Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Οι ηγεσίες
προκύπτουν από τις κοινωνικές ανάγκες ή οι ισχυρές προσωπικότητες έρχονται με
το όραμα τους να κατευθύνουν την κοινωνία σε ένα ολοκαίνουργιο μονοπάτι; Οι
μεγάλες αλλαγές έρχονται από τις διαθέσεις της βάσης που σπρώχνουν τις
εξελίξεις προς συγκεκριμένη φορά ή οι επικεφαλής που γράφουν ιστορία θέτουν
τις δικές τους προτεραιότητες και χρησιμοποιούν την πολύπλευρη δύναμη τους για
να κερδίσουν την λαϊκή αποδοχή, συνεγείροντας τον λαό με προσεκτικά
επιλεγμένες κινήσεις προώθησης των σχεδίων του;
Η αλήθεια όπως
συνήθως βρίσκεται κάπου στη μέση. Τα κοινωνικά ζητούμενα είναι δεδομένα και δεν
μπορούν να αλλοιωθούν πλήρως με απλές πολιτικές αποφάσεις. Ο οξυδερκής και
κυρίως διορατικός ηγέτης καταγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα, αξιολογεί αιτίες
και συνέπειες όχι για να υπηρετήσει τον
λαϊκισμό που θα τον παρασύρει στην εξιδανίκευση κάθε αιτήματος αλλά για να
διαθέτει μια πλήρη εικόνα των αναγκών και των κινήτρων. Ο πραγματικός όμως
ηγέτης ξεχωρίζει γιατί κατορθώνει να αρθρώσει ένα όραμα που καταφέρνει να
συγκεράσει και να αναδείξει τα υπαρκτά προβλήματα κάτω από την ομπρέλα μιας
ευρύτερης αντίληψης.
Σήμερα η ΝΔ
καλείται να ολοκληρώσει αυτό που διατύπωσε από το 2009. Το κλείσιμο του
μεταπολιτευτικού κύκλου και την σκιαγράφηση μιας νέας εποχής. Να αντιληφθεί με
πιστότητα όλες τις κοινωνιολογικές μεταβλητές και να αποφασίσει πως θα
εμπνεύσει ξανά τους πολίτες. Η κυριαρχία του Τσίπρα (γιατί για τέτοια πρόκειται
όταν επιτυγχάνει δεύτερη ευρεία νίκη μέσα σε περιβάλλον κεφαλαιακών ελέγχων,
νέας μείωσης των εισοδημάτων, όταν η ΝΔ κατέρρευσε εκλογικά και μόνο με τη
συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου που δεν πήρε κανένα μέτρο!) δεν είναι ένα
φαινόμενο που μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ρητορική της "παρένθεσης".
Αποδείχτηκε ότι αντανακλά την αριστερόστροφη ιδεολογική κυριαρχία, του
κρατισμού, της ψευδεπίγραφης κοινωνικής ευαισθησίας και της συγκρουσιακής
αυτοϊκανοποίησης.
Αν η ΝΔ θέλει να
διατηρήσει ελπίδες για όσο το δυνατόν πιο γρήγορη επανάκαμψη δεν πρέπει να εγκλωβιστεί
σε μια ανακυκλούμενη θεώρηση άμεσης πτώσης του Τσίπρα. Ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ
συνεχίσει να αποτυγχάνει στους διαρκώς προσαρμοζόμενους στόχους του, είναι
προφανές ότι η κοινωνία έχει αποφασίσει να δείξει ανοχή και υπομονή γιατί
θεωρεί αρκετή δικαιολογία την επιτηδευμένη συναισθηματική συνταύτιση με τους
αδύναμους και τις κραυγές εναντίον του διεφθαρμένου κατεστημένου.
Μια σύγχρονη,
Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά χρειάζεται κάτι παραπάνω από την απαραίτητη ιστορική
δικαίωση των πεπραγμένων της. Οφείλει να ανοίξει την πόρτα στην επόμενη μέρα
για την χώρα. Να σαρώσει ξεπερασμένες κομματικές δομές που δεν ανταποκρίνονται
στο πνεύμα ψηφιακής αυτοοργάνωσης, ούτε διαθέτουν επίπεδα λειτουργίας που
εξασφαλίζουν την λειτουργική διασύνδεση των αυτόφωτων κοινωνικών φωνών με την
κεντρική παραγωγή πολιτικών θέσεων.
Να πείσει ότι η
συμμετοχή στα κοινά δεν εξαντλείται σε αποφάσεις κλειστών γραφείων και μικρών
ηγετικών ομάδων αλλά προτάσσει την αξιοποίηση των ικανοτήτων κάθε μέλους με
αξιοκρατικά και διευρυμένα κριτήρια (γνωστικά, επικοινωνιακά, πολιτικά) που
μόνο μια επιτροπή αξιολόγησης (όπως την πρότεινα από τις αρχές του 2010) με
συμμετοχή και ειδικών επιστημόνων μπορεί να εξασφαλίσει. Να συνειδητοποιήσει
ότι ο κεντρικός άξονας στο κεντροδεξιό προφίλ της είναι μια σειρά αξιών
(ελεύθερη αγορά, ασφάλεια, σεβασμός στην παράδοση κ.α.) που ενώνουν την
πλειοψηφία των Ελλήνων και να αφήσει τις, κενές περιεχομένου, χωροταξικές
τοποθετήσεις, αναπτύσσοντας και επικοινωνώντας με σθένος συγκεκριμένες
προτάσεις.
Αλλιώς το
πιθανότερο είναι σε αυτή την μεταβατική περίοδο για τη χώρα, που οικοδομούνται
οι βάσεις για τις επόμενες δεκαετίες, η Κεντροδεξιά να βρεθεί άθελα της με
διαρκείς και αναλώσιμους μεταβατικούς Προέδρους που θα απορροφώνται από την
κοντόφθαλμη αντιμετώπιση του μέλλοντος λόγω της εσφαλμένης ανάγνωσης του
παρόντος.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας,
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
“Ηταν αναμενόμενο, μετά την πρόσκρουση Τσίπρα πάνω στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα την οποία αρνιόταν επί μήνες να δει και την υπογραφή της νέας σκληρής συμφωνίας, ότι ο λόγος του θα στρέφονταν προς πιο ηθικολογικά και προσωποκεντρικά πεδία. Η εξάντληση της συγκρουσιακής διάθεσης με τους εξωτερικούς «εχθρούς» έστρεψε σχεδόν υποχρεωτικά την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας αναζητώντας τους επόμενους αντιπάλους στο κατεστημένο πολιτικό σύστημα και την ηλικιακή κομματική επετηρίδα.
Με όπλο την νεότητα και την έως τώρα μη διαχείριση κυβερνητικών καθηκόντων από την αριστερά, επιχειρεί ένα νοητικό άλμα που συνειδητά αγνοεί τις προϋποθέσεις και τους όρους που καθορίζουν το ουσιαστικά νέο και το βαθιά ηθικό. Περιορίζει μια ευρύτατης αντίληψης έννοια όπως η νεωτερικότητα στο σκέπτεσθαι και το πράττειν στα στενά όρια μιας ηλικιακής φρεσκάδας. Παραβλέπει το γεγονός ότι η σωματική ρώμη δεν συνδυάζεται πάντα με την διανοητική εγρήγορση, ούτε η απειρία, σε όλα τα επίπεδα, διασφαλίζει την ηθική καθαρότητα.
Είναι οι ιδέες που επιλέγεις να εκπροσωπήσεις, η ιστορική συνέπεια και η κοινωνική αποτελεσματικότητα, που χαρακτηρίζουν τελικά και το ηθικό υπόβαθρο τους. Είναι η αγνότητα των προσωπικών προθέσεων και η απαρέγκλιτη σταθερότητα στην υπηρέτηση ενός αξιακού συστήματος που μπορούν να σου δώσουν τα απαραίτητα διαπιστευτήρια αξιοπιστίας. Ο Τσίπρας παρά τις πομπώδεις αναφορές του δεν διαθέτει τίποτα από τα δυο.
Οι ιδέες του δεν έχουν καμιά σχέση με τον νεωτερισμό. Αναπαράγει την πιο σαθρή νοοτροπία αντιπαραγωγικού κρατισμού με εμμονές εναντίον της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας. Βολεύεται σε έναν κυνήγι μαγισσών που δεν επιδιώκει την θέσπιση αξιοκρατικών κανόνων αλλά τον έλεγχο και την χειραγώγηση των δυνάμεων της αγοράς. Εξωστρακίζει λεκτικά την διαφρθορά ενώ ταυτόχρονα καθησυχάζει βασικούς παράγοντες δημιουργίας και συντήρησης της, όπως ο συντεχνιασμός.
Είναι δεδομένο ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη από δομικές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών (κυβέρνηση, κόμματα κλπ), από ανανέωση σε πρόσωπα και ιδέες με τρόπο που θα διασφαλίζει την αξοκρατία και την αποδοχή των νέων διαδικασιών από το σύνολο της κοινωνίας. Αυτά όμως δεν θα επιτευχθούν με επικοινωνιακές προεκλογικές στρακαστρούκες που ισοπεδώνουν το παρελθόν χωρίς να έχει υπάρξει καμιά πρόβλεψη για το πάνω σε ποια βάση θα οικοδομηθεί το μέλλον.
Αν για τον κ. Τσίπρα το μέλλον περνά μέσα από την νεκρανάσταση των χειρότερων αναμνήσεων της μεταπολίτευσης και των πιο αποτυχημένων πολιτικών και οικονομικών ιδεών, με την καθαγιαστική επικάλυψη της έως τώρα μη εμπλοκής με την εξουσία, θα προτιμήσουμε να κοιτάξουμε στα μάτια το παρελθόν, να αναγνωρίσουμε τα λάθη του και να αγωνιστούμε για να τα ξεπεράσουμε με ειλικρίνεια, προτάσεις και όραμα. Οι φωτοτυπίες μπορεί να είναι εμφανισιακά καινούριες δεν παύουν όμως να περιλαμβάνουν όλα τα λάθη και τις μουτζούρες του πρωτότυπου!
Όταν το 2009 η ΝΔ
επέλεξε να κάνει μια ιστορική στροφή προς τις ανοικτές δημοκρατικές
διαδικασίες καθιστώντας την κοινωνία τον υπέρτατο κριτή, όπως θα έπρεπε να
συμβαίνει σε κάθε κομματικό οργανισμό, άνοιξε μια πύλη για τον μετασχηματισμό
της παράταξης με βάση τη συμμετοχικότητα και την πολυσυλλεκτικότητα. Οι υπολογισμοί,
οι τακτικισμοί, οι εσωστρεφείς αντιλήψεις αφέθηκαν οριστικά στο παρελθόν
δημιουργώντας τις αρχικές προϋποθέσεις για την απαγκίστρωση από ξεπερασμένες
εξουσιαστικές αντιλήψεις και την μετάβαση στην εποχή της διαρκούς διαδραστικότητας
και της κοινωνικής αναζωογόνησης.
Οι πρωτόγνωρες
πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την πλήρη ανάπτυξη
εκείνης της προοπτικής αφού οι πιεστικές μνημονιακές προτεραιότητες δεν
άφηναν και πολύ χώρο για οργανωτικές και άλλες κομματικές καινοτομίες. Σήμερα
όμως η ανάγκη για την συγκροτημένη άρθρωση της Νέας Μεταπολίτευσης
επιστρέφει πιο επιτακτική από ποτέ. Μια ακόμα αλλαγή ηγεσίας χωρίς την συνοδεία
ενός ιδεολογικού, οργανωτικού και στελεχιακού επαναπροσδιορισμού,
προσαρμόζοντας τις διαχρονικές αξίες, τις δομές και το πολιτικό προσωπικό στις
απαιτήσεις που θέτει η ανάγκη για ένα μεταμνημονιακό όραμα, θα μπορούσε
να αποτελέσει την απλή διεκπεραίωση μιας τυπικότητας στα πλαίσια των προσωπικών
φιλοδοξιών.
Η ΝΔ καθορίστηκε
από τον ιδρυτή της ως μια παράταξη που καλύπτει ολόκληρο τον χώρο από την
παραδοσιακή δεξιά μέχρι το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Η ετεροβαρής μετακίνηση
προς τη μια ή την άλλη πλευρά διχάζει την βάση και αφήνει πάντα περιθώριο για
την δημιουργία νέων σχηματισμών. Η αξιακή συνεκτικότητα αυτού του χώρου
είναι δεδομένη γιατί διέπεται από τον πυρήνα των αστικών ιδανικών για
ελευθερία, δημοκρατία, ασφάλεια, αλληλεγγύη.
Η επικαιροποίηση
των επιμέρους θέσεων και η προσαρμογή των πρακτικών στα σημερινά και
μελλοντικά δεδομένα δεν διαφοροποιεί την ουσία των βασικών ιδεών. Η φιλελεύθερη
οικονομία και το λειτουργικό, επιτελικό κράτος είναι πλέον παγκόσμιο
κεκτημένο. Η δημοκρατικότητα και η αξιοσύνη δεν μπορούν να μένουν κενό
γράμμα αλλά οφείλουν να αποτελούν καθοδηγητή κάθε κομματικής και πολιτικής
επιλογής. Η εθνική συνείδηση και η διασφάλιση της τάξης είναι
προαπαιτούμενο κάθε ομαλής πολιτικοοικονομικής εξέλιξης. Η αλληλεγγύη
δεν είναι μέσο μικροκομματικής συναλλαγής με τον πολίτη αλλά εργαλείο
εξασφάλισης της αξιοπρέπειας και παροχής ευκαιριών προσωπικής ανάπτυξης.
Η αναδόμηση
της παράταξης δεν μπορεί να γίνει με μεταπολιτευτικούς όρους ισόρροπης
«εξυπηρέτησης» ομάδων ή μέσω μιας τυφλής ηλικιακής υπέρβασης που δεν θα
ανταποκρίνεται σε ένα αντίστοιχο υπόβαθρο, ούτε θα προκύπτει ως το επιστέγασμα
ενός σύγχρονου οικοδομήματος. Το πραγματικό ζητούμενο είναι μια παράταξη με
σαφές στίγμα, που καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της κεντροδεξιάς με σεβασμό στις
αξιακές παρακαταθήκες και αναγκαίες πινελιές εκσυγχρονισμού στο λόγο και το
ύφος, και δεν παρασύρεται από προεκλογικές απαιτήσεις και πρόσκαιρα
ιδεολογήματα.
Το όποιο πρόσωπο
κληθεί να ηγηθεί αυτής της νέας προσπάθειας, ανεξάρτητα από το αν συμβολικά θα
ολοκληρωθεί με αλλαγή ονόματος και συμβόλων, θα πρέπει να αποτελεί τον υπηρέτη
αλλά και τον μπροστάρη μιας νέας συλλογικότητας γύρω από αυθύπαρκτες
κοινωνικές δυνάμεις και προσωπικότητες με αυτόνομη σκέψη. Μιας συλλογικότητας
που θα σέβεται και θα εκτιμά αξιοκρατικά την προσφορά των μελών και των
στελεχών της ανοίγοντας το δρόμο για την πραγματική ανανέωση της πολιτικής
ζωής.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τόσο η Κεντροδεξιά όσο και η Κεντροαριστερά μετά τις
τεκτονικές δονήσεις που έφερε η κρίση, οφείλουν να ενδοσκοπηθούν ταχύτατα
και να προχωρήσουν στην ανασυγκρότηση τους άμεσα. Για την Κεντροδεξιά ίσως
μοιάζει κάπως πιο εύκολο γιατί κυρίαρχος παράγοντας στο χώρο παραμένει η ΝΔ
από τις πρωτοβουλίες της οποίας εξαρτώνται κι οι εξελίξεις.
Από την άλλη η Κεντροαριστερά έχει υποστεί έναν τέτοιο κατακερματισμό
που δεν της επιτρέπει την γρήγορη ανάκαμψη αν δεν παρακαμφθούν πάραυτα οι προσωπικές
στρατηγικές και τα άσκοπα παιχνίδια εξουσίας, τη στιγμή μάλιστα που σε μια κοινωνία
συνηθισμένη στα δίπολα έρχεται με φόρα ο ΣΥΡΙΖΑ να καλύψει, παρά τις
ασάφειες και τις αντιθέσεις του, αυτό το κενό.
Γι’ αυτό πριν φτάσει να ασχοληθεί με τα ζητήματα που θα
αναπτύξουμε παρακάτω, θα περάσει από μια μακρά διαδικασία εσωστρέφειας
όπου θα αναζητεί το διακριτό στίγμα, την υπέρβαση της αρχομανίας και των προσωπικών
στρατηγικών, τις νέες δομές και τις προτάσεις που θα ξανακάνουν την
κεντροαριστερά προνομιακό συνομιλητή με τα κοινωνικά στρώματα που της
γύρισαν την πλάτη την περίοδο της κρίσης.
Κάποιοι στην Κεντροδεξιά θεώρησαν ότι η λύση βρίσκονταν
σε μια γενικόλογη παλλαϊκή συμμαχία κάτω από κάποιες γενικές αρχές, τις
οποίες όμως με τη δική τους ερμηνεία χρησιμοποιούν όλες οι παρατάξεις κι είναι
αμφίβολο αν αρκούν για να δημιουργήσουν ένα στέρεο και συνεκτικό κομματικό
μόρφωμα. Λησμονούμε ότι οι παρατάξεις του 47% δεν απέκτησαν αυτά τα
μεγέθη, ούτε γιατί απο-ιδελογικοποιήθηκαν, ούτε επειδή προτίμησαν την ασάφεια.
Η ψήφος των Ελλήνων ήταν διαχρονικά κυρίως τιμωρητική
και σε ένα σημαντικό βαθμό κινούνταν και μέσα στο πλέγμα των πελατειακών
σχέσεων. Όσο αυτές περιορίζονται από τα δεδομένα της σημερινής εποχής τόσο
γίνεται πιο επιτακτική, η ιδεολογική αποσαφήνιση που χτίζει μόνιμους
παραταξιακούς χώρους και χαλυβδώνει συνειδήσεις που μπορούν να διαδίδουν με
επίγνωση το λόγο και το στίγμα της Κεντροδεξιάς.
Δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε ότι παρά τις δεδομένες
βασικές αρχές, όπως αυτές τέθηκαν το 1974 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή,
στην πορεία και μέσα στο γαϊτανάκι ανάληψης της εξουσίας ακολουθήσαμε κατά
καιρούς τακτικές του ΠΑΣΟΚ (λαϊκισμό, ρουσφετολογία κλπ) και αφήσαμε να
περιφέρεται μια σχετική θολούρα και αρκετές αντιφάσεις σε βασικές οικονομικές
και πολιτικές θέσεις που δικαιολογούν την ευκολία με την οποία στις μέρες μας
κάποιοι δηλώνουν «δεξιοί» αλλά ενστερνίζονται αριστερές προσεγγίσεις σε
σχέση με την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις ή το ρόλο του δημοσίου τομέα.
Η ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς απαιτεί δυο βασικές
κινήσεις. Την συνέχιση της αναδόμησης των κομματικών μηχανισμών με
διαδικασίες που θα λειτουργούν αμφίδρομα και διαδραστικά με την κοινωνία. Ήδη
έγινε μια μεγάλη προσπάθεια με την πιο σφιχτή δομή του κομματικού μηχανισμού
και την ανάδειξη τοπικών στελεχών με συγκεκριμένο αντικείμενο δράσης.
Αυτό μπορεί να ολοκληρωθεί με έναν ανασχεδιασμό και των πιο κεντρικών δομών με
τρόπο που να βρίσκονται σε διαρκή λειτουργία ως αποσυμπιεστή ανάμεσα στη
βάση και την κυβέρνηση και προσφέρει τη δυνατότητα συνεχούς επιμόρφωσης και
επεξήγησης των πολιτικών επιλογών στα μέλη.
Ταυτόχρονα χρειάζεται αποσαφήνιση του σχεδίου της
επόμενης μέρας για τη χώρα. Της μεταμνημονιακής εποχής που επικεντρώνεται
στον παραγωγικό ζήτημα με προτάσεις που ενισχύουν την επιχειρηματικότητα
δεν την ενοχοποιούν, που δίνουν ευκαιρίες στους νέους να δημιουργήσουν, δεν
τους κάνουν υποχείρια των κομματικών γραφείων, που εκμεταλλεύονται ανά
περιφέρεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες κάθε περιοχής.
Φυσικά είναι δεδομένο ότι ένα τέτοιο πλάνο δεν είναι δυνατόν να θεωρείται
ολοκληρωμένο αν δεν προωθηθεί και εκφραστεί στην κοινωνία από φωνές που
διαθέτουν τα εχέγγυα ότι μπορούν να αποτελέσουν το αξιόπιστο πρόσωπο της
μεγάλης αλλαγής. Κι αυτές οι φωνές βρίσκονται γύρω μας, βιώνουν καθημερινά τις
αγωνίες και τα προβλήματα της κοινωνίας, μπορούν να συνομιλούν και να
ταυτίζονται οι πολίτες μαζί τους και να αναζητούν λύσεις ρεαλιστικές και
αποτελεσματικές.
Θα μπορούσε κανείς να συμπυκνώσει αυτό το όραμα σε πέντε λέξεις. Νέα
Μεταπολίτευση, Νέα Ελλάδα, τώρα! Χωρίς αναβολές, καθυστερήσεις, χάσιμο
χρόνου με κομματικές ισορροπίες.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Η παρακαταθήκη, οι αξίες και οι προτεραιότητες της κεντροδεξιάς
παράταξης ήταν πάντοτε συγκεκριμένες και απολύτως διακριτές από οποιαδήποτε
άλλη πολιτική ιδεολογία. Όσο κι αν στη διαδρομή νοθεύτηκε, λεηλατήθηκε,
εξοβελίστηκε, ο πυρήνας των ιδανικών που αντιπροσωπεύει παραμένει
αναλλοίωτος. Μόνο που ακόμα και σήμερα αυτός ο διακριτός πυρήνας ιδεών συχνά
μετατρέπεται σε ευρύχωρο παραταξιακό «χαλάκι» που χρησιμοποιείται κατά
το δοκούν για να φιλοξενήσει από κάτω του και κυρίως να δικαιολογήσει κάθε
αιρετική, υπερβολική, ανεδαφική άποψη ακόμα και την αποσκίρτηση από τον χώρο.
«Χαλάκι» για τον λαϊκισμό, η δεδομένη λαϊκότητα μιας μεγάλης
παράταξης. Οι μεμονωμένες αριστοκρατικές προσωπικότητες και οι αυλές τους δεν
συνιστούν οργανωμένη ιδεολογική αντίστιξη για να χρειάζεται προσδιοριστικός
διαχωρισμός. Η ατόφια λαϊκότητα ενός πολιτικού χώρου προκύπτει από την
οργάνωση του, τις διαδικασίες ανάδειξης στελεχών, την επαφή του με τις κοινωνικές
διεργασίες κι όχι από τον αυτοπροσδιορισμό που ενίοτε χρησιμοποιείται ως
πρόσχημα για έναν ξεπερασμένο παλαιοκομματικό λαϊκισμό με αρκετές δόσεις
φιλαρέσκειας.
«Χαλάκι» ο φιλελευθερισμός, για κάθε προσωπική οικονομική ερμηνεία.
Από το μονοδιάστατο μονεταρισμό έως τον κεκαλυμμένο κρατισμό. Από το κράτος θεματοφύλακα
του ανταγωνισμού και παραστάτη της δημιουργικότητας έως το κράτος
επιχειρηματία και την προστασία συντεχνιακών συμφερόντων που παραχωρήθηκαν πριν
δεκαετίες σε προνομιακές εκλογικές πελατείες.
«Χαλάκι» για την εθνικιστική έξαρση, η δεδομένη πατριωτική στάση. Η
παράταξη που εμπέδωσε την μεταπολιτευτική δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από
ψεκασμένες συνωμοσιολογικές προκαταλήψεις. Ο χώρος που έδωσε μάχες για την
πατρίδα δεν χρειάζεται «σκοτεινές» προτροπές και διδαχές. Αυτοί που
πρωτοστάτησαν στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας δεν κρύβονται πίσω από
φοβικές, απομονωτικές προσεγγίσεις.
Όσοι προσεγγίζουν την εκτίναξη των άκρων με στατικούς μικροπολιτικούς όρους
μιας άλλης εποχής μάλλον δεν διδάχθηκαν τίποτα από κομβικές πολιτικές συγκυρίες
του πρόσφατου παρελθόντος. Όταν οι «Αγανακτισμένοι» αποτελούσαν μια
κοινωνικά ατόφια αλλά ιδεολογικά ανερμάτιστη δράση, που ευτελίστηκε από το
μηδενισμό και τα αδιέξοδα που αναπαρήγαγε, κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για τέλος
των ιδεολογικών ορίων, με αντιφατικές όμως επιλογές οικονομικής στόχευσης,
κρατικής διαχείρισης και θεσμικής αναγέννησης.
Όπως τότε η κεντροδεξιά βρέθηκε εκλογικά χαμένη από την εγγενή αδυναμία της
να ανταποκριθεί πλήρως στον λαϊκίστικο μαξιμαλισμό του αριστερού ή του
πατριδοκάπηλου ισοπεδωτισμού (ειδικά ο πρώτος κατέχει επί δεκαετίες την
«τεχνογνωσία» και την αρτιότητα στη ρητορική διαχείριση του θέματος!) έτσι και
τώρα κινδυνεύει να βγει διπλά τραυματισμένη αν πιστέψει ότι η
αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής μπορεί να γίνει αποκλειστικά με ποινικούς όρους ή
με την προσέγγιση του σκληρού πυρήνα της.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένα ποσοστό
τουλάχιστον 3-4% διακατέχεται ακόμα από ισχυρά απολυταρχικά αισθήματα
και ότι παρόλο που επί πολλά χρόνια απορροφήθηκαν από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, κυρίως στα
πλαίσια της ένταξης σε κραταιές κοινωνικοπολιτικές ομάδες και της προσωπικής
τακτοποίησης, ήρθε η κρίση με την κατάρρευση των μεταπολιτευτικών μύθων, την
οικονομική πίεση και την περιορισμένη πλέον δυναμική του ρουσφετιού να τους απελευθερώσει
πλήρως και αμετάκλητα τουλάχιστον για το άμεσο επόμενο διάστημα.
Το υπόλοιπο μέρος όσων ψηφίζουν πλέον Χρυσή Αυγή είναι κυρίως άτομα τόσο
απελπισμένα από τις συνέπειες της κρίσης που ακόμα κι αν δηλώνουν άγνοια
για τις προτάσεις της ή επίγνωση για την ακρότητα των δράσεων της, μοιάζουν
έτοιμοι να παραβλέψουν τα πάντα μπρος στην επίτευξη της μπαχαλοποίησης της
πολιτικής ζωής ως μέσου εκτόνωσης και τιμωρίας όσων θεωρούν υπεύθυνους για
τη βίαιη αλλαγή της καθημερινότητας τους. Κι αυτοί δεν προσεγγίζονται παρά μόνο
με υπομονή και πολιτικές ανάκτησης της οικονομικής και θεσμικής εμπιστοσύνης.
Ο Σαμαράς κινείται εμφανώς πάνω σε αυτό το σκεπτικό. Οι ποινικές διώξεις αποτελούν μια αυτόνομη διαδικασία που θα καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα δε καθορίζει όμως την πολιτική διαχείριση της ακραίας ριζοσπαστικοποίησης μέρους της κοινωνίας. Γι' αυτό και προτεραιότητα στην ατζέντα του πρωθυπουργού παραμένουν η δημοσιονομική υγεία και η οικονομική αυτονομία που αυτή φέρνει, ο παραγωγικός ανασχεδιασμός και η δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού με την ταυτόχρονη θεσμική και κομματική ανασυγκρότηση στα πλαίσια ενός ριζικού επαναπροσδιορισμού του πολιτικού συστήματος.
Ο Σαμαράς κινείται εμφανώς πάνω σε αυτό το σκεπτικό. Οι ποινικές διώξεις αποτελούν μια αυτόνομη διαδικασία που θα καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα δε καθορίζει όμως την πολιτική διαχείριση της ακραίας ριζοσπαστικοποίησης μέρους της κοινωνίας. Γι' αυτό και προτεραιότητα στην ατζέντα του πρωθυπουργού παραμένουν η δημοσιονομική υγεία και η οικονομική αυτονομία που αυτή φέρνει, ο παραγωγικός ανασχεδιασμός και η δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού με την ταυτόχρονη θεσμική και κομματική ανασυγκρότηση στα πλαίσια ενός ριζικού επαναπροσδιορισμού του πολιτικού συστήματος.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Η επίφαση της προοδευτικότητας κρύβονταν πάντοτε πίσω από
βαρύγδουπες αναφορές στην απλή και ανόθευτη αναλογική, στη λαϊκή
συμμετοχικότητα στις κομματικές διεργασίες και στη διεύρυνση των δημοκρατικών
διαδικασιών με ενεργότερο ρόλο στο πολίτη όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων
(δημοψηφίσματα, σταυροδοσία κλπ). Σημαντικές κι εν πολλοίς απαραίτητες συνθήκες
εμπέδωσης των θεσμών και κοινωνικής νομιμοποίησης που μετατρέπονται σε
άλλοθι αποστασιοποίησης και γενικού αφορισμού από τους λάτρεις της ατέρμονης
επαναστατικής συζήτησης που κατά βάθος απεχθάνονται την ευθύνη της δράσης,
του αποτελέσματος και της αξιολόγησης.
Η απλή αναλογική, διαχρονικό αίτημα της αριστεράς (συμπεριλαμβανομένου του
πρώιμου ΠΑΣΟΚ) λειτουργούσε ως αντικαθεστωτικό αγχολυτικό που δεν
συνοδευόταν όμως κι από τις απαιτούμενες διεργασίες συνεργασίας. Η πρόταση
εξουσίας εξαντλούνταν στις μερικές παραπάνω έδρες που θα μπορούσαν να κερδίσουν
τα μικρότερης επιρροής κόμματα χωρίς αυτό να οδηγεί σε διαδικασίες δημιουργίας σταθερής
κυβερνητικής προοπτικής.
Η απότομη μεγέθυνση του ΣΥΡΙΖΑ έφερε και τη σχετική προσαρμογή (όπως
ακριβώς είχε συμβεί παλιότερα και με το ΠΑΣΟΚ). Ρητορικά επιζητούν ακόμα την
απλή αναλογική, ως μελλοντική κυβερνητική επιλογή τους, αλλά στην ουσία
αποδέχονται ενδόμυχα τα οφέλη της ενισχυμένης που με τη σημερινή μορφή
της επιτρέπει υπό προϋποθέσεις και αυτοδυναμία με ποσοστό κάτω του 35%!
Ανάλογης λογικής άλλωστε ήταν και η συνεδριακή απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ για όριο
θητειών των βουλευτών (πρόταση που κάναμε σε αυτό το blog εδώ και 4 χρόνια) αναφέρεται χωρίς σαφές
χρονοδιάγραμμα και ορίζοντα εκτέλεσης με προφανές κίνητρο να προστατευθεί η
υπάρχουσα αρχηγική ομάδα (ακόμα δεν άγγιξαν την εξουσία, να την παραδώσουν
κιόλας στις επόμενες γενιές!). Ο μικροαστισμός και η εξουσιολαγνεία
χρόνια και ιδεολογίες δεν κοιτά!
Η συμμετοχικότητα και η πιο άμεση δημοκρατία αποδείχτηκαν ρητορικά σχήματα
στο βαθμό που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ενός περιορισμένου και ουσιαστικά ελεγχόμενου
κομματικού μικρόκοσμου. Μόλις η πολιτικοκοινωνική στόχευση άλλαξε,
οι μεταπολιτευτικές ασθένειες της αρχομανίας που τόσο απόλυτα
καταδίκαζαν μετέτρεψαν τις εσωκομματικές διαδικασίες σε παρεπόμενο.
Το αποκορύφωμα βέβαια ήταν η αντίδραση στην κυβερνητική πρόταση για σταυροδοσία
και στις ευρωεκλογές. Αντί με «προοδευτική» ζέση να αγκαλιάσουν αυτή την
ιδέα και να προσπαθήσουν να την εμπλουτίσουν, επιδόθηκαν σε μικροπολιτικές
αναλύσεις και σπασμωδικές αντιδράσεις που ανακαλούν από τη μνήμη τα πιο συντηρητικά
και κλειστοφοβικά αντανακλαστικά του πολιτικού συστήματος.
Η επιλογή, η πρωτοβουλία, η προσωπική ευθύνη, η εμβάθυνση των
δημοκρατικών διαδικασιών είναι προαπαιτούμενα αξιοπιστίας ενός πολιτικού
σκηνικού που αναπλάθεται και μετασχηματίζεται μέσα από τα πρωτοφανή δρώμενα των
τελευταίων ετών. Όταν ο επαναστατισμός εξαντλείται σε συναισθηματικές
πομφόλυγες και μεγαλοστομίες που εξαϋλώνονται όταν προσκρούουν στο πρώτο
σκαλοπάτι της εξουσίας, η συνέπεια ως παράγοντας εμπιστοσύνης εξαφανίζεται
πάραυτα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Ο υποψήφιος πρόεδρος της Κομισιόν που ευαγγελίζεται την... αριστερή
ανατροπή των Ευρωπαϊκών δομών διέπραξε το διπλό «έγκλημα» του εγχώριου
λαϊκισμού σε συνδυασμό με τη διπλωματική ανωριμότητα. Από τη μια επιχείρησε να
καθησυχάσει το ασίγαστο πάθος των τυφλών επαναστατών που αρέσκονται να
παριστάνουν ότι η Ευρώπη θα γίνει πιο λειτουργική με πρόσκαιρα ψευτοκαπρίτσια
και ρητορικές αυτοϊκανοποιήσεις κι από την άλλη να κλείσει τις πόρτες της
διαπραγμάτευσης με αυτούς στους οποίους υποτίθεται ότι θα απευθυνθεί για
στήριξη όταν καταργήσει μονομερώς το μνημόνιο (άλλο αν δεν θα υφίσταται η
σύμβαση μετά τις επόμενες εκλογές!).
Αναφερθήκαμε στην στελεχιακή ένδεια του ΣΥΡΙΖΑ στο «Το δομικό στελεχιακό ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ» τονίζοντας την αδυναμία του να αφομοιώσει τη δυναμική
των νέων κοινωνικών ομάδων που προσπαθεί να εκφράσει, διατηρώντας στον
πυρήνα της κομματικής εξουσίας τις ίδιες, ακόμα και ακραίες προσωπικότητες
που αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος τις εποχές που ο χώρος δεν ήταν παρά
αποκλειστικά ένα συνονθύλευμα ετερόκλητων αριστερών κινημάτων.
Με τον υποκριτικό τρόπο που αντιμετωπίστηκε η αναφορά Τατσόπουλου για συμπαθούντες την τρομοκρατία στο ΣΥΡΙΖΑ, αποκαλύπτεται η πλήρης ανικανότητα του Τσίπρα να απεγκλωβιστεί με γενναιότητα από τις «αμαρτίες» ενός αντιεξουσιαστικού κομματικού παρελθόντος και να μετατρέψει το σχηματισμό του σε μια παράταξη με πραγματική κυβερνητική δυναμική.
Παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε εν μία νυκτί σε πολιτικό
υποδοχέα μιας μεγάλης μάζας πολιτών, αντιφατικών κινήτρων και επιδιώξεων
αλλά με σαφή αστικά χαρακτηριστικά, μοιάζει δέσμιος της μίζερης και
περιθωριακής διαχρονικής διαδρομής του κι ο Τσίπρας ακόμα πιο περιορισμένος
στις παλαιολιθικές ιδεολογικές καταβολές του. Μόνο που η μποέμ
μυθοπλασία της επανάστασης δεν αρκεί ως εχέγγυο πραγματικής ανατροπής,
αποτελεσματικής διπλωματικής διαχείρισης και χειροπιαστής κοινωνικής ελπίδας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Τέτοιες μέρες κι εν όψει της επετείου του Πολυτεχνείου μας κατακλύζουν αναλύσεις για το αρχικό μήνυμα δημοκρατίας που ευτελίστηκε από το ξεπούλημα αρκετών εκ των τότε πρωτεργατών και την αξιακή αποχαύνωση της μεταπολίτευσης που αναλώθηκε στον κρατικοδίαιτο κομματισμό και τον καταναλωτικό ευδαιμονισμό. Συνήθως η κριτική διανθίζεται με γενικόλογες προτροπές για εκδημοκρατισμό των θεσμών και ριζοσπαστισμό της νεολαίας που στερούνται προτάσεων και πλάνου δράσης. 40 χρόνια μετά, αν υπάρχει κάτι που πρωτίστως αξίζει να προσεγγιστεί είναι η κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην ιδεολογικοποίηση που μένει κενό γράμμα και την πρακτική που καταλήγει συντήρηση του παρελθόντος με ισορροπιστικές κινήσεις.
Η χρυσή τομή μεταξύ θεωρητικής προσέγγισης και πρωτοβουλιών που αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό υπόβαθρο μοιάζει να μη βρέθηκε ποτέ. Η μεταπολιτευτική αριστερά, κυρίως μέσω της κυβερνητικής της έκφρασης του ΠΑΣΟΚ. εκμεταλλεύτηκε το συναισθηματισμό, την οικονομική ανέχεια και την καταπίεση μέρους της κοινωνίας για να διαμορφώσει ένα μέτωπο λαϊκισμού και αντεκδίκησης που συνδύασε την ταύτιση κόμματος – κράτους με τη διαπλοκή με το κατεστημένο και τις εθνικοπατριωτικές κορώνες με τη διεθνιστική πολιτική και την ανοχή στον εξτρεμισμό. Εξουσιομανής ιδεολογική σύγχυση!
Το παιχνίδι κατάκτησης της εξουσίας συνεπήρε και την κεντροδεξιά παράταξη που συχνά βρέθηκε να μιμείται τις εκλογικά «επιτυχημένες» συνταγές της άλλης πλευράς, και είτε να χαλκεύει τις ιδεολογικές της σταθερές, είτε να οπισθοχωρεί σε κρίσιμες επιλογές υπό το βάρος της κοινωνικής πίεσης δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στους πολίτες που την στήριζαν τους οποίους όμως η ίδια είχε αποφύγει να εκπαιδεύει ιδεολογικά επί δεκαετίες αφήνοντας τα μυθεύματα και τις δοξασίες της αριστεράς να φαντάζουν ως θέσφατο. Συσσωρευμένη ιδεολογική ενοχή!
Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ κοινή η χρήση απο-ιδεολογικοποιημένων όρων που προκρίνουν την πρακτική αντιμετώπιση ζητημάτων πέρα από θεωρίες. Όσο κι αν κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ορισμένες φορές υπάρχουν λύσεις σε επιμέρους προβλήματα που δεν απαιτούν τίποτα παραπάνω από την απλή λογική, είναι υποκριτικό και τελικά διαβρωτικό της συνεκτικής ανθρώπινης σκέψης και δράσης να πιστεύουμε ότι η αποτελεσματική διαχείριση δεν προϋποθέτει την ιδεολογική αποσαφήνιση.
Κανείς δεν αναφέρεται σε απόλυτες ιδεολογικές αγκυλώσεις διαμορφωτές ιδεοληπτικών εμμονών που δεν αφήνουν περιθώρια αναγκαίων πολιτικών ελιγμών και επιλεκτικής ή πρόσκαιρης αξιοποίησης εναλλακτικών εργαλείων. Αυτό που αναζητείται απεγνωσμένα είναι η συνειδητή και αταλάντευτη ταύτιση της κοινωνίας με ένα βασικό πλαίσιο αξιών πάνω στο οποίο δομεί επιμέρους σκέψεις και τελικά τη στάση ζωής.
Συχνά αναφέρω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, χωρίς καμιά πρόθεση ταύτισης ή αποδοχής, την περίπτωση των Αμερικανών Ρεπουμπλικάνων. Δεν νοείται κάποιος να δηλώνει ότι ανήκει σε αυτό τον πολιτικό χώρο και δεν στηρίζει με πάθος την οπλοκατοχή, δεν αντιτίθεται στις εκτρώσεις, δεν πιστεύει στο μικρό κράτος και τους χαμηλούς φόρους. Στη χώρα μας με την ίδια ευκολία κάποιοι τη μια στιγμή δηλώνουν συντηρητικοί και την άλλη αναζητούν απαντήσεις στις διδαχές του Καζάκη και κάθε διεθνούς αριστερού διανοητή ακόμα και σε θεωρίες που έρχονται από τα βάθη των επαναστατικών ετών!
Έστω και καθυστερημένα, έστω κι αν η διαδικασία θα είναι επίπονη και πολύχρονη, έστω κι αν μια τέτοια προσπάθεια θα έχει πρόσκαιρα αρνητικές εκλογικές συνέπειες, η επαναφορά των ιδεών ως προϋπόθεση για την παραγωγή πρακτικών προτάσεων, αποτελεί το απαραίτητο πρώτο βήμα για την συγκρότηση ιδεολογικών πόλων που θα αποδίδουν στην κοινωνία πολιτικές (για τη διάρθρωση του κράτους, τους στόχους της οικονομίας, τη λειτουργία των θεσμών) με θεωρητική αρχή, συμβατό ιδεολογικό μέσον και συνεκτικό πρακτικό αποτέλεσμα. Μια ολοκληρωμένη νοητική και εκτελεστική διαδρομή που θα επιτυγχάνει την ουσιαστική ταύτιση του πολίτη με την παράταξη του.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Οι δραματικές
εξελίξεις στην Αίγυπτο ώθησαν τη χώρα στην απόλυτη στρατοκρατία και την
εμφυλιοπολεμική δυναμική που έφερε η αντικατάσταση μιας πολιτικής απολυταρχίας
από μια θρησκευτικά φονταμενταλιστική ηγεσία, μετατρέποντας τελικά την ελπίδα του
εκδημοκρατισμού σε εφιάλτη καταπίεσης και μονολιθικότητας. Με την ίδια
έλλειψη σύνεσης και διορατικότητας κάποιοι έσπευσαν να κάνουν παραλληλισμούς με
τις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις αποδεικνύοντας πέρα από την άγνοια τους και
τον εθισμό στον κατακερματισμό, τις παραφωνίες και την αδράνεια που
παράγουν.
Συνεχείς αναφορές
στη Νέα Ελλάδα, αλλαγές στο λογότυπο, πρόσκληση σε συστράτευση κι
αποφυγή αναμόλχευσης οξύνσεων του παρελθόντος ήταν μερικές από τις βασικές
σημειολογικές επιλογές του Αντώνη Σαμαρά στο συνέδριο της ΝΔ. Είναι φανερό ότι
η επικέντρωση στο όραμα μιας νέας εποχής για τη χώρα αποτελεί πλέον
θεμελιώδη πολιτικό και επικοινωνιακό στόχο.
Ως γενική αρχή
κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη ύπαρξης ενός νόμου που ξεκάθαρα θα
καθορίζει τα όρια της ρητορικής μίσους απέναντι στη διαφορετικότητα
(φυλετική, θρησκευτική κλπ) προστατεύοντας την κοινωνία από θέσεις και κυρίως
πράξεις που ωθούν προς βίαιες και έκνομες πρωτοβουλίες. Από την άλλη,
είναι θεμιτή και η επιφυλακτικότητα για το πως μπορεί να επιδράσει το ασαφές
και γενικόλογο των νομικών διατυπώσεων ενός τέτοιου νομοθετήματος στην ελευθερία
της έκφρασης των πολιτών.
Άλλοι θεωρούν ότι η «πατροκτονία», η
σύγκρουση δηλαδή με το παρελθόν και τα πρόσωπα του, είναι απαραίτητο συστατικό
υπέρβασης μιας πολιτικής κατάστασης. Άλλοι πάλι, επενδύουν στην αναθέρμανση
συναισθηματικών αντανακλαστικών «ένδοξων» παλαιών στιγμών ως στοιχείο εκ
νέου ενίσχυσης των κλασικών συνεκτικών δεσμών. Στο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να
επιχειρούν ταυτόχρονα αυτή την αντίρροπη πορεία, χωρίς σαφές σχέδιο,
κινούμενοι από την επικίνδυνη ιλαροτραγωδία έως την καταισχύνη της ιεροσυλίας.
Δεν απαιτεί
κανείς από μια μάνα να μην συμπαραστέκεται στο παιδί της, ακόμα κι αν
αποδεικνύεται εγκληματίας. Δεν περιμένει κανείς από έναν εκπαιδευτικό να μην
αναζητεί και τα θετικά στοιχεία στην προσωπικότητα του μαθητή του.
Αναμένεται όμως, να μην περνάμε στο άλλο όριο, θεωρώντας υποχρέωση να
δικαιολογήσουμε, ακόμα με επίφαση ιδεολογικής επιχειρηματολογίας, κάθε
πράξη, κάθε δράση, κάθε επιλογή, όσο ακραία και καταφανέστατα αντικοινωνική κι
αν είναι.
Λες και δεν υπήρχαν αρκετά ζητήματα να
απασχολήσουν την Ελληνική κοινωνία, μπήκαμε και στη διαδικασία να αναζητούμε τα
όρια της αναρχικής κοσμοθεωρίας στην αστική δημοκρατία και τα ισοδύναμα
της κρατικής «βίας» για να δικαιολογήσουμε εμμέσως, ενώ επισήμως
καταδικάζουμε, κάθε μορφή τρομοκρατικής δράσης. Ισορροπιστικές
«επαναστατικές» διαδρομές σε κομφορμιστικό φόντο!
Συχνά αναφύεται σε συζητήσεις η απορία, γιατί
οι αντιδράσεις των Ελλήνων σε όσα δύσκολα βιώνουν, αν εξαιρέσει κανείς την βραχύβια
περίοδο των «Αγανακτισμένων», ήταν υποτονικές ακόμα και σε σχέση με άλλους
λαούς που διαχειρίζονται ανάλογες καταστάσεις. Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί
και στους λόγους που μέσα σε ένα μήνα εκτόξευσαν εκλογικά τη ΝΔ, τον
περασμένο Ιούνιο, κατά 11%, για να τη διατηρούν σε αυτά τα επίπεδα ακόμα και
μετά το νέο σκληρό πακέτο μέτρων, δίνοντας της μάλιστα και θετικές
προοπτικές εξέλιξης της επιρροής της.
Οι τελευταίες εξελίξεις, αποσύνθεσης και οξείας
εσωτερικής σύγκρουσης, στο κίνημα του Π. Καμμένου αναδεικνύουν τις
αντιφάσεις και τους περιορισμούς κάθε προσπάθειας που επιχειρεί να
αποκτήσει διακριτό κοινωνικό ακροατήριο, μέσα από μονοδιάστατες προσεγγίσεις
και ασαφείς ιδεολογικά τοποθετήσεις. Από την εποχή των «Αγανακτισμένων» οι
θεωρίες των παλλαϊκών μετώπων, αφελώς διακήρυτταν την ομογενοποίηση
ετερόκλητων θέσεων κάτω από την ομπρέλα μιας γενικής και απροσδιόριστης, ως
προς το στόχο και τα μέσα επίτευξης του, αντιμνημονιακής στάσης. Θεωρούσαν ότι
η συναισθηματική εκτόνωση ως μέσο αντίδρασης στα μνημονιακά αδιέξοδα
μπορούσε να αποτελέσει βάση σταθερής πολιτικής διαδρομής.
Λίγο η αναξιοπιστία και η αναποφασιστικότητα
του πολιτικού συστήματος, λίγο οι μνημονιακές απαιτήσεις και οι
κοινωνικές τους συνέπειες, και να το πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία νέων
κομματικών σχηματισμών κάποια εκ των οποίων επιβίωσαν εκλογικά, ανεξάρτητα της
ιδεολογικής σαφήνειας και της ρεαλιστικότητας των προτάσεων τους. Σε αυτό το
κλίμα έγινε της μόδας και η σύσταση ενός think tank από κάθε
στέλεχος που είτε έχει παραμεριστεί εσωκομματικά και θέλει να δηλώσει με κάποιο
τρόπο την παρουσία του, είτε προσβλέπει σε μελλοντικές διεργασίες και
αναζητεί τρόπο έγκαιρης διαχείρισης τους.
Μετά από κάθε εκλογικό αποτέλεσμα ακολουθεί η προσπάθεια
αποκρυπτογράφησης κι ερμηνείας του κι αυτή τη φορά μέσα από τη συμπυκνωμένη
μάχη ιδεών και προτάσεων των προηγούμενων 40 ημερών προέκυψαν πολλά και
ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα μηνύματα. Από τον πλήρη αποδεκατισμό του ΚΚΕ και την
σταθεροποίηση της Χρυσής Αυγής σε υπαρκτό πολιτικό παράγοντα έως το
μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας με όλη τη ρητορική και τα
επικοινωνιακά χαρακτηριστικά ενός ξεπερασμένου αριστερού ριζοσπαστισμού
των '70ς. Το κυρίαρχο όμως χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας ήταν η
ιδεολογική επικράτηση της αστικής Ευρωπαϊκής αντίληψης μέσω της ΝΔ και η
δικαίωση της επίπονης και συχνά μοναχικής προσπάθειας του Αντώνη Σαμαρά.
Η προηγούμενη εκλογική διαδικασία κατέληξε, όπως
ήταν αναμενόμενο, ως η ψυχαναλυτική εκτόνωση όλων των συσσωρευμένων
συναισθημάτων οργής, πίεσης, αγανάκτησης, απογοήτευσης, τιμωρίας. Οι πολίτες
γύρισαν επειδικτικά την πλάτη τους σε σύσσωμο το πολιτικό σύστημα της
μεταπολίτευσης είτε απέχοντας είτε επιλέγοντας νεότευκτα κόμματα ή
σχηματισμούς που δεν είχαν διαχειριστεί εξουσία. Θέλησαν να δώσουν ένα ηχηρό
μήνυμα αποδοκιμασίας κυρίως λόγω των προσωπικών επιπτώσεων της μνημονιακής
πολιτικής, αλλά κι ως αντίδραση στις παθογένειες μιας εποχής που μας οδήγησε
στα σημερινά αδιέξοδα.
Όταν η Ελλάδα εισερχόταν στην Ε.Ε. μετά από
εντατικές προσπάθειες ετών του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η Κεντροδεξιά αποτελούσε
ήδη κοινωνική μειοψηφία, αφού το κύμα της «Αλλαγής» σάρωνε τη χώρα.
Έκτοτε η αριστερόστροφη αντίληψη για το κράτος και την οικονομία θα
αποτελούσε κυρίαρχη τάση, στην οποία ελάχιστα και σποραδικά αντιτάχθηκε
ιδεολογικά και η ΝΔ υπό την πίεση ισχυρών συντεχνιακών συμφερόντων και μιας
κοινωνίας εθισμένης σε παθογενείς μεν, προσωπικά «αποδοτικές» δε,
επιλογές.














