Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η τηλεοπτική αναφορά του πρώην υπουργού κ. Ξυδάκη στη δραχμή είχε μια διάθεση θεσμικής συζήτησης που θα διαφώτιζε την κοινωνία για την διαδικασία, τις προκλήσεις και τις επιπτώσεις μιας επιστροφής στη δραχμή (ο ίδιος βέβαια έχει μιλήσει για ένδοξο παρελθόν επί εθνικού νομίσματος)!
Ακόμη κι αν όλο αυτό ήταν μια προσωπική αναφορά στα πλαίσια της πικρίας για την απώλεια του υπουργικού θώκου που γεννά αντιδράσεις, διάθεση για αντιπερισπασμούς και παρεμβάσεις που θα θυμίζουν στην ηγεσία ότι παραμένει παρών στις εξελίξεις και ανταποδίδει με τον τρόπο του το… κακό που του έκαναν επαναφέροντας μια συζήτηση που πληγώνει την κυβέρνηση υπενθυμίζοντας τις… “δοξασμένες” μέρες των διαπραγματεύσεων του 2015.
Ακόμη κι αν το πάρουμε ως μια… ατυχή στιγμή που παρερμηνεύτηκε ενώ η πρόθεση του ομιλητή ήταν διαφορετική! Η απορία παραμένει ισχυρή και αμετακίνητη από την πρώτη μέρα διακυβέρνησης της… πρώτης φοράς αριστερά. Μπορεί ο σχεδιασμός Βαρουφάκη με την άδεια Τσίπρα για IOU, παράλληλο τραπεζικό σύστημα και ευθεία σύγκρουση με τους δανειστές να μην προχώρησε την τελευταία στιγμή αλλά κατά πόσο παραμένει ένα δυνητικό σενάριο στα μυαλά κάποιων παραγόντων του Μαξίμου.
Η εξουσία είναι όντως ο πρώτιστος στόχος τους και δεν θα την εγκαταλείψουν τόσο εύκολα. Είναι προφανώς διατεθειμένοι να υπογράψουν τα πάντα στο βαθμό βέβαια που θα έχουν την δυνατότητα να ντύσουν τις όποιες επιλογές τους με μια αίσθηση αμοιβαίου οφέλους για την χώρα και την Ε.Ε. Ξέροντας ότι νέες περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο δεν θα γίνουν αποδεκτές ούτε από τον σκληρό κομματικό πυρήνα μήπως κάποιοι απεργάζονται το παλιό αγαπημένο σενάριο ως έσχατη λύση ηρωικής εξόδου;
Πάντως πέρα από τις προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ το γεγονός ότι η συζήτηση για το εθνικό νόμισμα παραμένει στην ημερήσια διάταξη κι ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, βυθισμένο στα οικονομικά αδιέξοδα και την επιστημονική άγνοια επί του θέματος, αναζητεί μια πιθανή λύση σε αυτά τα επικίνδυνα μονοπάτια, είναι κάτι που θα πρέπει να μας απασχολήσει όλους και κυρίως το πολιτικό σύστημα.
Δεν νοείται μετά από τόσες εμπεριστατωμένες αναλύσεις, προσωπικά είχα αρχίσει την σχετική αρθρογραφία από τις αρχές του 2010, να διευρύνεται το σώμα των ανθρώπων που πείθονται ότι μια χώρα χωρίς παραγωγή και με όση υπάρχει εξαρτώμενη από τις εισαγωγές πρώτων υλών, χωρίς ενεργειακή επάρκεια και συναλλαγματικά διαθέσιμα θα μπορέσει να αντέξει την κατρακύλα του νομίσματος και των περιουσιακών αξιών και τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις.
Προφανώς κάτι δεν πήγε καλά στην ενημέρωση της κοινωνίας ή η θυμική αντίδραση μας δεν τρυπιέται από καμιά ορθολογική ανάλυση σε αυτοκτονικό πλέον βαθμό!+
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Η κατάρρευση της Βενεζουέλας και οι πρωτότυπες κυβερνητικές επιλογές για την αντιμετώπιση της, όπως η τριήμερη αργία εργασιών για εξοικονόμηση ενέργειας ή οι σκηνές ανεξέλεγκτου κοινωνικού αυτοματισμού, χρησίμευσαν στην εγχώρια αναπαραγωγής τους ως δείγμα φαιδρότητας ή μνημείο αποφυγής πολιτικής πρακτικής. Ελάχιστα ασχοληθήκαμε με τα διδάγματα που θα έπρεπε να προκύψουν από τις γενικότερες εξελίξεις στην Λατινική Αμερική, περίπου όπως έγινε και με την υπόθεση της Αργεντινής.
Οι κακές αγορές, τα κοράκια, η διεθνής συνωμοσία του μεγάλου κεφαλαίου κι άλλες τέτοιες εύπεπτες, γραμμικές αναλύσεις ήρθαν να καλύψουν το κενό της λογικής χαρίζοντας αφειδώς ευφάνταστα επιχειρήματα για τον ηρωισμό των λατίνων επαναστατών. Υπάρχουν όμως δυο πολύ βασικά συμπεράσματα που θα ήταν χρήσιμο να τα συμπεριλάβουμε στην προσέγγιση μας αν θέλουμε να διδαχθούμε κάτι από την εκεί πτώση του σοσιαλιστικού μύθου. Αυτά αφορούν την φενάκη της πετρελαϊκής αυτάρκειας και τον συναισθηματισμό του εθνικού νομίσματος.
Η Βενεζουέλα, μια χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου, μετατόπισε όλον τον παραγωγικό της σχεδιασμό (άλλοτε πιο γεωργικός) προς αυτή την επιχειρηματική δραστηριότητα κάνοντας την οικονομία απολύτως ελεγχόμενη από τις διαχρονικά δεδομένες μεταπτώσεις των τιμών του. Με το 80% των εξαγωγών της και το 1/3 του ΑΕΠ της να αφορούν την ενέργεια, ήταν σίγουρο ότι όταν θα προέκυπτε απότομη πτώση των τιμών, είτε από κερδοσκοπικά παιχνίδια, είτε από πραγματική διαφοροποίηση στην επάρκεια, θα ήταν τόσο ευάλωτη, που σε συνδυασμό με την εσωτερική πολιτική κρίση και τις πληθωριστικές πιέσεις, θα αποκαλύπτονταν η γύμνια της απέναντι σε αντίξοες συνθήκες.
Αυτό που επιπρόσθετα θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν οι εγχώριοι ταγοί είναι ότι η σημερινή κατάσταση με τις αφύσικα χαμηλές τιμές πετρελαίου δεν θα συνεχιστεί επ” άπειρον όπως φυσικά θα συμβεί και τα μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια της ΕΚΤ που δεν θα αργήσει η στιγμή που θα πάρουν και πάλι την ανιούσα. Οι θετικές επιπτώσεις αυτών των δυο στοιχείων αποτρέπουν την εμφάνιση ακόμη βαθύτερων υφεσιακών τάσεων. Είμαστε όμως προετοιμασμένοι για την αντιμετώπιση της αντίστροφης πορείας ή θα βρεθούμε προ δυσάρεστων εκπλήξεων και επιδείνωση όλων των δεικτών;
Το δεύτερο στοιχείο που είναι άξιο προσοχής αφορά την απόδειξη ότι ένα εθνικό νόμισμα δεν διασφαλίζει καμιά αυτονομία, ειδικά στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Η διαρκής υποτίμηση του νομίσματος και η προσπάθεια επιλεκτικής κάλυψης των απωλειών στα χαμηλότερα εισοδήματα δεν αποτελεί καμιά φαεινή ιδέα. Είναι μια αντίστροφη πορεία από την εσωτερική υποτίμηση των άμεσων εισοδηματικών περικοπών που οδηγεί όμως στα ίδια αποτελέσματα. Όταν μάλιστα το επίπεδο χρέους έχει ήδη φθάσει σε μη εξυπηρετούμενα επίπεδα, απότοκο της λαϊκίστικης σοσιαλιστικής παροχολογίας, δεν υπάρχει καν η δυνατότητα παροδικής χρηματοδότησης της αγοράς ώστε να αμβλυνθούν πρόσκαιρα οι επιπτώσεις της νομισματικής υποτίμησης.
Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, οι εθνικοπατριωτικές κορώνες και οι άκρατοι συναισθηματισμοί μπορεί να κινητοποιούν στιγμιαία πλατιές λαϊκές μάζες, σκάνε όμως σαν γιγάντιες τσιχλόφουσκες μπρος στον κυνισμό του πραγματισμού. Αν οι κυβερνώντες μας ωφεληθούν έστω κι ελάχιστα από τα διδάγματα της Βενεζουέλας και εμπλουτίσουν τον ιδεοληπτικό δογματισμό τους με δόσεις ρεαλισμού ίσως αποφευχθούν τα πολύ χειρότερα. Αλλιώς…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Όσο στην Ελλάδα… διαπραγματευόμαστε με τις εμμονές της… αριστερής διακυβέρνησης για την πανάκεια της απομείωσης του χρέους (που όμως τελικά παραδέχεται ότι δεν χρειάζεται κούρεμα και είναι απολύτως βιώσιμο μέχρι το 2022!), στην Ευρώπη και γενικότερα στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα εξελίσσεται ένας ανηλεής νομισματικός πόλεμος τις επιπτώσεις του οποίου συχνά αγνοούμε ή ηθελημένα παραβλέπουμε.
Ο αποπληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνεχίζεται για έναν ακόμη μήνα και ταυτόχρονα οι προβλέψεις για ανάκαμψη παραμένουν αναιμικές. Κι αν κάποιοι βιαστούν αν αποδώσουν αυτή τη στασιμότητα στην μεγάλη πτώση των χρηματιστηριακών τιμών των πρώτων υλών (κυρίως στην ενέργεια) ας ρίξουν μια ματιά στον δομικό πληθωρισμό (χωρίς δηλαδή την επίδραση της ενέργειας) που έπεσε από το 1% στο 0,8% για να αντιληφθούν ότι το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο κι έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητα της ποσοτικής χαλάρωσης την οποία με καθυστέρηση υιοθέτησε η ΕΚΤ.
Επίσης, το ευρώ αντί να κινηθεί προς την ευκταία, εδώ και χρόνια, πτωτική πορεία που θα ενίσχυε τον εξαγωγικό προσανατολισμό της, καταγράφει σταθερή ανοδική τάση. Οι κλυδωνισμοί στην Κινεζική οικονομία και άλλες αναπτυσσόμενες αγορές ενίσχυσαν την αποθεματική αξία του ευρώ και η επιθυμία της ΕΚΤ να συμβάλλει στην ελεγχόμενη διολίσθηση του ευρώ προς σχέση 1 προς 1 με το δολάριο δεν είχε την αναμενόμενη κατάληξη.
Είναι γεγονός ότι οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε αυτή η παρέμβαση από την ΕΚΤ δεν εκπληρώθηκαν πλήρως παρά τα πρώτα θετικά δείγματα κι αυτό επειδή η ρευστότητα την οποία διοχέτευσε στην αγορά δεν έφτασε στην πραγματική οικονομία με την μορφή πιστώσεων που γίνονται επενδύσεις ή κατανάλωση αλλά παρέμεινε εγκλωβισμένη στην προσπάθεια απομόχλευσης των τραπεζών, τις πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές περιουσιακών στοιχείων (όπως μετοχές και ακίνητα με χαρακτηριστικότερη την αγορά της Μ. Βρετανίας) και φυσικά τα κερδοσκοπικά νομισματικά παιχνίδια.
Αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουμε παγίδα ρευστότητας στήθηκε από την ίδια την διοικητική ασυμβατότητα και τις αντιθέσεις της Ευρωζώνης. Η νομισματική χαλάρωση δεν συμβάδισε χρονικά με την δημοσιονομική, αναπτυξιακή ενίσχυση του ακόμη αναμενόμενου πακέτου Γιουνκέρ. Έτσι τα οφέλη του Ευρωπαϊκού QE ήταν απείρως λιγότερα από αυτά του αντίστοιχου Αμερικανικού αφήνοντας μόνο πρόσκαιρες χρηματιστηριακές ανάσες χωρίς αντίκρυσμα στον παραγωγικό ιστό που παραμένει φοβισμένος από την προοπτική νέων αρνητικών εξελίξεων και εξαιτίας της συνέχισης της αβεβαιότητας στην Ελλάδα.
Μόνιμη και ουσιαστική ανάκαμψη στην εγχώρια οικονομία θα προκύψει μόνο εφόσον σταθεροποιηθούν και βελτιωθούν όλοι οι παράγοντες (πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί και τεχνολογικοί) που θα μετατρέψουν την χώρα μας σε ελκυστικό προορισμό επενδύσεων και επανέλθει ένας σημαντικός αριθμός καταθέσεων που θα επιτρέψει στην όποια Ευρωπαϊκή ρευστότητα έρθει προς τα μέρη μας να λειτουργήσει για τον σκοπό που υποτίθεται ότι δημιουργείται.
Αντίστοιχα κι η Ε.Ε. δεν πρόκειται να ανακτήσει της θέσης της στην παγκόσμια σκακιέρα αν δεν αποφασίσει και εκτελέσει ένα σχέδιο οργανωτικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα απελευθερώνει εθνικές δυνάμεις τις οποίες θα συνεπικουρεί με στοχευμένες παρεμβάσεις και νομοθετικές διευκολύνσεις. Αλλιώς μπορεί τα χειρότερα να μην τα έχουμε ακόμη δει.
Η Ελλάδα λίγο
πριν την ολοκλήρωση της μετάβασης στην μεταμνημονιακή εποχή βρίσκεται
στο χείλος μιας περιπέτειας που μπορεί πρόσκαιρα να ικανοποιήσει το πληγωμένο
θυμικό της κοινωνίας αλλά στην ουσία θα δημιουργήσει, στην καλύτερη των
περιπτώσεων, μια παρατεταμένη αστάθεια που θα φέρει τη χώρα αρκετά βήματα πίσω
από τον κύριο στόχο που είναι η ταχύτατη επιστροφή στην ανάπτυξη και η
αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Ίσως το πιο
δυσάρεστο να είναι ότι ενώ πλέον υπάρχει ένα διεθνές περιβάλλον που
δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ξεπεράσει και τους πιο αισιόδοξους
αναπτυξιακούς υπολογισμούς της αρκεί και μια νεκρή μετεκλογική περίοδος
κάποιων μηνών για να μας αποτρέψει από το να εκμεταλλευτούμε όλους αυτούς τους
ευεργετικούς παράγοντες ώστε να προσελκύσουμε περισσότερες επενδύσεις
και να δημιουργήσουμε ακόμα πιο πολλές θέσεις εργασίας.
Η σημαντική
διολίσθηση του ευρώ που το τελευταίο διάστημα έχει χάσει πάνω από το 15%
της αξίας του, μια εξέλιξη που όλοι επιζητούσαμε εδώ και χρόνια ως προωθητική
δύναμη για την εξωστρέφεια της οικονομίας μας, επιτέλους συμβαίνει και μοιάζει
να υπάρχει η τάση να συνεχιστεί. Ο ενεργειακός πόλεμος, που επιτείνεται
με το θέμα των κυρώσεων προς την Ρωσία, χαμηλώνει καίρια το κόστος των
επιχειρήσεων επιτρέποντας συμπίεση των τιμών άρα και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα
των εξαγώγιμων ελληνικών προϊόντων.
Γεωπολιτικά η χώρα μας συνεχίζει να αποτελεί όαση σε
ένα ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που ταλανίζεται από συγκρούσεις και στο βαθμό που
θα έβγαινε άμεσα στις αγορές επιστρέφοντας πλήρως στην κανονικότητα θα είχε
μετατραπεί σε ασφαλές καταφύγιο για τα κεφάλαια πολλών που σκέφτονται σοβαρά να
προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα. Τώρα μάλιστα που η προοπτική
εξόρυξης σημαντικών ποσοτήτων υδρογονανθράκων από το υπέδαφος της και η διάθεση
της Κίνας να καταστήσει τον Πειραιά σε κορυφαίο διαμετακομιστικό κέντρο την
οχυρώνουν ενισχύοντας το προφίλ της χώρας, δίνουν την ευκαιρία για ένα αναπτυξιακό
άλμα που θα αντιστρέψει με γοργούς ρυθμούς τις επιπτώσεις των μνημονιακών
περιορισμών.
Δυστυχώς η παρωχημένη
πλέον ιστορική συζήτηση για το πως η Ελλάδα βρέθηκε στην πόρτα της τρόικας
και τα λάθη των πολιτικών που ακολουθήθηκαν απειλεί να αποσύρει τη χώρα από το
αναπτυξιακό προσκήνιο, που φάνηκε ότι άρχισε να μπαίνει στα τελευταία τρίμηνα,
καταδικάζοντας την σε μια νέα πορεία εσωστρέφειας και οικονομικής
καχεξίας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Ο γνωστός για τις επιθετικές δηλώσεις του κ.Φάρατζ έκανε και πάλι το
θαύμα του. Επιτέθηκε στον Έλληνα πρωθυπουργό μιλώντας για έλλειψη δημοκρατίας,
χρησιμοποιώντας λογοπαίγνια αλλά όπως συνήθως λίγα μας είπε για τις δικές του
προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, ούτε καν θυμήθηκε να εκφράσει
πρώτα απ’ όλα τη στήριξη του στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Δεν μας εκπλήσσει
τίποτα από αυτά. Άλλωστε ο Φάρατζ έχει ένα προσωπικό στυλ που τον έχει
εγκλωβίσει στην αναπαραγωγή ενός ύφους που διχάζει το ακροατήριο του σε
κάποιους ένθερμους υποστηρικτές αλλά και σε ακόμα περισσότερους ορκισμένους
εχθρούς.
Ο Άγγλος πολιτικός διαθέτει όλα τα «προσόντα» της επικοινωνιακής
υπερβολής και μοιάζει να στηρίζει την ύπαρξη του σε αυτή τη ρητορική
ακρότητα που λειτουργεί ως ευκολοχώνευτο εκτονωτικό στοιχείο για το γενικευμένο
ευρωσκεπτικισμό. Μηδενιστικές απόψεις για τις δεδομένες δυσλειτουργίες της
Ε.Ε., μερικές εθνικιστικές βρετανικές κορώνες απομεινάρια του ένδοξου
παρελθόντος, κάποιες δόσεις αναρχοφιλελευθερισμού και λίγος υποβολιμαίος
ρατσισμός συνθέτουν τα απαραίτητα συστατικά για τη συντήρηση της εικόνας του
«συνεπούς» αντισυμβατικού.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα και για λίγα ψίχουλα επιπρόσθετης προβολής δεν
δίστασε να μιλήσει για μη δημοκρατία, λες και ο Σαμαράς δεν είναι ο εκλεγμένος
πρόεδρος του μεγαλύτερου ελληνικού κόμματος κι ο πρωθυπουργός που επέλεξε η
πλειοψηφία του λαού και της παρούσας βουλής. Λησμονεί φυσικά ότι ακόμα και
την εποχή της επιλογής Παπανδρέου για προσφυγή στο ΔΝΤ συνέχιζε να τον
στηρίζει πάνω από το 40% του λαού, ποσοστό που ξεπερνούσε το 30% σχεδόν 1,5
χρόνο μετά, για να αρχίσει η ραγδαία φθορά μόνο όταν έγινε προφανές ότι θα
χρειάζονταν επιπρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα και προέκυψε η δίνη της
περιβόητης ιδέας περί δημοψηφίσματος.
Δεν μπορεί λοιπόν να αρθρώνει ο Φάρατζ κορώνες περί αντιδημοκρατικότητας
όταν ο ελληνικός λαός είναι συνειδητά στη συντριπτική του πλειοψηφία υπέρ
του ευρώ και αυτό που αναζητούσε δεν ήταν μια «βίαια» σύγκρουση με τους
δανειστές που θα οδηγούσε στην περιπέτεια της δραχμής αλλά μια ρεαλιστική διαπραγμάτευση
πάνω στους περιορισμούς του μνημονίου.
Ακόμα κι ο ΣΥΡΙΖΑ που εξελίχθηκε στον αντίπαλο πόλο, όσο κι αν δυσκολεύεται
να αποδείξει πως θα...σύρει όλη την Ευρώπη στις δικές του θέσεις, από τη μια χρησιμοποιούσε
για εγχώρια κατανάλωση την μονομερή κατάργηση του μνημονίου (το οποίο
έτσι κι αλλιώς δεν θα υπάρχει ως τις επόμενες εκλογές!) αλλά από την άλλη
ουσιαστικά αναφερόταν στη διαπραγμάτευση μιας βελτιωμένης σύμβασης!
Τις νουθεσίες του για την επιστροφή τη δραχμή θα την έπαιρνα ως ένα
θεωρητικό αντιευρωπαϊκό μανιφέστο, αν δεν συνοδεύονταν από τη γελοία
διαβεβαίωση ότι Βρετανοί επιχειρηματίες είναι έτοιμοι να επενδύσουν άμεσα στην
Ελλάδα της δραχμής. Εκτός κι αν αναφερόταν στα «γεράκια» του real estate που κι αυτοί θα
χρειάζονταν ένα εύλογο διάστημα, μιας σχετικής πολιτικής και κοινωνικής
σταθεροποίησης για να κάνουν την οποιαδήποτε κίνηση, καμιά σοβαρή παραγωγική
επένδυση δεν θα γινόταν σε μια χώρα με διαλυμένο τραπεζικό σύστημα, πανάκριβες
εισαγόμενες πρώτες ύλες και πλήρη επενδυτική ανασφάλεια.
Ακόμα πιο ατυχής είναι η παραίνεση να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ισλανδίας ενώ είναι δεδομένο ότι καμιά σχέση δεν έχουν οι δυο περιπτώσεις. Δημοσιονομικό το δικό μας πρόβλημα που μετατράπηκε σε τραπεζικό, ακριβώς το αντίστροφο της Ισλανδίας. Ισχυρότατη εξαγωγική παραγωγική βάση η Ισλανδία, σε αναζήτηση εξωστρεφούς αναπτυξιακού μοντέλου εμείς. Η Ισλανδία ολοκλήρωσε το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του ΔΝΤ, εμείς προσπαθήσαμε να αποφύγουμε και τις πιο αυτονόητες.
Ακόμα πιο ατυχής είναι η παραίνεση να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ισλανδίας ενώ είναι δεδομένο ότι καμιά σχέση δεν έχουν οι δυο περιπτώσεις. Δημοσιονομικό το δικό μας πρόβλημα που μετατράπηκε σε τραπεζικό, ακριβώς το αντίστροφο της Ισλανδίας. Ισχυρότατη εξαγωγική παραγωγική βάση η Ισλανδία, σε αναζήτηση εξωστρεφούς αναπτυξιακού μοντέλου εμείς. Η Ισλανδία ολοκλήρωσε το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του ΔΝΤ, εμείς προσπαθήσαμε να αποφύγουμε και τις πιο αυτονόητες.
Δυσκολεύομαι επίσης να θυμηθώ τη στάση του Φάρατζ σχετικά με τις πρόσφατες παραινέσεις
του ΔΝΤ προς τη Βρετανία για περιορισμό της λιτότητας και στροφή προς την
ανάπτυξη. Όπως αδυνατώ να ανακαλέσω από τη μνήμη μου και κάποια δήλωση του για
στήριξη της Ελλάδας στο μεταναστευτικό θέμα.
Το ουσιαστικό με την περίπτωση Φάρατζ είναι ότι κρίσιμα ζητήματα όπως το διοικητικό
και παραγωγικό μέλλον της Ε.Ε. δεν μπορούν να αφήνονται σε προσωπικότητες
που δεν έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν τις πραγματικές αγκυλώσεις και
αδυναμίες του σημερινού ευρωπαϊκού μοντέλου και να προτείνουν εκείνες τις
παρεμβάσεις που θα βελτιώσουν δεν θα απορυθμίσουν πλήρως τις δομές της.
Να αναγνωρίσουν την ανάγκη για περισσότερη Ευρώπη στην εποπτεία του
χρηματοπιστωτικού συστήματος και της άπληστης κερδοσκοπίας με διαχωρισμό
των λιανικών από τις επενδυτικές δράσεις αλλά και για μεγαλύτερο σεβασμό στις εθνικές
ιδιαιτερότητες και τις παραγωγικές προτεραιότητες κάθε χώρας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Όποιος ισχυριστεί ότι πριν τις προηγούμενες εκλογές διέβλεπε την ελάχιστη
πιθανότητα η προοπτική εξόδου της χώρας στις αγορές να αποτελεί κεντρικό
ζητούμενο πριν καλά, καλά ανατείλει το 2014, θα πρέπει να είναι ή μεγάλος
υποκριτής ή να έχει το «κληρονομικό» χάρισμα των προβλέψεων οπότε τον
περιμένει μια λαμπρή καριέρα στο σχετικό χώρο! Κι όμως κανείς πλέον δεν
αποκλείει μια τέτοια εξέλιξη. Ακόμα κι όσοι ενίστανται αναφέρονται
αποκλειστικά στη δεδομένη αδυναμία για την άμεση έκδοση δεκαετούς ομολόγου.
Υπάρχει όμως η δυνατότητα να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα
επιτρέπουν μια τέτοια κίνηση να πραγματοποιηθεί, όχι το δεύτερο εξάμηνο του
χρόνου, αλλά λίγο πριν τις ευρωεκλογές; Πως θα προκύψουν τα απαραίτητα
προαπαιτούμενα και τι θα σημαίνει για τη χώρα και την κυβέρνηση μια
επιτυχής επιστροφή στις αγορές ακόμα νωρίτερα του αναμενομένου;
Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει μέχρι τα τέλη Μαρτίου να έχει ανακοινωθεί επισήμως
η επίτευξη ενός ισχυρού πρωτογενούς πλεονάσματος που πιθανότατα θα
προσεγγίζει το 1 δις ευρώ. Τις επόμενες μέρες, οι θετικές διεθνείς
αντιδράσεις για τη δημοσιονομική εξυγίανση της Ελλάδας να συνδυαστούν με
μια σαφέστατη πολιτική δήλωση από πλευράς Ε.Ε. που θα επιβεβαιώνει την απόφαση
για άμεση ρύθμιση του ελληνικού χρέους και θα δίνει, έστω αδρά, ακόμα και
ημι-επίσημα, το περίγραμμα των πιθανών παρεμβάσεων.
Η αποκλιμάκωση των spreads όλων των
χωρών που ολοκληρώνουν τα προγράμματα προσαρμογής είναι ραγδαία. Η Ιρλανδία ήδη
πέτυχε χρηματοδότηση από τις αγορές με πολύ ανταγωνιστικά επιτόκια. Ταυτόχρονα
η Ευρώπη δείχνει να αποτελεί και πάλι πόλο έλξης των διεθνών
χρηματοοικονομικών επενδυτών για μια σειρά λόγων που αφορούν από την
απομόχλευση των τραπεζών μέχρι τις εξελίξεις με το QE στις ΗΠΑ.
Σε αυτό το κλίμα λοιπόν, κι αν ως έμμεση επιβράβευση στην Ελλάδα,
αλλά κι ως ένδειξη του σταθεροποιημένου περιβάλλοντος στην Ε.Ε. ενόψει
ευρωεκλογών υπάρξει πρόθεση του ESM να στηρίξει την έκδοση του ελληνικού ομολόγου με μερική απορρόφηση
χρεογράφων, τα επιτόκια μας που σήμερα κινούνται κάτω του 8% δεν αποκλείεται να
βρεθούν κοντά στο 6% ακόμα και μέσα στον Απρίλιο ή το Μάιο.
Αυτό θα σημαίνει ότι τα διετή έως πενταετή ομόλογα θα κινούνται σε
ακόμα χαμηλότερα επίπεδα ανοίγοντας γρηγορότερα το δρόμο προς τις αγορές. Αν
συνυπολογιστεί το γεγονός ότι στο επόμενο τετράμηνο δεν προβλέπονται νέες
δύσκολες αποφάσεις, τυπικά ολοκληρώνεται το δημοσιονομικό πρόγραμμα και η χώρα
χαίρει της αίγλης της ευρωπαϊκής προεδρίας άρα η αίσθηση της πολιτικής
σταθερότητας θα είναι ισχυρή, δεν θα ήταν έκπληξη, εφόσον συντρέξουν
σωρευτικά όλες οι διεθνείς πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις να υπάρξει
μια αιφνιδιαστική προσφυγή στις αγορές που θα σημάνει την ολική επαναφορά
της χώρας στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Η προηγούμενη ελληνική προεδρία ήταν σε μια εποχή όπου όλα καλύπτονταν από την... αιθαλομίχλη της ακόρεστης εκτόνωσης μιας καταπιεσμένης καταναλωτικής μανίας, της προσδοκίας μιας εθνικής υπεραξίας από τους Ολυμπιακούς αγώνες, και της κατάκτησης του ευρώ αγνοώντας τους δομικούς κινδύνους και τις εγγενείς αδυναμίες μας. Η τωρινή περίσταση, που βρίσκει την Ελλάδα στο τιμόνι της Ε.Ε., αποτελεί το άλλο άκρο των εξελίξεων.
Η χώρα ολοκληρώνει μια επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή, η σαπουνόφουσκα (πολιτική και οικονομική) των προηγούμενων δεκαετιών έσκασε με εκκωφαντικό κρότο, αποκαλύπτοντας πόσο γυμνός ήταν τελικά ο «βασιλιάς», αλλά και η Ευρώπη βιώνει τις συνέπειες του ανορθολογικού οικοδομήματος της ΟΝΕ και της έλλειψης συνεκτικών και ευρύτατα δημοκρατικών μηχανισμών διοίκησης.
Κι αν η τότε προεδρία εξαντλήθηκε σε επικοινωνιακές φιέστες και ανούσιες τυπικότητες, η σημερινή ιδιαίτερη συγκυρία επιτάσσει η ανάληψη αυτής της σημαντικής ευθύνης να αποτελέσει αυτή τη φορά τουλάχιστον ένα σημειολογικό επίκεντρο αναφοράς για το επόμενο διάστημα. Μια χώρα που μέχρι 1,5 χρόνο πριν θεωρούνταν παρίας και υποψήφια προς αποχώρηση από το ευρώ, τη στιγμή που ανακτά τη δημοσιονομική αξιοπιστία της έχει την υποχρέωση να θέσει επί τάπητος όλα τα βασικά ζητήματα που ανέδειξε αυτή η κρίση.
Να διερευνήσει τις αναγκαίες βελτιώσεις στο πολιτικό και οικονομικό διοικητικό κενό που έφερνε τις διαρκώς καθυστερημένες αποφάσεις και άφηνε περιθώριο στην απόλυτη επιβολή των γερμανικών τιμωρητικών μονομερειών. Να απαντήσει στον ευρύτατο ευρωσκεπτικισμό με σαφή επιχειρήματα εμβάθυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης και σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Να αποκτήσει ξεκάθαρο παραγωγικό προσανατολισμό απέναντι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να αναπτύξει αποδοτικούς μηχανισμούς στοχευμένης ενίσχυσης της απασχόλησης.
Πέρα όμως από αυτά το ευρύτερα ζητήματα, η συγκυρία δεν μπορεί παρά να πρέπει να αξιοποιηθεί από την ελληνική πλευρά και για καθαρά εθνικούς λόγους. Ως μέρος της λύσης του Ευρωπαϊκού ενεργειακού προβλήματος, η εκμετάλλευση της ΑΟΖ μας αποκτά μια γενικότερη κάλυψη και επέκταση των εξαρτωμένων συμφερόντων. Η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης με ενεργότερη Ευρωπαϊκή συμμετοχή στη φύλαξη των συνόρων είναι μια απαραίτητη επιλογή με αμοιβαία οφέλη.
Είναι προφανές ότι αν όλη αυτή η προβολή της χώρας συνδυαστεί με μια ατζέντα θεμάτων που θα προσπαθήσει να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δείξει το δρόμο ενός συνεκτικού και λειτουργικού μέλλοντος για την Ε.Ε., αυτή η προεδρία δεν αποκλείεται να λειτουργήσει ως ένα κομβικό σημείο για την πορεία του Ευρωπαϊκού οράματος, από τη στιγμή μάλιστα που οι επικείμενες ευρωεκλογές θα αναδείξουν το βάθος των διαχρονικών προβλημάτων της.
Θα έχει πάντως σίγουρα αφήσει μια αναμφισβήτητα θετική εντύπωση για τις δυνατότητες και την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να αποτελέσει τελικά όχι την Ιφιγένεια μιας αυτιστικής Ευρωπαϊκής ηγεσίας αλλά τον Προμηθέα που μέσα από την προσωπική του ταλαιπωρία θα δώσει (στη συγκεκριμένη περίπτωση για δεύτερη φορά) τη φωτιά του πολιτισμού και της γνώσης στους εταίρους.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η χώρα κινείται
ανάμεσα σε δημοσιονομικές δεσμεύσεις, μεταρρυθμιστικές απαιτήσεις,
επενδυτικές διαθέσεις, από τη μια, και συζητήσεις για νέα απομείωση του χρέους
και αρχική έξοδο στις αγορές εντός του 2014. Κι όσο αν το πρώτο σκέλος
εξαρτάται κυρίως από τις δικές μας επιλογές και τη συνεπή στάση, το
δεύτερο, που μπορεί να έρχεται ως επιστέγασμα του πρώτου, εξαρτάται, για τη
μορφή και την έκταση που θα πάρει, από τις προθέσεις και την θετική
προαίρεση των δανειστών μας.
Η μνημονιακή συζήτηση στην Ελλάδα κινήθηκε από την πρώτη στιγμή σε
τέσσερα επίπεδα. Την τότε κυβερνητική λογική των Παπανδρέου –
Παπακωνσταντίνου για ένα απολύτως αποτελεσματικό σχέδιο που θα έβγαζε τη
χώρα στις αγορές το πολύ στις αρχές του 2012. Τη στάση της ΝΔ που δήλωνε τον
απόλυτο σεβασμό στις εθνικές υπογραφές κι αποδέχονταν πλήρως τους
στόχους του προγράμματος αναζητώντας όμως ταχύτερα αναπτυξιακά αντισταθμίσματα.
Την ξεκάθαρη θέση για έξοδο από το ευρώ που πέραν του ΚΚΕ πολλοί λίγοι
άλλοι ενστερνίζονταν και φυσικά την τσαμπουκοειδή προσέγγιση της μονομερούς
κατάργησης του μνημονίου και της επιβολής, στους εταίρους, με απροσδιόριστο
τρόπο, των δικών μας, ακόμα πιο απροσδιόριστων, προτάσεων!
Όταν ο Παπανδρέου αποφάσισε να χτυπήσει την
πόρτα του ΔΝΤ για οικονομική βοήθεια όλοι γνώριζαν τι θα επακολουθούσε. Η
γνωστή συνταγή της αιματηρής εσωτερικής υποτίμησης θα είχε ως αποτέλεσμα
τη βαθιά ύφεση και επώδυνες κοινωνικές συνέπειες που μόνο γενναίες
μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία και ισχυρές αναπτυξιακές
πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να τις αντισταθμίσουν.
Με την Ισπανία να αποχαιρετά οριστικά τις
αγορές και τα οικονομικά κανόνια των περιφερειών της να σκάνε το ένα μετά το
άλλο, την Ιταλία να ακολουθεί κατά πόδας την ίδια διαδρομή και τους οίκους
αξιολόγησης να κουνούν επιδεικτικά το δάκτυλο της υποβάθμισης ακόμα και στο σκληρό
πυρήνα της Ευρωζώνης (Γερμανία, Ολλανδία), οι Ελληνικές ασκήσεις επί χάρτου
και οι πιέσεις της Τρόικας για περαιτέρω υφεσιακά μέτρα μοιάζουν με
κακόγουστο αστείο.
Αναλύσεις επί αναλύσεων για τα αποτελέσματα της
τελευταίας Ευρωπαϊκής Συνόδου, εκτιμήσεις για το διαγραφόμενο μέλλον του
ευρώ, προσεγγίσεις στις πιθανές θετικές επιπτώσεις των αποφάσεων για τη
χώρα μας. Η αλήθεια είναι ότι βιαζόμαστε να βγάλουμε τελικά συμπεράσματα για το
πλαίσιο της πολιτικής, οικονομικής και τραπεζικής ένωσης που βρίσκεται επί
θύρας, όταν δεν διαθέτουμε ακριβές χρονοδιάγραμμα. Ακόμα πιο επισφαλές
είναι να συζητούμε για τη βιωσιμότητα των προτάσεων, όταν δεν αγγίζεται, με
μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, το παραγωγικό πρόβλημα της Ευρωζώνης και η θέση
της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Μετά τη σύσκεψη των ηγετών των τεσσάρων
ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωζώνης και τις επίσημες αναφορές τους σε ένα αναπτυξιακό
πλάνο 130 δις ευρώ για την ανάκαμψη των κρατών – μελών της, οι αντιδράσεις
που ακολούθησαν κυμάνθηκαν από τα ανακουφιστικά επινίκια για την επίσημη
στροφή Μέρκελ στην αναζήτηση κι ενός ενισχυμένου αναπτυξιακού βραχίονα απέναντι
στη μονομέρεια της ατέρμονης λιτότητας, έως τον απόλυτο σκεπτικισμό για
το τίμημα που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν οι εταίροι της Γερμανίας για
αυτή τη φαινομενική υποχώρηση.
Φτάσαμε λοιπόν και στο σημείο που ένας από του πυλώνες
της Ευρωζώνης, η Ισπανία, ουσιαστικά αδυνατεί να καλύψει τις δανειακές της
ανάγκες από τις αγορές. Ως φυσικό επακόλουθο αναφύονται ξανά, αλλά πλέον πιο
επιτακτικά όλα τα κομβικά ζητήματα για τη φυσιογνωμία και την προοπτική
του όλου εγχειρήματος, Αν, πότε και πως θα αντιμετωπιστεί σθεναρά και ριζικά η
κρίση χρέους; Αν, πότε και πως θα αποκτήσει η Ευρωζώνη λειτουργικές
διοικητικές δομές και ανταγωνιστικό παραγωγικό όραμα.
Οι συγκυρίες γεννούν ευκαιρίες και οι
ευκαιρίες ανοίγουν ένα «παράθυρο», συχνά πρόσκαιρο, που επιτρέπει σε αυτόν που
θα το αξιολογήσει και διαχειριστεί με την ανάλογη σοβαρότητα και διορατικότητα,
να μεταβάλει καταστάσεις, να αλλάξει συσχετισμούς, να βελτιώσει όρους και
συνθήκες. Αυτό το «παράθυρο» φαίνεται να αρχίζει να ανοίγει νωχελικά,
φοβικά και σχετικά με την Ευρωπαϊκή προσέγγιση στην οικονομική κρίση. Παρά το
γεγονός ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν αμφισβητείται ως στόχος,
ένδειξης υγείας και μακροοικονομικής σταθερότητας, ενισχύονται οι φωνές που
επιζητούν μια πιο ισόρροπη στάση απέναντι στις κοινωνικές επιπτώσεις μιας
γενικευμένης, βαθιάς λιτότητας, και την ανάσχεση τους με στοχευμένες
αναπτυξιακές πολιτικές.
Μια από τις βασικές αρχές, με τις οποίες
μεγαλώσαμε, είναι να ιεραρχούμε τις οικογενειακές προτεραιότητες με βάση
ένα πολύ συγκεκριμένο σχήμα. Η συνοχή της οικογένειας προηγείται των
επαγγελματικών επιδιώξεων και οι απολύτως προσωπικές επιθυμίες υποβάλλονται
στην εξυπηρέτηση του συλλογικού καλού. Αυτό το απλό σκετπικό, για άλλους συντηρητικό, για άλλους δομικό
στοιχείο μιας υγιούς ανάπτυξης της προσωπικότητας, θα έπρεπε, ιδιαίτερα σε
εθνικά κρίσιμες στιγμές, να αποτελεί τη δεδομένη λογική διαδρομή και της
πολιτικής διανόησης.
Ιδού ένα ερώτημα που έρχεται και ξαναέρχεται στη δημόσια συζήτηση, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το ζήτημα συνήθως προσεγγίζεται νομικά ως να επρόκειτο για το συμφωνητικό μιας οποιασδήποτε εταιρείας και όταν αναφερόμαστε στα οικονομικά μεγέθη που την αφορούν ανάλογα με τη σχολή σκέψης που αντιπροσωπεύουμε είτε υποεκτιμούμε είτε, ακόμα πιο συχνά, υπερβάλουμε στις εκτιμήσεις μας. Έχουμε αναφερθεί κι άλλες φορές σε αυτό το θέμα αλλά αυτή τη φορά θα το συγκεκριμενοποιήσουμε λίγο παραπάνω.
Εδώ και αρκετούς μήνες, από την εποχή που ο
Γερμανός υπ. Οικονομίας Ρέσλερ αναφερόταν στην προοπτική μιας Ευρωζώνης δυο
ταχυτήτων, περιγράφαμε την προφανή διάθεση της Ευρωπαϊκής ηγεσίας να
εκμεταλλευτεί τις συνέπειες των εγγενών παθογενειών της δομής του ευρώ, ώστε να
καλύψει μέρος του συνεχώς διευρούμενου ελλείμματος ανταγωνιστικότητας
απέναντι στις δυναμικές αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία κλπ). Μια έμμεση
δηλαδή εργασιακή «Κινεζοποίηση» του πιο αδύναμου Νότου, που μέσα σε
περιβάλλον βαθιάς ύφεσης και έκρηξης της ανεργίας θα αναγκαζόταν να προσαρμόσει
χαμηλότερα το μισθολογικό κόστος, ώστε να προσελκύσει επενδύσεις...
επιβίωσης, πιθανότατα από τους ίδιους «ισχυρούς» που του επέβαλαν τη μονομερή
λιτότητα!Ολοκληρώθηκε και το «κούρεμα» που μας κατέστησε την πρώτη χώρα μέλος ενός σκληρού νομισματικού πυρήνα που αναδιαρθρώνει το χρέος της, σε εντυπωσιακό μάλιστα βαθμό. Η «επιτυχία» της μνημονιακής πολιτικής, στην οποία μας οδήγησε με περισσή έπαρση για την αποτελεσματικότητα της, το ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώθηκε με την αναγκαστική απομείωση ενός χρέους που λόγω της παρατεταμένης κι βαθιάς ύφεσης δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετηθεί. Η δικαιολογημένη αγωνία της κοινωνίας εδράζεται στο κατά πόσο οι υποκριτικοί πανηγυρισμοί... για το πιστωτικό γεγονός, θα μετατραπούν σε ένα ακόμα κοινωνικό «ξύρισμα» με τις γνωστές οριζόντιες μεθόδους κι αν υπό συνθήκες και προϋποθέσεις μπορεί όντως να μετατραπεί σε μια ελπίδα για την έξοδο από την κρίση.
Οι πολιτικές αποφάσεις κρίνονται με βάση τη χρονική συγκυρία στην οποία πραγματοποιούνται, την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες τους. Στο διάστημα από τις προηγούμενες εκλογές μέχρι σήμερα το πλαίσιο των εξελίξεων έχει διαφοροποιηθεί τρεις φορές, προσαρμόζοντας αντίστοιχα και τις πολιτικές προσεγγίσεις. Από τη συζήτηση για το πως οδηγηθήκαμε στην αγκαλιά του ΔΝΤ, στη δυνατότητα ή μη του μνημονίου να μας βγάλει από την κρίση έως την «τεχνοκρατική» γέφυρα προς τις κάλπες. Το ζητούμενο είναι η συνέπεια σε μια κεντρική στρατηγική και η αξιολόγηση των συγκεκριμένων τακτικών που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν το γενικότερο σκοπό.









