Όταν
αρχίζεις να κατεβαίνεις ένα, ένα τα σκαλιά της πεπατημένης πολιτικής
διαχείρισης είναι σχεδόν δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα περάσεις από την
παροχολογία, στην σκανδαλολογία και τελικά τη συνωμοσιολογία. Μια «πετυχημένη»
συνταγή που έθρεψε τόσες γενιές στη μεταπολίτευση δεν την πετάς ελαφρά τη
καρδιά στα σκουπίδια, αναζητώντας το δρόμο για την εξουσία στις
ρηξικέλευθες προτάσεις και τον πολιτικό πολιτισμό;
Ο
ΣΥΡΙΖΑ είπε αρχικά να μην χαλάσει τις μεταπολιτευτικές παραδόσεις που θέλουν
τις κυβερνήσεις και κυρίως τις αντιπολιτεύσεις να μοιράζουν χρήματα από το βήμα
της ΔΕΘ. Επειδή μάλιστα πρόκειται και για «ριζοσπαστική» αριστερή δεν άφησε καν
το συνηθισμένο υπονοούμενο ότι οι εξαγγελίες έχουν χρονικό όριο εκτέλεσης
μια κυβερνητική τετραετία.
Ανέβασε
λοιπόν τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα (όταν δεν μπορεί καν να
αποπληρώσει τους υπαλλήλους στο δικό του ραδιοφωνικό σταθμό!), έκανε σεισάχθεια
στα ιδιωτικά χρέη με χρήματα από το ΕΣΠΑ και το ΤΧΣ που είναι ήδη
προγραμματισμένα για άλλες χρήσεις. Ως άλλος Άγιος Βασίλης μοίρασε δώρα
Χριστουγέννων σε αυτούς που ήδη παίρνουν το κοινωνικό μέρισμα ή ελάχιστο
εγγυημένο εισόδημα.
Κι
αφού «ικανοποίησε» το ένα από τα δυο κίνητρα των πολιτών για την επιλογή
κυβέρνησης, το γέμισμα της προσωπικής τσέπης με μια δόση στρουθοκαμηλισμού για
τη συνολική εικόνα, πέρασε στο έτερο την σκανδαλολογία. Τα φαντάσματα του
Αυριανισμού και του Λαλιώτη έριξαν βαριές τις σκιές τους φέρνοντας
ανατριχίλα σε όσους θυμούνται τις αλήστου μνήμης εποχές του «σκληρού ροκ» της
πολιτικής επικοινωνίας των ΄80ς.
Αναφερόμαστε
ασαφώς και χωρίς στοιχεία σε προνομιακές σχέσεις της κυβέρνησης με
επιχειρηματίες, την ίδια ώρα που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε
συμμαχίες με μέρη του ΣΕΒ και λοιπούς οικονομικούς παράγοντες. Δαιμονοποιούμε
ξανά την επιχειρηματικότητα για να ικανοποιήσουμε το επαναστατικό αίσθημα
του πυρήνα των ψηφοφόρων μας αλλά διατηρούμε αγαστές σχέσεις με επιμέρους
προσωπικότητες του χώρου που μας προσεγγίζουν προσβλέποντας σε κυβερνητική
αλλαγή για ιδίους σκοπούς.
Φθάνοντας
ως εκεί, το επόμενο βήμα προς τη συνωμοσιολογία δεν ήταν και πολύ
δύσκολο. Άλλωστε οι τελευταίες αμφιβολίες για αυτή τη μετεξέλιξη σκόρπισαν με
τη σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής οπτικής που
σχεδιάζουν να ακολουθήσουν στην Κουμουνδούρου. Ολοκληρώθηκε ο ψεκασμός του
ορθολογισμού αφήνοντας για πάντα καχεκτικό τον ρεαλισμό και τον
πραγματισμό. Η ακροδεξιά συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το τελειωτικό χτύπημα!
Όποιος
λοιπόν μη κυβερνητικός βουλευτής αποφασίσει να ψηφίσει τον υποψήφιο της
πλειοψηφίας για την Προεδρία της Δημοκρατίας απέκτησε προκαταβολικά ένα λεκέ
υποψίας εκβιασμού και εξαγοράς με βάση την «έγκυρη» δημοσιογραφική
μυθοπλασία της Αυριανικής μετεξέλιξης. Αναρωτιέσαι σε περίπτωση που τελικά
εκλεγεί το συγκεκριμένο πρόσωπο στο ανώτατο αξίωμα πως θα χειριστεί θεσμικά ο
ΣΥΡΙΖΑ τις σχέσεις του με κάποιον που θα θεωρεί ότι τον σκεπάζουν σκιές συναλλαγής;
Το επόμενο
καθοδικό σκαλοπάτι δεν αποκλείεται να καταλήγει σε απύθμενα επίπεδα
παραλογισμού, εσωστρέφειας και καταναγκασμού της λογικής. Αρκεί και μόνο το γεγονός ότι μπρος στο άγχος επίσπευσης της εκλογικής αναμέτρησης που δεν θα επιτρέψει την αλλαγή ατζέντας και την απομόνωση της επιχειρηματολογίας του ΣΥΡΙΖΑ, υποκινούνται μέχρι κι οι μαθητές για να λειτουργήσουν με τις καταλήψεις τους ως πολιορκητικός κριός προς την κυβέρνηση. Η μεταπολίτευση
ζει και μας οδηγεί!
Κων/νος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Οι τελευταίες εξελίξεις, αποσύνθεσης και οξείας
εσωτερικής σύγκρουσης, στο κίνημα του Π. Καμμένου αναδεικνύουν τις
αντιφάσεις και τους περιορισμούς κάθε προσπάθειας που επιχειρεί να
αποκτήσει διακριτό κοινωνικό ακροατήριο, μέσα από μονοδιάστατες προσεγγίσεις
και ασαφείς ιδεολογικά τοποθετήσεις. Από την εποχή των «Αγανακτισμένων» οι
θεωρίες των παλλαϊκών μετώπων, αφελώς διακήρυτταν την ομογενοποίηση
ετερόκλητων θέσεων κάτω από την ομπρέλα μιας γενικής και απροσδιόριστης, ως
προς το στόχο και τα μέσα επίτευξης του, αντιμνημονιακής στάσης. Θεωρούσαν ότι
η συναισθηματική εκτόνωση ως μέσο αντίδρασης στα μνημονιακά αδιέξοδα
μπορούσε να αποτελέσει βάση σταθερής πολιτικής διαδρομής.
Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού υποστηρίζει
ένα από τα πιο φημισμένα πολιτικά αποφθέγματα. Αυτή η φράση είναι ένας σύντομος
τρόπος για να δηλώσει κανείς ότι σε ένα πεδίο αντικρουόμενων συμφερόντων
αυτό που αναζητείται είναι η έγκαιρη και διορατική δημιουργία των συνθηκών που
θα προσφέρουν το βέλτιστο σημείο ισορροπίας (έτσι όπως αυτό περιγράφεται
στη Θεωρία των Παιγνίων). Συνήθως όσοι εν γνώσει τους προσπαθούν να θέσουν
υπερφίαλους στόχους, στολίζοντας του με ασαφείς, συναισθηματικές κορώνες,
διατηρούν το δικαίωμα επίτευξης του προσωπικά εφικτού. Της διατήρησης
δηλαδή στο σκηνικό, της με κάθε θυσία, πολιτικής επιβίωσης.
Δεν θα μπούμε στη συζήτηση για το πόσοι και πως
απαντούν πλέον στις δημοσκοπικές αποτιμήσεις (η πλειοψηφία των πολιτών
συνεχίζει να αποφεύγει τη συμμετοχή της), ούτε για το αν υπάρχει επιλεκτική
διαχείριση των αποτελεσμάτων με στόχο την ποδηγέτηση της κοινής γνώμης (αν
και έχουν υπάρξει διαχρονικά στοιχεία που κατατείνουν σε αυτό το συμπέρασμα).
Δεν θα λάβουμε υπόψη ούτε καν τη γενικότερη πολιτική ρευστότητα και τη θυμική
αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Μένοντας στη μέση αποτύπωση των αριθμών
θα διερευνήσουμε τις προϋποθέσεις που αυτά τα δεδομένα μπορούν να
οδηγούν τη ΝΔ στην αυτοδυναμία.
Ειλικρινά απορώ με την έκπληξη ορισμένων για τη
δήλωση Καμμένου ότι θα μπορούσε να συνεργαστεί με το ΣΥΡΙΖΑ στη βάση
μιας... κοινής αντιμνημονιακής πολιτικής. Δεν είναι λίγοι, ακόμα και εξέχοντες
πολιτικοί, που έχουν επισημάνει κατά καιρούς ότι θα συνεργάζονταν ακόμα και
με το «διάβολο» για το... καλό της πατρίδας τους; Υπάρχει περίπτωση να
βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια υπερβατική συναίνεση δυνάμεων με σαφές σχέδιο
για την ταχύτερη κι ασφαλέστερη απεμπλοκή από το μνημόνιο ή απλώς «έτυχε» η προσπάθεια
συνδυασμού αντιφατικών δεδομένων να οδηγήσει αριστερόθεν και δεξιόθεν στο
ίδιο αδιέξοδο και αρκούντως λαϊκίστικο αποτέλεσμα;


