Πολλά διδάγματα αφήνει πίσω της αυτή η κρίση.
Διδάγματα ηθικά, αξιακά, καταναλωτικά, πολιτικά. Διδάγματα όμως που έχουν να
κάνουν και με την οικονομετρική θεώρηση των εξελίξεων. Διδάγματα για τον
κοντόφθαλμο, μαθηματικά ιδεατό, οικονομικά περιοριστικό τρόπο που
αντιλαμβανόμαστε ένα πεδίο γνώσης που σταδιακά μετατράπηκε από μια πολυεπίπεδη
κοινωνική επιστήμη σύνδεσης αντίρροπων, συχνά ασύμβατων δυναμικών σε ένα
στατικό αλγεβρικό μοντέλο ανάλυσης ικανοποίησης προαποφασισμένων «προφητειών».
Όπως θα έλεγε κι ο περιβόητος Λιακόπουλος «ζουν
ανάμεσα μας» και κουβαλούν στον ψυχισμό τον εκρηκτικό συνδυασμό της
μεγαλοσύνης ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη μιζέρια ενός Νίκου Ξανθόπουλου!
Είναι όσοι αυτοπροσδιορίζονται διαρκώς ως «έτοιμοι από καιρό» για «μάχες» και
μεγαλεία και ταυτόχρονα αναζητούν μονίμως σε παράγοντες έξω από αυτούς τις
ευθύνες κάθε εξέλιξης (ιδιαίτερα των αρνητικών!).
Πρόκειται πιθανότατα για την πιο ιδιαίτερη
εκλογική διαδικασία των τελευταίων δεκαετιών. Κι αυτό επειδή η κοινωνία
έρχεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με εξίσου ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις. Από
τη μια, εξαιρετικά έντονα συναισθήματα, από φόβο για το μέλλον έως
ανεξέλεγκτη οργή για το πολιτικό σύστημα κι από την άλλη, πρακτικές λογικές
σκέψεις για τις εθνικές προτεραιότητες, τις εναλλακτικές επιλογές και τις
πολυεπίπεδες συνέπειες τους. Μπορούν να εκφραστούν ταυτόχρονα και οι δυο τάσεις
συνδυασμένες σε έναν κοινό στόχο;
Συνήθως όταν προσεγγίζουμε μια αυτοκτονία
αναζητούμε τους ψυχολογικούς και βιολογικούς παράγοντες που συντελούν
στην απονενοημένη απόφαση, τις κοινωνικές συνθήκες κυρίως στο άμεσο
οικογενειακό και εργασιακό περιβάλλον που επιβαρύνουν τον ψυχισμό και οδηγούν
σε συμπεριφορές που προοιώνιζαν το γεγονός. Βέβαια η επιστολή του αυτόχειρα και
οι δηλώσεις της κόρης του, προσδίδουν ένα ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο
συμβατό, από όσα μαθαίνουμε, με τη διαχρονική δράση του ως ενεργού αριστερού
πολίτη. Μήπως όμως αυτό που τελικά μένει ως απόσταγμα δεν είναι η τραγική
περιπτωσιολογία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να είναι πιο πολύπλοκη από το
προφανές, αλλά το κλίμα «εθνικής» αυτοκτονίας που διαρρέει τις γενιές
(παλιές και νέες), το κράτος και την οικονομία, το πολιτικό σύστημα και τους
θεσμούς.
Η συμπεριφορική οικονομική θεωρία εμφανίστηκε ως η προσπάθεια για μια πιο συστηματική εξήγηση, και με όρους ψυχολογίας, των οικονομικών αποφάσεων που αντίκεινται στην κλασική λογική της επίτευξης του βέλτιστου αποτελέσματος. Βέβαια αν απαριθμήσει κανείς τα βασικά σημεία της θεωρίας θα ανακαλύψει ότι οι μηχανισμοί που μοιάζουν να επηρεάζουν καίρια τις οικονομικές επιλογές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να εξηγήσουν και τις πολιτικές, πολλές από τις οποίες συχνά φαντάζουν... αψυχολόγητες. Κι αυτό όχι μόνο δεν δικαιολογεί τις αστοχίες αλλά αποδεικνύει το περιορισμένο πλαίσιο σκέψης και κινήτρων που διέπουν το πολιτικό γίγνεσθαι με τις δομές και τον τρόπο που ασκείται.
Ακούγοντας τις δηλώσεις Σαμαρά στη ΔΕΘ, θυμήθηκα ότι συχνά μιλάμε για την άμεση σχέση οικονομίας και ψυχολογίας, του γενικότερου δηλαδή κλίματος, που επηρεάζει τις εξελίξεις σε πολλαπλάσιο βαθμό από αυτό που καταγράφουν τα τεχνοκρατικά στοιχεία. Η σημερινή κατάσταση έτσι όπως διαμορφώνεται από τις αδιέξοδες κυβερνητικές πολιτικές των επιταγών της Τρόικας (άλλωστε οι ίδιοι οι «σύμβουλοι» μας, παραδέχονται τις λαθεμένες προτεραιότητες τους) έχει δημιουργήσει ένα τέτοιο κλίμα ανασφάλειας κι απογοήτευσης στην αγορά και τους πολίτες, που βαθαίνει περισσότερο την ύφεση και ταυτόχρονα απαξιώνει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα ο Αντώνης Σαμαράς ήρθε στη ΔΕΘ για να επιχειρήσει τον συναισθηματισμό απεγκλωβισμό, την υπέρβαση του νοσηρού κλίματος χαράσσοντας μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις παθογένειες της μεταπολίτευσης, τις κυβερνητικές αστοχίες και τη σαφή πρόταση ανάταξης των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου.

