Η προεκλογική
υπόσχεση του Αντώνη Σαμαρά ήταν ότι ο φόρος ακίνητης περιουσίας που
επέβαλλε ο Βενιζέλος με έναν εντελώς επίπεδο τρόπο υπολογισμού, και του οποίου
η συνολική επιβάρυνση έφτανε τα 3,7 δις ευρώ, θα αντικαθιστούνταν από έναν
μικρότερο αλλά και πιο ισόρροπα κατανεμημένο φόρο με διεύρυνση της φορολογικής
βάσης. Καθυστέρησε μάλιστα την εφαρμογή του κατά ένα χρόνο για να
μπορέσουν να λυθούν τα τεχνικά προβλήματα για την φορολόγηση οικοπέδων και
αγροτεμαχίων μειώνοντας για το 2013 τον παλαιό φόρο κατά 15% για να καταλήξει
στον ΕΝΦΙΑ που φτάνει τα 2,6 δις και περιλαμβάνει κάθε είδος ακινήτου.
Ένας φόρος περίπου
στο 3-4 τοις χιλίοις επί των 800 δις σημερινής αξίας της ιδιωτικής ακίνητης
περιουσίας, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη κινείται από 4 έως και 7 τοις χιλίοις. Αναλύσαμε
εκτενώς το θέμα στο "Ανταποδοτικότητα στη φρολόγηση ακινήτων". Αν μάλιστα
από το 2015 αποκτήσει και μια πλήρως ανταποδοτική μορφή, όπως υποσχέθηκε
ο πρωθυπουργός, με την μεταφορά του ως πόρος στους δήμους με ταυτόχρονη
περικοπή κάθε άλλης κρατικής ενίσχυσης, και εξαλειφθούν επιμέρους λάθη θα
μπορούμε να μιλάμε για μια φορολογική επιβάρυνση με εντελώς άλλα
χαρακτηριστικά από το αρχικό χαράτσι.
Παρόλη όμως αυτή
την προσεκτική προσέγγιση οι υπολογιστικοί ανορθολογισμοί δεν έλειψαν
και κάποιοι θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την άσκοπη αναστάτωση που
δημιούργησαν στους πολίτες, αφού είναι σίγουρο ότι και τα λάθη στη συμπλήρωση
του Ε9 θα διορθωθούν και οι ατέλειες και υπερβολές που προέκυψαν στη
φορολόγηση των οικοπέδων, κυρίως στα χωριά, θα φέρουν τροποποιήσεις και
βελτιώσεις.
Η ομάδα που
ανέλαβε την υποχρέωση να δημιουργήσει ένα λογισμικό πρόγραμμα υπολογισμού
του νέου φόρου είχε την άνεση χρόνου να ελέγξει κάθε δυνατή περίπτωση, να
ανακαλύψει πιθανές αδυναμίες του συστήματος ή έλλειψη στοιχείων. Όπως
αυτή που προέκυψε με την ανυπαρξία Σ.Α.Ο (Συντελεστής Αξιοποίησης Οικοπέδου)
για οικόπεδα σε χωριά που έχουν πλέον ενταχθεί σε Καλλικρατικούς δήμους και για
τα οποία χρησιμοποιήθηκε σχετικός συντελεστής του παλιού κεντρικού δήμου
κάθε περιοχής εκτοξεύοντας τις τιμές τους σε επίπεδα Ντουμπάι!
Αν ένα τέτοιο project αφορούσε μια ιδιωτική εταιρεία, με την αναταραχή
που δημιουργήθηκε και το επικοινωνιακό στραπάτσο που προκλήθηκε, οι
υπεύθυνοι θα είχαν απολυθεί πάραυτα. Αν επρόκειτο για μια μελέτη πτυχιακής
εργασίας οι φοιτητές θα είχαν κοπεί χωρίς δεύτερη κουβέντα. Δεν μπορεί ο
πρωθυπουργός και μια ολόκληρη κυβέρνηση να εκτίθενται επειδή κάποιοι καρεκλοκένταυροι
μανδαρίνοι αδυνατούν να εξετάσουν και να επισημάνουν εγκαίρως στους
ανωτέρους τους τα κενά σε απαραίτητα στοιχεία και τα «νεκρά» σημεία του
συστήματος.
Κάλλιστα θα
μπορούσαν να έχουν προτείνει έναν συντελεστή απομείωσης, σε σχέση με τα
οικόπεδα στο κέντρο κάθε δήμου, για τα αντίστοιχα στην περιφέρεια λαμβάνοντας
υπόψη τις διαφορές στις αντικειμενικές αξίες κατοικιών όπως έχουν
διαχρονικά αποτυπωθεί. Έτσι ακόμα κι αν ο αρχικός υπολογισμός γίνονταν με λάθος
βάση θα προέκυπτε αυτόματη διόρθωση των λαθών και προσαρμογή των αξιών
στην πραγματικότητα.
Από την άλλη
βέβαια αν υπάρχει ένας που δεν δικαιούται να παριστάνει τον υπερασπιστή των
φοροελαφρύνσεων είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που επανειλημμένα έχει αναφερθεί σε νέα
φορολόγηση των συνολικών περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, καταθέσεις,
έργα τέχνης κλπ) και αρνείται πεισματικά τον περιορισμό των επιβαρύνσεων
στις επιχειρήσεις για να υπάρξει προσέλκυση επενδύσεων και προσπάθεια
ανάσχεσης της τρομακτικής ανεργίας.
Υ.Γ. Κάποιοι
αυτοαναγορευόμενοι σε βουλευτές -
«αντάρτες» θα ήταν πολύ πιο χρήσιμοι αν ανάλωναν δυνάμεις όχι πχ στη
μείωση της επιβάρυνσης για τα αγροτεμάχια από 3 σε 2 ευρώ αλλά στην έγκαιρη
ενημέρωση για την ανυπαρξία Σ.Α.Ο. στην επαρχία που δημιούργησε το θέμα
με την υπερφορολόγηση των οικοπέδων.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Κάποιες πολιτικές εξελίξεις περνούν σχεδόν απαρατήρητες επειδή ο πήχης των προσδοκιών είχε τοποθετηθεί, από την παραφιλολογία, πολύ χαμηλά. Άλλες υποβαθμίζονται γιατί δεν κατανοούμε πλήρως τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους. Υπάρχουν κι αυτές που αποτελούν «σιωπηρές» πολιτικές νίκες ακόμα κι αν με την πρώτη παρορμητική ματιά φαντάζουν ως ήττες! Τις τελευταίες μέρες βιώνουμε τα απόλυτα παραδείγματα και των τριών περιπτώσεων.
Σε έναν αντιπολιτευτικό ανταγωνισμό καταστροφολογίας το ζήτημα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας πήρε διαστάσεις φλογοβόλου δράκου που ερχόταν να αφανίσει την περιουσία του μέσου νοικοκυριού! Τη στιγμή μάλιστα που ούτε οι ίδιες οι τράπεζες δεν απαιτούσαν μια τέτοια κίνηση που θα οδηγούσε στην μετατροπή τους σε «χωματερή» απούλητων ακινήτων σε μαζική καταγραφή ζημιών.
Όταν η τελική ρύθμιση ήρθε να καλύψει το 90% των περιπτώσεων, αφήνοντας στη... «μήνη» της κυβέρνησης αποκλειστικά όσους εκμεταλλεύονταν συστηματικά τις ευεργετικές ρυθμίσεις ενώ διαθέτουν τη σχετική δυνατότητα αποπληρωμής, θέτοντας ταυτόχρονα και όρια για το επίπεδο των δόσεων που διευκολύνουν μεγάλο μέρος συμπολιτών μας, οι αντιδράσεις υπήρξαν απείρως χλιαρότερες! Η διάψευση του υποτιθέμενου Αρμαγεδδώνα έστειλε πολύ γρήγορα το θέμα σχεδόν στα αζήτητα της πολιτικής αντιπαράθεσης και της μιντιακής προβολής, υποτιμώντας μια ουσιαστική πολιτική και κοινωνική νίκη.
Η εξέλιξη σχετικά με τα ΕΑΣ υποβαθμίστηκε γιατί οι περισσότεροι έμειναν από... καύσιμα μετά τον αρχικό οίστρο της πατριδοκαπηλίας και μικρόψυχα απέφυγαν να αποδεχτούν τη διαπραγματευτική επιτυχία που δίνει το χρονικό περιθώριο της εξυγίανσης και της εξαγωγικής ανάπτυξης μιας στρατηγικής βιομηχανικής δραστηριότητας. Όπως άλλωστε και η σταθεροποίηση του ΦΠΑ στη εστίαση στο 13%, ως πρώτο επιτυχημένο δείγμα φορολογικής μείωσης, που αποτελέσει οδηγό για ανάλογες πρωτοβουλίες και σε άλλους τομείς.
Ήρθε και το επιστέγασμα της ψήφισης του νέου φόρου ακινήτων (αυτού που στο 15% της περσινής μείωσης προσθέτει άλλη μια ισόποση μεσοσταθμική μείωση και που ο Σαμαράς ανακοίνωσε ότι σύντομα θα περάσει στους δήμους αλλάζοντας οριστικά την αντίληψη για τη φορολόγηση της περιουσίας και την ανταποδοτικότητα της).
Η κοινοβουλευτική αναταραχή που προκάλεσε πέρασε από την αποκλειστική υπεράσπιση της αγροτικής γης στην πάγια αντιπολιτευτική ρητορική περί μείωσης της φοροδιαφυγής (προστέθηκαν και οι έλεγχοι των offshore και των καταθέσεων στο εξωτερικό) έως την απώλεια μιας ψήφου από την κυβερνητική πλειοψηφία. Βέβαια κανείς δεν μίλησε για το προφανές της ισονομίας που θα επέβαλλε ίδιο φόρο σε διαφορετικά είδη ακινήτων ίσης εμπορικής αξίας, ούτε για το ότι ακόμα κι αν η φοροδιαφυγή μειωνόταν σε βάθος χρόνου (υπάρχουν φυσικά κι αυτοί που πιστεύουν στα στιγμιαία θαύματα!) στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο τα κρατικά έσοδα θα αυξάνονταν το πολύ 4-5 δις ευρώ, ούτε καν για το ότι οι αναφορές σε πακτωλό δις που θα εισέλθουν στη χώρα από τις παρατυπίες των offshore και των λογαριασμών σε ξένες τράπεζες, στηρίζονται στην αφελή προϋπόθεση ότι κάθε σχετική δραστηριότητα είναι και ολίγον έκνομη (πέρα από το ότι αυτά τα έσοδα δεν είναι ετήσια αλλά άπαξ).
Οι κήρυκες της εθνικής αυτοδιάλυσης στο όνομα ενός επιτηδευμένου αυτιστικού τσαμπουκά ονειρεύονται υποτιθέμενες ήττες ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Είναι όμως πολύ πιθανό αυτά τα ευφάνταστα σενάρια να μετατραπούν ταχύτατα σε νικηφόρες διαδρομές όταν η συνέπεια στον τελικό στόχο και η στρατηγική διαχείριση ξεπερνούν τη θυμική αντίδραση. Δεν αργεί η στιγμή που η εθνική συζήτηση θα επικεντρωθεί αποκλειστικά σε ζητήματα (όπως η ανεργία κι η ανάπτυξη) όπου δεν αρκούν οι εθιμοτυπικές κραυγές. Τότε οι νίκες θα είναι αδιαμφισβήτητες και ο συναισθηματικός οπορτουνισμός ανίκανος να σταθεί στην πραγματική μάχη των ιδεών και των αξιών.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων εβδομάδων σχετικά με τη φορολόγηση κάλυψε όλη τη γκάμα των προσεγγίσεων. Από τις πιο αναρχοφιλελεύθερες περί μηδενικής φορολόγησης της περιουσίας έως τις πιο «προλεταριακές» για επιβάρυνση της συνολικής περιουσίας (ακίνητα, καταθέσεις, ομόλογα, έργα τέχνης κλπ). Στο ενδιάμεσο η μάχη εκτυλίχθηκε ανάμεσα στο εύρος της συνεισφοράς των αγροτικών ακινήτων, στην ανταποδοτικότητα του φόρου και στις συγκρίσεις με αντίστοιχα μέτρα στον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως στην Ε.Ε. Χρειάζεται τελικά ένας φόρος κατοχής κι αν ναι, πως καθορίζεται το ύψος του;
Ο φόρος κατοχής ακινήτου είναι μια διαδεδομένη επιλογή με παραλλαγές που περιλαμβάνουν εξαιρέσεις για την πρώτη κατοικία ή όσους έχουν επιδοτούμενο δάνειο, ειδική πρόβλεψη για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες αλλά και συντελεστές που συχνά είναι πολύ υψηλότεροι των εγχώριων. Η πραγματική επιβάρυνση κρίνεται τόσο με το ποσοστό του φόρου επί του ΑΕΠ (με το 1,4% είμαστε ξεκάθαρα κάτω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο) αλλά και με το ποσοστό επί της αξίας της περιουσίας. Με την εμπορική αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα να εκτιμάται πλέον στα 800 δις ευρώ, ο φόρος αγγίζει το 3 τοις χιλίοις (με άλλους εταίρους μας να κινούνται στο 4-7 τοις χιλίοις).
Ακόμα κι αν είχε προχωρήσει η σύσταση μιας μόνιμης επιτροπής στην ΤτΕ για τον ετήσιο καθορισμό των εμπορικών αξιών (που θα έφερνε μειώσεις σε ακριβές περιοχές αλλά κι αυξήσεις στις πολύ φθηνές και σε εκτός σχεδίου ακίνητα) η φορολόγηση θα υπολογιζόταν πάνω στα προαναφερθέντα 800 δις. Οπότε μπορεί να υπήρχε μια ανακατανομή, πιθανότατα δικαιότερη για τα περισσότερα αστικά ακίνητα, αλλά θα προέκυπταν και επιβαρύνσεις για ιδιοκτήτες σε αγροτικά και χαμηλών αξιών αστικά μέρη.
Η ιδιαιτερότητα μας εδράζεται στο ότι είχαμε υψηλότατο φόρο μεταβίβασης, η διασπορά κατοχής των ακινήτων έχει δομικές διαφορές με αρκετές χώρες (τεράστιο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, μικρο-ιδιοκτησία, περιορισμένη επενδυτική συμπεριφορά) και δεν υπάρχει ανταποδοτικότητα των φόρων που να σχετίζεται με υπηρεσίες προσφερόμενες στον ιδιοκτήτη.
Το πρώτο ξεπερνιέται με την ανακοίνωση της μείωσης του σχετικού φόρου στο 3%. Όσον αφορά το θέμα της διασποράς το ζητούμενο είναι κατά πόσο αποτελεί δικαιότερο τρόπο φορολόγησης αυτή να γίνεται επί της συνολικής ακίνητης περιουσίας και με κοινούς συντελεστές για κάθε είδος ακινήτου. Κάπου εδώ έρχεται το θέμα της ανταποδοτικότητας να διαμορφώσει την απάντηση στο παραπάνω θέμα.
Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στα περί αυτοτελούς φορολόγησης κάθε ακινήτου, στη λογική ότι ο μεγάλος κατακερματισμός της ιδιοκτησίας οδηγεί σε υπερβολική επιβάρυνση την πρώτη κατοικία σε σχέση πχ με τους κατόχους εμπορικών ακινήτων ή μεγάλων αξιοποιήσιμων εκτάσεων (κάτι που το ΦΑΠ για τους κατόχους ακινήτων αξίας άνω των 300χιλ ευρώ προσπάθησε να ισορροπήσει). Η επισήμανση Σαμαρά ότι ο φόρος ακινήτων θα περάσει στους δήμους λύνει σε μεγάλο βαθμό το γόρδιο δεσμών αυτών των παρατηρήσεων κι αναδεικνύει τη χρησιμότητα της ανά ακίνητο φορολόγησης σε μια τέτοια περίπτωση.
Αντικαθιστώντας την κρατική επιχορήγηση προς την τοπική αυτοδιοίκηση με τα έσοδα από την φορολόγηση των ακινήτων, η οποία θα έπρεπε να αναλάβει και την είσπραξη τους, μεταφέρει στους δήμους την ευθύνη για το ύψος του φόρου και την ανταποδοτικότητα του σε υπηρεσίες που στην ουσία βελτιώνουν την αξία τους. Το αποτέλεσμα θα είναι θετικό σε πολλαπλά επίπεδα.
Οι τοπικοί άρχοντες θα αναγκάζονται μακριά από λαϊκισμούς να καθορίσουν έναν φόρο που θα αντικατοπτρίζει τη σύσταση των ακινήτων που υπάρχουν στην περιοχή τους (αποφεύγοντας ανούσιες συγκρούσεις ανάμεσα σε αστικά και αγροτικά ακίνητα). Θα είναι επίσης υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν συνεχώς ότι το επίπεδο του φόρου που θα επιλέξουν να επιβάλλουν ανταποκρίνεται στις υπηρεσίες που προσφέρουν, αυτοελεγχόμενοι όσον αφορά τις προτεραιότητες, το κόστος και γενικά τη διαχείριση τους.
Από την άλλη, οι πολίτες θα έχουν την άνεση να κρίνουν διαρκώς την ανταποδοτικότητα του φόρου και την ικανότητα όσων υπηρετούν την αυτοδιοίκηση να είναι αποδοτικοί και ρεαλιστικοί στους στόχους τους.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ο ορισμός της επικοινωνιακής αστοχίας είναι να διαλέγεις την πιο
παράταιρη συγκυρία και να χρησιμοποιείς τον πιο άστοχο τρόπο για να ανοίξεις
δημόσιο διάλογο γύρω από ένα ευαίσθητο και συναισθηματικά φορτισμένο κοινωνικοοικονομικό
θέμα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει το τελευταίο διάστημα με την προοπτική της
άρσης απαγόρευσης των πλειστηριασμών για την 1η κατοικία.
Αναμοχλεύεται άκαιρα, χωρίς προκαθορισμένη, ξεκάθαρη στόχευση και με εσφαλμένα,
ισοπεδωτικά επιχειρήματα από όλες τις πλευρές ένα τόσο λεπτό θέμα, ώστε
τελικά η πραγματικότητα από την παρερμηνεία να απέχει απειροελάχιστα.
Η σημερινή καμπή θυμίζει, παραφρασμένο, το μύθο
του Σίσυφου. Έχουμε διανύσει μια πολύ δύσκολη και ανηφορική πορεία
κουβαλώντας ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος που κάνει κάθε επόμενο βήμα ακόμα πιο
επισφαλές. Πλησιάζοντας στην «κορυφή» της επίπονης διαδρομής αρκεί μια πρόσκαιρη
αβλεψία, ένας στιγμιαίος δισταγμός για να κατρακυλήσεις. Αυτό όμως μπορεί
να συμβεί κι αν η πίεση από το βάρος υπερβεί τις αντικειμενικές δυνατότητες
αντοχής σου.
Ένα από τα βασικά θέματα του δημόσιου διαλόγου που τα τελευταία χρόνια
κινείται διαρκώς μεταξύ θεωρητικής προσέγγισης και πρακτικών λύσεων
είναι κι αυτό της φορολογίας των ακινήτων. Συνολικά ο χώρος της ακίνητης
περιουσίας αντιμετωπίζεται απλά ως «ασφαλής» και σταθερή πηγή εσόδων
παραβλέποντας παράγοντες και ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας που
διαφοροποιούν την εικόνα σε σχέση με την Δυτική πραγματικότητα.
Ο χρυσός κανόνας του χρηματιστηρίου
«πουλάμε ψηλά και αγοράζουμε χαμηλά» δεν πρόκειται να επιβεβαιωθεί άμεσα στην
ελληνική κτηματαγορά. Όχι επειδή σταδιακά δεν δημιουργούνται συνθήκες ευκαιριών
και προοπτικές επενδυτικών τοποθετήσεων με θετικό ορίζοντα αλλά γιατί όλοι οι παράπλευροι
παράγοντες που καθορίζουν την εικόνα μιας αγοράς λειτουργούν ανταγωνιστικά
σε αυτή την εξέλιξη.
Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο πόσο μεγάλο διαχρονικό πολιτικό έγκλημα αποτελεί η μη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Μια χώρα με παραγωγική βάση που συνεχώς περιοριζόταν και στήριξε τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών στον ακριβό δανεισμό και τις Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις (όχι πάντα με αναπτυξιακή χρήση!), δεν δικαιολογείται να αδυνατεί να αξιοποιήσει στο έπακρο την τεράστια περιουσία που διαθέτει. Μέσω πολλών διαφορετικών επενδυτικών επεμβάσεων θα μπορούσε να αποφέρει ίσως και πάνω από 5-6% του ετήσιου ΑΕΠ (όσο δεν συνεισφέρουν ζωτικοί οικονομικοί τομείς!). Επί 2,5 χρόνια το ζήτημα πέρασε από την απαξίωση και το χλευασμό στην γενικόλογη αναμόχλευση και τη διοικητική προσέγγιση με τους γνωστούς νωχελικούς κρατικούς ρυθμούς.
Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά εγκλήματα των τελευταίων δεκαετιών (η μη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας) που στερούσε διαχρονικά σημαντικότατα έσοδα από τον κρατικό κορβανά, ήρθε να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία του «Ταμείου Αποκρατικοποιήσεων». Η αδυναμία κι η ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού να διαχειριστεί με τεχνοκρατική επάρκεια και επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου (ανάπτυξη, μείωση ανεργίας) μια περιουσία που η αξία της ξεπερνά το ύψος του εθνικού ΑΕΠ, καταλήγει στην τραγωδία της επιβολής άμεσων, υπό πίεση και σε κλίμα απαξίωσης, αποκρατικοποιήσεων, εκποιήσεων και ετεροβαρών συμφωνιών, αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Ένα ισχυρό εργαλείο ανάπτυξης κατορθώσαμε να μετατραπεί σε διαδικασία ιδιότυπης, εκβιαστικής δημοπρασίας.
Μετά από ένα και πλέον χρόνο οριζόντιων εισοδηματικών περικοπών και υπερφορολόγησης (άμεσης και έμμεσης), με τα γνωστά πενιχρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και τον πλήρη εκτροχιασμό των προβλέψεων για την ύφεση, οι «πεφωτισμένοι» μνημονιακοί εγκέφαλοι, εντός κι εκτός Ελλάδας, έρχονται να εντατικοποιήσουν τη χρήση μιας πολιτικής που θα διαψεύσει ακόμα και τις δικές τους αισιόδοξες προβλέψεις για μια αχτίδα ανάκαμψης και σημαντική μείωση του πληθωρισμού το 2012. Τα περισσότερα από τα φορολογικά μέτρα αποτελούν ένα ακόμα καρφί στην βαρύτατα πληγωμένη κατανάλωση συμπιέζοντας κυρίως τα εισοδήματα των μικρομεσαίων που κατευθύνονται σχεδόν ολοκληρωτικά προς αυτή.
Από τις μόνιμες απορίες μεγάλης μερίδας πολιτών, τον τελευταίο χρόνο. είναι η σχετικά παθητική, σε σχέση με το βάθος και το εύρος των κυβερνητικών παρεμβάσεων, αντίδραση της κοινωνίας. Είναι όντως τόσο απαθής η κοινωνία απέναντι στις εξελίξεις; Ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην όποια ανοχή έδειξε ως τώρα σε επώδυνες επιλογές; Πολλοί αναρωτιούνται τι θα μπορούσε να είναι αυτό που θα πυροδοτήσει μια εκκωφαντική κοινωνική «έκρηξη» και πως άραγε θα μπορούσε αυτή να εκφραστεί δημιουργικά και αποδοτικά; Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση της εξαπάτησης από το καθημερινό επίπεδο (ημιυπαίθριοι) έως τη διαχείριση των δημοσιονομικών και του χρέους (αδιέξοδοι στόχοι, εσπευσμένη αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας) δημιουργούν το υπόβαθρο για την πλήρη αντιστροφή του κλίματος.Όταν ο Α. Σαμαράς είχε κάνει την ολοκληρωμένη πρόταση του για την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας αναφερθήκαμε λεπτομερειακά σε όλα τα ζητήματα που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα «Αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας». Καταγράψαμε τις διαφορές των μεθόδων αποτίμησης, τις εναλλακτικές μορφές διαχείρισης, και συνολικά τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που εμπεριέχει ένα τέτοιο εγχείρημα. Συμπεριλαμβάνοντας σήμερα και το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων κρατικών επιχειρήσεων, η κυβέρνηση εισέρχεται επιτέλους σε διαδικασία ενεργοποίησης, η απορία όμως παραμένει. Πόσο εύκολα μπορεί η αξιοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων να μετατραπεί σε ξεπούλημα;
Με πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά και της ΝΔ, άνοιξε στη χώρα μας, έστω και με χαρακτηριστική καθυστέρηση, το ζήτημα της διαχείρισης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Οι πάντες μοιάζουν πλέον να συμφωνούν στην άμεση ανάγκη πρωτοβουλιών για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση αυτού του ανεκμετάλλευτου πλούτου, διαφέρουν όμως οι προσεγγίσεις για την επιλογή των κατάλληλων «εργαλείων» που θα προσφέρουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση. Είναι άραγε η άμεση πώληση, η μακροχρόνια μίσθωση, η διαπραγμάτευση μέσω ειδικών ομολόγων ή ο συνδυασμός όλων των παραπάνω και σε ποια δοσολογία, η πιο αποτελεσματική λύση για την ορθότερη διαχείριση;






