Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Η αρχή του δεύτερου χρόνου… αριστερής δημιουργικής ασάφειας με πινελιές… παραδεξιάς ώσμωσης συμπίπτει με ένα ακόμη διαπραγματευτικό σταυροδρόμι. Μια καμπή καθορισμού των οικονομικών και πολιτικών όρων των επόμενων ετών. Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά στην προοπτική ολοκλήρωσης της συμφωνίας (με ανάγκη διαχείρισης του κοινωνικού κόστους) ή μιας πολιτικής αναταραχής που θα ολοκληρωθεί είτε με τον σχηματισμό ενός νέου σχήματος εξουσίας είτε με τρίτη εκλογική διαδικασία μέσα σε κάτι παραπάνω από ένα έτος.
Η προώθηση της περσινής συμφωνίας “σκοντάφτει” πάνω στα δημοσιονομικά δεδομένα και τις ρυθμίσεις για το ασφαλιστικό, Η επιχείρηση εμπλοκής και του προσφυγικού ως αστάθμητου παράγοντα που θα ενίσχυε την διαπραγματευτική μας θέση, μόνο θετικό αντίκτυπο δεν είχε. Ίσα, ίσα που ανέδειξε τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή και εσωτερικά λειτούργησε ως μπούμερανγκ εγκλωβίζοντας την Ελλάδα σε θέση μεταναστευτικού αποκλεισμού.
Κι αν στα δημοσιονομικά οι εξελίξεις μπορεί να αποδειχθούν καλύτερες του αναμενόμενου (το 2015 θα κλείσει με χαμηλότερη ύφεση εξαιτίας των αντοχών του τουρισμού και των ελαφρύτερων οικονομικών επιβαρύνσεων από τους κεφαλαιακούς ελέγχους) με υπαρκτή την πιθανότητα ισχνής αναπτυξιακής στροφής για το 2016 γύρω στο 0,6-0,8%, πολύ μακριά βέβαια από το 3,7% των προβλέψεων επί Σαμαρά (υπό ιδανικές συνθήκες διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας και ενίσχυσης των ιδιωτικοποιήσεων), το ασφαλιστικό αποδεικνύεται ακόμη μεγαλύτερο αγκάθι.
Μια ιδεοληπτική κυβέρνηση δεν δείχνει την δυνατότητα να κάνει κάτι παραπάνω από μια διαρκή ταξική υπονόμευση που αναδιανέμει τα βάρη υποσκάπτοντας την οικονομική δραστηριότητα και το ασφαλιστικό μέλλον των επόμενων γενεών. Αδυνατεί να προσθέσει, στις εδώ και χρόνια συμφωνημένες ρυθμίσεις περί εθνικής σύνταξης, την δυνητική επιλογή ιδιωτικής διαχείρισης των εισφορών, προσφέροντας φυσικά και την κρατική επενδυτική πρόταση με χρήση σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων αλλά και τοποθετήσεις σε αξιόπιστα διεθνή projects.
Προσποιείται και σε αυτή την διαπραγμάτευση τον ασαφή εμπλεκόμενο που “παίζει” καθυστερήσεις έως το τέλος, κουνώντας επιδεικτικά στο εξωτερικό το χαρτί νέων εκλογών και στο εσωτερικό το “τυράκι” της προσυμφωνημένης ρύθμισης του χρέους που θα έχει ουσιαστική δημοσιονομική επίπτωση μετά το 2021. Μόνο που το εύθραυστο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον δεν αντέχει πλέον ούτε την ελάχιστη αναταραχή. Έχει κλυδωνιστεί τόσο από τις κυβερνητικές ασάφειες και τις αφασίες που μια νέα περίοδος εκλογικού αναλογισμού θα την αποσαθρώσει πλήρως.
Ας αποφασίσουν λοιπόν οι συγκυβερνώντες αν θα ολοκληρώσουν αυτό που ξεκίνησαν πέρσι το καλοκαίρι επωμιζόμενοι και το συνολικό βάρος των επιλογών τους ή θα κρύβονται ακατάπαυστα πίσω από ενοχικές και ταξικές δικαιολογίες που απλά μεταθέτουν χρονικά τα προβλήματα ή τα προβάλλουν προς την εκλογική διαφυγή. Οι ώρες κι οι αντοχές, εντός κι εκτός της χώρας, εξαντλούνται επικίνδυνα…
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος Ψυχολόγος
Οικονομολόγος Ψυχολόγος
Πριν έξι χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο με τίτλο “Το ασφαλιστικό και κοινωνικό χάσμα των γενεών” όπου πέρα από το προφανές της γενεαλογικής σύγκρουσης, με μεταφορά των ασφαλιστικών βαρών στους νεότερους ώστε να περισώσουν οι γηραιότεροι προνόμια κάποια εκ των οποίων αποτελούσαν μέρος ρουσφετολογικών και συντεχνιακών παροχών, αναφερόμουν και στους παράγοντες που θα έπρεπε να προσεχθούν ώστε να παραταθεί η βιωσιμότητα του συστήματος.
Έκτοτε η συνολική κατάσταση έχει δυσχεράνει, τόσο λόγω της έντονης ύφεσης των επομένων ετών αλλά και της πρόσφατης αντιαναπτυξιακής αναστροφής, και το ζήτημα επανήλθε εντονότερο και επιτακτικότερο. Πάντως οι 4+1 βασικές πληγές που ματώνουν μόνιμα το ασφαλιστικό σύστημα παραμένουν οι ίδιες. Τέσσερις “κολώνες” μαζί με το “επιστέγασμα” που τις προστατεύει ή τις εκθέτει όλες μαζί. Οι δημογραφικές εξελίξεις, η μαύρη εργασία μαζί με την εισφοροδιαφυγή, η αξιοποίηση των αποθεματικών, η οργανωτική και οικονομική δομή του και στον ρόλο του “στεγάστρου” η αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Το δημογραφικό αντιμετωπίζεται ως παρωνυχίδα ενώ αποτελεί κομβικό ρυθμιστή. Κανένα σύστημα δεν επιβιώνει χωρίς ανανεούμενο εργατικό δυναμικό, τόσο μαζικό όσο να υπερκαλύπτει τις εισφοροδοτικές ανάγκες του. Με έναν ραγδαίως γηρασμένο πληθυσμό αν δεν υπάρξουν κίνητρα στήριξης των νέων οικογενειών που θα επικεντρώνονται σε διευκολύνσεις (οικονομικές, επαγγελματικές, συμπληρωματικών υπηρεσιών) δεν υπάρχει καμιά ελπίδα υγιούς ανατροφοδότησης του συστήματος. Από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και τα στοχευμένα επιδόματα τέκνων (ειδικά για τις μονογονεϊκές οικογένειες) έως την ελεύθερη πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς και τα ολοήμερα σχολεία, κυρίως για παιδιά από ζευγάρια εργαζομένων.
Η μάστιγα της μαύρης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής αντιμετωπίστηκε σημαντικά με τα σύγχρονα συστήματα ελέγχου και τα αυστηρά πρόστιμα των προηγούμενων ετών αλλά όσο δεν χρησιμοποιείται εκτεταμένα το εργόσημο, το οποίο πέρασε στη λήθη ενώ ήταν μια λύση ειδικά για την παροδική απασχόληση αλλοδαπών, δεν καθιερώνεται ένα μόνιμο σύστημα υπολογισμού των εισφορών (που θα συνδυάζει εισοδηματικά κριτήρια αλλά κι ένα είδος αγοράς υπηρεσιών) και διακανονισμού οφειλών και δεν αξιοποιούνται οι σύγχρονες τεχνολογίες για την άμεση παρακράτηση των εισφορών στην πηγή, πάντα θα υπάρχουν διαβρωτικές διαρροές.
Η αναδιανεμητική ασφαλιστική δομή έτσι κι αλλιώς δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια πιο κεφαλαιοποιητική αλλά κι αυτό προωθείται με φοβικό και περιορισμένο τρόπο. Η ιδιωτική ασφάλιση συνεχίζει να μην αποτελεί συμπληρωματικό πυλώνα, οι υπηρεσίες υγείας δεν αναδιαρθρώνονται υπέρ της πρόληψης ώστε να μειωθεί το συνολικό κόστος και να επιτρέψει τον περιορισμό των βασικών εισφορών οδηγώντας στην χωριστή κοστολόγηση για κάθε περαιτέρω παροχή.
Τα αποθεματικά των ταμείων αν και δεν αποτελούν μέσο πληρωμής των συντάξεων επιτελούν έναν χρήσιμο συμπληρωματικό ρόλο. Αφέθηκαν όμως επί δεκαετίες στην απαξίωση των μηδενικών επιτοκίων της Εθνικής Τράπεζας, ακολούθησε η “σιγουριά” των ομολόγων του δημοσίου (που κουρεύτηκαν χωρίς καμιά πρόβλεψη σταδιακής αναπλήρωσης) και η τοποθέτηση σε δομημένα προϊόντα (τα οποία ρευστοποιήθηκαν πρόωρα πριν καταγράψουν τα μακροπρόθεσμα οφέλη τους;). Ίσως ήρθε η εποχή να αναζητηθούν επενδυτικές επιλογές που θα αφορούν ένα ευρύτερο φάσμα προτάσεων. Από συμμετοχή σε μεγάλα διεθνή projects μέχρι συνδυαστικά χρηματοοικονομικά μέσα μακροπρόθεσμης απόδοσης.
Φυσικά όλα αυτά καταρρέουν σε κλάσματα δευτερολέπτου αν δεν σταθεροποιηθεί πλήρως το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον και δεν οικοδομηθούν οι δικλείδες ασφαλείας που θα επιτρέψουν στους επενδυτικές να ξεδιπλώσουν νέες επιχειρηματικές ιδέες. Η επαναφορά σε σταθερά υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, που θα επιτρέψει στο ασφαλιστικό σύστημα να αποκτήσει μόνιμους νέους πόρους, δεν θα προκύψει ως ευχή.
Επιβάλλονται πλέον γενναίες κινήσεις σε επίπεδο ιδιωτικοποιήσεων και ειδικών κινήτρων για προσέλκυση επενδυτών, τόσο αντισυμβατικές που θα προκαλέσουν θετικό σοκ σε όσους σκέφτονται την τοποθέτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα. Το αντέχει ιδεολογικά μια κυβέρνηση που τρέφεται από ταξικά μίση;
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Σχεδόν έξι χρόνια μνημονιακής πορείας και κάθε τόσο όλο και κάποιο κίνημα πολιτών εμφανίζεται, αρχικά με φόρα στην πορεία μαδώντας την όποια δυναμική του, για να εκφράσει μαζικά τις κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι σε μέτρα και νομοθετικές παρεμβάσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων. Το χορό έσυραν οι “Αγανακτισμένοι”, ακολούθησε το “Μένουμε Ευρώπη” και τώρα έρχεται το “κίνημα της γραβάτας” να πάρει την σκυτάλη των αγωνιστικών αντιδράσεων. Ασύνδετες μεταξύ τους συλλογικές κινήσεις με διαφορετικά κίνητρα και ξεχωριστούς στόχους.
Αρχικά ήταν η απόλυτη μνημονιακή καταδίκη που χάθηκε μέσα στις αντιφάσεις και τις υπερβολές των εμπνευστών και καθοδηγητών της,.. πλατείας. Πέρσι το καλοκαίρι περάσαμε στην Ευρωπαϊκή αντίσταση που για κάποιους πήρε τη μορφή μιας άτυπης σύμπλευσης συντηρητικών, φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών, ένα μείγμα όχι εξίσου ανομοιογενές αλλά αρκούντως ασύνδετο. Η πρόσφατη εξέγερση των ελευθέρων επαγγελματιών καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ξεφύγει από τα πλαίσια ενός στείρου συντεχνιακού προκαλύμματος και να μετεξελιχθεί σε γνήσιο εκφραστή των δημιουργικών δυνάμεων της αγοράς.
Ορισμένοι αναρωτιούνται γιατί δεν υπήρξαν εξίσου έντονες κινητοποιήσεις και κυρίως άρθρωση αξιόπιστων εναλλακτικών προτάσεων όταν καθιερώθηκε η φορολόγηση με 26% από το πρώτο ευρώ και η αύξηση της προκαταβολής φόρου. Θα κατορθώσει η σημερινή στάση των επιστημονικών φορέων να πείσει ότι αποτελεί μια πλατιά λαϊκή σύγκρουση με τον φορομπηχτικό κρατισμό κι όχι τη σπασμωδική ένσταση μιας μικρής συνδικαλιστικής ομάδας;
Η κυβέρνηση με αυτή την μόνιμη δόση ταξικότητας επιχειρεί να αποδείξει ότι η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα αφορά τους… πλούσιους (όσους διαθέτουν εισοδήματα πάνω από 25 χιλιάδες ευρώ όπως μας έχει διευκρινίσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός!) κι ότι οι επαγγελματίες που κινούνται σε ρηχά επίπεδα τζίρου θα έχουν και ελαφρύνσεις. Τι κι αν αυξάνει κι άλλο την προκαταβολή φόρου και πηγαίνει τον συντελεστή φορολόγησης στο 29%; Με την γνωστή επίφαση ταξικής προστασίας σπέρνει τη διχόνοια, επενδύοντας στον δεδομένο νεοελληνικό φθόνο της επιτυχίας.
Κανείς δεν γνωρίζει αν η οργή των ελευθέρων επαγγελματιών έχει τη δυνατότητα να συνεπάρει σύσσωμη την κοινωνία σε μια αντιφορολογική διεκδίκηση. Κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι οι υπόλοιποι πολίτες διεγείρονται από το δίκαιο αυτών των αιτημάτων και δεν ταυτίζουν κάθε φωνή της αγοράς με το… υπερβολικό κέρδος και την… χλιδή! Δεν αποκλείεται μεγαλύτερη επίδραση στο θυμικό τους να έχει ο αγώνας των αγροτών επειδή αρκετοί μεταβιβάζουν τον συναισθηματισμό της οικογενειακής καταγωγής σε κάθε φωνή που τους την θυμίζει.
Ίσως η… γραβάτα να αποδειχτεί η θηλιά που θα πνίξει οριστικά την κυβέρνηση. Ίσως να συνεπικουρήσει στο σφίξιμο που θα δημιουργήσει η αγροτική μαντήλα. Ίσως πάλι η κυβέρνηση να ξεπεράσει ένα ακόμα κορυφαίο γεγονός, αντίστοιχο των capital controls, από αυτά που αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι αφομοιώνονται από την κοινωνία με, περισσότερη του αναμενόμενου, ευκολία. Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη…
Επί δεκαετίες τις συζητάμε αλλά τα τελευταία τρία
χρόνια και υπό την πίεση των εξελίξεων αρχίσαμε να αποκτούμε πλήρη εικόνα για
τις αδυναμίες του δημόσιου τομέα. Παρόλα αυτά οι τομές που απαιτούνταν είτε νομοθετήθηκαν και δεν εκτελέστηκαν, είτε
αποφεύχθηκαν στα πλαίσια του δούναι και λαβείν πολιτικών και συντεχνιών.
Με τα όρια της κοινωνίας εξαντλημένα από την ισοπεδωτική εσωτερική υποτίμηση, η
σημερινή συγκυρία μοιάζει ως η τελευταία ευκαιρία να παραδεχτούμε τις
εκτεταμένες κρατικές παθογένειες και να οικοδομήσουμε ένα σύγχρονο,
λειτουργικό, αποδοτικό δημόσιο.
Οι προθέσεις της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό ζήτημα, ανέδειξαν ολοκάθαρα, ως αντικατοπτρισμός των βασικών κοινωνικών μας χαρακτηριστικών, το χάσμα ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές. Από τη μια η γενιά του Πολυτεχνείου που σήμερα είναι ο κύριος εκφραστής των φορέων εξουσίας και διοίκησης στην πολιτική, την αγορά και την κοινωνία, κι από την άλλη οι νεότερες γενιές (από generation x και μετά) που βρίσκονται ακόμα στην αρχή της επαγγελματικής τους καριέρας και της κοινωνικής τους δραστηριοποίησης.



