο μαξιμαλισμός δεν ποτέ είναι ο ασφαλέστερος δρόμος.
Μόνο αυτό το σταυρόλεξο δεν βρίσκει λύση εδώ και χρόνια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πόσο πιθανό είναι η αρχή να γίνει από την Ελλάδα;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πολλά γεγονότα προέκυψαν εσχάτως σχετικά με τα εθνικά μας θέματα. Συμπυκνωμένες εξελίξεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και σε πολλά επίπεδα. Φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους αλλά επειδή το τυχαίο δεν χαρακτηρίζει τις γεωστρατηγικές κινήσεις, ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο όλα αυτά να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με το Σκοπιανό και το Κυπριακό να έρχονται ξανά στο προσκήνιο με μια άτυπη λύση – πακέτο;
Αυτές τις μέρες λαμβάνει χώρα τόσο η μια νέα διάσκεψη για το Κυπριακό όσο και η επικείμενη επίσκεψη του ειδικού εκπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς στα Σκόπια. Επίσης δεν έχει περάσει παρά λίγος χρόνος από την “προσγείωση” του Τούρκου πρωθυπουργού στην Ελλάδα με τις γνωστές προκλητικές απαιτήσεις και τις παρεμβάσεις στην Θράκη, ενόσω στην χώρα του διαμορφώνονταν ένα ακόμη πιο προκλητικό πλαίσιο με την ανάγνωση του Κορανίου στην Αγιά Σοφιά.
Από την μια λοιπόν, οι προχωρημένες συνομιλίες γύρω από το Κυπριακό με το ζήτημα των εγγυήσεων να αποτελεί κομβικό σημείο αντιπαράθεσης. Δεν είναι μόνο ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά, – υπό την πίεση των βλέψεων της Τουρκίας για συνδιαχείριση των ενεργειακών πόρων της χώρας – , εμμένει στην διατήρηση 10 χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών στο νησί. Είναι κυρίως ότι δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα αποχώρησης με την όλη διατύπωση να υπόκειται σε ερμηνείες και την επίδραση μιας πιθανής προβοκάτσιας από αυτές που μας έχει συνηθίσει η Τουρκία.
Από την άλλη, η διάθεση συμβιβασμού από πλευράς της νέας κυβέρνησης των Σκοπίων, η θετική αρχική αντίδραση από ελληνικής πλευράς και η στοχευμένη διαρροή για πιθανά αποδεκτά ονόματα όπως το “Άνω Μακεδονία” δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει υπάρξει προεργασία ώστε με πρόσχημα την αποδοχή ενός δήθεν γεωγραφικού προσδιορισμού (που όμως περικλείει όλη την ουσία του σκοπιανού αλυτρωτισμού για το σύνολο της “Μακεδονίας”) να παραχωρηθεί στους γείτονες μας η πρόσβαση στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα θυσία στα γεωπολιτικά σχέδια ελέγχου των Βαλκανίων.
Κι ο πιο καλόπιστος αναλυτής, ο πιο προσηνής θεατής κατανοεί ότι τέτοια σύμπτωση κοινών εξελίξεων σε όλα τα κορυφαία εθνικά μας θέματα πρέπει να υποκρύπτει την οργανωμένη πρόθεση διεθνών κύκλων να κλείσουν μερικές ανοιχτές πληγές στην ευρύτερη περιοχή μας και είναι δεδομένο ότι θεωρούν πιο πρόσφορη αυτή την εποχή που η χώρα μας βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική και διπλωματική θέση.
Η κατάληξη αυτών των προσπαθειών θα καταδείξει τα όρια αντοχής της ελληνικής πλευράς και την ένταση της επιθυμίας να μην προωθηθούν ετεροβαρείς λύσεις επειδή μπορεί να “ισοσταθμιστούν” με άλλου είδους πχ επενδυτικές παρεμβάσεις. Ελπίζουμε να είναι δεδομένο στο μυαλό της κυβερνητικής εξουσίας ότι η μονιμότητα των διπλωματικών υποχωρήσεων γιγαντώνει τις συνέπειας μιας επιλογής που ίσως πρόσκαιρα να φαντάζει ανεκτή.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πέρασαν δυο χρόνια από την ανακοίνωση της μεγαλύτερης συλλογικής αυταπάτης των Ελλήνων. Εκείνο το βράδυ η προσφυγή σε δημοψήφισμα που αποφάσισε ο Τσίπρας άνοιξε την πόρτα για τους κεφαλαιακούς ελέγχους, την επάνοδο στην ύφεση και την ντροπιαστική 17ωρη διαπραγμάτευση που έφερε 9 δισ. νέων, αχρείαστων μέτρων με δυσβάσταχτες φορολογικές επιβαρύνσεις και εισοδηματικές περικοπές.
Εκμεταλλευόμενος το κλίμα αριστερής αυτοσυντήρησης μεγάλου μέρους των πολιτών, που θεωρούσε μεν πως τους κορόιδεψε ο Τσίπρας αλλά δεν αρκούν 8 μήνες τιμωρίας για τους… προηγούμενους, κέρδισε τις δεύτερες εθνικές εκλογές μέσα στο 2015. Έκτοτε στηριζόμενος ακριβώς σε αυτό το κλίμα τιμωρίας των… γερμανοτσολιάδων επιδόθηκε μαζί με τον “συνεταίρο” του τον Καμμένο, που συχνά αναλάμβανε τον άχαρο ρόλο του υβριστή, σε μια επικοινωνιακή καταιγίδα μομφών κατά συνεργατών, αλλά και του ίδιου, του Αντώνη Σαμαρά.
Μια τέτοια περίπτωση, η πιο χαρακτηριστική, ήταν αυτή του Παπασταύρου. Για οτιδήποτε συνέβαινε στο τόπο, για κάθε κυβερνητικό λάθος, για κάθε νέα διαπραγματευτική υποχώρηση η μόνιμη επωδός ήταν ο “Παπασταύρου”. Το τοτέμ της διαφθοράς και της διαπλοκής που βρίσκονταν (:) μέσα σε όλες τις υπό διερεύνηση λίστες φοροφυγάδων, πίσω από… κάθε ύποπτη οικονομική συναλλαγή.
Μια διαρκής επίθεση ηθικής βλάβης του Αντώνη Σαμαρά. Πολιτικά στερούνταν επιχειρημάτων. Πως να πείσεις την κοινωνία ότι είναι καλύτερα με πάνω από 9 δισ μέτρα αντί το πολύ 1,8 δισ, νέα ύφεση, άνοδο της ανεργίας και χωρίς πλήρη πρόσβαση στα χρήματα σου κι όχι με ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και λειτουργικού τραπεζικού συστήματος;
Γι’ αυτό χρειάζονταν επιλεκτικές επιθέσεις στην προηγούμενη κυβέρνηση και προσωπικά στον πρώην Πρωθυπουργό με όπλο το υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς. Ένα προ πολλού ξεφτισμένο παιχνιδάκι που στα χέρια αυτής της κυβέρνησης μετατράπηκε σε εργαλείο καθοδήγησης της κοινωνίας και σπίλωσης προσωπικοτήτων.
Πάντα με την αγαστή συμπαράσταση μιας σειράς ΜΜΕ που δεν έχαναν ευκαιρία να συνεισφέρουν στην διασπορά ψευδών ειδήσεων χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο της πληροφορίας. Είναι οι ίδιοι που τώρα αισθάνονται υποκριτικά, κι αφού έκαναν ότι μπορούσαν για να πείσουν την κοινωνία για το δίκαιο που εκπροσωπούσαν, την ανάγκη να δηλώσουν ότι έσφαλαν, ότι τα δημοσιεύματα τους στηρίχτηκαν σε λαθεμένα στοιχεία.
Κανένα λάθος δεν υπήρξε. Ένα συντονισμένο σχέδιο ήταν στο οποίο ο καθένας είχε τον ρόλο του και το οποίο μπορεί να επανέλθει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τον έναν ή τον άλλο στόχο.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πέντε χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από τον Αντώνη Σαμαρά και την αρχή της προσπάθειας να αναστραφεί η έντονη υφεσιακή πορεία που ξεπερνούσε το 7% και η εκτίναξη της ανεργίας που έφτανε στο 28%. Κι όντως μόλις 2,5 χρόνια μετά ο ρυθμός ανάπτυξης έτρεχε σε ετήσια βάση με 0,8% και σε επίπεδο τριμήνου άγγιζε ήδη το 2% κι η ανεργία είχε σημαντική καθοδική τάση.
Πέντε χρόνια από την στιγμή που επιχειρήθηκε η αλλαγή στο μίγμα πολιτικής δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις περικοπές δαπανών από ότι στις φορολογικές επιβαρύνσεις. Κι όντως 2,5 χρόνια μετά οι δημόσιες δαπάνες είχαν περιοριστεί σημαντικά ενώ μια σειρά φόρων όπως ο ΕΝΦΙΑ (σε σχέση και με τον ΕΕΤΗΔΕ που αντικατέστησε), ο ΦΠΑ στην εστίαση, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα, η εισφορά αλληλεγγύης είχαν πάρει τον δρόμο της απομείωσης.
Πέντε χρόνια από τότε που η Τρόικα βρήκε απέναντι της μια κυβέρνηση που έπειθε με επιχειρήματα για τις εναλλακτικές προτάσεις της και αναπροσάρμοζε τους στόχους με βάση πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές. Έτσι κατόρθωνε να πετυχαίνει αποτελέσματα καλύτερα από τα αναμενόμενα και ανακτά τη διεθνή αξιόπιστο της χώρας.
Πέντε χρόνια μακριά από ένα κυβερνητικό σχήμα που παρά τις δυσλειτουργίες μιας τρικομματικής σύμπραξης απέδωσε έργο με συνέπεια και μεθοδικότητα. Κατέστησε το χρέος βιώσιμο στον βαθμό που είχε πείσει για την δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας τα επόμενα χρόνια και δεσμεύτηκε σε πρωτογενή πλεονάσματα στηριζόμενα στο αυξημένο ΑΕΠ.
Πέντε χρόνια από την ώρα που η διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος είχε αποτρέψει την νέα έξαρση του, η ασφάλεια στις πόλεις έδειχνε να αποκαθίσταται κι οι εκπαιδευτικοί χώροι δεν θεωρούνταν φιλόξενοι τόποι ανομίας.
Όχι η Ελλάδα δεν μετατράπηκε σε επίγειο Παράδεισο μετά το 2012. Υπήρξαν και σκληρές, ακόμη και άδικες, αποφάσεις με κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Υπήρξαν κι επικοινωνιακές αστοχίες ή επιμέρους υπερβολές. Αλλά το απόσταγμα μιας προσπάθειας εξάγεται από την τελική γεύση που αφήνει.
Κι αυτή η γεύση διέθετε ικανοποιητικά στοιχεία ωρίμανσης και μεστότητας. Το έχει κατανοήσει πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που αναγνωρίζουν στην κυβέρνηση Σαμαρά μεγαλύτερο βαθμό αποτελεσματικότητας από την τωρινή κυβέρνηση της αρχικής θυμκής εκτόνωσης, που μετατράπηκε σε δημιουργική ασάφεια, κατρακύλησε στα μονοπάτια της αυταπάτης για να βρεθεί στα… τέσσερα της αυτοταπείνωσης.
Πέντε χρόνια από την εποχή που ένας πρωθυπουργός έθετε ως οδηγό του το εθνικό χρέος. Τώρα συμβιβαζόμαστε με ένα δίδυμο εξουσίας που αναλώνεται σε επιλογές προσωπικής πολιτικής επιβίωσης με οδηγό μια γραβάτα με.. δέος!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Μετά τον θάνατο ενός σημαντικού πολιτικού προσώπου αρχίζουν με καταιγιστικό τρόπο οι εμβριθείς αναλύσεις είτε ενθουσιώδους ανάδειξης των πεπραγμένων του, είτε μηδενιστικής προσέγγισης του έργου του. Ακούγεται κοινότοπο αλλά σε περιπτώσεις πολιτικών με σχεδόν 60 χρόνια διαρκούς παρουσίας, όπως αυτή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η ψύχραιμη και ολοκληρωμένη αποτίμηση μιας τέτοιας διαδρομής μόνο από τον Ιστορικό του μέλλοντος μπορεί να καταγραφεί.
Για τους μεν, ήταν πολύ σημαντική η αντιστασιακή δράση του. Για τους δε, χαρακτηρίζεται ως διαρκές στίγμα και “αποστασία” η στάση του στα δραματικά γεγονότα του 1965. Για τους μεν, υπήρξε ο πιο συνεπής φιλελεύθερος πολιτικός που επιχείρησε να μεταλαμπαδεύσει και στην Ελλάδα τις πολιτικές πρακτικές των Θάτσερ και Ρήγκαν χτυπώντας το “τέρας” του κρατισμού. Για τους δε, ο σκληρός νεοφιλελεύθερος που έφερε λιτότητα και αύξηση φόρων.
Κομβικό σημείο της πολιτικής πορείας του η περίοδος της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας στην οποία επιχείρησε να παίξει τον δικό του παρεμβατικό ρόλο και φυσικά το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, το μόνο σίγουρο είναι το θέμα δεν έχει ξεχαστεί αλλά είναι επίφοβο και ιστορικά αφελές να προβαίνουμε σε οριστικά συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των τότε επιλογών. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι η τότε “τακτοποίηση” του θέματος με μια σύνθετη ονομασία θα είχε αποσοβήσει τις αλυτρωτικές διαθέσεις των γειτόνων μας και τις περαιτέρω διεκδικήσεις.
Είναι γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε μια ιστορική ηγετική φυσιογνωμία με όλα τα χαρακτηριστικά μιας άλλης εποχής που χάνεται. Συνεπής στις ιδέες του, μαχητικός, εργατικός, συγκεντρωτικός αλλά και με διάθεση να αναδεικνύει ικανούς ανθρώπους. Είναι επίσης γεγονός ότι εγκαίρως έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση της υπερχρεωμένης ελληνικής οικονομίας των ’80ς που οδηγούνταν με μαθηματικό τρόπο στην κατάρρευση και την χρεοκοπία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι διένυσε μια τεράστια πολιτική πορεία ακολουθώντας το νήμα των ιστορικών γεγονότων της χώρας. Κατέθεσε τις απόψεις του, διεκδίκησε με πάθος την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα στην πιο ανταγωνιστική κονίστρα κι έδωσε ιδεολογικές μάχες που χάρισαν στην παράταξη του τις μεγάλες εκλογικές νίκες το ’89-’90. Πίστεψε την προτεραιότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και την ουσιαστική μεταρρύθμιση μιας κρατικοδίαιτης οικονομίας συγκρουόμενος με τα τότε ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα.
Η ιστορία έχει να κάνει πολύ δουλειά για να αποτιμήσει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξηκονταετή πορεία του και να αποδώσει στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη την θέση που δικαιούται. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Κάθε φορά που προκύπτει ένα νέο τρομοκρατικό χτύπημα. εκτός από την θλίψη και την οργή μας, ανοίγει και η συζήτηση γύρω από τις ευθύνες για την δημιουργία και την συντήρηση του φαινομένου. Ποια είναι τα κίνητρα των “λαϊκών επαναστατών”; Ποιες κοινωνικές συνθήκες συντείνουν στην έξαρση των επιθέσεων; Ποιες πολιτικές επιλογές και ποιες συμπεριφορές λειτουργούν ως εκκολαπτήριο αντιδημοκρατικής νοοτροπίας και απύθμενου ταξικού μίσους.
Όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι αυτή η ανταλλαγή απόψεων μάλλον επισκιάζει τις γενεσιουργές αιτίες που δεν είναι ωφέλιμο να εξαντλούνται σε “βαθυστόχαστες” κοινωνικές αναλύσεις, μαρξιστικής αντίληψης αντιαστικές αντιλήψεις και επιχειρηματολογία εμποτισμένη από τα οργισμένα αντανακλαστικά πολιτών εθισμένων στην λογική της αντιδικίας. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, που σου επιτρέπει ακόμη και την ανατροπή του ίδιου του συστήματος, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να δικαιολογείς την βία ως αποτέλεσμα των… καπιταλιστικών δομών του.
Ακόμη πιο υποκριτική και μονόπλευρη θεωρώ και την προσέγγιση που ψάχνει την ηθική αυτουργία της τρομοκρατικής πρακτικής σε δηλώσεις πολιτικών. Σε αυτό το αμάρτημα λιγότερο ή περισσότερο έχουν πέσει όλες οι πλευρές κατά καιρούς, αν και η ρητορική μίσους των τελευταίων ετών με τις πύρινες ατάκες για προδότες και κρεμάλες, ακόμη κι από θεσμικούς πολιτικούς παράγοντες, έδωσαν το κίνητρο και το άλλοθι σε πολλούς συμπολίτες μας να εκφράσουν με ακόμη πιο έντονο τρόπο την μηδενιστική αντίληψη τους.
Ήμουν από αυτούς που εξαρχής θεωρούσαν περιττό ένα τόσο σκληρό στη διατύπωση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Κι αυτό όχι επειδή δεν χρειάζεται το κοινωνικό σύνολο προστασία από την ρητορική της εκδίκησης και του “αίματος” αλλά γιατί η πιο αποτελεσματική προστασία είναι η Παιδεία που αποκτάς και αποκλείει αυτόματα κάθε εμπλοκή σε τέτοιες επικίνδυνες και αναποτελεσματικές ατραπούς.
Επιπρόσθετα, όπως επισήμανα και τότε, οι ψυχολογικοί παράγοντες, οι εμμονές, τα απωθημένα κι οι προκαταλήψεις καθενός μας που συναινούν στην εκδήλωση της όποιας εξτρεμιστικής ενέργειας δομούνται μέσα από μια πολυετή διαδικασία αυτοπροσδιορισμού κι όχι από τα πρόσκαιρα ερεθίσματα που λειτουργούν απλά ως αφορμές εκδήλωσης βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων.
Όση ευθύνη φέρουν οι “αγανακτισμένοι” πολιτικοί των πολλών υποσχέσεων και των βαριών κατηγοριών προς τους αντιπάλους τους, άλλη τόση αν όχι περισσότερη φέρουν κι οι πολίτες. Η αμοιβαιότητα των συναισθημάτων και των προθέσεων δεν προέκυψε δια της επιφοίτησης, ούτε θα είχε επίδραση ή ισχύ αν δεν συνοδεύονταν από ευρεία εκλογική αποδοχή.
Οι χαμαιλέοντες της πολιτικής αντιλήφθηκαν έγκαιρα το “ψωμί” που υπήρχε στην εκμετάλλευση του θυμικού όσων είδαν την καθημερινότητα τους να ανατρέπεται βίαια από τις οικονομικές εξελίξεις. Δεν έσπειραν όμως το μίσος στις ψυχές μας. Αυτό το μίσος σιγοκαίει δεκαετίες, είναι πλέον συνυφασμένο με την νοοτροπία μεγάλου μέρους της κοινωνίας κι αντικατοπτρίζει όλα τα συσσωρευμένα συμπλέγματα, την χρόνια συνωμοσιολογία και την διαρκή καταφυγή στον πειρασμό της αθωότητας και την αποφυγή των προσωπικών και των συλλογικών ευθυνών.
Κάπως έτσι, μεταπολιτευτικά η σιωπηρή πλειοψηφία δικαιολογούσε την δράση της “17ης Νοέμβρη” ως αναγκαία μεταδικτατορική εκκαθάριση. Κάπως έτσι λίγο αργότερα γίνονταν δεκτή με υφέρπουσα συναίνεση οι δολοφονικές επιθέσεις στην πλουτοκρατία και τα ΜΜΕ. Κάπως έτσι φτάσαμε και στο σήμερα να θεωρούμε πιθανή πηγή απαντήσεων στα χρόνια πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα μας, την ισοπέδωση χωρίς σχέδιο αναδόμησης, την στόχευση ατόμων αντί τον ανασχηματισμό των δομών που γεννούν παθογένειες.
Οι εχθροί της Δημοκρατίας έχουν όνομα και δυστυχώς είναι το δικό μας…+
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
“Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά” κατά το γνωστό εμβατήριο του ελληνικού στρατού. Σήμερα ήταν μια μαύρη μέρα στη Βουλή. Κι εκεί δεν ξεσπάθωσε κανένας κλέφτης, κανένας αρματολός, κανένας γνήσιος πατριώτης που μάχεται για τα δίκαια της πατρίδας του. Μόνο κάποιοι τύποι, εσχάτως κοστουμαρισμένοι αλλά με συνεπή τσογλανοειδή συμπεριφορά που θεωρούν την υψωμένη φωνή και την ακόμη πιο υψωμένη γροθιά, μη αντικρουόμενο πολιτικό επιχείρημα.
Είναι αυτοί που ως άλλοι τζιχαντιστές… ακονίζουν την ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια προφανώς για να κόψουν τα κεφάλια όσων τολμούν να μην αποδέχονται ως μοναδική αλήθεια το κήρυγμα μίσους που προβάλουν με περιτύλιγμα την καπήλευση εθνικών ιδεωδών και πατριωτικών αξιών. Αυτοί που με σχεδόν κομμουνιστική εμμονή (εθνικοσοσιαλιστές γαρ) απαξιώνουν τις δημοκρατικές διαδικασίες με κάθε ευκαιρία, ακριβώς επειδή δεν πιστεύουν σε αυτές και σκοπός τους είναι η κατάλυση της έννομης τάξης κι η εγκαθίδρυση μιας εθνικολαϊκής κυβέρνησης με… πεφωτισμένους εγκεφάλους όπως… οι ίδιοι!
Κακώς λοιπόν μας εκπλήσσει το πρόσφατο συμβάν με τον Κασιδιάρη να ενοχλείται που τόλμησε κάποιος να… περάσει από μπροστά του την ώρα της ομιλίας του και επιδόθηκε σε χειροδικίες και… μπουκαλοπόλεμο! Τι άλλο περιμέναμε να κάνει; Ποια στάση θα φάνταζε στα μάτια μας πιο συμβατή με τα έως τώρα πεπραγμένα του; Ψευτομαγκιά, τραμπουκισμός, αποποίηση ευθυνών. Το τρίπτυχο της επιτυχίας κάθε φασίζουσας νοοτροπίας σε όλο της το μεγαλείο και σε αυτή την περίπτωση.
Όταν επί Σαμαρά προχώρησε η ποινική δίωξη μιας κάστας ανθρώπων που μισούν τον άνθρωπο, την δημοκρατία, την ελευθερία της έκφρασης κάποιοι βιάστηκαν να βγάλουν συμπεράσματα και να κατακρίνουν την διαδικασία. Το ζήτημα δεν είναι νομικό και κυρίως δεν είναι περιπτωσιολογικό. Η δικαιοσύνη θα κρίνει και θα αποδώσει τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα από τους κατηγορουμένους. για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Δεν μπορεί όμως να διαμοιράσει πολιτικές ευθύνες και να σηματοδοτήσει την αποκάλυψη του πολιτικού ρόλου τους.
Όλως “τυχαίως” σε αρκετές περιπτώσεις όπου οι συνθήκες δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την κυβέρνηση Τσίπρα, έρχεται ένα γεγονός αντίστοιχο με το σημερινό για να μας αποπροσανατολίσει από τα πραγματικά προβλήματα. Το μεσοπρόθεσμο που ψηφίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ανατρέπει τις ζωές της πλειοψηφίας των Ελλήνων με εισοδηματικές περικοπές, επιπρόσθετη φορολόγηση και στραγγαλίζει την οικονομία καθυποτάσσοντας την σε πορεία ασθενικής ανάπτυξης αλλά τα “σκληρά” παιδιά του εθνολαϊκισμού επικεντρώνονται και πάλι… στα σημαντικά δίνοντας μια μικρή επικοινωνιακή ανάσα στον κυβερνητικό πνιγμό των κοινωνικών αντιδράσεων.
Η θεωρία των δυο άκρων που ορισμένοι εκτίμησαν ως υπερβολική, τοποθετώντας την στην ιδεολογική κλίνη του Προκρούστη, αποδεικνύεται ένα ουσιαστικό δίπολο αλληλοτροφοδοτούμενης έντασης που πολιτικά εξυπηρετεί και τα δυο μέρη. Τόσο απλά, τόσο τακτοποιημένα…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα κόμματα είναι θεσμοί συλλογικής δημοκρατικής δράσης, έκφρασης ανησυχιών και προώθησης προτάσεων για την διαχείριση κρίσιμων εθνικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων. Τουλάχιστον αυτό θα όφειλαν να είναι. Κάθε φορά που διαρρέονται δημοσιογραφικές πληροφορίες για εσωκομματική δυσαρέσκεια, ένα δημοκρατικό αντανακλαστικό εκτινάσσει το άκρο της λογικής μας. Δημοκρατικά, ειδικά φιλελεύθερα κόμματα και σιωπητήριο δεν συνδυάζονται.
Πρόσφατα το σκηνικό της έμμεσης φίμωσης επιχειρήθηκε τόσο στον άλλοτε ανεκτικό ΣΥΡΙΖΑ, με ανάκληση κάθε αντίδρασης στα νέα μνημονιακά μέτρα (προέχει για μια ακόμα φορά η… σωτηρία της χώρας!) αλλά και στο ΠΑΣΟΚ όπου οι εξουσιομανείς οπτικές δεν στερεύουν ακόμη κι όταν η πάλαι ποτέ ηγεμονική θέση στο πολιτικό σκηνικό έχει απολεσθεί προ πολλού.
Είναι δυνατόν όμως αυτή η αντιδραστική μουρμούρα να αγγίζει και τα “παράκτια” της μεγάλης, φιλελεύθερης παράταξης; Προφανώς και δεν νοείται να αποτελεί κεντρική επιλογή αλλά ορισμένοι “άρχοντες” των στοχευμένων διαρροών ανακαλούν στην τάξη Σαμαρά και Καραμανλή επειδή λέει ενδιαφέρονται περισσότερο για την προσωπική τους δικαίωση παρά για την νίκη της παράταξης και την ταχύτερη δυνατή απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία.
Καταρχάς να υπενθυμίσω ότι προσωπικότητες όπως οι πρώην πρωθυπουργοί εκφράζονται από τις επίσημες δηλώσεις τους κι όχι από κύκλους ή… τρίγωνα ενός ασαφούς περιβάλλοντος που συνήθως αυτονομείται εκμεταλλευόμενο την ηγετική αύρα για να προβληθεί το ίδιο. Υπάρχει κάποια δήλωση δυσφορίας ή αμφισβήτησης της πορείας του Κυριάκου Μητσοτάκη που διαφεύγει της αντίληψης μας ή κάποιοι εκ του πονηρού προσπαθούν να εμπλέξουν τρίτα πρόσωπα;
Ειδικά η στάση του Αντώνη Σαμαρά, ως του πιο πρόσφατου πρωθυπουργού της παράταξης, ήταν απολύτως ξεκάθαρη και χωρίς υποσημειώσεις. Την δεδομένη στιγμή προέχει η αποδέσμευση της χώρας από τον συρφετό της ανικανότητας και της ιδεοληψίας που οδηγεί την χώρα σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό.
Το να υπενθυμίζουμε τα πεπραγμένα και τα επιτεύγματα της κυβέρνησης Σαμαρά δεν αποτελεί ένα κοντόφθαλμο εργαλείο προσωπικής δικαίωσης του. Αυτή ακριβώς η επιβεβαίωση της τότε οριστικής στροφής προς έξοδο από το μνημόνιο, που πλέον αποτυπώνεται και στην εκτίναξη της δημοφιλίας εκείνου του κυβερνητικού σχήματος, οφείλει να αποτελεί προμετωπίδα των επιχειρημάτων της ΝΔ.
Υ.Γ. Υπενθυμίζω επίσης ότι η δημιουργία τάσεων εντός του κόμματος υπήρξε μια φιλελεύθερη τομή την οποία πολλοί υποστηρίζουν εδώ και χρόνια στη ΝΔ. Θα ήταν λοιπόν τουλάχιστον τραγελαφικό οι ίδιοι άνθρωποι να ενοχλούνται τώρα από επιμέρους διαφοροποιήσεις σε βαθμό εκνευρισμού και διάθεσης λήψης σκληρών πειθαρχικών μέτρων με το παραμικρό.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα Βαλκάνια ήταν πάντα ένα καμίνι έτοιμο να εκραγεί. Όμως μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έχει μετατραπεί σε μια βραδυφλεγή βόμβα με το φιτίλι μονίμως αναμμένο και τόση πυρίτιδα που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλη την περιοχή.
Τα Σκόπια εξαρχής αποτελούσαν ένα από τους πιο ασταθείς παράγοντες αυτής της εξίσωσης. Μια χώρα με εθνοτικές αντιφάσεις, ψευδεπίγραφη και χαλκευμένη ιστορία που έτσι κι αλλιώς δεν αντιπροσωπεύει την μεγάλη αλβανόφωνη κοινότητα.
Όσοι επέμεναν από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με προεξέχοντα τον Αντώνη Σαμαρά, ότι δεν νοείται κανενός είδους συναίνεση της Ελλάδας στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, όσο κι αν συνεχίζονταν οι μονομερείς αναγνωρίσεις από άλλες χώρες, σήμερα δικαιώνονται πανηγυρικά.
Όχι επειδή οι εσωτερικές δημοκρατικές αδυναμίες έχουν φτάσει στα όρια της σκληρής σύγκρουσης ανάμεσα στα διαφορετικά κομματικά και/ή εθνικά στρατόπεδα αλλά γιατί η πορεία της χώρας καταδεικνύει ότι η εγγενής της αστάθεια δεν αφήνει χώροι για γραμμικές αναλύσεις που παραβλέπουν την ιδιαιτερότητα που την διέπει.
Ένα αμάλγαμα διαφορετικών ταυτοτήτων, το καθένα με τόσο ισχυρή υπόσταση και αντίθετες βλέψεις που η ομογενοποίηση τους είναι σχεδόν αδύνατη. Από την “Μακεδονική” καπηλεία, μέχρι το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας κι η Ελλάδα στην μέση ως ο μόνος σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή.
Δεν περιμένω την άμεση διάλυση της γειτονικής χώρας, ούτε θεωρώ ότι ένα μικρό, ασταθές άρα κι εύκολα ελεγχόμενο κρατίδιο δεν θα διατηρηθεί στην “ζωή” από τους ισχυρούς του πλανήτη ως αντίβαρο στους λοιπούς Βαλκανικούς εθνικισμούς. Αποδεικνύεται όμως ότι το “Μακεδονικό” δεν ξεχάστηκε σε δέκα χρόνια κι όσο η Ελλάδα κράτα στιβαρή θέση απέναντι στην ένταξη των Σκοπίων στους διεθνείς οργανισμούς, θέτοντας την στο περιθώριο των εξελίξεων, μόνο οφέλη έχει να αποκομίσει.
Το ανησυχητικό είναι ότι οι διαθέσεις της σημερινής κυβέρνησης παραμένουν λίγο ασαφείς και καθόλου διορατικές. Με πρόφαση την απόφαση για διεκδίκηση μιας ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό δείχνει έτοιμοι να προσχωρήσει σε οριστικές διευθετήσεις την στιγμή που τα γεγονότα αλλάζουν παραμέτρους κι ανοίγουν παράθυρα ευκαιριών που οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε. Μακάρι να μην αποδειχτούν και σε αυτό το ζήτημα δέσμιοι του παρωχημένου διεθνισμού τους.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Κλείσαμε επτά χρόνια μνημονιακής πορείας. Επτά χρόνια πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών διδαγμάτων. Επτά χρόνια επαναπροσδιορισμού βασικών μεταπολιτευτικών αρχών. Επτά χρόνια κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού, της οικονομικής δραστηριότητας, της διεθνής εικόνας της χώρας. Επτά χρόνια που δεν αφήνουν πίσω τους φαγούρα αλλά επτά βαθιές, ανεξίτηλες πληγές.
1η πληγή: Η αδυναμία συνεννόησης του πολιτικού προσωπικού. Όταν τον Μάρτιο του 2009 κάλεσε ο Καραμανλής τους πολιτικούς αρχηγούς να συνεννοηθούν για την αντιμετώπιση της κρίσης που είχε αρχίσει να μας κυκλώνει όλη αντιπολίτευση από Παπανδρέου έως Καρατζαφέρη κατέθεσε τον οβολό της στο λαϊκισμό. Η χώρα δεν προχώρησε σε βαθιές τομές (με πρώτη την πλήρη αξιολόγηση δομών και προσώπων στο δημόσιο) και στοχευμένες περικοπές με την γνωστή μνγμονιακή συνέχεια.
2η πληγή: Το παιχνίδι αποφυγής των ευθυνών. Όταν ο Παπανδρέου επέλεξε να τυρβάζει περί άλλων όσο το έλλειμμα καταγράφονταν διψήφιο και να συκοφαντεί την χώρα ως διεφθαρμένη και Τιτανικό, αφήνοντας ανέγγιχτα τα 30 και πλέον δισ. ευρώ που θα μπορούσε να έχει συλλέξει από τις αγορές (έστω κι αν αμέσως μετά μας απέκλειαν!) απέδειξε ότι αυτό που τον ενδιέφερε ήταν αποκλειστικά να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αναπόφευκτης προσφυγής στο ΔΝΤ όπου για όλα θα φταίνε οι πάντες εκτός από τον ίδιο. Ευθυνοφοβία ενός πολιτικά ανύπαρκτου ηγέτη στην πιο κρίσιμη εθνική στιγμή των τελευταίων δεκαετιών.
3η πληγή: Εσφαλμένοι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές. Το ΔΝΤ ήρθε στην Ελλάδα με την έπαρση ενός οργανισμού που συνήθως αναλαμβάνει την ανοικοδόμηση υποανάπτυκτων χωρών και στηρίχτηκε σε υπερεκτιμημένους στόχους για να μας πείσει ότι σε λιγότερο από δυο χρόνια θα είχαμε ξεμπερδέψει. Σε μια χώρα με διαχρονικά ασθενική παραγωγή, ασταθές τραπεζικό σύστημα και κρατικοδίαιτη ιδιωτική οικονομία θεώρησαν ότι μερικές μεταρρυθμίσεις θα εκτόξευαν την ανάπτυξη υποεκτιμώντας δομικά στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας.
4η πληγή: Μείγμα πολιτικής και δημόσιο χρέος. Όπως και με τους πολλαπλασιαστές ο Σαμαράς εγκαίρως μίλησε για αλλαγή μίγματος πολιτικής. Όχι επειδή δεν χρειαζόμασταν δημοσιονομική προσαρμογή αλλά γιατί χωρίς αναπτυξιακά αντισταθμίσματα και με την κοινωνία σε υφεσιακή αφασία και εισοδηματική συρρίκνωση καμιά μεταρρύθμιση δεν θα αποδώσει άμεσα τα μέγιστα. Αφέθηκε να περάσει πολύτιμος χρόνος χωρίς παρεμβάσεις τύπου πακέτου Γιουνκέρ ή ποσοτικής χαλάρωσης για στήριξη των επιτοκίων δανεισμού βυθίζοντας ακόμη βαθύτερα το τσακισμένο Ευρωπαϊκό καράβι.
5η πληγή: Μεταρρυθμιστική αντίσταση. Είναι κοινό μυστικό πως οτιδήποτε προσπάθησε να αγγίξει τα στρεβλά «κεκτημένα» σε κάθε τομέα (συνδικαλισμός, δημόσιο τομέα, επιχειρηματική δραστηριότητα, δικαιοσύνη κλπ) έβρισκε σθεναρή αντίσταση από τις αντίστοιχες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες. Αυτό αντανακλάται και στην στάση των κομμάτων που στο όνομα της ψηφοθηρίας λύγιζαν κάτω από το βάρος των πιέσεων. Βήματα έχουν γίνει αλλά με αναγκαστικό τρόπο, χωρίς πίστη σε ένα καινούριο όραμα και με διάθεση αναίρεσης το συντομότερο δυνατό.
6η πληγή: Αγανάκτηση χωρίς σαφή στόχευση. Η περιβόητη πλατεία των Αγανακτισμένων περισσότερο παραπλανητικά λειτούργησε παρά συγκεκριμενοποίησε ένα σαφές εναλλακτικό μήνυμα. Αντιφατικές διαθέσεις από την ακροδεξιά έως την ακροαριστερά πολλές εκ των οποίων φοβούνταν να αρθρώσουν αυτό που κατά βάθος πίστευαν, την επιστροφή στη δραχμή. Γι’ αυτό και σύντομα το κίνημα ξέφτισε αφήνοντας πίσω του μόνο κάτι γραφικές φιγούρες και τη θυμική, συγκρουσιακή διάθεση χωρίς στόχο, καλά κρυμμένη στις ψυχές μας.
7η πληγή: Δημιουργική ασάφεια. Η τελευταία, η πιο πρόσφατη και πιο οδυνηρή πληγή ήταν η δημιουργική ασάφεια της αριστερής διαπραγμάτευσης και της αυταπάτης. Πάνω η οικονομία είχε αρχίσει να ανακτά βασικές ζωτικές λειτουργίες ήρθε η αριστερή μυθοπλασία να μας ξαναπείσει, χρόνια μετά τους Αγανακτισμένους, ότι υπάρχει εναλλακτικός δρόμος που περνάει από την θυμική σύγκρουση με τους δανειστές χωρίς απώλειες. Αυτό τον μύθο πληρώσαμε και θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε για χρόνια και θα πονάει περισσότερο από όλες γιατί ήρθε την στιγμή που η μεγάλη πληγή είχε αρχίσει να επουλώνει. Αργά, βασανιστικά αλλά σταθερά…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το αίσθημα ανακούφισης συγκρατημένης αισιοδοξίας που θέλει να μας πείσει ότι διαθέτει η κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα πολιτικά και οικονομικά σημάδια που ερμηνεύουν τα γεγονότα. Από που άραγε προκύπτει το υποτιθέμενο θετικό κλίμα;
Από την προοπτική υπογραφής μιας συμφωνίας που θα περιλαμβάνει μειώσεις και των υπαρχόντων συντάξεων που στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων θα ξεπερνά το 20%, ενώ σε κάποιες από αυτές το «μαχαίρι» θα μπει ακόμη πιο βαθιά μέχρι και 50%, και το αφορολόγητο να πέφτει τόσο χαμηλά που πλέον θα αναλογεί φόρος εισοδήματος και σε όσους λαμβάνουν μέχρι και κάτω από τον βασικό μισθό;
Από την εσωκομματική μουρμούρα, που παρόλο που δεν πρόκειται να εκφραστεί σε ευθεία αμφισβήτηση της κυβέρνησης ή καταψήφιση της συμφωνίας, αναδεικνύει όλες τις απορίες και το κλίμα αμφισβήτησης που επικρατεί στην κοινωνία και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, στους οποίους τα δυνητικά αντίμετρα φαντάζουν ως κοροϊδία μπρος στην επιβάρυνση από τα νέα μέτρα;
Δεν αρκεί για να εξομαλύνει την κατάσταση ούτε καν η υπόσχεση για εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων ρυθμίσεων για την αναδιάρθρωση του χρέους, εάν κι εφόσον πραγματοποιηθεί στην καλύτερη περίπτωση την ίδια περίοδο που θα εκτελούνται και τα μέτρα. Κι αυτό επειδή ναι μεν θα βοηθήσει στην ομαλότερη χρηματοδότηση της χώρας και την ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές, δεν θα μεταβάλλει όμως τίποτα όσον αφορά τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα και τη δημοσιονομική δυνατότητα στήριξης των ασθενέστερων.
Μόλις σήμερα ανακοινώθηκε ότι ο πληθωρισμός κινείται πλέον σε ισχυρό θετικό έδαφος, στο 1.7%, μετά από πολλά χρόνια αποπληθωρισμού. Δεν πρόκειται για ένα γεγονός που θα έπρεπε να μας χαροποιεί γιατί δεν οφείλεται σε μια δυναμική στροφή της οικονομίας που γεννά αυξημένη ζήτηση (καταναλωτική ή εξαγωγική).
Ο πληθωρισμός προέρχεται από τους νέους φόρους και κυρίως από την αύξηση των τιμών σε καύσιμα, ποτά και τσιγάρα. Μια χώρα ακόμη στα όρια της ύφεσης. Στασιμοπληθωρισμός δηλαδή. Μια γάγγραινα χειρότερη από τον αποπληθωρισμό που μειώνει περισσότερο την αγοραστική αξία των εισοδημάτων. Οικονομικός βούρκος, δηλαδή!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ενώ ο τόπος βοά για τις νέες αποκαλύψεις για το ταξίδι του Νίκου Παππά στην Βενεζουέλα και τις… υψηλές επαφές του μέχρι και με εκλεκτά στελέχη του… υποκόσμου, την περαιτέρω διερεύνηση των οποίων αποφεύγει κρυπτόμενος πίσω από την σαθρή δικαιολογία του ότι τότε δεν ήταν βουλευτής και υπουργός λες κι ένα ενεργό πολιτικό στέλεχος μεγάλου κόμματος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη ανάμειξης σε περίεργες συναλλαγές, έρχεται από πλευράς του ο αντιπερισπασμός με θεσμικές συναντήσεις ανακοινώσεις για την λειτουργία του μητρώου ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.
Τι εννοεί ο υπουργός όταν ευαγγελίζεται το τέλος της ανομίας και της ανωνυμίας στο διαδίκτυο; Είναι γεγονός ότι κατά καιρούς έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου έγινε κατάχρηση της άνεσης που δίνει το ψηφιακό τοπίο για απρόσκοπτη έκφραση γνώμης καταλήγοντας στην διασπορά ψευδών ειδήσεων μέχρι και την αήθη σπίλωση συγκεκριμένων πολιτικών και άλλων δημοσίων προσώπων.
Μόνο που η ζημιά των κάθε λογής fake news, όπως αποδείχτηκε και πρόσφατα με το «πρωταπριλιάτικο αστείο¨ για την παραίτηση Στουρνάρα, συνήθως προέρχεται από συστημικά μέσα που κάτω από το άγχος της κυμαινόμενης αναγνωσιμότητας σκαρφίζονται παραπλανητικούς τίτλους ή κατασκευάζουν ειδήσεις που δεν ισχύουν μόνο και μόνο για μερικά παραπάνω κλικαρίσματα.
Από την άλλη η αυτορύθμιση του χώρου στηρίζεται τόσο στην άμεση απαξίωση από τους αναγνώστες όσων καταφεύγουν σε τέτοια μέσα αλλά και στην δυνατότητα μήνυσης, από οποιονδήποτε θεωρεί ότι θίγεται, για συκοφαντική δυσφήμιση στην οποία περίπτωση μπορεί να αρθεί κάθε ανωνυμία. Σε τι ουσιαστικά χρησιμεύει λοιπόν η επιβολή της πλήρους επωνυμίας ή η καταγραφή κάθε ενημερωτικού site σε σχετικά κρατικά κιτάπια αν όχι για την «εκκαθάριση» του χώρου από παρείσακτους και καιροσκόπους;
Επί της ουσίας δεν αποσκοπεί σε τίποτε παραπάνω από την δυνατότητα πιο κεντρικής διαχείρισης της κρατικής διαφήμισης που κατευθύνεται προς τα διαδικτυακά portal. Κυρίως δε, με την ρύθμιση που προωθείται για καταβολή του 30% αυτών των πόρων προς τα περιφερειακά μέσα, η κυβέρνηση διαχειρίζεται το ισχυρό «όπλο» της οικονομικής στήριξης κάποιων φωνών ανά την επαρχία σε μια περίοδο που η διαφήμιση που προκύπτει από την ίδια την αγορά φθίνει μέρα με την μέρα λόγω της οικονομικής κρίσης.
Αν θα υπάρχει κάποιο σχετικό πολιτικό «αντίτιμο» ή χωρίς είναι κάτι που θα φανεί στην πράξη. Η ελεύθερη έκφραση πάντως είναι δεδομένο ότι δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από την κρατική επίβλεψη. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει ως αυτοφυές ένστικτο των ελεύθερων ανθρώπων που επιθυμούν να καταγράφουν με κάθε τρόπο της γνώμης και να την μεταδίδουν στους γύρω τους κι αυτό κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να το ελέγξει.
Με άποψη μέχρι τέλους, όπως λέμε κι εδώ στο LastPoint.gr…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όποιος κατάλαβε τι ήταν αυτό που επέβαλε στον Σημίτη να δώσει τηλεοπτική συνέντευξη μετά από σχεδόν 15 χρόνια να σηκώσει το χέρι του;
Υπήρχε ανάγκη υπεράσπισης της θητείας του μετά από τόσα χρόνια; Η κρίση μας ταλανίζει εδώ και οκτώ χρόνια κι ότι είχε να ειπωθεί από πλευράς τους για το τι οικονομία παρέδωσε και τις ευθύνες… των άλλων (ο Έλληνας δεν ευθύνεται ποτέ ο ίδιος για τίποτα!) μας το γράψει σε σχετική αρθρογραφία του πολλές φορές.
Φυσικά απέφυγε να σχολιάσει το γεγονός ότι μεταρρυθμιστικά ήμασταν απολύτως ανέτοιμοι και η είσοδος στο ευρώ ήρθε ως προεκλογική χάρη της τότε σοσιαλδημοκρατικής Ευρώπης στον ομοϊδεάτη της. Αρκέστηκε να μιλήσει για τα οικονομικά στοιχεία που παρέδωσε, χωρίς να επισημάνει ότι αμέσως μετά μπήκαμε σε επιτήρηση από την Ε.Ε. προφανώς όχι επειδή το επέβαλλε η ΝΔ, και να μας υπενθυμίσει τις μεταρρυθμιστικές… αρετές του που το μόνο που άφησαν πίσω τους ήταν ένα κατεστραμμένο ασφαλιστικό κι ένα διεφθαρμένο κι αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα.
Υπήρχε εσωκομματικό θέμα στο όποιο έπρεπε να παρέμβει με τον θεσμικό και ιστορικό ρόλο του; Η κεντροαριστερά ψελλίζει τα περί ενιαίου φορέα εδώ και κάποια χρόνια χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα κι άλλωστε ο ίδιος έδωσε στην συνέντευξη του την εντύπωση του απογοητευμένου από το όλο εγχείρημα.
Προέκυψε ένα σοβαρό εθνικό θέμα και θέλησε να μας διαφωτίσει στηριζόμενος στο «επιτυχημένο» παρελθόν του; Ούτε καν άγγιξε αυτά τα θέματα σε βάθος πέρα από την προτροπή να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να διευθετήσουμε τις διαφορές με την Τουρκία λες κι αγνοεί ότι εκεί παίρνονται αποφάσεις με πολιτική χροιά που μπορεί να αποβούν μοιραίες αν προκύψουν σε λάθος χρονική συγκυρία
Γιατί επείγονταν λοιπόν να μας θυμίσει την παρουσία του; Γιατί αυτή η προσπάθεια αγιοποίησης του αρχιερέα της διαπλοκής που για την διαφθορά της εποχής του μουρμούρισε κάτι για «κοινωνικό φαινόμενο» λες και οι δομές και ο έλεγχος δεν είναι ευθύνη της πολιτείας;
Όσοι πιστεύουν ότι το μέλλον της χώρας μπορεί να είναι συνυφασμένο με τους σκελετούς μιας από τις πιο σκοτεινές και σκανδαλώδεις περιόδους της μεταπολίτευσης τότε μάλλον δεν έχουν καταλάβει τι συμβαίνει στη χώρα τα τελευταία χρόνια.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έκανε μια γενναία κίνηση εθνικής ενότητας. Αναγνωρίζοντας επίσημα το ΚΚΕ του έδωσε το δικαίωμα, παρά τις θεωρίες του για την δικτατορία του προλεταριάτου, να κινείται μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας εκτονώνοντας ένα μεγάλο μέρος της μετεμφυλιακής φόρτισης που συνέχιζε να σιγοβράζει στα στήθια πολλών αριστερών. Οι «ηττημένοι» ενός μαρτυρικού κοινωνικού διχασμού βρήκαν την θέση τους στον πολιτικό χάρτη και τους δόθηκε το συνταγματικό δικαίωμα ακόμη και να αμφισβητούν κοινοβουλευτικά την ίδια την φύση του συστήματος. Τους αποστέρησε όμως την επιχειρηματολογία του μαζικού ένοπλου αγώνα που έκτοτε εκδηλώθηκε μόνο μέσα από μεμονωμένες τρομοκρατικές κινήσεις.
Το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να χτίσει πάνω σε αυτή την σημαντική αλλαγή και να οικειοποιηθεί εκ του ασφαλούς την συγκεκριμένη εκλογική πελατεία. Έδωσε αφειδώς και άκριτα συντάξεις για την Εθνική Αντίσταση. Μνημεία και αγάλματα γέμισαν τις πλατείες ακόμη κι από ανθρώπους που πρωτοστάτησαν στη σφαγή χιλιάδων συμπατριωτών τους. Το αριστερό αφήγημα απέκτησε μέσα από την αστική ζεστασιά του ρουσφετιού και των επιδοτήσεων μια νέα μορφή που όμως θυματοποιούσε με τον ίδιο τρόπο την μια πλευρά του εμφυλίου και ενοχοποιούσε, στιγμάτιζε την άλλη.
Παρόλα αυτά οι γενικότερες εξελίξεις επέτρεψαν την σχετική εξομάλυνση των αντιθέσεων. Η κατάληψη της εξουσίας το 1981 λειτούργησε λυτρωτικά για μεγάλο μέρος της κοινωνίας και η σχεδόν ενοχική στάση των Δεξιών, που συχνά «τιμωρήθηκαν» από το νέο καθεστώς, τους επέτρεψε να βιώσουν μια μικρή αλλά σημαντική συναισθηματική ρεβάνς. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση, επιβεβαιώθηκε η σιγουριά που υπήρχε για την χρήση αντιδεξιάς, ταξικής ρητορικής. Μόνο που ποτέ έως δεν έφτανε με ένταση και πάθος στον πυρήνα της εμφυλιακής διαμάχης.
Η φιέστα που στήθηκε για τα εγκαίνια του μουσείου του Νίκου Μπελογιάννη πιστοποιεί την οριστική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην χρήση διχαστικών συνδρόμων με την ελπίδα να αποτρέψει οργισμένους από την πολιτική του πολίτες, που δεν ανήκουν στην ΝΔ, να κατευθυνθούν εκλογικά προς αυτή. Τι ακριβώς τιμά το επίσημο ελληνικό κράτος από τον βίο και την πολιτεία του Νίκου Μπελογιάννη;
Δεν διαθέτει καν μια ουσιαστική αντιστασιακή δράση κατά την περίοδο της κατοχής. Δεν κινήθηκε παρά μόνο ως πρωτοπαλίκαρο του Βελουχιώτη σκορπώντας τον θάνατο. Δεν συνεισέφερε τίποτα στην μεταπολεμική ομαλότητα παρά κατασκοπευτική δράση. Δεν αρκεί ο ρομαντισμός του κόκκινου γαρύφαλλου ή η αδικία της εκτέλεσης για να σβήσουν οι σκληρές μνήμες, ούτε φυσικά για να δικαιολογήσουν.
Η σημερινή κυβέρνηση μας έχει συνηθίσει σε μικροπολιτικά παιχνίδια ασάφειας και αυταπάτης αλλά όταν εμπλέκεις στο δημόσιο διάλογο ένα τόσο λεπτό θέμα όπως μια εμφύλια διαμάχη που άφησε πίσω της πόνο, δάκρυα και εκατόμβες νεκρών, τότε μάλλον έχεις χάσει κάθε μέτρο αξιοπρέπειας και σοβαρότητας. Σε μια εξαιρετική δυσχερή για την χώρα περίοδο το μόνο που δεν έχουμε ανάγκη είναι νέες εστίες σύγκρουσης, νέες δικαιολογίες αναζωπύρωσης των πιο ακραίων φωνών.
Τελικά αυτή η κυβερνητική πλειοψηφία κι ο επικεφαλής της Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο θα υπογράψουν οτιδήποτε για να μην χάσουν την πρόσβαση στους θώκους τους αλλά είναι έτοιμοι να θυσιάσουν μέχρι και την κοινωνική ειρήνη για να δημιουργήσουν στο εκλογικό σώμα συσπειρώσεις κι αντισυσπειρώσεις που πιστεύουν ότι τους εξυπηρετούν. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα λερωθούν μέχρι το λαιμό από τα λύματα της πιο ρυπαρής εθνικής περιόδου. Ο εμφύλιος τέλειωσε, αν δεν το καταλάβατε…
