Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Μια κατάκοπη μεταπολίτευση γεμάτη από θετικές ανατροπές και αρνητικά απωθημένα αναζητεί, εδώ και χρόνια, διάδοχη κατάσταση. Κάθε τόσο νέες καταστάσεις-ορόσημα χρησιμοποιούνται για να σηματοδοτήσουν το πέρασμα στην επόμενη εποχή όμως η ολοκλήρωση αυτής της μετάβασης δεν έρχεται ποτέ.
Με αφορμή την πλουμιστή, κοκκινόπανη φιέστα του Τσίπρα για την ανακοίνωση των κυβερνητικών προτάσεων για την συνταγματική αναθεώρηση (γεμάτη με λογοκλοπή, λαϊκισμό και αφέλεια), θυμηθήκαμε τις αναφορές Σαμαρά σε Νέα Μεταπολίτευση, Νέα Ελλάδα και το συμβολισμό της Ελλάδας του 2021. Επίσης, βεβαιωθήκαμε ακούγοντας τα λεγόμενα του πρωθυπουργού ότι δεν υπάρχει Αριστερή Νέα Μεταπολίτευση παρά μόνο ως κακέκτυπο ρήξης.
Νέα Μεταπολίτευση σημαίνει θεσμική αναδόμηση με ριζικές αλλαγές στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος και καθορισμό αξιοκρατικών διαδικασιών σε όλα τα επίπεδα. Σημαίνει ανταγωνιστική παραγωγική ανασυγκρότηση. Σημαίνει ουσιαστική διάχυση εξουσιών και αύξηση της συμμετοχικότητας των πολιτών κυρίως σε τοπικό επίπεδο. Τι από όλα αυτά εγγυάται άραγε η κίνηση συνταγματικών αλλαγών από τον Αλέξη Τσίπρα;
Θεσμική αναδόμηση με κοινοβουλευτικές παρεκτροπές και παρά φύσει συμπλεύσεις ή προσπάθειες ελέγχου της ενημέρωσης, δεν υπάρχει. Αξιοκρατία με νεποτισμό, παρεοκρατία, Καρανίκες και ερωτικούς συντρόφους δεν γίνεται. Αν με αυτά τα εχέγγυα θέλει να μας πείσει η κυβέρνηση για τις αγαθές προθέσεις της τότε διάλεξε λάθος τρόπο να το κάνει.
Παραγωγική ανασυγκρότηση με εμμονές για τον αναπτυξιακό ρόλο του κράτους, χωρίς καν να διαθέτεις τα αντίστοιχα κεφάλαια έστω για την ολοκλήρωση βασικών υποδομών, δεν νοείται σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου οι ευκαιρίες χάνονται εν ριπή οφθαλμού. Ενίσχυση της απασχόλησης δεν έρχεται απευθείας μέσω προστατευτικών νομοθετικών ρυθμίσεων αλλά με την παροχή όλων των προϋποθέσεων για έκφραση κάθε δημιουργικής πρωτοβουλίας.
Διάχυση των εξουσιών και συμμετοχικότητα δεν σημαίνει κούφια προσφυγή στη λαϊκή βούληση χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα. Προφανώς και δεν αποτυπώνεται σε δημοψηφίσματα – παρωδίες προς μικροκομματική εκμετάλλευση, ούτε στη μεταβίβαση της ευθύνης των αποφάσεων στον πολίτη για θέματα για τα οποία δεν διαθέτει επαρκή χρόνο, πληροφόρηση ή και ικανότητα αξιολόγησης της πληροφόρησης.
Η πραγματική Νέα Μεταπολίτευση, αν κι όταν έρθει, θα είναι μόνο ως τσουνάμι θεσμικής, οικονομικής και συμμετοχικής ανατροπής που θα συμπαρασύρει τις παθογένειες του παρελθόντος. Δεν θα προκύψει ως η ωραιοποιημένη αναπαραγωγή τους ή ως ο επίπλαστος ιδεολογικός επανακαθορισμός τους, αυτό δηλαδή που εκφράζει η διαρκής κυβερνητική δημιουργική ασάφεια. Αλλιώς θα συνεχίζουμε να ξύνουμε τον πάτο της μεταπολίτευσης παριστάνοντας ότι χτίζουμε την υπέρβαση της…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Πριν τρία χρόνια σκιαγραφώντας τα πρώτα έντονα σημάδια ευρωσκεπτικισμού στο “Η επικίνδυνη αδιαφορία για τον ευρωσκεπτικισμό…” όπου επεσήμανα ανάμεσα σε άλλα ότι για να ασχοληθούμε σοβαρά με μια εξέλιξη θα πρέπει να προκύψει ένα τραγικό γεγονός ή μια εντυπωσιακή πολιτική αλλαγή. Στην περίπτωση του Brexit η αίσθηση ότι η Ευρωπαϊκή συνοχή δεν είναι άτρωτη θα όφειλε να ανοίξει την πιο ειλικρινή, πιο ολοκληρωμένη, πιο δομική συζήτηση για το ύφος, την δομή και την λειτουργία της Ε.Ε.
Μόνο που καθένας καταλαβαίνει ότι θέλει ή ότι τον βολεύει, σχετικά με τις βελτιώσεις και τους επαναπροσδιορισμούς που χρειάζεται αυτό το οικοδόμημα για να ανακαινισθεί, αναδιοργανωθεί, αποκτήσει νέα μορφή και στόχευση. Οι πιο ακραία εθνικιστικές φωνές νομίζουν ότι αρκεί η αυτοδιάλυση της ένωσης και η επάνοδος στις απολύτως ελεγχόμενες εθνικές επιλογές και στον περιορισμό της μετανάστευσης (ακόμη κι εντός Ευρώπης) για να ξεπεραστούν οι συνέπειες της γραφειοκρατικής οπτικής της Ε.Ε. κι οι πιο… “προοδευτικές” προσεγγίσεις βαυκαλίζονται ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν στις πολιτικές λιτότητας.
Όπως έγραφα και τότε, τα υπαρκτά ζητήματα της πληγωμένης εθνικής ταυτότητας και των συνεπειών της αθρόας μετανάστευσης απαιτούν συγκροτημένες Ευρωπαϊκές πολιτικές σχετικά με την λειτουργία του Δουβλίνο ΙΙΙ (πλέον) και την επαρκή, κοινή φύλαξη των συνόρων. Ο εγκλωβισμός κι ο απομονωτισμός δεν θα βελτιώσουν την κατάσταση, ούτε θα λύσουν μακροπρόθεσμα το πρόβλημα αλλά εντείνουν το μίσος ακόμη κι ανάμεσα σε Ευρωπαϊκούς λαούς.
Όπως φάνηκε κι από την καμπάνια του Brexit οι αιτιάσεις για το κόστος των κοινωνικών επιδομάτων σε πολίτες της Ε.Ε. δεν ήταν παρά μια υπερβολή που δεν υπολόγιζε ότι επρόκειτο για την επιστροφή ενός μικρού μέρους των θετικών επιπτώσεων που δημιούργησαν αυτοί οι εργαζόμενοι στην Βρετανική οικονομία.
Από την άλλη, η Αριστερή σφραγίδα του ευρωσκεπτικισμού κινείται αποκλειστικά γύρω από τις μονομέρειες για την λιτότητα ξεπερνώντας το γεγονός ότι ειδικά στην Μ. Βρετανία, αλλά και σε άλλες χώρες, η οικονομική κατάσταση δεν είναι τόσο ασταθής όσο η ελληνική. Παραβλέπουν το εθνικό υπόβαθρο των περισσότερων αντιδράσεων, χαρακτηρίζοντας τες με ευκολία ακροδεξιές.
Χωρίς να μην αναγνωρίζεται ότι μέχρι και φασιστικά κινήματα εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να αναδειχθούν, το ουσιαστικό είναι ότι η αίσθηση ταυτότητας δεν υποτάσσεται σε κεντρικά νομοθετήματα και διατάξεις. Ούτε η απάντηση στην παραγωγική καχεξία και τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό βρίσκεται μονάχα στην πληθωριστική, νομισματική διευκόλυνση.
Το ζητούμενο ήταν και παραμένει η αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα σε πολιτικές ομοσπονδιοποίησης, εκεί όπου μπορούν να επιφέρουν πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα για όλους, (όπως η διευρυμένη λειτουργία της ΕΚΤ, κοινή εξωτερική κι αμυντική πολιτική) και επιλογές με πιο εθνικό προσανατολισμό όπως οι φορολογικές και παραγωγικές προτεραιότητες.
Το μέλλον δεν βρίσκεται στην περισσότερη Ευρώπη του Τσίπρα που στηρίζεται στα ανεύθυνα δανεικά, ούτε σε αυτή του Φάρατζ που ονειρεύεται την επάνοδο σε περίκλειστες οικονομίες και την ουσιαστική κατάλυση της παγκοσμιοποίησης. Είναι εποχή για ηγέτες που θα θέσουν το πλαίσιο για τον επόμενο αιώνα. Υπάρχουν; Θα αναδειχθούν άμεσα; Θα περιοριστούμε σε μια μίζερη μικροδιάχειρΙση; Μόνο ο χρόνος έχεις τις απαντήσεις
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Τον προβληματισμό για τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στον πρώτο γύρο των Γαλλικών περιφερειακών εκλογών έδωσε τη θέση του στον ενθουσιασμό της μη εκλογής ούτε ενός εκπροσώπου του στον δεύτερο γύρο. Όλοι καθησυχάστηκαν από την επαναφορά στην κανονικότητα, πανηγύρισαν για την νίκη της δημοκρατίας και έκρυψαν, για μια ακόμα φορά, τους σκελετούς στα βάθη της πολιτικής αμνησίας.
Αυτό που συνέβη στην Γαλλία ήταν το προφανές. Ο τρόμος του δημοκρατικού τόξου από την πιθανή επέλαση της Λεπέν λειτούργησε και σε αυτή τη συγκυρία, όπως επανειλημμένα έχει συμβεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Το Εθνικό Μέτωπο κινούνταν πάντα σε διψήφια ποσοστά και πολύ συχνά ξεπερνούσε το 17%. Διατηρούσε τη δυναμική του και στις πιο πολιτικά παθητικές περιόδους εκφράζοντας σταθερά μέρος του γνωστού Γαλλικού σωβινισμού. “
Όταν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες οξύνονταν αποκτούσε επιπρόσθετη ισχύ και κονταροχτυπιόνταν στα ίσια με τις δυο παραδοσιακές παρατάξεις. Πάντα όμως την κρίσιμη στιγμή της εκτόξευσης του και της οριστικής διατάραξης των ισορροπιών, το λεγόμενο δημοκρατικό τόξο ομονοούσε αποτρέποντας την ανάληψη οποιασδήποτε εξουσίας από την ακροδεξιά.
Μόνο που τα όρια του προφανούς και του αναμενόμενου σταδιακά εξαντλούνται. Η μορφή του Εθνικού Μετώπου εξευγενίζεται επικοινωνιακά και πολιτικά, με φιλάρεσκες γυναικείες παρουσίες αντί για την αποκρουστική εικόνα του πατρός Λεπέν και προτάσεις που έχουν λειάνει αρκετές από τις σκληρές γωνίες του κλασικού λόγου του που απωθούσε πλατιά λαϊκά στρώματα.
Η δημοκρατική συμμαχία απέτρεψε την ύστατη ώρα τον Ζαν Μαρί Λεπέν από το να κατακτήσει τον προεδρικό θώκο όταν πέρασε στον δεύτερο γύρο των εκλογών με 18%. Η σημερινή αντίστοιχη σύμπλευση απέτρεψε την κόρη του από το να αλώσει τις περιφέρειες καταγράφοντας όμως ένα 29%, όπως θα την αποτρέψει και στην επικείμενη προεδρική μάχη όπου δύσκολα θα βρεθεί καν στο δεύτερο γύρο με ποσοστό όμως γύρω στο 25%. Δεν αργεί η μέρα που η ευειδής ανιψιά της θα προσδώσει την καταλυτική νότα απομυθοποίησης καθιερώνοντας το κόμμα σε εκλογικά ύψη άνω του 30%.
Αν το γαλλικό πολιτικό κατεστημένο συνεχίσει να βολεύεται με την αστική “αντίσταση” της τελευταίας στιγμής και οι αδιάφοροι Ευρωπαίοι μανδαρίνοι συνεχίσουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και να παρεμβαίνουν μονίμως με καταστροφική χρονοκαθυστέρηση όπως έπραξαν με την οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό, αυτή η μέρα μπορεί και να βρίσκεται πολύ πιο κοντά από ότι φανταζόμαστε.
Αν δεν αντιμετωπίσουν άμεσα οι ουσιαστικές αιτίες που πυροδοτούν το γενικότερο φαινόμενο και δεν προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές στο δυσλειτουργικό διοικητικό μοντέλο της Ε.Ε.. Αν δεν προχωρήσουν σε επανασχεδιασμό του παραγωγικού της μοντέλου με βάση τις παγκόσμιες εξελίξεις και την ανάδειξη νέων ισχυρών οικονομικών πόλων. Αν δεν αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές και την ασαφή πολυπολιτισμική ανοχή που δεν τοποθετεί ως προμετωπίδα των σεβασμό των βασικών αξιών του φιλοξενούντα.
Τότε η κοινωνική δυσαρέσκεια θα βρει νομοτελειακά πρόσφορο έδαφος για να εκφραστεί ακόμα πιο μαζικά από σχηματισμούς όπως το Εθνικό Μέτωπο. Και τότε το προφανές θα είναι ανίσχυρο να το συγκρατήσει όχι μόνο μακριά από γαλλική εξουσία αλλά κι από την άλωση της Ευρωπαϊκής τάξης
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας,
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
“Ηταν αναμενόμενο, μετά την πρόσκρουση Τσίπρα πάνω στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα την οποία αρνιόταν επί μήνες να δει και την υπογραφή της νέας σκληρής συμφωνίας, ότι ο λόγος του θα στρέφονταν προς πιο ηθικολογικά και προσωποκεντρικά πεδία. Η εξάντληση της συγκρουσιακής διάθεσης με τους εξωτερικούς «εχθρούς» έστρεψε σχεδόν υποχρεωτικά την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας αναζητώντας τους επόμενους αντιπάλους στο κατεστημένο πολιτικό σύστημα και την ηλικιακή κομματική επετηρίδα.
Με όπλο την νεότητα και την έως τώρα μη διαχείριση κυβερνητικών καθηκόντων από την αριστερά, επιχειρεί ένα νοητικό άλμα που συνειδητά αγνοεί τις προϋποθέσεις και τους όρους που καθορίζουν το ουσιαστικά νέο και το βαθιά ηθικό. Περιορίζει μια ευρύτατης αντίληψης έννοια όπως η νεωτερικότητα στο σκέπτεσθαι και το πράττειν στα στενά όρια μιας ηλικιακής φρεσκάδας. Παραβλέπει το γεγονός ότι η σωματική ρώμη δεν συνδυάζεται πάντα με την διανοητική εγρήγορση, ούτε η απειρία, σε όλα τα επίπεδα, διασφαλίζει την ηθική καθαρότητα.
Είναι οι ιδέες που επιλέγεις να εκπροσωπήσεις, η ιστορική συνέπεια και η κοινωνική αποτελεσματικότητα, που χαρακτηρίζουν τελικά και το ηθικό υπόβαθρο τους. Είναι η αγνότητα των προσωπικών προθέσεων και η απαρέγκλιτη σταθερότητα στην υπηρέτηση ενός αξιακού συστήματος που μπορούν να σου δώσουν τα απαραίτητα διαπιστευτήρια αξιοπιστίας. Ο Τσίπρας παρά τις πομπώδεις αναφορές του δεν διαθέτει τίποτα από τα δυο.
Οι ιδέες του δεν έχουν καμιά σχέση με τον νεωτερισμό. Αναπαράγει την πιο σαθρή νοοτροπία αντιπαραγωγικού κρατισμού με εμμονές εναντίον της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας. Βολεύεται σε έναν κυνήγι μαγισσών που δεν επιδιώκει την θέσπιση αξιοκρατικών κανόνων αλλά τον έλεγχο και την χειραγώγηση των δυνάμεων της αγοράς. Εξωστρακίζει λεκτικά την διαφρθορά ενώ ταυτόχρονα καθησυχάζει βασικούς παράγοντες δημιουργίας και συντήρησης της, όπως ο συντεχνιασμός.
Είναι δεδομένο ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη από δομικές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών (κυβέρνηση, κόμματα κλπ), από ανανέωση σε πρόσωπα και ιδέες με τρόπο που θα διασφαλίζει την αξοκρατία και την αποδοχή των νέων διαδικασιών από το σύνολο της κοινωνίας. Αυτά όμως δεν θα επιτευχθούν με επικοινωνιακές προεκλογικές στρακαστρούκες που ισοπεδώνουν το παρελθόν χωρίς να έχει υπάρξει καμιά πρόβλεψη για το πάνω σε ποια βάση θα οικοδομηθεί το μέλλον.
Αν για τον κ. Τσίπρα το μέλλον περνά μέσα από την νεκρανάσταση των χειρότερων αναμνήσεων της μεταπολίτευσης και των πιο αποτυχημένων πολιτικών και οικονομικών ιδεών, με την καθαγιαστική επικάλυψη της έως τώρα μη εμπλοκής με την εξουσία, θα προτιμήσουμε να κοιτάξουμε στα μάτια το παρελθόν, να αναγνωρίσουμε τα λάθη του και να αγωνιστούμε για να τα ξεπεράσουμε με ειλικρίνεια, προτάσεις και όραμα. Οι φωτοτυπίες μπορεί να είναι εμφανισιακά καινούριες δεν παύουν όμως να περιλαμβάνουν όλα τα λάθη και τις μουτζούρες του πρωτότυπου!
Κακώς βιαστήκαμε
να περιγελάσουμε το σαρδάμ του πρωθυπουργού με τον νεποτισμό. Ο τρόπος
με τον οποίο η κυβερνητική πλειοψηφία σπεύδει να αποδείξει ότι εξουσία και
ρουσφέτι είναι σύμφυτες έννοιες, συνδυάζεται ομαλά με έναν νεολογισμό όπως ο
νε(ο)ποτισμός που εκστόμισε προεκλογικά ο Τσίπρας. Είναι τόσο νεοπαγές το μοντέλο
τακτοποίησης ημετέρων σε δημόσια αξιώματα που δικαιολογεί την εξεύρεση ενός
καινούριου ορισμού για να περιγράψει το φαινόμενο.
Ένα από τα βασικά
σημεία κριτικής για όλη την πορεία της μεταπολίτευσης ήταν η γενικευμένη
αναξιοκρατία. Η επιλογή στελεχών στο στενό κυβερνητικό χώρο αλλά και στην
ευρύτερη δημόσια διοίκηση γίνονταν από μια περιορισμένου εύρους «γυάλα»
κομματικών στελεχών, πολιτευτών και συγγενικών ή φιλικών προσώπων που κάποια
από αυτά δεν διέθεταν ούτε τα ελάχιστα απαραίτητα γνωστικά και εμπειρικά
προσόντα για να καλύψουν τις ανάγκες των αρμοδιοτήτων τους.
Είχαμε συνηθίσει
τόσες δεκαετίες οι «τακτοποιήσεις» να αφορούν κυρίως την προσπάθεια των παλαιότερων
να εισάγουν την επόμενη γενιά (παιδιά, ανίψια) στη δημόσια διαχείριση.
Αυτή την περίοδο βιώσαμε εκτός από το αντίστροφο (παιδικά «δώρα» προς τους
γονείς, τύπου Ζωής Κωνσταντοπούλου!) και μια θερμή προσωπική συντροφικότητα
που δεν φείδεται αξιωμάτων και παράβλεψης της νομοτυπίας για να αποδείξει το
βάθος και το εύρος της!
Δεν έχουν συμβεί
ποτέ στην ελληνική ιστορία τόσο μαζικές τοποθετήσεις ζευγαριών στον
κρατικό μηχανισμό. Δεν υπάρχει προηγούμενο τόσων πολλών παραχωρήσεων δημοσίων
θώκων ελέω ενδοοικογενειακής στήριξης. Τη στιγμή μάλιστα που με την
απαγόρευση, από τον Σαμαρά, της τοποθέτησης συγγενών ως συμβούλων των βουλευτών
και με την λειτουργία της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ, από τον Παπανδρέου, είχαν αρχίσει με
καθυστέρηση και νωχελικότητα να μπαίνουν οι βάσεις για ακόμα πιο τολμηρά βήματα
προς την αποδέσμευση από τον νεποτισμό.
Βήματα που πολλοί
ανέμεναν ότι μια καινούρια κυβέρνηση που διατείνονταν ότι δεν διαθέτει τις συνηθισμένες
αγκυλώσεις του συστήματος θα τα έκανε με γοργό ρυθμό. Αποδείχτηκε όμως για
πολλοστή φορά ότι ο στίχος της Λίνας Νικολακοπούλου «στο βάθος το ζηλεύουμε
αυτό που ρεζιλεύουμε» βρίσκει στο εγχώριο υποκριτικό πολιτικό σκηνικό
την μέγιστη εκπλήρωση του.
Η κατάκτηση της
εξουσίας μπορεί να προβάλλεται ως το μέσο για την ανατροπή δομών και συμπεριφορών
αλλά καθυποτάσσεται στην ακόρεστη ανάγκη για αξιοποίηση της ώστε να αποκομίσει
τα μεγαλύτερα οφέλη ένας στενός πυρήνας καρεκλοκένταυρων και ο περίγυρος
του. Άλλωστε μια «επανάσταση» για να είναι επιτυχημένη πρέπει να προασπίσει
πρώτα απ’ όλα την συνοχή και την αποτελεσματικότητα της «ομάδας κρούσης»!
Μόνο οι ταγμένοι
να... ματώσουν για τον υψηλό σκοπό δύναται να σταθούν στο ύψος των
περιστάσεων. Γι’ αυτό και μπρος στην «θρησκευτική» υπηρέτηση του κοινού στόχου
η αξιοκρατία περνά σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει να είμαστε ταγμένοι στον αγώνα
με... οικογενειακή προσήλωση όλοι όσοι θα υπηρετήσουμε το καθεστώς. Και ποιος
διαθέτει αυτή την «γενετική» ιδεολογική ταύτιση καλύτερα από την φυσική
οικογένεια; Με μητέρα την εξουσία και πατέρα τον ωφελιμισμό έρχονται τα παιδιά
της «σύγκρουσης» να μας σώσουν!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τι κι αν η
μεταρρυθμιστική και δημοσιονομική συμφωνία με τους εταίρους μοιάζει να
βρίσκεται στον αέρα; Τι κι αν η πραγματική οικονομία φυλλορροεί κάτω από
την ασφυκτική πίεση της κρεμάλας μιας νέας διαπραγματευτικής ύφεσης; Στην
κυβέρνηση φόρεσαν τα μεγάλα κόκκινα γυαλιά κι όλα σινεμά τα βλέπουν, όπως λέει
και το άσμα! Λιάζονται στο εκτυφλωτικό φως της απατηλής ιδεοληψίας τους
και πλατσουρίζουν σαν απρόσεκτα παιδιά στο μεταναστευτικό κύμα και την
αυξανόμενη παλίρροια της ανομίας που απειλεί να τους πνίξει.
Μπορεί η ελληνική
κοινωνία να περιμένει με αγωνία τις εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό μέτωπο και να
αναρωτιέται αν τελικά θα καταστεί δυνατό να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις
τον Μάιο ή θα καταλήξουμε σε τμηματικές καταβολές και χρήση ανταλλακτικών
κουπονιών, δεν αδιαφορεί όμως για την εικόνα αποδιάρθρωσης τόσο στην διαφύλαξη
της έννομης τάξης όσο και στην αναχαίτιση των μεταναστευτικών ροών που
θέριεψαν μετά τις χαλαρές και δήθεν φιλόστοργες κυβερνητικές προτροπές προς τους
πρόσφυγες από τη Συρία.
Με το ιδεολογικό
αντηλιακό ανά χείρας και το πλατύ θεωρητικό καπέλο να αποκρύπτει σημαντικό
μέρος της αλήθειας, επιτρέποντας μια επιλεκτική αίσθηση πραγματικότητας. Ακούν
τους ήχους των ατέρμονων αντιεξουσιαστικών καταλήψεων ως περαστικούς γλάρους.
Αντιλαμβάνονται ως παροδικό συνωστισμό στην παραλία την μαζική απόβαση
παράνομων μεταναστών, που με ευκολία χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως πολιτικοί
πρόσφυγες, για να επιχειρηθεί η προώθηση τους στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Γνωρίζουν όμως
ότι η νομοτυπία των υπογεγραμμένων διεθνών συμβάσεων θα επιβάλλει την
άμεση επάνοδο τους στην Ελλάδα ή την αποβολή μας από τη συνθήκη Σένγκεν και την
αυτόματη μετατροπή μας σε τριτοκοσμική χώρα με επιβολή εξονυχιστικών ελέγχων
διαβατηρίων από όλο τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Γι’ αυτό και ταχύτατα
ανασκεύασαν την αρχική ουτοπική δήλωση προσαρμόζοντας την σε πιο ορθολογικά
πλαίσια χωρίς όμως και πάλι να δίδεται κάποια λύση ούτε για την ασφάλεια των
Ελλήνων πολιτών, ούτε για τους ίδιους τους μετανάστες.
Μια επιλογή αντίστοιχης
θεσμικής φαιδρότητας με την πρόθεση για ενοποίηση των υπουργείων
Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης συνθέτοντας μια παγκοσμίως πρωτότυπη δομή
συνδιαχείρισης του κρατικού διώκτη και του τιμωρού. Μια σκέψη που μάλλον
εγκαταλείφθηκε οριστικά κάτω από τον αδυσώπητο ρεαλισμό της διαρθρωτικής
και επιχειρησιακής αντίφασης.
Μήπως αντί η
κυβέρνηση να γεμίζει με κούφιο αέρα ένα κατεστραμμένο πίσω λάστιχο που
διατηρεί το «αυτοκίνητο» σε ασταθή πορεία στέλνοντας το στον τοίχο μέσα σε
σφυρίγματα αδιαφορίας, να σταματήσει την ιλιγγιώδη πορεία προς την ασάφεια
για να αποκαταστήσει τις βασικές δομικές βλάβες ενός συστήματος που και οι
ίδιοι σιγά, σιγά (βλέπε παρεμβάσεις Πανούση) αρχίζουν να συνειδητοποιούν τα
αδιέξοδα και την αναποτελεσματικότητα του;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τόσο η Κεντροδεξιά όσο και η Κεντροαριστερά μετά τις
τεκτονικές δονήσεις που έφερε η κρίση, οφείλουν να ενδοσκοπηθούν ταχύτατα
και να προχωρήσουν στην ανασυγκρότηση τους άμεσα. Για την Κεντροδεξιά ίσως
μοιάζει κάπως πιο εύκολο γιατί κυρίαρχος παράγοντας στο χώρο παραμένει η ΝΔ
από τις πρωτοβουλίες της οποίας εξαρτώνται κι οι εξελίξεις.
Από την άλλη η Κεντροαριστερά έχει υποστεί έναν τέτοιο κατακερματισμό
που δεν της επιτρέπει την γρήγορη ανάκαμψη αν δεν παρακαμφθούν πάραυτα οι προσωπικές
στρατηγικές και τα άσκοπα παιχνίδια εξουσίας, τη στιγμή μάλιστα που σε μια κοινωνία
συνηθισμένη στα δίπολα έρχεται με φόρα ο ΣΥΡΙΖΑ να καλύψει, παρά τις
ασάφειες και τις αντιθέσεις του, αυτό το κενό.
Γι’ αυτό πριν φτάσει να ασχοληθεί με τα ζητήματα που θα
αναπτύξουμε παρακάτω, θα περάσει από μια μακρά διαδικασία εσωστρέφειας
όπου θα αναζητεί το διακριτό στίγμα, την υπέρβαση της αρχομανίας και των προσωπικών
στρατηγικών, τις νέες δομές και τις προτάσεις που θα ξανακάνουν την
κεντροαριστερά προνομιακό συνομιλητή με τα κοινωνικά στρώματα που της
γύρισαν την πλάτη την περίοδο της κρίσης.
Κάποιοι στην Κεντροδεξιά θεώρησαν ότι η λύση βρίσκονταν
σε μια γενικόλογη παλλαϊκή συμμαχία κάτω από κάποιες γενικές αρχές, τις
οποίες όμως με τη δική τους ερμηνεία χρησιμοποιούν όλες οι παρατάξεις κι είναι
αμφίβολο αν αρκούν για να δημιουργήσουν ένα στέρεο και συνεκτικό κομματικό
μόρφωμα. Λησμονούμε ότι οι παρατάξεις του 47% δεν απέκτησαν αυτά τα
μεγέθη, ούτε γιατί απο-ιδελογικοποιήθηκαν, ούτε επειδή προτίμησαν την ασάφεια.
Η ψήφος των Ελλήνων ήταν διαχρονικά κυρίως τιμωρητική
και σε ένα σημαντικό βαθμό κινούνταν και μέσα στο πλέγμα των πελατειακών
σχέσεων. Όσο αυτές περιορίζονται από τα δεδομένα της σημερινής εποχής τόσο
γίνεται πιο επιτακτική, η ιδεολογική αποσαφήνιση που χτίζει μόνιμους
παραταξιακούς χώρους και χαλυβδώνει συνειδήσεις που μπορούν να διαδίδουν με
επίγνωση το λόγο και το στίγμα της Κεντροδεξιάς.
Δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε ότι παρά τις δεδομένες
βασικές αρχές, όπως αυτές τέθηκαν το 1974 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή,
στην πορεία και μέσα στο γαϊτανάκι ανάληψης της εξουσίας ακολουθήσαμε κατά
καιρούς τακτικές του ΠΑΣΟΚ (λαϊκισμό, ρουσφετολογία κλπ) και αφήσαμε να
περιφέρεται μια σχετική θολούρα και αρκετές αντιφάσεις σε βασικές οικονομικές
και πολιτικές θέσεις που δικαιολογούν την ευκολία με την οποία στις μέρες μας
κάποιοι δηλώνουν «δεξιοί» αλλά ενστερνίζονται αριστερές προσεγγίσεις σε
σχέση με την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις ή το ρόλο του δημοσίου τομέα.
Η ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς απαιτεί δυο βασικές
κινήσεις. Την συνέχιση της αναδόμησης των κομματικών μηχανισμών με
διαδικασίες που θα λειτουργούν αμφίδρομα και διαδραστικά με την κοινωνία. Ήδη
έγινε μια μεγάλη προσπάθεια με την πιο σφιχτή δομή του κομματικού μηχανισμού
και την ανάδειξη τοπικών στελεχών με συγκεκριμένο αντικείμενο δράσης.
Αυτό μπορεί να ολοκληρωθεί με έναν ανασχεδιασμό και των πιο κεντρικών δομών με
τρόπο που να βρίσκονται σε διαρκή λειτουργία ως αποσυμπιεστή ανάμεσα στη
βάση και την κυβέρνηση και προσφέρει τη δυνατότητα συνεχούς επιμόρφωσης και
επεξήγησης των πολιτικών επιλογών στα μέλη.
Ταυτόχρονα χρειάζεται αποσαφήνιση του σχεδίου της
επόμενης μέρας για τη χώρα. Της μεταμνημονιακής εποχής που επικεντρώνεται
στον παραγωγικό ζήτημα με προτάσεις που ενισχύουν την επιχειρηματικότητα
δεν την ενοχοποιούν, που δίνουν ευκαιρίες στους νέους να δημιουργήσουν, δεν
τους κάνουν υποχείρια των κομματικών γραφείων, που εκμεταλλεύονται ανά
περιφέρεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες κάθε περιοχής.
Φυσικά είναι δεδομένο ότι ένα τέτοιο πλάνο δεν είναι δυνατόν να θεωρείται
ολοκληρωμένο αν δεν προωθηθεί και εκφραστεί στην κοινωνία από φωνές που
διαθέτουν τα εχέγγυα ότι μπορούν να αποτελέσουν το αξιόπιστο πρόσωπο της
μεγάλης αλλαγής. Κι αυτές οι φωνές βρίσκονται γύρω μας, βιώνουν καθημερινά τις
αγωνίες και τα προβλήματα της κοινωνίας, μπορούν να συνομιλούν και να
ταυτίζονται οι πολίτες μαζί τους και να αναζητούν λύσεις ρεαλιστικές και
αποτελεσματικές.
Θα μπορούσε κανείς να συμπυκνώσει αυτό το όραμα σε πέντε λέξεις. Νέα
Μεταπολίτευση, Νέα Ελλάδα, τώρα! Χωρίς αναβολές, καθυστερήσεις, χάσιμο
χρόνου με κομματικές ισορροπίες.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Λακωνικά και κατανοητά! Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις ευρωεκλογές
με 3,5% και η ΝΔ είχε μια μείωση 7% σε σχέση με τις εθνικές εκλογές. Ταυτόχρονα
όμως η κυβερνητική σταθερότητα δεν διαταράχτηκε και απέτυχε πλήρως η
εναγώνια προσπάθεια του Τσίπρα να μετατραπεί μια εκλογική διαδικασία
διαχρονικής χαλαρής ψήφου σε εφαλτήριο πολιτικών ανατροπών.
Το αναμενόμενο κοινωνικό μήνυμα ήταν σαφές. Δόθηκε όμως με τέτοιο τρόπο που δεν μετατρέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη δύναμη και αφήνει το περιθώριο στη ΝΔ και την κυβέρνηση να αποδείξει ότι η μνημονιακή Ελλάδα μένει αμετάκλητα πίσω μας και μια καινούρια δημιουργική σελίδα ανοίγει για τη χώρα.
Το αναμενόμενο κοινωνικό μήνυμα ήταν σαφές. Δόθηκε όμως με τέτοιο τρόπο που δεν μετατρέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη δύναμη και αφήνει το περιθώριο στη ΝΔ και την κυβέρνηση να αποδείξει ότι η μνημονιακή Ελλάδα μένει αμετάκλητα πίσω μας και μια καινούρια δημιουργική σελίδα ανοίγει για τη χώρα.
Δεν είναι υποχρεωτικό οι πολίτες να στέλνουν πάντοτε ισορροπημένα
και αποτελεσματικά μηνύματα, αλλά αυτή τη φορά μοιάζει να είναι μια από
αυτές. Είναι ιδιαίτερα σοφός ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία δηλώνει τη
συσσωρευμένη πίεση που βιώνει από τη λιτότητα τόσων ετών, χωρίς να επικροτεί
πλειοψηφικά τις επαναστατικές εξάρσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εξαιρετικά εύστοχη η προσπάθεια
να παρακινηθεί η κυβέρνηση προς ακόμα εντονότερη επούλωση των κοινωνικών
πληγών, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ή να
δημιουργηθεί ζήτημα πρόωρων εκλογών,
Ο κύκλος της εσωστρέφειας και των πολύ δύσκολων
αποφάσεων, που έφεραν ένα χρόνο νωρίτερα την δημοσιονομική εξυγίανση κι οδηγούν
σε νέα οριστική ρύθμιση για το χρέος, κλείνει οριστικά αλλά αυτό δεν είναι
ακόμα ευκρινώς ορατό στην καθημερινότητα των πολιτών. Το κοινωνικό μέρισμα,
η τραπεζική σταθεροποίηση, η αντιστροφή της τάσης για την ανεργία, η εκτίναξη
του τουρισμού και η βελτίωση συγκεκριμένων παραγωγικών τομέων αποτελούν μια
σημαντική διαφοροποίηση αλλά δεν έχουν πάρει ακόμα το εύρος και την ένταση που
απαιτείται για να υπάρξει μια ριζική νοητική διαφοροποίηση που θα μεταφέρει
τη συζήτηση ολοκληρωτικά σε ένα καινούριο πεδίο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να υπερβεί τα ποσοστά των
εθνικών εκλογών, αποδεικνύοντας ότι οι πολίτες δεν έχουν πεισθεί για το ότι
η επαναστατική ρητορική του συνιστά συγκροτημένη, εφικτή αντιπρόταση. Το
πλειοψηφικό κύμα που προσδοκούσε δεν προέκυψε ποτέ, η δυναμική που
επιζητούσε δεν του δόθηκε, η αξιοπιστία που είναι το μεγάλο ζητούμενο δεν
κατακτήθηκε.
Αν μάλιστα συνεχιστεί και αυξηθεί η τάση της υπερφίαλης έπαρσης που επέδειξαν από χθες τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, απλά θα επιβεβαιωθεί ότι κανένα πέπλο εξουσιολαγνείας δεν μπορεί να κρύψει τα μόνιμα πάθη και τις αγκυλώσεις της ξεπερασμένης νοοτροπίας που αντιπροσωπεύει.
Αν μάλιστα συνεχιστεί και αυξηθεί η τάση της υπερφίαλης έπαρσης που επέδειξαν από χθες τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, απλά θα επιβεβαιωθεί ότι κανένα πέπλο εξουσιολαγνείας δεν μπορεί να κρύψει τα μόνιμα πάθη και τις αγκυλώσεις της ξεπερασμένης νοοτροπίας που αντιπροσωπεύει.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Κάποιοι θα πουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αστικοποιείται και προσπαθεί να προσεγγίσει
ευρύτερα ακροατήρια. Άλλοι ότι η ύπαρξη μιας γενικής αρχής δεν αποκλείει το
διάλογο και τη διαπραγμάτευση για την εκτέλεση της. Ορισμένοι ίσως μιλήσουν
απλά για έναν αναμενόμενο τακτικισμό στα πλαίσια της προεκλογικής
περιόδου. Η αλήθεια είναι πιο πολύπλοκη και πιο επικίνδυνη από καθεμιά από
αυτές τις προσεγγίσεις.
Κανείς δεν περίμενε τις δηλώσεις αβρότητας της Δούρου προς την
ελληνική εκκλησία για να συνειδητοποιήσει ότι η οσμή εξουσίας μεταλλάσσει,
ρητορικά τουλάχιστον, εν ριπή οφθαλμού ιδέες που βρίσκονται στον πυρήνα της
ιστορικής πορείας του ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο συνέβη με την απλή αναλογική, το όριο
θητείας των βουλευτών, τη συμπαράσταση στους... διαδηλωτές αστυνομικούς και
πολλά άλλα.
Μια καλοκάγαθη οπτική θα έβλεπε μια ειλικρινή προσπάθεια
εκλογίκευσης και προσαρμογής στα δεδομένα. Αποδεικνύεται όμως καθημερινά ότι
αυτές οι φωτοβολίδες δήθεν υπευθυνότητας δεν είναι παρά το προπέτασμα του
οπορτουνισμού. Μικρές στάλες συνείδησης που επιχειρούν ως δυνατό άρωμα να
καλύψουν τις υποβόσκουσες μυρωδιές!
Κανένας δεν απαιτεί από τον Τσίπρα, την Δούρου ή οποιοδήποτε άλλο στέλεχος
του ΣΥΡΙΖΑ δηλώσεις θρησκευτικής νομιμοφροσύνης. Ευτυχώς σε αυτό τον
τρόπο η ανεξιθρησκία και η ελευθερία του λόγου είναι κατοχυρωμένα δημοκρατικά
δικαιώματα. Άλλωστε οι πεποιθήσεις τους είναι γνωστές εδώ και χρόνια,
τόσο από το προσωπικό τους βίο, πχ. πολιτικές κηδείες, όσο κυρίως από τη
δημόσια στάση τους, πχ άρνηση θρησκευτικού όρκου στις ορκωμοσίες του
κοινοβουλίου.
Την επικινδυνότητα του φαρισαϊσμού καταδεικνύουμε ως μέσου
καθοδήγησης της κοινωνίας. Αν με αυτό το υποκριτικό σκεπτικό διαχειριζόμαστε
λεπτά ζητήματα όπως τα θρησκευτικά πιστεύω, τρομάζει κανείς μπροστά στη σκέψη
του ποια διαχείριση επιφυλάσσει η «επαναστατική» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ
για κρίσιμα εθνικά, οικονομικά και κοινωνικά θέματα.
Οι αντιπολιτεύσεις στην Ελλάδα έχουν επανειλημμένα αποδείξει τον
καιροσκοπισμό και την μικροπολιτική αντίληψη με την οποία προσέγγισαν κομβικά
θέματα για την πορεία της χώρας και συχνά αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για
την εκτροπή στον άκρατο λαϊκισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως στην πιο σημαντική περίοδο για
τον τόπο μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο επιδεικνύει μια πρωτόγνωρη ελαφρότητα
στην αντιμετώπιση ακόμα και των πιο σοβαρών υποθέσεων. Συνιστώσα «ευλόγησον»
λοιπόν κι ο Θεός βοηθός!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ένα από τα προαιώνια πολιτικά ερωτήματα είναι το πόσο ακηδεμόνευτη
μπορεί να είναι η τοπική αυτοδιοίκηση από την κεντρική πολιτική σκηνή και
ποια σημασία παίζουν οι ιδεολογικές καταβολές του εκάστοτε τοπικού
«άρχοντα» στην άσκηση των καθηκόντων του. Σε αυτό το δίλημμα προστέθηκε τα
χρόνια της κρίσης και η αντιμνημονιακή ή μη προσέγγιση που από
συγκεκριμένο και χρονικά προσδιορισμένο ζήτημα απέκτησε στην αντίληψη ορισμένων
μια αυτόνομη ιδεολογική υπόσταση ικανή να περιλάβει από τα πιο περίπλοκα έως τα
πιο καθημερινά ζητήματα.
Ήρθε όμως η πρωτοποριακή προσέγγιση της κ.Δούρου και έδωσε ένα τέρμα
σε αυτές τις αγωνίες. Έθεσε τα όρια της αριστερής και αντιμνημονιακής
διαχείρισης των προβλημάτων των τοπικών κοινωνιών ξεκαθαρίζοντας ότι υπάρχει
αριστερός τρόπος για την αποκομιδή των σκουπιδιών. Δεν το διευκρίνισε αλλά
θεωρείται δεδομένο ότι αντίστοιχα θα υπάρχει κι αριστερός τρόπος για το
βίδωμα λάμπας σε κοινόχρηστους χώρους, το κλάδεμα δέντρων και τον
καλλωπισμό κήπων.
Η καθημερινότητα και η ικανότητα χρηστής διαχείρισης και συντονισμού
δράσεων δεν αποτυπώνεται με ιδεολογήματα αλλά με πρακτικές προτάσεις και
σχετικές ικανότητες υλοποίησης. Η καθαριότητα, οι κοινωνικές δομές, η
αισθητική, το πράσινο, η ασφάλεια στην πόλη δεν είναι ιδεοληπτικά αρχέτυπα.
Απλά καλύπτουν βασικές ανθρώπινες ανάγκες κάθε πολίτη κι ως τέτοιες οφείλουν να
τις αντιμετωπίζουν όσοι εμπλέκονται με τα αυτοδιοικητικά.
Ίσως η αριστερή αυτοδιοίκηση να μην ενδιαφέρεται για... ποταπά
ζητήματα όπως η οικονομική υγεία. Άλλωστε τι αριστερός θα είναι αυτός που δεν
διεκδικεί συνεχώς περισσότερα χρήματα από το κράτος χωρίς να
υποχρεώνεται στη σύνταξη προϋπολογισμών; Που δεν σκοτίζεται για την υπερχρέωση
του δήμου ή της περιφέρειας μεταθέτοντας τα βάρη στο κοινωνικό σύνολο, μπρος
στην τακτοποίηση ημετέρων και τις αθρόες προσλήψεις (αυτό είναι γεγονός
ότι αποτελεί διακομματική επιτυχία!); Που δεν θεωρεί την ευταξία στην πόλη
ως αναγκαίο κακό που δεν μπορεί να περιορίζει την απρόσκοπτη επαναστατική
διάθεση του οποιουδήποτε;
Προφανώς και υπάρχει αριστερή αντιμετώπιση μιας σειράς ζητημάτων που έχουν
σχέση με την τοπική αυτοδιοίκηση. Από τα οικονομικά έως τη διαχείριση των
κοινοτικών πόρων κι από την εγκληματικότητα και τη λαθρομετανάστευση έως το
παρεμπόριο. Ακούσαμε τις προτεραιότητες του Σακελλαρίδη και της Δούρου και την καταλάβαμε! Μόνο που υπάρχουν και τα εντελώς απαραίτητα βήματα για τη βελτίωση
της καθημερινότητας που έχουν να κάνουν με τον προγραμματισμό, τον καλό
σχεδιασμό, την ικανότητα όσων αναλαμβάνουν τις σχετικές ευθύνες.
Έως ότου ορισμένοι φέρουν την παγκόσμια ειρήνη και το τέλος της πείνας,
ως άλλες μις υφήλιος, κάποιος θα πρέπει να δώσει πειστικές και ρεαλιστικές
απαντήσεις σε πιο... πεζά αλλά απολύτως ουσιαστικά θέματα που απασχολούν
τον πολίτη μιας τοπικής κοινωνίας. Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η επίφαση της προοδευτικότητας κρύβονταν πάντοτε πίσω από
βαρύγδουπες αναφορές στην απλή και ανόθευτη αναλογική, στη λαϊκή
συμμετοχικότητα στις κομματικές διεργασίες και στη διεύρυνση των δημοκρατικών
διαδικασιών με ενεργότερο ρόλο στο πολίτη όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων
(δημοψηφίσματα, σταυροδοσία κλπ). Σημαντικές κι εν πολλοίς απαραίτητες συνθήκες
εμπέδωσης των θεσμών και κοινωνικής νομιμοποίησης που μετατρέπονται σε
άλλοθι αποστασιοποίησης και γενικού αφορισμού από τους λάτρεις της ατέρμονης
επαναστατικής συζήτησης που κατά βάθος απεχθάνονται την ευθύνη της δράσης,
του αποτελέσματος και της αξιολόγησης.
Η απλή αναλογική, διαχρονικό αίτημα της αριστεράς (συμπεριλαμβανομένου του
πρώιμου ΠΑΣΟΚ) λειτουργούσε ως αντικαθεστωτικό αγχολυτικό που δεν
συνοδευόταν όμως κι από τις απαιτούμενες διεργασίες συνεργασίας. Η πρόταση
εξουσίας εξαντλούνταν στις μερικές παραπάνω έδρες που θα μπορούσαν να κερδίσουν
τα μικρότερης επιρροής κόμματα χωρίς αυτό να οδηγεί σε διαδικασίες δημιουργίας σταθερής
κυβερνητικής προοπτικής.
Η απότομη μεγέθυνση του ΣΥΡΙΖΑ έφερε και τη σχετική προσαρμογή (όπως
ακριβώς είχε συμβεί παλιότερα και με το ΠΑΣΟΚ). Ρητορικά επιζητούν ακόμα την
απλή αναλογική, ως μελλοντική κυβερνητική επιλογή τους, αλλά στην ουσία
αποδέχονται ενδόμυχα τα οφέλη της ενισχυμένης που με τη σημερινή μορφή
της επιτρέπει υπό προϋποθέσεις και αυτοδυναμία με ποσοστό κάτω του 35%!
Ανάλογης λογικής άλλωστε ήταν και η συνεδριακή απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ για όριο
θητειών των βουλευτών (πρόταση που κάναμε σε αυτό το blog εδώ και 4 χρόνια) αναφέρεται χωρίς σαφές
χρονοδιάγραμμα και ορίζοντα εκτέλεσης με προφανές κίνητρο να προστατευθεί η
υπάρχουσα αρχηγική ομάδα (ακόμα δεν άγγιξαν την εξουσία, να την παραδώσουν
κιόλας στις επόμενες γενιές!). Ο μικροαστισμός και η εξουσιολαγνεία
χρόνια και ιδεολογίες δεν κοιτά!
Η συμμετοχικότητα και η πιο άμεση δημοκρατία αποδείχτηκαν ρητορικά σχήματα
στο βαθμό που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ενός περιορισμένου και ουσιαστικά ελεγχόμενου
κομματικού μικρόκοσμου. Μόλις η πολιτικοκοινωνική στόχευση άλλαξε,
οι μεταπολιτευτικές ασθένειες της αρχομανίας που τόσο απόλυτα
καταδίκαζαν μετέτρεψαν τις εσωκομματικές διαδικασίες σε παρεπόμενο.
Το αποκορύφωμα βέβαια ήταν η αντίδραση στην κυβερνητική πρόταση για σταυροδοσία
και στις ευρωεκλογές. Αντί με «προοδευτική» ζέση να αγκαλιάσουν αυτή την
ιδέα και να προσπαθήσουν να την εμπλουτίσουν, επιδόθηκαν σε μικροπολιτικές
αναλύσεις και σπασμωδικές αντιδράσεις που ανακαλούν από τη μνήμη τα πιο συντηρητικά
και κλειστοφοβικά αντανακλαστικά του πολιτικού συστήματος.
Η επιλογή, η πρωτοβουλία, η προσωπική ευθύνη, η εμβάθυνση των
δημοκρατικών διαδικασιών είναι προαπαιτούμενα αξιοπιστίας ενός πολιτικού
σκηνικού που αναπλάθεται και μετασχηματίζεται μέσα από τα πρωτοφανή δρώμενα των
τελευταίων ετών. Όταν ο επαναστατισμός εξαντλείται σε συναισθηματικές
πομφόλυγες και μεγαλοστομίες που εξαϋλώνονται όταν προσκρούουν στο πρώτο
σκαλοπάτι της εξουσίας, η συνέπεια ως παράγοντας εμπιστοσύνης εξαφανίζεται
πάραυτα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Ο υποψήφιος πρόεδρος της Κομισιόν που ευαγγελίζεται την... αριστερή
ανατροπή των Ευρωπαϊκών δομών διέπραξε το διπλό «έγκλημα» του εγχώριου
λαϊκισμού σε συνδυασμό με τη διπλωματική ανωριμότητα. Από τη μια επιχείρησε να
καθησυχάσει το ασίγαστο πάθος των τυφλών επαναστατών που αρέσκονται να
παριστάνουν ότι η Ευρώπη θα γίνει πιο λειτουργική με πρόσκαιρα ψευτοκαπρίτσια
και ρητορικές αυτοϊκανοποιήσεις κι από την άλλη να κλείσει τις πόρτες της
διαπραγμάτευσης με αυτούς στους οποίους υποτίθεται ότι θα απευθυνθεί για
στήριξη όταν καταργήσει μονομερώς το μνημόνιο (άλλο αν δεν θα υφίσταται η
σύμβαση μετά τις επόμενες εκλογές!).
Αναφερθήκαμε στην στελεχιακή ένδεια του ΣΥΡΙΖΑ στο «Το δομικό στελεχιακό ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ» τονίζοντας την αδυναμία του να αφομοιώσει τη δυναμική
των νέων κοινωνικών ομάδων που προσπαθεί να εκφράσει, διατηρώντας στον
πυρήνα της κομματικής εξουσίας τις ίδιες, ακόμα και ακραίες προσωπικότητες
που αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος τις εποχές που ο χώρος δεν ήταν παρά
αποκλειστικά ένα συνονθύλευμα ετερόκλητων αριστερών κινημάτων.
Με τον υποκριτικό τρόπο που αντιμετωπίστηκε η αναφορά Τατσόπουλου για συμπαθούντες την τρομοκρατία στο ΣΥΡΙΖΑ, αποκαλύπτεται η πλήρης ανικανότητα του Τσίπρα να απεγκλωβιστεί με γενναιότητα από τις «αμαρτίες» ενός αντιεξουσιαστικού κομματικού παρελθόντος και να μετατρέψει το σχηματισμό του σε μια παράταξη με πραγματική κυβερνητική δυναμική.
Παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε εν μία νυκτί σε πολιτικό
υποδοχέα μιας μεγάλης μάζας πολιτών, αντιφατικών κινήτρων και επιδιώξεων
αλλά με σαφή αστικά χαρακτηριστικά, μοιάζει δέσμιος της μίζερης και
περιθωριακής διαχρονικής διαδρομής του κι ο Τσίπρας ακόμα πιο περιορισμένος
στις παλαιολιθικές ιδεολογικές καταβολές του. Μόνο που η μποέμ
μυθοπλασία της επανάστασης δεν αρκεί ως εχέγγυο πραγματικής ανατροπής,
αποτελεσματικής διπλωματικής διαχείρισης και χειροπιαστής κοινωνικής ελπίδας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Πόσο μελάνι χύθηκε και πόση φαιά ουσία αναλώθηκε στην προσπάθεια ακριβούς προσδιορισμού της έννοιας των άκρων; Δίνεται πολιτικό, ιδεολογικό ή απλά κοινωνιολογικό αντικείμενο στον ορισμό και πόσο συνδυαστική είναι η έννοια που παίρνει μέσα από καθένα από αυτά τα αξιολογικά φίλτρα; Μήπως τελικά απλά μετατρέπουμε τα προφανή κι αυτονόητα σε πολυπαραγοντικές μικροπολιτικές εξισώσεις;
Ιδεολογικά ο καθένας δικαιούται να θεωρεί ακραίο οτιδήποτε, στα πλαίσια όμως ενός δημοκρατικού καθεστώτος δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την έκφραση του. Όπως αναφέραμε και στο «Ρατσιστικός... αντιρατσισμός;» η ψυχαναλυτική αίσθηση στον καθορισμό της προτροπής σε βία είναι τόσο ισχυρή που θολώνει την αποτελεσματικότητα και τη δικαιοσύνη της όποιας νομοθετικής πρόβλεψης που δαιμονοποιεί την άποψη.
Πολιτικά η ακραία δράση προκύπτει από την έλλειψη συμμόρφωσης στις θεσμικές επιταγές και μπορεί να εκτείνεται από τον γενικόλογο μηδενισμό ή τάση για απολυταρχία, την κεκαλυμμένη ή μη ανοχή στην ανομία έως τη δυναμική αμφισβήτηση των κοινώς διαμορφωμένων κανόνων λειτουργίας της δημοκρατίας που αγγίζει τα όρια της τρομοκρατικής δράσης.
Κοινωνιολογικά το ακραίο εκτείνεται σε καθετί που επιχειρεί να αποτρέψει το άτομο από την ελεύθερη εκδήλωση των επιθυμιών και την πλήρη αξιοποίηση των ικανοτήτων του. Από την απλή αγένεια ή τη σεξουαλική παρενόχληση μέχρι τα στερεότυπα, τις προκαταλήψεις και το ρατσισμό.
Οι διατυπώσεις Σαμαρά θα έπρεπε να αποτελούν κοινές διαπιστώσεις ενός πολιτικού συστήματος που αναγνωρίζει ότι η μικροπολιτική λογική οφείλει να έχει ως ελάχιστο όριο τη θεσμική συνοχή, που αποδέχεται μια διαρκή διαδικασία αναμόρφωσης και εμπλουτισμού ως δομικό του στοιχείο σε αντιδιαστολή με επιλεκτικές, επικοινωνιακές κραυγές εντυπωσιασμού που οδηγούν την κοινωνία στον εξτρεμισμό και την αυτοδικία.
Οι ακρότητες σε κάθε πεδίο δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένες ιδεολογικές καταβολές, πολιτικές επιλογές ή κοινωνιολογικά στοιχεία. Αποτελούν προϊόν ενός συστήματος αξιών που προτιμά την παράκαμψη μιας πρόσκαιρης εκτονωτικής αντίδρασης, που μπορεί να χρησιμοποιεί και τη βία ως «λειτουργικό» εργαλείο και καταφεύγει στη μεγαλοστομία και το ρητορικό τσαμπουκά ως βασικό επικοινωνιακό μέσο.
Οι κοινωνικές διεκδικήσεις είναι αναπόσπαστο συστατικό της δημοκρατικής λειτουργίας. Δεν αποτελούν όμως άλλοθι βιαιοπραγιών. Όσοι λοιπόν θεωρούν ότι με κάλυψη το αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας των κοινωνικών δραστηριοτήτων μπορούν να συνεχίσουν να αναπαράγουν πρακτικές ανομίας δεκαετιών, ας προσγειωθούν σε μια πραγματικότητα που αρχίζει να σέβεται βασικές αρχές και αξίες. Οι ακρότητες δεν μπορούν να αντιμάχονται για πολύ τη λογική.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Οι δραματικές
εξελίξεις στην Αίγυπτο ώθησαν τη χώρα στην απόλυτη στρατοκρατία και την
εμφυλιοπολεμική δυναμική που έφερε η αντικατάσταση μιας πολιτικής απολυταρχίας
από μια θρησκευτικά φονταμενταλιστική ηγεσία, μετατρέποντας τελικά την ελπίδα του
εκδημοκρατισμού σε εφιάλτη καταπίεσης και μονολιθικότητας. Με την ίδια
έλλειψη σύνεσης και διορατικότητας κάποιοι έσπευσαν να κάνουν παραλληλισμούς με
τις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις αποδεικνύοντας πέρα από την άγνοια τους και
τον εθισμό στον κατακερματισμό, τις παραφωνίες και την αδράνεια που
παράγουν.
Το πρώτο σχόλιο
μου στα social media, μετά την απόσυρση της ΔΗΜ.ΑΡ από την κυβέρνηση, ήταν ότι η
αυτοπροσδιοριζόμενη αριστερά της ευθύνης αποδείχτηκε τελικά πολύ περιορισμένης
ευθύνης (δυο μέρες μετά υπήρξε και σχετικό κείμενο γνωστού αρθρογράφου με
αυτόν τον τίτλο). Μάλλον όμως αυτός ο προσδιορισμός δεν είναι ο πιο εύστοχος
γιατί ο «περιορισμένος» μπορεί να είναι και εξαρχής διαυγέστατα καθορισμένος
άρα και πιο διαχειρίσιμος. Επιλεκτική ήταν η προσέγγιση της ΔΗΜ.ΑΡ,
προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαχρονικές ιδεοληψίες της
αριστεράς και την ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση.
Ως γενική αρχή
κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη ύπαρξης ενός νόμου που ξεκάθαρα θα
καθορίζει τα όρια της ρητορικής μίσους απέναντι στη διαφορετικότητα
(φυλετική, θρησκευτική κλπ) προστατεύοντας την κοινωνία από θέσεις και κυρίως
πράξεις που ωθούν προς βίαιες και έκνομες πρωτοβουλίες. Από την άλλη,
είναι θεμιτή και η επιφυλακτικότητα για το πως μπορεί να επιδράσει το ασαφές
και γενικόλογο των νομικών διατυπώσεων ενός τέτοιου νομοθετήματος στην ελευθερία
της έκφρασης των πολιτών.
"Μιθριδατισμός αποκαλείται η πρακτική της αυτοπροστασίας από τη δράση ενός δηλητηρίου μέσω της σταδιακής αυτοχορήγησης σε μη θανατηφόρες δόσεις." αναφέρεται στον ορισμό της λέξης. Μεταφορικά βέβαια χρησιμοποιείται για να περιγράψει και την ανοχή και αποδοχή που δείχνουμε σε κάτι. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη στάση του στο θέμα των Κυπριακών καταθέσεων αποδεικνύει ότι κάλλιστα μπορούν να συνδυαστούν και οι δυο χρήσεις του όρου.
Άλλοι θεωρούν ότι η «πατροκτονία», η
σύγκρουση δηλαδή με το παρελθόν και τα πρόσωπα του, είναι απαραίτητο συστατικό
υπέρβασης μιας πολιτικής κατάστασης. Άλλοι πάλι, επενδύουν στην αναθέρμανση
συναισθηματικών αντανακλαστικών «ένδοξων» παλαιών στιγμών ως στοιχείο εκ
νέου ενίσχυσης των κλασικών συνεκτικών δεσμών. Στο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να
επιχειρούν ταυτόχρονα αυτή την αντίρροπη πορεία, χωρίς σαφές σχέδιο,
κινούμενοι από την επικίνδυνη ιλαροτραγωδία έως την καταισχύνη της ιεροσυλίας.
Λες και δεν υπήρχαν αρκετά ζητήματα να
απασχολήσουν την Ελληνική κοινωνία, μπήκαμε και στη διαδικασία να αναζητούμε τα
όρια της αναρχικής κοσμοθεωρίας στην αστική δημοκρατία και τα ισοδύναμα
της κρατικής «βίας» για να δικαιολογήσουμε εμμέσως, ενώ επισήμως
καταδικάζουμε, κάθε μορφή τρομοκρατικής δράσης. Ισορροπιστικές
«επαναστατικές» διαδρομές σε κομφορμιστικό φόντο!
Είναι συνηθισμένο όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν νέους
τόπους να εντυπωσιάζονται από τις φρέσκιες εικόνες, τα καινούρια
πρόσωπα, τις πρωτόγνωρα ερεθίσματα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με ήδη γνωστά
μέρη αν η επίσκεψη συνδυαστεί με ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς
και πιθανές πρωτόγνωρες εμπειρίες. Στην περίπτωση Τσίπρα, το πρόσφατο ταξίδι
του στην Αμερική, μάλλον συνδυάζει και τις δυο περιπτώσεις!













.jpg)


