Δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ο ανασχηματισμός και από τα πρώτα θέματα που
κατάκλυσαν τα τηλεοπτικά δελτία ήταν οι επαναπροσλήψεις των υπό
διαθεσιμότητα των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ και των διοικητικών υπαλλήλων των
Πανεπιστημίων. Κι ενώ για το πρώτο είναι σε εξέλιξη μια δικαστική διαδικασία
που θα τελεσιδικήσει προς το τέλος της χρονιάς, το δεύτερο προέκυψε ως φλέγον
ζήτημα από την ανάγκη του καθηγητή κ. Λοβέρδου να συνταχθεί εμμέσως με τις
θέσεις των Πανεπιστημιακών αφού έδειξε τα αποδέχεται πλήρως τα
οργανογράμματα που του κατέθεσαν και ουσιαστικά ζητούσαν την επάνοδο όλων
των διοικητικών.
Δεν θα εμπλακώ στο καθαρά νομικό ζήτημα των καθαριστριών ούτε θα μείνω τόσο
στο ότι οι αμοιβές τους, όπως και σχεδόν των περισσοτέρων εργαζομένων στο ΥΠΟΙΚ
απέχουν εξωφρενικά προς τα πάνω από αντίστοιχους εργαζόμενους όχι μόνο
του ιδιωτικού τομέα αλλά και εντός του δημοσίου. Ούτε καν θα σταθώ στο γεγονός
ότι κανείς δεν έχει απολυθεί όσο βρίσκεται σε διαθεσιμότητα κι ότι όλο αυτό το διάστημα
αμείβεται με ένα σημαντικό μέρος του μισθού του που ακόμα κι αυτό μπορεί να
ξεπερνά την αμοιβή του αντίστοιχου ιδιωτικού υπαλλήλου.
Αυτό που με απασχολεί είναι ότι ποτέ σε αυτόν τον τόπο δεν ανοίξαμε με
ειλικρίνεια και ιδεολογική σαφήνεια έναν μεγάλο διάλογο σχετικά με το ποιοι
τομείς έργου οφείλουν να καλύπτονται από τη δημόσια ομπρέλα. Αν εξαιρέσει
κανείς τα δημόσια αγαθά όπως πχ η ασφάλεια των πολιτών και την προσφορά ενός
ελάχιστου επιπέδου κοινωνικών αγαθών προς όλους (παιδεία, υγεία) είναι
δυσκολονόητο να καταλάβει κάποιος που δεν λειτουργεί με το άγχος του
κρατικοδίαιτου το γιατί επιβάλλεται να διαθέτουμε δημοσίους υπαλλήλους για μια σειρά
από εργασίες που δεν έχουν καμιά σχέση με το δημόσιο συμφέρον.
Αν όντως πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε μόνιμους κρατικούς υπαλλήλους για
την καθαριότητα των κτιρίων, τότε με αγνή απορία θα μπορούσε κάποιος να
αναρωτηθεί γιατί δεν χρειαζόμαστε και δημόσιους υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους
τεχνικούς ανελκυστήρων για να μείνω μόνο σε κατηγορίες επαγγελματιών που έχουν
σχέση με τη συντήρηση των χώρων (τα οποία στην πλειοψηφία τους δεν είναι
καν δημόσια αλλά ενοικιαζόμενα από ιδιώτες!); Το ότι αυτό το σκεπτικό οδηγεί σε
ένα γιγάντιο κράτος – επιχειρηματία που τελικά καλύπτει κάθε δυνατή
δραστηριότητα είναι απολύτως κατανοητό.
Αντίστοιχα δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί το κράτος που χρηματοδοτεί τα
Πανεπιστήμια χωρίς όμως να διαθέτει ικανούς μάνατζερ για την διαχείριση των
πόρων, την οποία έχει παραχωρήσει σχεδόν ανεξέλεγκτα στους Πρυτάνεις, δεν
μπορεί να διαθέτει ολοκληρωμένα οργανογράμματα για τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά
ιδρύματα και πλήρως αξιολογημένες όλες τις σχετικές δομές και τα πρόσωπα.
Με αυτή την αναβλητικότητα καταλήγουμε με τη γνωστή συντεχνιακή, καθηγητική
αλληλεγγύη να αφήνουμε τη διάρθρωση των κρατικών δομών και τη λειτουργικότητα
τους στις ορέξεις και τη βούληση, όχι πάντα την πιο άδολη, μιας πανεπιστημιακής
συντεχνίας εκπαιδευτικών – φοιτητών που ελάχιστα έχει να κάνει με την
παραγωγή επιστημονικού έργου παρά με την πολιτικάντικη και πελατειακή
διαχείριση του χώρου. Καλά ξεμπερδέματα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Από τις πλαστές πινακίδες και τις επιδοτήσεις του Λιάπη, στις μίζες των
εξοπλιστικών και τα θαλασσοδάνεια του ΤΤ, το μόνο που δεν μας έλειψε το
τελευταίο διάστημα είναι η δυσάρεστη μυρωδιά της διαφθοράς. Μόνο που για
μια ακόμα φορά οι συλλογικές μας εμμονές διατηρούν τη συζήτηση περισσότερο στο
παρελθόν απ’ ότι στο μέλλον. Η διασπάθιση δημοσίου χρήματος, υπαρκτή σε κάθε
γωνία του πλανήτη, που μετατράπηκε σε εθνικό μας σπορ, περιβάλλεται με ένα
πέπλο εξαγνισμού των πολιτικοοικονομικών προτεραιοτήτων μιας ολόκληρης
εποχής.
Η διαφθορά χρησιμοποιείται ως το απόλυτο άλλοθι για να δικαιολογηθούν οι
εσφαλμένες πρακτικές δημόσιας διοίκησης και οικονομικής ανάπτυξης των
περασμένων δεκαετιών. Μέσα στη μυθοπλασία του επαχθούς χρέους η
συνεισφορά της διαφθοράς διατηρεί πρωτεύοντα ρόλο. Τρία χρόνια πριν, όταν η
μονομερής διαγραφή χρέους, χαρακτηρίζοντας το επαχθές, αποκτούσε δημοφιλία πέρα
και πάνω από κόμματα και ιδεολογίες, ήμασταν από τους ελάχιστους που αρθρώσαμε
κριτικό λόγο και αναλυτική επιχειρηματολογία για το άσκοπο και το ανεδαφικό
μιας τέτοιας επιλογής στο «Οι "επαχθείς" λογικές περί "απεχθούς" χρέους».
Το ιδεοληπτικό στο όλο ζήτημα βρίσκεται στη νοητική υπέρβαση που
γίνεται ανάμεσα στην καταγραφή και τον έλεγχο ύποπτων προμηθειών με επακόλουθο
την ποινική τιμωρία, την επιστροφή μιζών ή τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων
των όποιων επίορκων και την πρόθεση να διαγράψεις αυτά τα ποσά από το δημόσιο
χρέος λες και οι όποιες συμφωνίες δεν ήταν μέρος των λειτουργιών
δημοκρατικών κυβερνήσεων αλλά επιβολή ενός δικτατορικού καθεστώτος.
Με άλλα λόγια το ελληνικό κράτος φέρει την ευθύνη για την έλλειψη
διαφανών διαδικασιών και συστηματικού ελέγχου που υποθάλπουν τη διαφθορά
(όπως και οι πολίτες φέρουν την ευθύνη για τη διατήρηση στην εξουσία όσων
συντηρούσαν αυτές τις σαθρές και διαβλητές δομές) και δικαιούται, στο βαθμό που
πλέον μοιάζει διατεθειμένο να καθαρίσει την ήρα από το στάρι, να διεκδικήσει
την αποζημίωση του από τους επίορκους.
Δεν μπορεί όμως η χώρα να ζητά, για δικές της εσωτερικές αμαρτίες,
«αποζημίωση» δια της διαγραφής χρέους από τους δανειστές της στις αγορές
που επέλεγαν να αγοράσουν τα χρεόγραφα μας χωρίς να είναι υποχρεωμένοι πέρα από
το δεδομένο συνυπολογισμό του εθνικού ρίσκου (που περιλαμβάνεται στο
κάθε επιτόκιο δανεισμού) να αξιολογούν συνεχώς και το επίπεδο βελτίωσης του
ελέγχου της κρατικής διαφθοράς.
Αυτή η εμμονή αποπροσανατολίζει τη συζήτηση συντηρώντας μια ατέρμονη
αναπαραγωγή μετάθεσης ευθυνών, βάζοντας σε δεύτερη τις αναγκαίες παρεμβάσεις
για τη δημιουργία ενός σταθερού, εύρυθμου και αποτελεσματικού πλαισίου
κρατικών προμηθειών με διευρυμένη χρήση της τεχνολογίας, λιγότερη
γραφειοκρατία και στενότερο κεντρικό έλεγχο.
Υ.Γ. Η αναφορά Σταθάκη για 5% επαχθές χρέος μπορεί να διαλύει σε
μεγάλο βαθμό τη σχετική μυθοπλασία στους χώρους της αριστεράς, είναι όμως
εξίσου αυθαίρετη και παραπλανητική κυρίως γιατί κινείται σε παρόμοια
αδιέξοδη συλλογιστική αλλά και γιατί τα νούμερα για τη ζημιά από τις μίζες
προκύπτουν από λάθος εκτιμήσεις και υπερβολικές προβλέψεις. Πχ ποιος
συνυπολόγισε την επίπτωση της κατανάλωσης μέρους αυτών των ποσών στην εγχώρια
αγορά, ώστε αυτό να αφαιρεθεί στους τελικούς υπολογισμούς;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Εφεδρεία,
διαθεσιμότητα, κινητικότητα είναι μόνο μερικοί από τους όρους που χρησιμοποιήθηκαν τα τελευταία τρία
χρόνια για να περιγράψουν με μια λέξη το πανθομολογούμενο της αναγκαίας
εξέλιξης στη διαχείριση του δημοσίου τομέα. Τη δυνατότητα αξιολόγησης δομών
και προσώπων και την αξιοποίηση των υπαλλήλων με βάση λειτουργικά
οργανογράμματα και φυσικά τις γνώσεις και τα ιδιαίτερα προσόντα τους.
Μαζί με τη δημοσιονομική προσαρμογή και τη βελτίωση του επενδυτικού
περιβάλλοντος, η αναδόμηση του δημόσιου τομέα αποτελεί αναγκαίο
προαπαιτούμενο εξόδου από την κρίση. Θα έλεγα μάλιστα κανείς, ότι οι δύο άλλες
συνθήκες (δημοσιονομικά και επενδύσεις) εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την
ταχύτητα αναδιοργάνωσης των ράθυμων κρατικών δομών. Χρειαζόταν λοιπόν στο
τιμόνι αυτής της προσπάθειας ένα άτομο που δεν θα κινούνταν διεκπεραιωτικά αλλά
θα αναζητούσε ακόμα και αντισυμβατικές μεθόδους για να υπερκεράσει τα
γραφειοκρατικά εμπόδια.
Κι έρχεται
αβίαστα η εύλογη απορία «μα είναι ο τρόπος διοίκησης του δημοσίου, πρότυπο για
τη διαχείριση ενός κόμματος»; Προφανώς και όχι. Αλλά οι δυσκίνητοι, μη
λειτουργικοί μηχανισμοί που διέπουν τα κόμματα επί δεκαετίες, απορρόφησαν
με… ανακούφιση διαδικασίες και δομές που αναπλάθουν τη γραφειοκρατία και την
αναξιοκρατία της κρατικής μηχανής. Η προτροπή λοιπόν δεν αφορά το παρελθόν αλλά
τη συμμόρφωση και των κομματικών επιτελείων στις σύγχρονες επιταγές στο
πνεύμα των οποίων κινούνται μια σειρά αλλαγών που αρχίζουν να προωθούνται στη
δημόσια διοίκηση.
Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια ιστορική περίοδο όπου βασικά πολιτικά ζητούμενα ήταν η ασφαλής αποκατάσταση της δημοκρατίας, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Περνώντας νομοτελειακά σε μια νέα εποχή το διακύβευμα μεταβάλλεται και προσαρμόζεται, τόσο βάση των αρνητικών ή πενιχρών αποτελεσμάτων σε μέρος των προαναφερθέντων στόχων, όσο και λόγω της πλήρους ανατροπής του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού πλαισίου αναφοράς.
Το βασικό πρόβλημα με τις οικονομικές αναλύσεις
είναι ότι συχνά στηρίζονται σε ασαφείς παραδοχές που παραβλέπουν την
πολιτική πραγματικότητα. Είναι δηλαδή άλλο πράγμα μια γενικόλογη θεωρητική
προσέγγιση, ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να προβληθεί ως ανώδυνη λύση που
δεν ενοχλεί κατεστημένες παθογενείς αντιλήψεις, και άλλο η αλήθεια των χρονικά
προσδιορισμένων πολιτικών δεδομένων. Κάπου εκεί ανάμεσα σε ιδεοληψίες της
αριστερής νιότης και νοητική υπερπήδηση των ανελαστικών αρνητικών μεταβλητών
της πολιτικοοικονομικής «εξίσωσης» περιπλέκεται ο γρίφος του Αλέξη Τσίπρα.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από τη δημιουργία της, η
παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στα πλαίσια της μεταδικτακτορικής
αναδιοργάνωσης του πολιτικού συστήματος, βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη
πρόκληση της ιστορίας της. Η κρίση που με εκκωφαντικό τρόπο διαλύει πολιτικά,
οικονομικά, κοινωνικά ακόμα ως και αξιακά – ηθικά μυθεύματα μιας ολόκληρης
εποχής, ανοίγει από μόνη της το παράθυρο σε μια καινούρια περίοδο με άλλες
απαιτήσεις, νέα διακυβεύματα, επαναπροσδιορισμένα ερωτήματα. Αυτό το
παράθυρο οφείλει να κρατήσει γερά αλλά και να διευρύνει, αυτή η παράταξη αν
θέλει να έχει θεμελιώδη κι όχι εθιμοτυπικό ρόλο στο περιβάλλον που
διαμορφώνεται.
Όσο η συζήτηση για τη δημοσιονομική προσαρμογή
περιστρέφεται γύρω από τη συνεχή μείωση μισθών και συντάξεων, τόσο εντείνεται
και η αντιπαράθεση για την ανάγκη η μη, άμεσων απολύσεων στο δημόσιο τομέα.
Ακόμα όμως κι αυτή η αντιπαραβολή επιχειρημάτων θυμίζει μέρος των παθογενειών
του παρελθόντος με εμμονές, ιδεοληψίες και ακραίες, ανεδαφικές τοποθετήσεις
από όλες τις πλευρές.
Επί δεκαετίες τις συζητάμε αλλά τα τελευταία τρία
χρόνια και υπό την πίεση των εξελίξεων αρχίσαμε να αποκτούμε πλήρη εικόνα για
τις αδυναμίες του δημόσιου τομέα. Παρόλα αυτά οι τομές που απαιτούνταν είτε νομοθετήθηκαν και δεν εκτελέστηκαν, είτε
αποφεύχθηκαν στα πλαίσια του δούναι και λαβείν πολιτικών και συντεχνιών.
Με τα όρια της κοινωνίας εξαντλημένα από την ισοπεδωτική εσωτερική υποτίμηση, η
σημερινή συγκυρία μοιάζει ως η τελευταία ευκαιρία να παραδεχτούμε τις
εκτεταμένες κρατικές παθογένειες και να οικοδομήσουμε ένα σύγχρονο,
λειτουργικό, αποδοτικό δημόσιο.
Ένα από τα διαχρονικά δημοφιλή θέματα
πολιτικής ανάλυσης, ειδικά στην Ελλάδα, είναι η ανάγκη των αποκρατικοποιήσεων
και το εύρος τους. Δεκαετίες αντιφατικών προσεγγίσεων έχουν αφήσει πίσω τους,
μια και μόνη παρακαταθήκη. Η επιλογή των αποκρατικοποιήσεων αξιολογείται,
ανεξαρτήτως τελικής θεώρησης, βάση δύο παραγόντων. Ενός ιδεολογικού που
αφορά το ρόλο του κράτους ως διαχειριστή της δημόσιας περιουσίας κι ενός οικονομοτεχνικού
που έχει σχέση με τον τρόπο τελικής αποτίμησης μιας κρατικής επιχείρησης ή
ενός ακινήτου.
Η φιλοδοξία ως κίνητρο για την επίτευξη
στόχων κι ως έναυσμα για την αναζήτηση των επόμενων προσωπικών «μαχών» είναι
ένα θεμιτό, αν όχι απολύτως απαραίτητο στοιχείο κάθε προσωπικότητας. Τα
ερωτηματικά για το εύρος της...δράσης της προκύπτουν όταν η φιλοδοξία μοιάζει
να έχει υπερκεράσει τον ίδιο το στόχο! Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε
κανείς να προσεγγίσει με νηφαλιότητα και κατανόηση τη συζήτηση για τα βιογραφικά
που... κατακλύζουν τη Συγγρού με σκοπό την εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη
στελέχωση κρίσιμων κρατικών θέσεων.
Ο Μάρτιος του 2012 θα καταγραφεί από τον ιστορικό
του μέλλοντος ως ο μήνας που... δρομολογήθηκαν (μοναδική λέξη για τον
προσδιορισμό της μελλοντικής ασάφειας στην πολιτική!) οι λύσεις για όλα τα
καίρια θέματα της καθημερινότητας. Αυτά που μπορεί επί πολλά χρόνια να
ταλαιπωρούν τον μέσο πολίτη, αλλά η οικονομική κρίση επιδείνωσε όχι μόνο την
έκταση και την ένταση τους, μα όξυνε και τον τρόπο με τον οποίο τα
αντιλαμβανόμαστε ως κρίσιμο μέρος της ζωής μας. Λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα,
ακρίβεια, γραφειοκρατία – διαφθορά, όλα αποκτούν διακριτή... νοητή διαδρομή
προς την επίλυση ελέω προεκλογικής περιόδου και ανάγκης να ανοίξει ο
διάλογος πέρα από την διαπραγματευτική κι εκτελεστική ικανότητα της
κυβέρνησης στον πολιτικοοικονομικό μνημονιακό Αρμαγεδώνα!
Όσοι παρακολουθούν τις επισημάνσεις μας τα τελευταία δυο χρόνια, γνωρίζουν ότι αναφερόμασταν συνεχώς στην αδυναμία αποτελεσματικής λειτουργίας κάθε αποπληθωριστικής λογικής στην Ελλάδα, όχι μόνο επειδή οι φόροι (έμμεσοι και άμεσοι) επιβαρύνουν υπερβολικά την τελική τιμή, αλλά κυρίως επειδή δεν έχει υπάρξει για ολόκληρες δεκαετίες καμιά συντονισμένη προσπάθεια υπέρβασης των αγκυλώσεων και των παθογενειών που χαρακτηρίζουν την κάθετη αλυσίδα της παραγωγικής μας διαδικασίας. Είναι λοιπόν δεδομένη η ικανοποίηση όταν εμφανίζονται πρωτοβουλίες που μπορούν να συνεισφέρουν τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά στην ανάδειξη αυτών των ζητημάτων, με στόχο την πιο εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την εξυπηρέτηση του καταναλωτή.
Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο πόσο μεγάλο διαχρονικό πολιτικό έγκλημα αποτελεί η μη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Μια χώρα με παραγωγική βάση που συνεχώς περιοριζόταν και στήριξε τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών στον ακριβό δανεισμό και τις Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις (όχι πάντα με αναπτυξιακή χρήση!), δεν δικαιολογείται να αδυνατεί να αξιοποιήσει στο έπακρο την τεράστια περιουσία που διαθέτει. Μέσω πολλών διαφορετικών επενδυτικών επεμβάσεων θα μπορούσε να αποφέρει ίσως και πάνω από 5-6% του ετήσιου ΑΕΠ (όσο δεν συνεισφέρουν ζωτικοί οικονομικοί τομείς!). Επί 2,5 χρόνια το ζήτημα πέρασε από την απαξίωση και το χλευασμό στην γενικόλογη αναμόχλευση και τη διοικητική προσέγγιση με τους γνωστούς νωχελικούς κρατικούς ρυθμούς.Παρακολουθώντας την τελευταία εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη αντιλαμβανόσουν τις αντιφάσεις που διαρρέουν την Ελληνική κοινωνία. «Πόλεμος» γενεών, ιδεοληψίες, γενικόλογοι αφορισμοί για το πολιτικό σύστημα. Πλήρης αδυναμία να αρθρώσουμε ένα συγκροτημένο όραμα όχι τόσο για την ιδεολογική χροιά του κράτους και της οικονομίας που επιθυμούμε να δομήσουμε τα αμέσως επόμενα χρόνια, αλλά κυρίως έλλειμμα χαρτογράφησης ενός βασικού θεσμικού πλαισίου που θα διέπει τη Νέα Μεταπολίτευση, διασφάλισης της διοικητικής αποτελεσματικότητας και αντιμετώπισης του άκρατου λαϊκισμού (της υποσχεσιολογίας χωρίς ανάλυση των συνεπειών).
Είναι απολύτως λογικό η κοινωνία να αισθάνεται από μουδιασμένη έως εξοργισμένη από τα αλλεπάλληλα φορολογικά χτυπήματα. Ακόμα και η ανοχή όσων θεώρησαν ότι οι περικοπές των «δώρων» θα μπορούσαν να εκληφθούν ως συνεισφορά στην αμοιβαία προσπάθεια για τη διαχείριση της κρίσης, εξαντλήθηκε όταν είδαν την έξοδο στις αγορές να μετατίθεται σε άγνωστο χρονικό σημείο και την ανάπτυξη να αναβάλλεται συνεχώς για τον επόμενο χρόνο! Η αρχική αφαίμαξη 1,5 μισθού ή σύνταξης μετατράπηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες σε «παρακράτηση» (μέσω των διαφόρων φορολογικών επεμβάσεων) τουλάχιστον 2 ή ακόμα και 3 μισθών! Η οργή των πολιτών εδράζεται και στην κυβερνητική αδυναμία να ακολουθήσει εξαρχής με συνέπεια και αποφασιστικότητα πέντε απαραίτητα βήματα, ώστε να περιοριστεί η καταφυγή στον άδικο οριζόντιο περιορισμό των εισοδημάτων.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας Σαμαρά στη ΔΕΘ υπήρξε ένα σχόλιο γνωστού κονδυλοφόρου, σε μέσο δικτύωσης, που περιέγραφε το όραμα Σαμαρά ως «επιστροφή στη δεκαετία του ‘50». Πολλαπλές δε οι αναφορές, άλλες με εξαιρετικά εμπαθή κι άλλες με πιο συγκροτημένο ύφος, που επιχειρούσαν να χαρακτηρίσουν το λόγο Σαμαρά ως εθνικιστικό και λαϊκίστικο. Δεν μπορώ λοιπόν να μην θέσω μερικά ψύχραιμα ερωτήματα, σχετικά με τις θέσεις του πρόεδρου της ΝΔ, στους άκριτους κριτές και τους «επαγγελματίες» σχολιολόγους που συχνά μετατρέπονται σε αυτόκλητους πεφωτισμένους καθοδηγητές της κοινής γνώμης.
Οι διαχρονικές αγκυλώσεις του οικονομικού και κοινωνικού μας ιστού που δημιούργησαν, με το λαϊκισμό, τον κρατισμό και την υπερχρέωση, το υπόβαθρο για τα σημερινά αδιέξοδα έχουν αναλυθεί επανειλημμένα. Οι κυβερνητικές ευθύνες που με τις παλινωδίες, τις λάθος εκτιμήσεις κι επιλογές της είχαν ως αποτέλεσμα την τελική καταφυγή στο ΔΝΤ και τις επιταγές του μνημονίου, έχουν γίνει πλέον εμφανείς σε κάθε πολίτη, όπως και η ξεκάθαρη άρνηση της ΝΔ να αποτελέσει συνένοχο σε ένα σκηνικό που διαχειρίστηκε κι έστησε το ΠΑΣΟΚ. Αυτό που αναζητείται πλέον από όλες τις πλευρές είναι οι τρόποι πιο άμεσης εξόδου από τους περιορισμούς των επιταγών της «Τρόικας».









