Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δεν είναι να εναποθέτεις τις ελπίδες σου για θετική εξέλιξη στο Κυπριακό σε οποιαδήποτε διεθνή διάσκεψη, όταν γνωρίζεις ότι έχεις να αντιμετωπίσεις την μόνιμη διάθεση της Τουρκίας να τορπιλίσει κάθε προσπάθεια την ύστατη στιγμή. Δεν πρόκειται για μια τυχαία, σπασμωδική κίνηση, ούτε για αναγκαστική αντίδραση σε υπερβολικές απαιτήσεις ή προκλήσεις της άλλης πλευράς. Αποτελεί διαχρονικό στρατηγικό σχεδιασμό της πολιτικής της το να αφήνει να αναπτύσσονται πλήρως όλα τα επιχειρήματα και εκεί που φαίνεται ότι συναινεί σε έναν κοινό παρανομαστή να προβαίνει σε μια ανατρεπτική δήλωση ενοχοποίησης Κύπρου και Ελλάδας.
Κάτι τέτοιο συνέβη και τώρα. Παρά τις διαρροές για αμοιβαία συνεννόηση σε μια σειρά προτάσεων σχετικά με την παρουσία στρατευμάτων στο νησί και τον τρόπο αποχώρησης τους, όταν αυτή η προφορική συμπόρευση χρειάστηκε να αποτυπωθεί σε ένα επίσημο κοινό έγγραφο, άρχισαν οι αιχμές προς τόσο την Ελληνική όσο και την Κυπριακή πλευρά με στόχο την διάσπαση του εθνικού μετώπου.
Φταίει ο “υπερβολικός” Κοτζιάς. Ευθύνεται ο Αναστασιάδης που δεν αποδέχτηκε την παραμονή 1000 Τούρκων στρατιωτών. Τίποτε από αυτά δεν πιστοποιείται από τις επίσημες πηγές αλλά η Τουρκία κατόρθωσε για μια ακόμη φορά να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού και να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα.
Αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτές τις ημέρες ξεκινούν οι γεωτρήσεις στο περιβόητο οικόπεδο 11 της κυπριακής ΑΟΖ και μάλιστα από μια Γαλλική εταιρεία που έχει αναλάβει το αντίστοιχο έργο και σε σχετικό ελληνικό οικόπεδο. Θα έμοιαζε κάπως παράταιρο για τα δεδομένα της τουρκικής διπλωματίας, να αφήσει μια τέτοια σημαντική εξέλιξη να προχωρήσει για την δημιουργία του ανάλογου κλίματος τρομοκρατίας και εκφοβισμού όλων των εμπλεκομένων.
Προετοιμάζεται θερμό επεισόδιο; Θα μπορούσε να είναι μια έσχατη λύση, ένα τελευταίο μέσο πίεσης αν όχι για την ανατροπή του statu quo, για την επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου συνδιαχείρισης των υδρογονανθράκων με δόλωμα κάποια “παραχώρηση” στο φλέγον ζήτημα των εγγυήσεων. Οι απειλές του Ερντογάν προς τις εταιρείες είναι προσχηματικές. Γνωρίζει καλά ότι σε έναν τέτοιο πόλεμο δεν θα έχει και μεγάλα οφέλη, σε μια περίοδο μάλιστα που η τουρκική οικονομία περνά μια νομισματική αλλά και παραγωγική αστάθεια.
Σε αυτή τη φάση, η ψυχραιμία και η υπομονή από ελλαδικής πλευράς είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Αν εμπλακούμε σε ένα γαϊτανάκι ανέξοδων αντεγκλήσεων θα δοθεί στην γείτονα χώρα το περιθώριο να αναμασά τυποποιημένα επικοινωνιακά επιχειρήματα. Σθεναρή στάση, στέρεες συμμαχίες, Ευρωπαϊκή υποστήριξη και υπομονή αρκούν για να αναδείξουν την αδιαλλαξία της τουρκικής πολιτικής και να ενισχύσουν τις πιο συνετές τουρκοκυπριακές πλευρές που δεν συναινούν σε μια λογική απομονωτισμού τους και παράνομης ολοκληρωτικής πρόσδεσης τους στο τουρκικό άρμα.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πολλά γεγονότα προέκυψαν εσχάτως σχετικά με τα εθνικά μας θέματα. Συμπυκνωμένες εξελίξεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και σε πολλά επίπεδα. Φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους αλλά επειδή το τυχαίο δεν χαρακτηρίζει τις γεωστρατηγικές κινήσεις, ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο όλα αυτά να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με το Σκοπιανό και το Κυπριακό να έρχονται ξανά στο προσκήνιο με μια άτυπη λύση – πακέτο;
Αυτές τις μέρες λαμβάνει χώρα τόσο η μια νέα διάσκεψη για το Κυπριακό όσο και η επικείμενη επίσκεψη του ειδικού εκπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς στα Σκόπια. Επίσης δεν έχει περάσει παρά λίγος χρόνος από την “προσγείωση” του Τούρκου πρωθυπουργού στην Ελλάδα με τις γνωστές προκλητικές απαιτήσεις και τις παρεμβάσεις στην Θράκη, ενόσω στην χώρα του διαμορφώνονταν ένα ακόμη πιο προκλητικό πλαίσιο με την ανάγνωση του Κορανίου στην Αγιά Σοφιά.
Από την μια λοιπόν, οι προχωρημένες συνομιλίες γύρω από το Κυπριακό με το ζήτημα των εγγυήσεων να αποτελεί κομβικό σημείο αντιπαράθεσης. Δεν είναι μόνο ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά, – υπό την πίεση των βλέψεων της Τουρκίας για συνδιαχείριση των ενεργειακών πόρων της χώρας – , εμμένει στην διατήρηση 10 χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών στο νησί. Είναι κυρίως ότι δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα αποχώρησης με την όλη διατύπωση να υπόκειται σε ερμηνείες και την επίδραση μιας πιθανής προβοκάτσιας από αυτές που μας έχει συνηθίσει η Τουρκία.
Από την άλλη, η διάθεση συμβιβασμού από πλευράς της νέας κυβέρνησης των Σκοπίων, η θετική αρχική αντίδραση από ελληνικής πλευράς και η στοχευμένη διαρροή για πιθανά αποδεκτά ονόματα όπως το “Άνω Μακεδονία” δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει υπάρξει προεργασία ώστε με πρόσχημα την αποδοχή ενός δήθεν γεωγραφικού προσδιορισμού (που όμως περικλείει όλη την ουσία του σκοπιανού αλυτρωτισμού για το σύνολο της “Μακεδονίας”) να παραχωρηθεί στους γείτονες μας η πρόσβαση στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα θυσία στα γεωπολιτικά σχέδια ελέγχου των Βαλκανίων.
Κι ο πιο καλόπιστος αναλυτής, ο πιο προσηνής θεατής κατανοεί ότι τέτοια σύμπτωση κοινών εξελίξεων σε όλα τα κορυφαία εθνικά μας θέματα πρέπει να υποκρύπτει την οργανωμένη πρόθεση διεθνών κύκλων να κλείσουν μερικές ανοιχτές πληγές στην ευρύτερη περιοχή μας και είναι δεδομένο ότι θεωρούν πιο πρόσφορη αυτή την εποχή που η χώρα μας βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική και διπλωματική θέση.
Η κατάληξη αυτών των προσπαθειών θα καταδείξει τα όρια αντοχής της ελληνικής πλευράς και την ένταση της επιθυμίας να μην προωθηθούν ετεροβαρείς λύσεις επειδή μπορεί να “ισοσταθμιστούν” με άλλου είδους πχ επενδυτικές παρεμβάσεις. Ελπίζουμε να είναι δεδομένο στο μυαλό της κυβερνητικής εξουσίας ότι η μονιμότητα των διπλωματικών υποχωρήσεων γιγαντώνει τις συνέπειας μιας επιλογής που ίσως πρόσκαιρα να φαντάζει ανεκτή.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Είναι πασίγνωστη και πλέον κορεσμένη η Τουρκική τακτική να εξάγει, με κάποιο τρόπο, κάθε εσωτερική κρίση. Μετά το πραξικόπημα και τις γενικευμένες εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων σε όλον τον δημόσιο τομέα, ήταν αναμενόμενη η προσπάθεια ανάδειξης ενός σκληρού, ηγεμονικού προφίλ που θα πείθει το λαϊκό αίσθημα ότι όσο απόλυτος στην κρίση του είναι ο τούρκος Πρόεδρος για τα εγχώρια ζητήματα, άλλο τόσο δυναμικός και διεκδικητικός εμφανίζεται και στον διεθνή διπλωματικό στίβο.
Όμως η αμφισβήτηση διεθνών συνθηκών με υπόσταση ενός αιώνα, όσον τυχοδιωκτισμό και επικοινωνιακή επιτήδευση κι αν κρύβουν, δεν μπορούν να εκλαμβάνονται με την ελαφρότητα μιας τυχαίας δήλωσης εσωτερικής κατανάλωσης. Μπορεί οι ρητορικές ακρότητες περί συνθηκών που δεν αποτελούν ιερά βιβλία να ακούγονται τουλάχιστον φαιδρές και να μην διαθέτουν καμιά ουσιαστική ισχύ από την στιγμή που τέτοιες συμφωνίες αλλάζουν μόνο μετά από πολεμική εμπλοκή αλλά και μόνο το γεγονός ότι κάποιος μπαίνει στην διαδικασία να παίξει παιχνίδια με τους κοινούς διεθνείς κανόνες εγείρει υποψίες για κάποιον ευρύτερο σχεδιασμό.
Σε έναν περίπλοκο διαγκωνισμό γεωπολιτικής στρατηγικής η Τουρκία καλείται να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις. Οι εξελίξεις στη Συρία και η πιθανή νέα ανάδειξη του Κουρδικού, η επερχόμενη λύση στο Κυπριακό, οι σχέσεις της με την Ρωσία και το Ισραήλ και ο ρόλος της στην περιοχή μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ είναι μόνο μερικά από τα πιο σημαντικά θέματα που την απασχολούν. Σίγουρα πολύ περισσότερο από τα… “διμερή” ζητήματα με την Ελλάδα.
Ο Ερντογάν δικαιούται να αισθάνεται πιο ισχυρός αφού η στάση του απέναντι στη Συρία, δείχνει πλέον να βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ με όσα σχεδιάζουν για την περιοχή τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία. Ακόμη και με το Ισραήλ, παρά τις τεταμένες σχέσεις τους, αναζητούνται δυνατότητες ενεργειακής και άλλων συνεργιών. Γι” αυτό και το Κυπριακό φαντάζει ως ένα πρόσφορο πεδίο για την ολοκλήρωση μιας οριστικής συμφωνίας.
Κάθε σημείο της διαπραγμάτευσης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η επιστροφή των προσφύγων, οι εγγυήσεις, ο τρόπος διακυβέρνησης, το εδαφικό κρύβουν τα δικά τους μυστικά και ύπουλα σημεία που μπορούν, εφόσον παραβλεφθούν, να αφήσουν μόνιμα, ανεξίτηλα σημάδια στο “κορμί” της Κύπρου. Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επιστέψει στα κατεχόμενα θα καθορίσει την πληθυσμιακή σύσταση του κράτους άρα και την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Οι εγγυήσεις παρουσιάζονται ως αμοιβαία δικλείδα ασφαλείας για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων αλλά αν προχωρήσει ως μιας μορφής σφιχτού ελέγχου από τις έως τώρα εγγυήτριες δυνάμεις, ειδικά αν αυτό σημαίνει και παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων, τότε θα πρόκειται για ένα ιδιότυπο καθεστώς φοβικής δημοκρατίας. Ακόμη πιο φοβική θα αποδειχτεί αν η διακυβέρνηση περνά μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα ισορροπιών, δυσλειτουργικό, που θα αναβάλλει αποφάσεις και θα προτρέπει στην συναίνεση γύρω από έναν ελάχιστο αποδεκτό μέσο όρο απόψεων που μόνο αποδοτικό δεν μπορεί να είναι.
Το εδαφικό όμως παραμένει το κεντρικό ζητούμενο. Άλλωστε δεν ήταν τυχαία η ωμή Τουρκική παρέμβαση ώστε να προκύψει το πρόσφατο αδιέξοδο στις συνομιλίες της Ελβετίας. Γνωρίζουν οι πάντες ότι ο ορισμός των συνόρων κάθε κοινότητας είναι το πιο κρίσιμο σημείο και κάθε σπιθαμή γης που θα παραχωρηθεί στην άλλη πλευρά έχει πολλαπλή σημασία.
Ακόμη κι αν δεν προκύψει άμεσα λύση με ευθύνη της Τουρκίας θα πρόκειται για μια επίδειξη δύναμης που θα θέλει να τονίσει τον ρόλο που η ίδια αντιλαμβάνεται ότι έχει στην περιοχή κι αυτό απαιτεί σκλήρυνση της Ευρωπαϊκής στάσης απέναντι της αλλιώς η χώρα μας θα βρεθεί μπλεγμένη στα δίχτυα των Τουρκικών διεκδικήσεων με σοβαρές πιθανότητες περαιτέρω επιδείνωσης των σχέσεων με την γείτονα χώρα ακόμη και δημιουργία θερμών επεισοδίων που θα διαταράξουν το εύθραυστο οικονομικό περιβάλλον και θα παρατείνουν την αναμονή για επάνοδο στις αγορές.
Διαθέτουν το ανάστημα και τις ικανότητες να διαχειριστούν μια τόσο λεπτή κατάσταση τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη; Οι μέχρι τώρα αντιδράσεις μόνο διαβεβαίωση για κάτι τέτοιο δεν μας δίνουν. Από τις επιπολαιότητες Κοτζιά με το ανύπαρκτο θέμα της Τσαμουριάς έως την άτονη απάντηση μέσω του εκπροσώπου τύπου του υπ. Εξωτερικών για το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Μόνο καταφύγιο οι ευχές και η ελπίδα παρέμβασης του από μηχανής Ευρωπαϊκού θεού!
Με το που
προέκυψαν οι νέες Τουρκικές προκλήσεις με την διαρκή περιδίνηση του Barbaros στα Κυπριακά χωρικά ύδατα και τα οικόπεδα της ΑΟΖ
της, δεν άργησαν να εμφανιστούν οι γνωστές «δυναμικές» τοποθετήσεις που
πάντοτε προτρέπουν σε αντίστοιχη αντίδραση με αύξηση της έντασης στην περιοχή,
άμεση επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, δημιουργία συνθηκών «θερμού επεισοδίου»
όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Όσο κι αν κανένας
δεν αρνείται ότι στο βαθμό που αποφεύγονται τέτοιου είδους σκληρές απαντήσεις τρέφονται
οι επεκτατικές τάσεις των Τούρκων, το να θεωρείς όμως ότι υποκύπτοντας
διαρκώς στο σκηνικό που στήνουν οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από
την άλλη πλευρά, αποδίδει και μακροπρόθεσμα προσφέροντας μόνιμες λύσεις είναι
μια εξίσου βασική άρνηση της διεθνούς στρατηγικής διπλωματίας.
Οι μεγάλες και
αναμφισβήτητες νίκες στο σύγχρονο γεωπολιτικό παιχνίδι δεν προκύπτουν
αποκλειστικά μέσα από πολεμικές συρράξεις. Ειδικά σε αυτό που χαρακτηρίζουμε ως
Δυτικό κόσμο και τις υπερεθνικές συμμαχίες που έχουν αναπτυχθεί ένα θετικό
αποτέλεσμα είναι γέννημα τακτικών κινήσεων που με διορατικό τρόπο
χαρτογραφούν το μέλλον και δομούν άρρηκτες σχέσεις με άλλους «παίκτες»
που διαθέτουν ευρύτερα συμφέροντα σε μια περιοχή.
Ο Σαμαράς
αποφεύγοντας τις σπασμωδικές κινήσεις συναισθηματικού εντυπωσιασμού προχωρά με
σταθερά βήματα στην εξασφάλιση μιας αναίμακτης ανακήρυξης της Ελληνικής ΑΟΖ.
Τα Τουρκικά γρυλίσματα που ακολούθησαν την τριμερή συνάντηση Ελλάδας – Κύπρου -
Αιγύπτου, χωρίς να ακολουθούνται από το ξετύλιγμα μιας συγκεκριμένης δικής τους
εναλλακτικής στρατηγικής, είναι απτή απόδειξη του αδιέξοδου των επιλογών
τους.
Στο ένα χέρι του
ο Σαμαράς κρατά ήδη την τρίαινα αυτής της συμφωνίας που επιβεβαιώνει τον
κομβικό μας ρόλο στην περιοχή και οικοδομεί εμπορικές και ενεργειακές
σχέσεις με έναν καταλυτικό παράγοντα των ισορροπιών της Μεσογείου όπως η
Αίγυπτος και επεκτείνει τη δυναμική του ρόλου τόσο της δικής μας όσο και της
Κυπριακής ΑΟΖ.
Στο άλλο του χέρι
πλησιάζει η τρίαινα της συμφωνίας από την άλλη μεριά που περιλαμβάνει
και το Ισραήλ, ένα απαραίτητο «πιόνι» για όποιον επιθυμεί να επιτύχει τους
γεωπολιτικούς στόχους του με ασφάλεια. Η κοινή δράση και των τριών μερών για
την εξασφάλιση της ηρεμίας στην περιοχή, την εκμετάλλευση των
κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και την μεταφορά τους προς, την διψασμένη για
ενεργειακούς πόρους, Ευρώπη αποτελεί αναγκαία συνθήκη λειτουργικής
διευθέτησης του ζητήματος.
Απέναντι σε αυτόν
τον εξελισσόμενο γεωστρατηγικό κυκλώνα η Τουρκία απαντά με λεκτικές
ακρότητες και κινήσεις πανικού που δεν στηρίζονται πάνω σε μακρόπνοες
συμπράξεις με άλλους συμμέτοχους του παιχνιδιού. Ακόμα και με τις ΗΠΑ έχουν
προκαλέσει σημαντική ρήξη στη σχέση τους αδυνατώντας να καταλήξουν σε μια συγκροτημένη
πολιτική για τη Μέση Ανατολή υπό το φόβο της δημιουργίας ενός ισχυρού
ανεξάρτητου Ιρακινού Κουρδιστάν που θα επιτείνει το κλίμα εσωτερικών
εντάσεων. Παραμένει δέσμια ενός νεο-οθωμανικού μικρομεγαλισμού που ουδεμία
σχέση έχει με τα σημερινά δεδομένα.
Είναι τεράστια η
ευκαιρία για την Ελλάδα κι ο Σαμαράς δεν μοιάζει διατεθειμένος να την χάσει.
Ξετυλίγει με σύνεση και υπομονή ένα σχέδιο που απομονώνει την Τουρκία
και την αφήνει έρμαιο μιας επιθετικότητας που ακόμα κι αν επιλέξει να την
εκδηλώσει στο μέγιστο βαθμό, πράγμα αμφίβολο υπό τις παρούσες συνθήκες, θα την
μετατρέψει σε παρία της περιοχής φέρνοντας την τελειωτική κατάρρευση του ασταθούς,
υποτιθέμενου οικονομικού της θαύματος, το μόνο ίσως στοιχείο που διατηρεί
ακόμα τον Ερντογάν σε τόση υψηλή δημοτικότητα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Από τη μια ο Τσίπρας και οι εσχάτως... λοιποί πολιτικοί συγγενείς να
υπερθεματίζουν και να θεωρούν παρακαταθήκη το αρχικό Κυπριακό «όχι» (να το εκλάβουμε
ως προετοιμασία για τις συνέπειες της πολιτικής τους;) κι από την άλλη ο Σαμαράς
συνεπής στη διαχρονική στήριξη της Μεγαλονήσου και τη διατήρηση της
ουδετερότητας. Από τη μια όσοι βρήκαν την ευκαιρία να αναπαράγουν με ακόμα
μεγαλύτερο στόμφο, απ’ ότι στην αντίστοιχη εγχώρια συγκυρία, τις μυθοπλασίες
περί «ξανθού» γένους και λοιπών σωτήρων κι από την άλλη ο στιβαρός Ευρωπαϊκός
προσανατολισμός που διεκδικεί χωρίς να παίζει στα ζάρια το μέλλον της
χώρας.
"Μιθριδατισμός αποκαλείται η πρακτική της αυτοπροστασίας από τη δράση ενός δηλητηρίου μέσω της σταδιακής αυτοχορήγησης σε μη θανατηφόρες δόσεις." αναφέρεται στον ορισμό της λέξης. Μεταφορικά βέβαια χρησιμοποιείται για να περιγράψει και την ανοχή και αποδοχή που δείχνουμε σε κάτι. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη στάση του στο θέμα των Κυπριακών καταθέσεων αποδεικνύει ότι κάλλιστα μπορούν να συνδυαστούν και οι δυο χρήσεις του όρου.
Η απρόσμενη Ευρωπαϊκή απόφαση για εφάπαξ παρακράτηση ποσοστού έως
και 9,9% των καταθέσεων εντός Κυπριακού εδάφους δημιουργεί απορίες,
επιβεβαιώνει φόβους, ανοίγει ξανά συζητήσεις για τον τρόπο ομοσπονδιοποίησης
της Ε.Ε.. Κυρίως όμως σπέρνει αναπόφευκτα τον φόβο και τον πανικό για
πιθανή ανάλογη εξέλιξη και σε άλλες χώρες με παρόμοια προβλήματα.
Η διπλωματική απόφαση της Χάγης για το «Μακεδονικό» (έμμεσο «χαστούκι» χωρίς πρακτικές συνέπειες), η Βουλγαρική επιλογή για διακοπή κατασκευής του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη (αποκοπή από εξ’ Ανατολών ερείσματα) και κυρίως οι έρευνες στη Κυπριακή ΑΟΖ που ανακινούν το θέμα για αντίστοιχη ανακήρυξη της Ελληνικής, σκιαγραφούν ένα πλέγμα πρόσφατων γεγονότων μέσα στο οποίο οφείλει να κινηθεί το επόμενο διάστημα η χώρα. Η επίσκεψη Σαμαρά στο Ισραήλ και τα επικείμενο ταξίδια του σε Ρωσία και ΗΠΑ, μόνο ως τυπικές πολιτικές επαφές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο των εξελίξεων που εντείνονται από το ασταθές παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον.
Η ιστορική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης που επικύρωνε τη νομιμότητα της μονομερούς ανεξαρτησίας του Κοσόβου, αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως δευτερεύουσα είδηση από τα ΜΜΕ, εν μέσω μάλιστα θέρους, που όπως έλεγε κι ο Ουμπέρτο Έκο αν δεν υπάρχουν ειδήσεις θα πρέπει να τις δημιουργήσουμε. Προφανώς είτε αδυνατούν να αντιληφθούν το μέγεθος των συνεπειών αυτής καθαυτής της απόφασης αλλά και των παράπλευρων ζητημάτων που ανοίγει όσον αφορά τις διεκδικήσεις αυτονομιστικών κινημάτων ανά τον κόσμο, αλλά κυρίως στη Βαλκανική γειτονιά μας αλλά πιθανότατα και στην ενδοχώρα με τη στενή (Θράκη, Τσάμηδες, «Μακεδόνες») αλλά και την ευρεία έννοια (Τουρκοκύπριοι). Κυρίως όμως ήταν μια ένδειξη του επί της ουσίας πολιτικού τρόπου λειτουργίας και της φύσης των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου.
Κάθε χρόνο αυτή την ημέρα, ανακαλούνται από τη μνήμη οι σκηνές της αποτρόπαιας επίθεσης των Τουρκικών στρατευμάτων στη Μεγαλόνησο και ανακυκλώνονται συνεχώς τα γνωστά, σχεδόν μονότονα ευχολόγια για δίκαιη επίλυση του ζητήματος της κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου. Όσο οι «φωνές» των θυμάτων και των αγνοουμένων, παραμένουν διαυγείς και ηχηρές, ο στόχος για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης που θα επιτρέψει την αρμονική επανένωση του νησιού παραμένει ισχυρός. Επιτρέπουν όμως τα σημερινά πολιτικοοικονομικά δεδομένα να αισιοδοξούμε για μια άμεση θετική εξέλιξη;






