Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ξεκινά κι η επίσημα η προεκλογική εκστρατεία για την Συνταγματική Αναθεώρηση στην Τουρκία και είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή η πιθανότητα στις 16 Απριλίου ο Ερντογάν να έχει μετατραπεί σε αυτό που πάντα επιθυμούσε, έναν ιδιότυπο δικτάτορα με καταλυτικές εκτελεστικές αρμοδιότητες. Τι ακριβώς σχεδιάζει ο Τούρκος Πρόεδρος και πως αυτό θα επηρεάσει το κλίμα στην ευρύτερη περιοχή και φυσικά τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Ο Ερντογάν στοχεύει στη διαιώνιση της κυριαρχίας του μέχρι το 2029, στον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του πρωθυπουργού, με τον ίδιο να έχει την δυνατότητα να παρεμβαίνει στην σύσταση του υπουργικού σχήματος. να εκδίδει διατάγματα, να κηρύττει με βάση την προσωπική του κρίση το κράτος σε έκτακτη ανάγκη, να έχει παρεμβατικό ρόλο στο δικαστικό τομέα και πολλά άλλα.
Σε κάποιους όλα αυτά θυμίζουν… ένδοξες εποχές της σοβιετικής εποχής αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να φέρουν μνήμες κι από την αντίστοιχη διαχείριση της εξουσίας από τον Πούτιν, τον οποίο ταυτόχρονα μισεί και λατρεύει ο Ερντογάν. Τον μιμείται; Στοχεύει σε μια ανάλογη καθεστωτική στάση; Προφανέστατα ναι! Αξιοποίησε το πραξικόπημα για να σπείρει βαθύτερα τον τρομοκρατικό φόβο στους πολίτες του και τώρα έρχεται να θερίσει τα οφέλη επιβάλλοντας τους απολύτως δικούς του κανόνες.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μόνο αδιάφορο δεν αφήνουν τον Ερντογάν. Η γεωπολιτική μάχη αλλά και η προοπτική μέχρι και γεωγραφικών επαναπροσδιορισμών θέτουν ένα πλαίσιο ευκαιριών και κινδύνων για την Τουρκία τις οποίες ο Ερντογάν αισθάνεται ότι δεν είναι ικανός να τις αντιμετωπίσει αν δεν διατηρεί αδιάρρηκτο το εσωτερικό μέτωπο. Κι αυτό θα επιτευχθεί μόνο όσο επισείεται ο φόβος του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού εχθρού.
Ο πρώτος προσωποποιήθηκε στον Γκιουλέν κι έδωσε στον Ερντογάν την δυνατότητα να περιορίσει ακόμα περισσότερο τις ατομικές ελευθερίες με πρόσχημα την διασάλευση της έννομης τάξης. Ο δεύτερος επιλέγεται κάθε φορά με βάση τα εκάστοτε γεγονότα και τις απαιτήσεις της συγκυρίας. Πότε ανασύρεται η «απειλή» της Ελλάδας αναδεικνύοντας θέματα γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο. Πότε στοχοποιείται η Ε.Ε. που δεν επιβραβεύει την Τουρκία για την υποτιθέμενη συμμόρφωση της στις Ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Πότε οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ επιβουλεύονται τον ρόλο της στην περιοχή.
Τι σημαίνει αυτή η θεσμική ανατροπή για το διεθνές σκηνικό; Πρώτα απ’ όλα οι πάντες θα γνωρίζουν ότι εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα έχουν να αντιμετωπίσουν τις διαθέσεις του Ερντογάν για τα επόμενα δώδεκα χρόνια κι αυτό απαιτεί προσεκτικό και μακρόπνοο σχεδιασμό. Επίσης είναι σίγουρο ότι ο Τούρκος ηγέτης επιθυμεί στο κλείσιμο της θητείας του να αφήσει μια αξεπέραστη παρακαταθήκη και μπροστά σε αυτό το όνειρο τίποτα δεν θα τον αποτρέψει από το να εμπλακεί σε συγκρούσεις.
Με το Κυπριακό στην κόψη του ξυραφιού, το μεταναστευτικό με τις πολυποίκιλες επιδράσεις του σε φάση όξυνσης και την Μέση Ανατολή να φλέγεται, ο Ερντογάν με την ηγεμονική, σουλτάνικη νοοτροπία του αποτελεί αστάθμητο παράγοντα που ή θα λειτουργήσει ως καταλύτης σταθερότητας ή θα τινάξει τα πάντα στον αέρα. Ειδικά σε ένα περιβάλλον που μετά την εκλογή Τραμπ και το νέο τοπίο στις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας μοιάζει να στήνεται από την αρχή σε νέες βάσεις.
Υπάρχει ελληνικό εθνικό σχέδιο που να αποτυπώνει όλες τις παραμέτρους και να διαθέτει πειστικά εναλλακτικά σενάρια που θα διασφαλίζουν την θέση της χώρας στο γεωπολιτικό σκάκι; Ή για μια ακόμη φορά θα βρεθούμε προ δυσάρεστων εκπλήξεων με μόνη μας αντίδραση τις κραυγές για τον ξένο δάκτυλο που έλεγε κι ο Ανδρέας Παπανδρέου;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Είναι πασίγνωστη και πλέον κορεσμένη η Τουρκική τακτική να εξάγει, με κάποιο τρόπο, κάθε εσωτερική κρίση. Μετά το πραξικόπημα και τις γενικευμένες εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων σε όλον τον δημόσιο τομέα, ήταν αναμενόμενη η προσπάθεια ανάδειξης ενός σκληρού, ηγεμονικού προφίλ που θα πείθει το λαϊκό αίσθημα ότι όσο απόλυτος στην κρίση του είναι ο τούρκος Πρόεδρος για τα εγχώρια ζητήματα, άλλο τόσο δυναμικός και διεκδικητικός εμφανίζεται και στον διεθνή διπλωματικό στίβο.
Όμως η αμφισβήτηση διεθνών συνθηκών με υπόσταση ενός αιώνα, όσον τυχοδιωκτισμό και επικοινωνιακή επιτήδευση κι αν κρύβουν, δεν μπορούν να εκλαμβάνονται με την ελαφρότητα μιας τυχαίας δήλωσης εσωτερικής κατανάλωσης. Μπορεί οι ρητορικές ακρότητες περί συνθηκών που δεν αποτελούν ιερά βιβλία να ακούγονται τουλάχιστον φαιδρές και να μην διαθέτουν καμιά ουσιαστική ισχύ από την στιγμή που τέτοιες συμφωνίες αλλάζουν μόνο μετά από πολεμική εμπλοκή αλλά και μόνο το γεγονός ότι κάποιος μπαίνει στην διαδικασία να παίξει παιχνίδια με τους κοινούς διεθνείς κανόνες εγείρει υποψίες για κάποιον ευρύτερο σχεδιασμό.
Σε έναν περίπλοκο διαγκωνισμό γεωπολιτικής στρατηγικής η Τουρκία καλείται να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις. Οι εξελίξεις στη Συρία και η πιθανή νέα ανάδειξη του Κουρδικού, η επερχόμενη λύση στο Κυπριακό, οι σχέσεις της με την Ρωσία και το Ισραήλ και ο ρόλος της στην περιοχή μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ είναι μόνο μερικά από τα πιο σημαντικά θέματα που την απασχολούν. Σίγουρα πολύ περισσότερο από τα… “διμερή” ζητήματα με την Ελλάδα.
Ο Ερντογάν δικαιούται να αισθάνεται πιο ισχυρός αφού η στάση του απέναντι στη Συρία, δείχνει πλέον να βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ με όσα σχεδιάζουν για την περιοχή τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία. Ακόμη και με το Ισραήλ, παρά τις τεταμένες σχέσεις τους, αναζητούνται δυνατότητες ενεργειακής και άλλων συνεργιών. Γι” αυτό και το Κυπριακό φαντάζει ως ένα πρόσφορο πεδίο για την ολοκλήρωση μιας οριστικής συμφωνίας.
Κάθε σημείο της διαπραγμάτευσης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η επιστροφή των προσφύγων, οι εγγυήσεις, ο τρόπος διακυβέρνησης, το εδαφικό κρύβουν τα δικά τους μυστικά και ύπουλα σημεία που μπορούν, εφόσον παραβλεφθούν, να αφήσουν μόνιμα, ανεξίτηλα σημάδια στο “κορμί” της Κύπρου. Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επιστέψει στα κατεχόμενα θα καθορίσει την πληθυσμιακή σύσταση του κράτους άρα και την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Οι εγγυήσεις παρουσιάζονται ως αμοιβαία δικλείδα ασφαλείας για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων αλλά αν προχωρήσει ως μιας μορφής σφιχτού ελέγχου από τις έως τώρα εγγυήτριες δυνάμεις, ειδικά αν αυτό σημαίνει και παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων, τότε θα πρόκειται για ένα ιδιότυπο καθεστώς φοβικής δημοκρατίας. Ακόμη πιο φοβική θα αποδειχτεί αν η διακυβέρνηση περνά μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα ισορροπιών, δυσλειτουργικό, που θα αναβάλλει αποφάσεις και θα προτρέπει στην συναίνεση γύρω από έναν ελάχιστο αποδεκτό μέσο όρο απόψεων που μόνο αποδοτικό δεν μπορεί να είναι.
Το εδαφικό όμως παραμένει το κεντρικό ζητούμενο. Άλλωστε δεν ήταν τυχαία η ωμή Τουρκική παρέμβαση ώστε να προκύψει το πρόσφατο αδιέξοδο στις συνομιλίες της Ελβετίας. Γνωρίζουν οι πάντες ότι ο ορισμός των συνόρων κάθε κοινότητας είναι το πιο κρίσιμο σημείο και κάθε σπιθαμή γης που θα παραχωρηθεί στην άλλη πλευρά έχει πολλαπλή σημασία.
Ακόμη κι αν δεν προκύψει άμεσα λύση με ευθύνη της Τουρκίας θα πρόκειται για μια επίδειξη δύναμης που θα θέλει να τονίσει τον ρόλο που η ίδια αντιλαμβάνεται ότι έχει στην περιοχή κι αυτό απαιτεί σκλήρυνση της Ευρωπαϊκής στάσης απέναντι της αλλιώς η χώρα μας θα βρεθεί μπλεγμένη στα δίχτυα των Τουρκικών διεκδικήσεων με σοβαρές πιθανότητες περαιτέρω επιδείνωσης των σχέσεων με την γείτονα χώρα ακόμη και δημιουργία θερμών επεισοδίων που θα διαταράξουν το εύθραυστο οικονομικό περιβάλλον και θα παρατείνουν την αναμονή για επάνοδο στις αγορές.
Διαθέτουν το ανάστημα και τις ικανότητες να διαχειριστούν μια τόσο λεπτή κατάσταση τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη; Οι μέχρι τώρα αντιδράσεις μόνο διαβεβαίωση για κάτι τέτοιο δεν μας δίνουν. Από τις επιπολαιότητες Κοτζιά με το ανύπαρκτο θέμα της Τσαμουριάς έως την άτονη απάντηση μέσω του εκπροσώπου τύπου του υπ. Εξωτερικών για το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Μόνο καταφύγιο οι ευχές και η ελπίδα παρέμβασης του από μηχανής Ευρωπαϊκού θεού!


