Ο κ. Πανούσης
ένας αξιοπρεπέστατος καθηγητής του Παντείου με χαρακτήρα μετριοπαθή, νουνεχή,
χωρίς υπερβολές και προκλητικές ακρότητες όπως κάποιοι συνάδερφοι του,
αναμένονταν να είναι μια επιλογή που θα υπηρετήσει τη Δημόσια Τάξη με υψηλό
δημοκρατικό συναίσθημα αλλά και ρεαλισμό μακριά από τις χαλαρές αντιλήψεις
που διαχρονικά διαπερνούσαν το σκεπτικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αποδεικνύεται όμως, μέρα με
τη μέρα, ότι ο εκπρόσωπος της «αριστεράς της ευθύνης» στην προσπάθεια του να
συγκεράσει την κοινωνική ανάγκη για ασφάλεια με την απέχθεια μέρους της
κυβερνητικής παράταξης προς την αστική ευνομία δεν αποφεύγει τραγικά λάθη.
Ξεκίνησε
μετατρέποντας τα κέντρα φιλοξενίας παράνομων μεταναστών σε ιδιότυπα
κάμπινγκ όπου όποιος θέλει μπαίνει και βγαίνει με το κράτος σχεδόν αμέτοχο
παρακολουθητή. Ούτε η ποιότητα των κέντρων και των υπηρεσιών που προσφέρουν
αναβαθμίστηκε, ούτε οι μετανάστες βρίσκουν λύση στο πρόβλημα τους με το να
διοχετεύονται με τηλεοπτική κάλυψη και πάλι στο κέντρο της Αθήνας βορά στα
νύχια του οργανωμένου εγκλήματος, ούτε φυσικά η εικόνα της πόλης και η ζωή
των πολιτών αναβαθμίζεται.
Έτσι περάσαμε στο
επόμενο στάδιο όπου έμπλεξε, από άγνοια ή κομματική πίεση, τις υποχρεώσεις
και τα δικαιώματα των συνθηκών Σένγκεν και Δουβλίνο ανοίγοντας μια συζήτηση
για την άκριτη, μαζική χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων προωθώντας δεκάδες
χιλιάδων μεταναστών προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Το νήμα αυτής της διπλωματικά
επικίνδυνης λογικής που οδηγεί τη χώρα στον απομονωτισμό «τραβήχτηκε»
από άλλους κυβερνητικούς παράγοντες τόσο πολύ που έφτασε στο σημείο να
ταυτίζεται ακόμα και με κραυγές για τζιχαντιστές.
Ήρθαν και τα
γεγονότα των τελευταίων ημερών να επιβεβαιώσουν ότι το νέο δόγμα δημόσιας
τάξης δεν είναι άλλο από τα «χαλαρά και βλέπουμε!». Η πολυήμερη κατάληψη
της Νομικής και των γραφείων του ΣΥΡΙΖΑ, η «καλλιτεχνική» βεβήλωση του
Πολυτεχνείου και του αγάλματος του Παλαμά ο αποκεφαλισμός της Κυβέλης, η ανίερη
ασέλγεια εκκλησιών κι όλες οι λοιπές καταστροφές χωρίς καμιά αστυνομική
παρέμβαση υπηρετεί μια δεδομένη προσέγγιση που εξέφρασε ο ίδιος ο κ. Πανούσης
μιλώντας για λιγότερες ζημιές από την μη σύγκρουση με τους αντιεξουσιαστές!
Ήδη πολλές χώρες ανά την υφήλιο ζητούν την τεχνογνωσία και το πλάνο δράσης
αυτής της πρωτοποριακής συλλογιστικής!
Ως κερασάκι στην
τούρτα της χλιαρότητας προστέθηκε και η ρύθμιση για την κατάργηση των
φυλακών υψηλής ασφάλειας, ευνοϊκές αλλαγές στις άδειες και διεύρυνση των
δυνατοτήτων επικοινωνίας των βαρυποινιτών. Ο ανθρωπισμός που οφείλει να διέπει
κάθε δημοκρατικό καθεστώς δεν μπορεί να συγχέεται με φωτογραφικές παρεμβάσεις προς
όφελος ειδεχθέστατων εγκληματιών που τους δίνουν περιθώριο συνέχισης της
δράσης τους, όταν μάλιστα δεν υπάρχει και το τεχνολογικό υπόβαθρο για την
αποτελεσματική παρακολούθηση τους εκτός φυλακής.
Η ασφάλεια για
μια κοινωνία δεν είναι παράπλευρη επιθυμία αλλά δομικό στοιχείο διατήρησης
της συνεκτικότητας και εμπέδωσης της ισονομίας ως βασική προϋπόθεση για την
εύρυθμη λειτουργία της. Όσοι επιμένουν να την υποσκάπτουν με προκάλυμμα
ιδεοληπτικούς ψυχαναγκασμούς ριζωμένους από ξεπερασμένες καταπιεστικότερες
εποχές, δεν αδιαφορούν απλά για την αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων αλλά
μετατρέπουν τη χώρα σε μια κοιτίδα εγκληματικής χαλαρότητας.
Κων/νος Μανίκας
Περιμένουμε ακόμα
την συγχαρητήρια ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ προς τις διωκτικές αρχές για τη
σύλληψη του Μαζιώτη. Λέτε να αργήσει; Όταν καταδικάζεις χωρίς υποσημειώσεις την
τρομοκρατία δεν έχεις λόγους να μην στηρίξεις την αστυνομία σε μια επιτυχημένη
επιχείρηση. Ή μήπως έχεις; Αν κάποιος θα μπορούσε να σχολιάσει κάτι για το
ευρύτερο ζήτημα είναι το πως οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης
οδηγούν σε παρέλευση του 18μηνου της προφυλάκισης και την απελευθέρωση
επικίνδυνων εγκληματιών και το πως ένα πλαίσιο χορήγησης αδειών σε
βαρυποινίτες, χωρίς τα σχετικά τεχνολογικά και άλλα μέσα ελέγχου,
μετατρέπεται σε «τρύπα» του συστήματος που τελικά καταλήγει να τους αφήνει
ελεύθερους.
Στο ΣΥΡΙΖΑ όμως
δεν έμειναν σε αυτούς τους μάλλον ιδεολογικά συντηρητικούς σχολιασμούς
που σκοπό έχουν την περισσότερη ευνομία και ευταξία. Όταν έχεις να «ταΐσεις»
επιχειρηματολογία ένα κοινό που ονομάζει τους τρομοκράτες λαϊκούς αγωνιστές της
ένοπλης πάλης και σπεύδει να υπερασπιστεί τα «πολιτικά» κίνητρα της
δράσης τους, αισθάνεσαι άβολα να ευχαριστείς την αστυνομία που πράττει το έργο
της. Την αστυνομία που σχεδιάζεις να αφοπλίσεις ή να την απομακρύνεις από το
κέντρο της πόλης. Αυτούς που με την πρώτη ευκαιρία χαρακτηρίζεις ως «μακριά
χέρια» του συστήματος και παρακράτος.
Μάλλον σου είναι
πιο εύκολο να σωπαίνεις και επιμελώς να συντηρείς φαιδρές απορίες και
τραγικά ερωτήματα για το πως έγινε η σύλληψη (τυχαία ή συντονισμένα), ποιος
και που πυροβόλησε (μετά το ραντεβού στα γουναράδικα θα δίνουμε και ραντεβού
στα... ξενυχτάδικα με τους τρομοκράτες για να είναι πιο εύκολη η όλη
διαδικασία!), αν χτυπήθηκε πολύ ο Μαζιώτης κι αν η μια σφαίρα που έφυγε από
πιστόλι αστυνομικού, κι όχι οι οκτώ βολές του τρομοκράτη, ευθύνεται για τον τραυματισμό
των τουριστών.
Για να μην
αγωνιούμε είναι δεδομένο ότι δεν θα υπάρξει κανένα συγχαρητήριο μήνυμα από την
αξιωματική αντιπολίτευση, πολύ δε περισσότερο δήλωση συμπαράστασης στον
τραυματισμένο αστυνομικό. Οι διαβεβαιώσεις τους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταδικάζει
απερίφραστα την τρομοκρατία γιατί είναι με τα λαϊκά κινήματα έχουν τόση αξία όση οι
αντίστοιχες διαβεβαιώσεις ότι θέλουν επενδύσεις στη χώρα αλλά αδυνατούν να
ορίσουν μια υπάρχουσα επένδυση που καλύπτει τις ιδεολογικές τους απαιτήσεις,
επιθυμούν την αξιολόγηση στο δημόσιο αλλά καμιά μέθοδος από τα πέρατα της
οικουμένης δεν τους ικανοποιεί.
Η επί της αρχής
συμφωνία σε ένα γενικό πλαίσιο είναι εύκολο να αναιρεθεί αν κάθε «ναι»
ακολουθείται από μια ατελείωτη σειρά με προαπαιτούμενα κι αμφιβολίες.
Μπορεί όλη η ριζοσπαστική αριστερά να μην ασπάζεται ή έστω να ανέχεται μορφές ένοπλης
πάλης αλλά κανείς τους δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σημαντικό κομμάτι του αρχικού
πυρήνα του χώρου έβλεπε και βλέπει με συμπάθεια, κατανόηση και τάση
συμπαράστασης «επαναστατικές» εκδηλώσεις που στρέφονται εναντίον του αστικού
κράτους και της έννομης τάξης. Γιατί κανένα δάχτυλο δεν είναι τόσο μεγάλο,
ώστε αιωνίως να κρύβεσαι πίσω από αυτό!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Πόσο μελάνι χύθηκε και πόση φαιά ουσία αναλώθηκε στην προσπάθεια ακριβούς προσδιορισμού της έννοιας των άκρων; Δίνεται πολιτικό, ιδεολογικό ή απλά κοινωνιολογικό αντικείμενο στον ορισμό και πόσο συνδυαστική είναι η έννοια που παίρνει μέσα από καθένα από αυτά τα αξιολογικά φίλτρα; Μήπως τελικά απλά μετατρέπουμε τα προφανή κι αυτονόητα σε πολυπαραγοντικές μικροπολιτικές εξισώσεις;
Ιδεολογικά ο καθένας δικαιούται να θεωρεί ακραίο οτιδήποτε, στα πλαίσια όμως ενός δημοκρατικού καθεστώτος δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την έκφραση του. Όπως αναφέραμε και στο «Ρατσιστικός... αντιρατσισμός;» η ψυχαναλυτική αίσθηση στον καθορισμό της προτροπής σε βία είναι τόσο ισχυρή που θολώνει την αποτελεσματικότητα και τη δικαιοσύνη της όποιας νομοθετικής πρόβλεψης που δαιμονοποιεί την άποψη.
Πολιτικά η ακραία δράση προκύπτει από την έλλειψη συμμόρφωσης στις θεσμικές επιταγές και μπορεί να εκτείνεται από τον γενικόλογο μηδενισμό ή τάση για απολυταρχία, την κεκαλυμμένη ή μη ανοχή στην ανομία έως τη δυναμική αμφισβήτηση των κοινώς διαμορφωμένων κανόνων λειτουργίας της δημοκρατίας που αγγίζει τα όρια της τρομοκρατικής δράσης.
Κοινωνιολογικά το ακραίο εκτείνεται σε καθετί που επιχειρεί να αποτρέψει το άτομο από την ελεύθερη εκδήλωση των επιθυμιών και την πλήρη αξιοποίηση των ικανοτήτων του. Από την απλή αγένεια ή τη σεξουαλική παρενόχληση μέχρι τα στερεότυπα, τις προκαταλήψεις και το ρατσισμό.
Οι διατυπώσεις Σαμαρά θα έπρεπε να αποτελούν κοινές διαπιστώσεις ενός πολιτικού συστήματος που αναγνωρίζει ότι η μικροπολιτική λογική οφείλει να έχει ως ελάχιστο όριο τη θεσμική συνοχή, που αποδέχεται μια διαρκή διαδικασία αναμόρφωσης και εμπλουτισμού ως δομικό του στοιχείο σε αντιδιαστολή με επιλεκτικές, επικοινωνιακές κραυγές εντυπωσιασμού που οδηγούν την κοινωνία στον εξτρεμισμό και την αυτοδικία.
Οι ακρότητες σε κάθε πεδίο δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένες ιδεολογικές καταβολές, πολιτικές επιλογές ή κοινωνιολογικά στοιχεία. Αποτελούν προϊόν ενός συστήματος αξιών που προτιμά την παράκαμψη μιας πρόσκαιρης εκτονωτικής αντίδρασης, που μπορεί να χρησιμοποιεί και τη βία ως «λειτουργικό» εργαλείο και καταφεύγει στη μεγαλοστομία και το ρητορικό τσαμπουκά ως βασικό επικοινωνιακό μέσο.
Οι κοινωνικές διεκδικήσεις είναι αναπόσπαστο συστατικό της δημοκρατικής λειτουργίας. Δεν αποτελούν όμως άλλοθι βιαιοπραγιών. Όσοι λοιπόν θεωρούν ότι με κάλυψη το αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας των κοινωνικών δραστηριοτήτων μπορούν να συνεχίσουν να αναπαράγουν πρακτικές ανομίας δεκαετιών, ας προσγειωθούν σε μια πραγματικότητα που αρχίζει να σέβεται βασικές αρχές και αξίες. Οι ακρότητες δεν μπορούν να αντιμάχονται για πολύ τη λογική.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ο Ελληνισμός είναι ίσως ο πιο διαδεδομένος προορισμός καταφυγής για ανεύρεση δικαιολογιών σχετικά με ένα μεγάλο εύρος αντικρουόμενων θεμάτων. Η οικουμενικότητα και οι πανανθρώπινες αξίες του, μετατρέπονται με χαρακτηριστική ευκολία σε μέσο συναισθηματικής χειραγώγησης. Ορισμένοι δεν φείδονται αξιοποίησης διάσπαρτων στοιχείων του, ώστε μέσα από τη στρέβλωση και την καπήλευση τους να αποκτήσουν επικοινωνιακή επιρροή σε πλατιά λαϊκά στρώματα.
Ούτε μια στάλα Ελληνισμού δεν υπάρχει στην κατά το δοκούν υπακοή στους νόμους και την ερμηνεία τους με βάση πρόσκαιρα προσωπικά ή πολιτικά συμφέροντα. Τίποτα δεν διδαχτήκαμε από την επιμονή του Σωκράτη να καταπιεί το κώνειο τιμώντας τους θεσμούς, ανεξάρτητα από το δίκαιο ή όχι της δικαστικής στάσης απέναντι του;
Ούτε μια στάλα Ελληνισμού δεν υπάρχει στην ανάδειξη της βίας και της αυτοδικίας σε βασικό μοχλό επιβολής της οποιασδήποτε άποψης. Τίποτα δεν διδαχτήκαμε από την χριστιανική παράδοση της κατανόησης, του σεβασμού και της αλληλεγγύης;
Ούτε μια στάλα Ελληνισμού δεν υπάρχει στην προσπάθεια καταπάτησης του δημοκρατικού κεκτημένου με ακραίες οχλοκρατικές ή στρατοκρατικές μεθόδους που θυμίζουν Τζιχάντ και Ταλιμπάν. Τίποτα δεν διδαχτήκαμε ούτε από τις προτροπές του Αριστοτέλη για αποφυγή του πολιτικού λαϊκισμού, ούτε από την φοβική δολοφονία του Καποδίστρια ή την μεταπολιτευτική δράση της τρομοκρατίας;
Ούτε μια στάλα Ελληνισμού δεν υπάρχει στη διάδοση του μίσους και της μισαλλοδοξίας ως «εγχειριδίου» κοινωνικής συμπεριφοράς. Τίποτα δεν διδαχτήκαμε από την ανεπιτήδευτη υπεροχή του αρχαίου πνεύματος ή την άδολη χριστιανική αγάπη και σύνεση;
Στην κωμικοτραγική σημερινή πραγματικότητα οι αρνητές της δημοκρατίας και κάθε συλλογικού θεσμού εγκαλούν το σύστημα, που διαρκώς απαξιώνουν, ότι παρεκκλίνει από την πίστη τήρηση των κανόνων του (αυτών που αμφισβητούν και θέλουν να καταργήσουν!). Καταγγέλλουν κυνήγι των ιδεών τους (ενώ είναι προφανές ότι διώκεται αποκλειστικά η ανομία), όταν δαιμονοποιούν συστηματικά κάθε αντίθετη άποψη. Οι ιδέες είναι σεβαστές όπως θεμιτή είναι και η ανάδειξη των αντιφάσεων και της απύθμενης υποκρισίας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η συναισθηματική εκτόνωση μπορεί να
αποτελεί μια αναγκαία προσωπική διαδικασία αποφόρτισης συσσωρευμένων αρνητικών
εμπειριών, αλλά όταν αρχίζει να μετατρέπεται σε αποκλειστική μέθοδο
συλλογικής αντίδρασης, ο δρόμος που χωρίζει μια κοινωνία από ένα ετερόκλητο
κυνήγι μαγισσών και μια γενικευμένη εσωτερική αντιπαλότητα δεν είναι
ιδιαίτερα μακρύς. Αυτή η απομάκρυνση από την ορθολογική σκέψη ως υπαρξιακή
δύναμη και την προάσπιση της ελευθερίας έκφρασης όχι ως απλή ανοχή αλλά κι ως
ένδειξη ισχύος της αλήθειας, μπορεί πρόσφατα να αποκτά νέες διαστάσεις, αλλά με
τον ένα ή τον άλλο τρόπο διαρρέει όλη τη μεταπολίτευση.
Αρκετούς μήνες πριν, με αφορμή την επίθεση στον Κωστή Χατζηδάκη «Το αδιέξοδο της τυφλής οργής», είχαμε καταδείξει το αδιέξοδο της τυφλής οργής που πέρα από την πρόσκαιρη εκτόνωση δεν οδηγεί σε ουσιαστική αποκατάσταση των συσσωρευμένων ζητημάτων της Ελληνικής κοινωνίας. Οι πρόσφατοι, καθημερινά επαναλαμβανόμενοι προπηλακισμοί βουλευτών έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτή μας την προσέγγιση, ταυτόχρονα όμως καταδεικνύουν και τη δομική ρήξη που έχει προκύψει στο δημοκρατικό μας σύστημα. Στο «ταγκό» της δημοκρατίας πολιτικοί και κοινωνία οφείλουν να αναζητούν ισόρροπο βηματισμό. Ιδιαίτερα αυτός που κατευθύνει το «χορό» (πολιτικοί) οφείλει να αποδεχτεί την προοπτική δυναμικής αντίδρασης, όταν το άλλο μέρος (πολίτες) αισθανθεί (δικαίως ή αδίκως) ότι τα βήματα δεν συγχρονίζονται πλέον ή ότι βρίσκεται μονίμως με πατημένο το πόδι!!
Διεκδίκηση, μαχητικότητα, δυναμισμός, έννοιες συνυφασμένες με την προσπάθεια διατήρησης των κοιννωικών ισορροπιών ανάμεσα σε αντιφατικές ανάγκες και απαιτήσεις αλλά κι ένα χρήσιμο εργαλείο πίεσης προς το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο για την προφύλαξη και διεύρυνση δικαιωμάτων, για τη συντήρηση και ανάπτυξη συνθηκών ευημερίας. Όταν όμως αυτή η έμφυτη μορφή «επιθετικότητας» μετατρέπεται σε «τυφλή» καταστροφική οργή, μηδενιστικής λογικής, ποιο είναι το τελικό αποτέλεσμα; Ποιος απότερος στόχος επιτυγχάνεται, πέρα από την πρόσκαιρη «συναισθηματική εκτόνωση» που μπορεί να δίνει στο σύστημα και τα απαραίτητα επιχειρήματα για τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης;




