Συνήθως όταν προσεγγίζουμε μια αυτοκτονία
αναζητούμε τους ψυχολογικούς και βιολογικούς παράγοντες που συντελούν
στην απονενοημένη απόφαση, τις κοινωνικές συνθήκες κυρίως στο άμεσο
οικογενειακό και εργασιακό περιβάλλον που επιβαρύνουν τον ψυχισμό και οδηγούν
σε συμπεριφορές που προοιώνιζαν το γεγονός. Βέβαια η επιστολή του αυτόχειρα και
οι δηλώσεις της κόρης του, προσδίδουν ένα ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο
συμβατό, από όσα μαθαίνουμε, με τη διαχρονική δράση του ως ενεργού αριστερού
πολίτη. Μήπως όμως αυτό που τελικά μένει ως απόσταγμα δεν είναι η τραγική
περιπτωσιολογία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να είναι πιο πολύπλοκη από το
προφανές, αλλά το κλίμα «εθνικής» αυτοκτονίας που διαρρέει τις γενιές
(παλιές και νέες), το κράτος και την οικονομία, το πολιτικό σύστημα και τους
θεσμούς.
Όχι δεν αποτελεί εθνικιστική έξαρση, ούτε σοβινιστική διάθεση υποτίμησης άλλων εθνοτήτων! Είναι η εσώτερη ανάγκη κάθε ανθρώπου να ταυτιστεί με ένα σύνολο αξιών και μια σειρά ιστορικών παραδειγμάτων. Είναι η επιθυμία του ατόμου να ψηλαφίσει τη διαδρομή που ενώνει την εθνική ρίζα με τον παρόντα ανθό. Αυτό εξυπηρετούν, σε ένα αρχικό επίπεδο, οι επετειακοί εορτασμοί, αλλά ο ρόλος τους οφείλει να είναι ευρύτερος και βαθύτερος.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας Σαμαρά στη ΔΕΘ υπήρξε ένα σχόλιο γνωστού κονδυλοφόρου, σε μέσο δικτύωσης, που περιέγραφε το όραμα Σαμαρά ως «επιστροφή στη δεκαετία του ‘50». Πολλαπλές δε οι αναφορές, άλλες με εξαιρετικά εμπαθή κι άλλες με πιο συγκροτημένο ύφος, που επιχειρούσαν να χαρακτηρίσουν το λόγο Σαμαρά ως εθνικιστικό και λαϊκίστικο. Δεν μπορώ λοιπόν να μην θέσω μερικά ψύχραιμα ερωτήματα, σχετικά με τις θέσεις του πρόεδρου της ΝΔ, στους άκριτους κριτές και τους «επαγγελματίες» σχολιολόγους που συχνά μετατρέπονται σε αυτόκλητους πεφωτισμένους καθοδηγητές της κοινής γνώμης.
