Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Διαβάζεις την εμπεριστατωμένη έρευνα της Dianeosis όπου αποτυπώνεται λεπτομερώς η κατάσταση της ανεργίας ειδικά ανάμεσα στους νέους και σε πιάνει θλίψη από το συμπέρασμα ότι οι μισοί 35ρηδες χαρτζιλικώνονται ακόμη από τους γονείς τους. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εσωτερικός “ακρωτηριασμός” από το να βλέπεις τα όνειρα που έχτιζες να γκρεμίζονται κρατώντας σε δέσμιο του παρελθόντος.
Άραγε οφείλουμε να επιβραβεύσουμε την ελληνική οικογένεια που συνεχίζει να λειτουργεί υποστηρικτικά αποτρέποντας την περιθωριοποίηση ή να την “κατηγορήσουμε” για το ότι δίνοντας οικονομική στήριξη υποθάλπει την ανεξαρτητοποίηση και την αυτονομία των παιδιών της. Αν δεν βρισκόμασταν σε περίοδο τόσο ισοπεδωτικής έκρηξης της ανεργίας, ίσως ο δεύτερος συλλογικός να προσέφερε μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση της δυναμικής.
Την ημέρα αυτών των διαπιστώσεων διάλεξε, ο Αλέξης Τσίπρας, για να επισκεφθεί το υπ. Εργασίας και να προχωρήσει σε στομφώδεις, αλλά κενές περιεχομένου, τυπικές πολιτικάντικες δηλώσεις για μείωση της ανεργίας. Θα ήμασταν άδικοι στην κριτική μας αν ο πρωθυπουργός ανακοίνωνε στοιχεία που αποδεικνύουν την ουσιαστική αναστροφή της πορείας της ανεργίας. Στοιχεία που να συμβαδίζουν με την οικονομική βιβλιογραφία κι όχι πολιτικά εφευρήματα, αφού αποτελεί παγκόσμιο οικονομικό θαύμα να μειώνεται η ανεργία κατά 3,5% μονάδες την τελευταία διετία όταν η ανάπτυξη είναι μηδενική, όταν δεν κινείται σε υφεσιακό έδαφος.
Τι εξηγεί αυτό το κυβερνητικό θαύμα; Όλοι οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ότι κάθε 1% αύξησης του ΑΕΠ οδηγεί σε 0,7%-0,8% μείωση της ανεργίας ανάλογα με το είδος των επενδύσεων κι αν πρόκειται για έντασης κεφαλαίου ή εργασίας. Τι λοιπόν μείωσε το τελικό νούμερο αφού η τάση της πραγματικής οικονομίας δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση;
Αυξήθηκαν οι προσλήψεις συμβασιούχων, γι’ αυτό άλλωστε και “τσίμπησε” λίγο το συνολικό νούμερο των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Μην ξεχνάμε ότι οι δανειστές αναγνωρίζοντας αυτή την στρεβλότητα απαίτησαν στα επιπρόσθετα μέτρα για το 2018 την μείωση του αριθμού των συμβασιούχων!
Όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία αυξήθηκε σχεδόν κατά 10% η ημιαπασχόληση σε σχέση με την πλήρη εργασία. Για τον τελικό υπολογισμό της ανεργίας ακόμη κι αν όλοι οι εργαζόμενοι ήταν μερικής απασχόλησης ο δείκτης της ανεργίας που θα ανακοινωνόταν θα ήταν ο ίδιος!
Τα προγράμματα μαθητείας του ΟΑΕΔ, οι επιδοτούμενες από το ΕΣΠΑ θέσεις είχαν μια ελάχιστη διάρκεια 8 μηνών. Παρά το γεγονός ότι αρκετά προγράμματα διατηρούν αυτοί την διάρκεια, υπήρξαν και κάποια πχ κοινωφελούς εργασίας ή μακροχρόνιων ανέργων με πιο περιορισμένη διάρκεια αυξάνοντας των αριθμό όσων διαγράφονταν από το ταμείο ανεργίας. Μόλις πριν τρεις μήνες άλλαξε η ρύθμιση ώστε όσοι έχουν λιγότερα από 70 μεροκάματα να μην χάνουν αυτομάτως την ιδιότητα του ανέργου.
Η κατάσταση λοιπόν είναι πολύ σοβαρή, η κοινωνική γάγγραινα που λέγεται ανεργία συνεχίζει να πληγώνει την ελληνική οικογένεια κι ένας σοβαρός πρωθυπουργός θα επικεντρώνονταν στο πως θα δημιουργηθούν όλες οι απαιτούμενες συνθήκες πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας ώστε να προσελκυστούν κεφάλαια ικανά να δημιουργήσουν μόνιμες θέσεις εργασίας. Προς το παρόν ας βολευτούμε με τα ευχολόγια του Τσίπρα…
Tου Κωνσταντίνου Μανίκα,
Οικονομολόγου - Ψυχολόγου
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στόχο 2,7% για τον ρυθμό ανάπτυξης ακριβώς όπως προβλεπόταν και στο πρόγραμμα σταθερότητας, - άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει -, και το ΔΝΤ ήρθε να υπερθεματίσει θέτοντας το όριο στο 2,8% με τον αστερίσκο της ολοκλήρωσης όλων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Άλλοι πάλι δηλώνουν πιο απαισιόδοξοι ή απλά ρεαλιστές θεωρώντας ως πιθανότερη κατάληξη μια αναιμική επάνοδο σε θετικό πρόσημο που δεν ξεπερνά την μια μονάδα.
Κι έρχεται ο κάθε πολίτης να απορήσει πως μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπερφορολόγησης, μείωσης εισοδημάτων, διαρκούς εσωτερικής (ενδοκυβερνητικά και εσωκομματικά ζητήματα στο ΣΥΡΙΖΑ) και εξωτερικής ( rexit, άνοδο της τιμής του πετρελαίου, πολιτικές εξελίξεις σε Γερμανία και Γαλλία) πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας θα προκύψει η πραγμάτωση ενός τόσο φιλόδοξου στόχου. Μια ματιά στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ξεκαθαρίζει ότι οι κυβερνητικές εκτιμήσεις στηρίζονται σε μια σειρά από παραδοχές που είναι από αμφίβολες έως ανεδαφικές.
Οι υπολογισμοί γίνονται με την πίστη ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 1,8%, τα πάγια κεφάλαια κατά το εντυπωσιακό 9,1% και οι εξαγωγές κατά 5,3%. Ακόμη κι αν κάποιος ξεπεράσει τις φετινές εξαιρετικά αρνητικές αποδόσεις ειδικά στον εξαγωγικό που ελάχιστη αισιοδοξία γεννούν για την επόμενη χρονιά, είναι απείρως πιο δύσκολο να αποδεχτεί με ευκολία ότι σε μια χώρα με συμπιεσμένα εισοδήματα και μηδαμινή μείωση της ανεργίας σε σχέση με την αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ (σε αυτό το παράδοξο θα αναφερθούμε πιο κάτω!) θα προκύψει τέτοια ανοδική πορεία στην κατανάλωση.
Προφανώς η κυβέρνηση περιμένει έναν ταυτόχρονο θετικό συνδυασμό όλων των προϋποθέσεων για την αναστροφή της ύφεσης. Χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών, οριστική και λειτουργική ρύθμιση των “κόκκινων” δανείων (ειδικά των επιχειρηματικών), ομαλοποίηση της πίστωσης από το τραπεζικό σύστημα με τα σημερινά υψηλά επιτόκια χορηγήσεων και σημαντική αύξηση των καταθέσεων σε φάση μηδενικών επιτοκίων, πλήρη αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, του αναπτυξιακού νόμου και των άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων, ενεργοποίηση του πακέτου Γιουνκέρ, πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου.
Κι όλα αυτά την ίδια στιγμή που οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να προχωρούν με ακόμη πιο γοργούς ρυθμούς και οι διαρθρωτικές αλλαγές (στην λειτουργία του δημοσίου, την απονομή δικαιοσύνης, το χωροταξικό, τη διαφθορά, την αγορά ενέργειας κλπ.) να αποδώσουν το ταχύτερο δυνατό απτά αποτελέσματα. Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρεί κάποιος ότι μέσα σε αυτό το εγχώριο και διεθνές περιβάλλον που περιέγραψα, θα κατορθώσουν να αποδώσουν σωρευτικά τα μέγιστα όλοι οι παραπάνω παράγοντες μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο.
Άλλωστε πως μπορεί κανείς να εξηγήσει το ότι ενώ φέτος κι εν μέσω ύφεσης αναμένεται πτώση της ανεργίας κατά 1,5% (έχω αναλύσει το παράδοξο σε προγενέστερο άρθρο μου) ενώ για το 2017, παρά τις υψηλές προβλέψεις για την ανάπτυξη, η μείωση δεν θα ξεπεράσει την μια μονάδα; Τι άλλο να υποθέσεις εκτός από το ότι οι όποιες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις δεν θα χρησιμοποιηθούν για την δημιουργία νέων θέσεων, παρά μόνο για να καλυφθούν οι φορολογικές και κυρίως οι πιεστικές δανειακές υποχρεώσεις ώστε να βελτιωθεί η κεφαλαιακή κατάσταση των επιχειρήσεων ή ότι κι αυτά τα κεφάλαια που θα επενδυθούν θα αξιοποιηθούν μόνο στην βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας ή θα τοποθετηθούν σε δραστηριότητες που δεν απαιτούν ιδιαίτερο εργατικό δυναμικό.
Λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους θα ήταν πολύ πιο ρεαλιστική μια προσέγγιση που θα έθετε, σε σχετικά ιδανικές συνθήκες, την πρόβλεψη για την ανάπτυξη κάπου ανάμεσα στο 1,5% και το 2%. Μόνο που ακόμη κι αυτή βελτίωση του ΑΕΠ μετά βίας το επαναφέρει στα επίπεδα του 2014 και φυσικά δεν καλύπτει ούτε ένα ελάχιστα μέρος των απωλειών της τότε δυναμικής που μέχρι το 2017 θα είχε συνεισφέρει σχεδόν 10% επιπρόσθετο εθνικό προϊόν. Δεν υπάρχουν λοιπόν περιθώρια πανηγυρισμών για μια πιθανολογούμενη ελάχιστη θετική στροφή όταν για χάρη των ιδεοληψιών των σημερινών κυβερνώντων, η χώρα απώλεσε την ευκαιρία της οριστικής απομάκρυνσης από τη δίνη της ύφεσης τρία χρόνια νωρίτερα.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Τα επίσημα στοιχεία για την ανεργία κατέγραψαν μείωση της στο β” τρίμηνο της χρονιάς, σε σχέση με το αντίστοιχο του 2015, κατά 1.5%. Όλοι απόρησαν πως σε υφεσιακή οικονομική περίοδο είναι δυνατόν να μειώνονται οι άνεργοι. Επίσημοι φορείς επεσήμαναν την καταλυτική συνεισφορά του δημοσίου στην αύξηση των θέσεων εργασίας. Το ζήτημα όμως είναι ευρύτερο ειδικά αν κανείς ρίξει μια ματιά στις λεπτομέρειες που συνοδεύουν αυτές τις ανακοινώσεις.
Είναι αλήθεια ότι η, σε πρώτη ανάγνωση, θετική εξέλιξη στηρίζεται σε τόσο πήλινα πόδια που είναι πολύ πιθανό τα αποτελέσματα να αναιρεθούν έως το επόμενο τρίμηνο ή απλά ένα νούμερο να κρύβει από πίσω του μια πολύ πικρή πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο ότι ακόμη κι η κρατική επίδραση οφείλεται σε προσλήψεις εποχικών, αναπληρωτών και γενικά προσωπικού που δεν καλύπτει πάγιες ανάγκες ή στελεχώνει θέσεις σε τομείς που συνεπικουρούν στην αύξηση των ταχυτήτων της οικονομίας, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας ή την βελτίωση των κρατικών εσόδων όπως η αναβάθμιση των φοροελεγκτικών μηχανισμών.
Αν κάποιος επικεντρωθεί στις αλλαγές με βάση την ηλικιακή ή την γεωγραφική κατανομή θα ανακαλύψει μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Για παράδειγμα ενώ παρουσιάζεται μια μείωση από 2.5-3% για τις ηλικίες από 25 έως 44 ετών, καταγράφεται περαιτέρω αυξητική τάση έως και 2% για τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Επίσης ενώ για παράδειγμα στην Δυτική Ελλάδα και Δυτική Μακεδονία εμφανίζεται σημαντική αύξηση της ανεργίας υπάρχει μια τεράστια πτώση… στα Ιόνια νησιά.
Δεν πρόκειται για ανεξήγητα φαινόμενα. Απλά στις παράπλευρες πληροφορίες κρύβεται η ουσία του προβλήματος της απασχόλησης στη χώρα καθώς και οι επιμέρους θετικές επιπτώσεις κάποιων στοχευμένων πολιτικών ή γενικότερων εσωτερικών ή διεθνών συγκυριών που όμως δεν αρκούν για να αντιστρέψουν οριστικά τις αρνητικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης ύφεσης και καταδεικνύουν ότι θα χρειαστεί αρκετός ακόμη χρόνος και θεμελιώδεις παραγωγικές αλλαγές για να μιλάμε για οριστική βελτίωση των αριθμών.
Η ηλικιακή διαφοροποίηση είναι χαρακτηριστική της ανισορροπίας που προκύπτει από την οικονομική δραστηριότητα. Η πρόσκαιρη βελτίωση στις νεανικές ηλικίες προέκυψε από τα γνωστά προγράμματα τύπου voucher και την όποια επιμέρους αξιοποίηση του ΕΣΠΑ. Μόνο που οι μεν πρώτες θέσεις εργασίας αφορούν μια ιδιότυπη ολιγόμηνη ανακύκλωση της απασχόλησης ανάμεσα στους νέους ανέργους.
Οι δε δεύτερες όσο κι αν αφορούν ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μένει να δούμε αν σε ένα βεβαρημένο επενδυτικό και καταναλωτικό περιβάλλον θα μπορέσουν να σταθούν περισσότερο από ελάχιστα χρόνια. Άλλωστε ακόμη και στις πιο εύρωστες εποχές ένα 50% αυτών των επιχειρήσεων έκλεινε μέσα στα πρώτα 5 χρόνια λειτουργίας λόγω έλλειψης ικανού μάνατζμεντ και ολοκληρωμένου επιχειρηματικού σχεδίου.
Ενώ από την άλλη η χειροτέρευση της κατάστασης για τους πιο ηλικιωμένους αποδεικνύει ότι η κοινωνική πληγή της μακροχρόνιας ανεργίας χτυπά στην καρδιά την ελληνική οικογένεια σε ηλικίες που είναι δύσκολη ή αλλαγή καριέρας ή η απόκτηση νέων δεξιοτήτων ώστε να υπάρξει η αναγκαία κινητικότητα και προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Για την δε άνιση γεωγραφική κατανομή, η περαιτέρω συρρίκνωση στις πιο αγροτικές περιοχές είναι ισχυρή ένδειξη της έλλειψης βελτίωσης του εξαγωγικού προσανατολισμού ενώ η επιμέρους εντυπωσιακή βελτίωση στα νησιά είναι απότοκο των γεωπολιτικών εξελίξεων που καθιστούν την Ελλάδα ασφαλή τουριστικό προορισμό για αυτή την περίοδο αλλά και στο γεγονός της ευρείας χρήσης του τεχνάσματος με τους υπαλλήλους από την Ε.Ε που καλύπτουν όλο και περισσότερες μόνιμες θέσεις εργασίας ενώ προσλαμβάνονται ως ασκούμενοι.
Σε μια εποχή που κάθε θετική είδηση είναι μια σπίθα ελπίδας η χειραγώγηση των στοιχείων για την ανεργία, χωρίς να διευκρινίζονται οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και το πρόσκαιρο κάποιων ενισχυτικών επιδράσεων, το μόνο που επιτυγχάνει είναι η παραπλάνηση της κοινωνίας και το κυβερνητικό βόλεμα πίσω από αποτυχημένες επιλογές. Μόνο που πλέον έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια για αυταπάτες…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.
Οι εκλογές του
2015 δεν έχουν το ίδιο διακύβευμα με αυτές του 2012. Είναι άλλης τάξεως συζήτηση το τι συνέβη διαχρονικά κι έφτασε η
χώρα στην πόρτα της τρόικας, όπως άλλης τάξεως και ετεροχρονισμένη πλέον
κουβέντα είναι να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στα λάθη των μνημονίων
ειδικά τώρα που αρχίζουν να διορθώνονται αποσπώντας την προσοχή από το
κυριότερο. Ποια πρόταση μπορεί να ωθήσει ακόμα ψηλότερα τους ρυθμούς
ανάπτυξης και να αποκλιμακώσει ακόμα γρηγορότερα την ανεργία. Ποιος
εγγυάται πραγματικές φορολογικές ελαφρύνσεις και όχι άκριτες υποσχέσεις
που μετεκλογικά μετατρέπονται σε μεγαλύτερες επιβαρύνσεις;
Αναλωνόμαστε σε
ωραίες γενικόλογες αναλύσεις για το Ευρωπαϊκό μέλλον που θα έρθει ένα
Ελληνικό κόμμα να το αλλάξει (ο μικρομεγαλισμός σε όλο του το μεγαλείο
ξεχνώντας ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονται με ηγέτες δεδομένων απόψεων
και όχι με διεθνείς δημοσιογράφους και οικονομολόγους), την ανθρωπιστική
κρίση που θα λυθεί με αποσπασματικές κινήσεις από κεφάλαια που δεν υπάρχουν
χωρίς καμιά πρόταση για το πως θα δημιουργηθούν μόνιμοι κρατικοί πόροι
χωρίς νέες επιβαρύνσεις στους πολίτες.
Στο αναπτυξιακό
πρόγραμμα που εξήγγειλε η ΝΔ υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες προτάσεις για το
πως θα αυξηθεί δυναμικά το ΑΕΠ της χώρας ενισχύοντας καθοριστικά και την
εργασία ενώ το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει μυστήριο
ακόμα και σήμερα. Από τη μια η ΝΔ περιγράφει τον τρόπο που έως το τέλος της
δεκαετίας θα έχει επανακάμψει το ΑΕΠ σε προ κρίσης επίπεδα και η
απασχόληση θα πλησιάζει προς μονοψήφια νούμερα κι από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ απλά
διαφωνεί με όλες τις σχετικές προτάσεις χωρίς να ξεκαθαρίζει με πιο τρόπο θα
πάρει μπροστά η αναπτυξιακή μηχανή.
Οι αναγκαίες
επενδύσεις υπολογίζονται από τη ΝΔ σε 150 δις που αν αφαιρεθούν τα ποσά από
το νέο ΕΣΠΑ, το πακέτο Γιουνκέρ και τους εθνικούς πόρους θα χρειαστούν περίπου
50 δις ιδιωτικών επενδύσεων εκ των οποίων τα 23 δις είναι ήδη εγκεκριμένα.
Ταυτόχρονα καθορίζονται από τις πιο αξιόπιστες διεθνείς κι εγχώριες μελέτες οι τομείς
που χρήζουν περαιτέρω ενίσχυσης γιατί φέρνουν άμεσα και πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα
και ολοκληρώνονται οι παρεμβάσεις που διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα
περιορίζοντας την κρατική γραφειοκρατία και διαφθορά, απλουστεύοντας τις
διαδικασίες αδειοδότησης, μειώνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές,, το ενεργειακό
κόστος και την «μαύρη» εργασία. Ως «κερασάκι» έρχονται οι ιδιωτικοποιήσεις
που απελευθερώνουν δημιουργικά τομείς της οικονομίας που καταδυναστεύονταν από
τον πελατειακό κρατισμό καθώς και η συνέχιση αξιοποίησης της δημόσιας
ακίνητης περιουσίας που πέρα από τα άμεσα οφέλη καλλιεργεί περιβάλλον
παράπλευρων αναπτυξιακών δράσεων σε όλη την περιφέρεια.
Τι προτείνει η
πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ ΄που θα μπορούσε να μας κάνει αισιόδοξους ότι οι
προβλέψεις για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια είναι δυνατόν να
ξεπεραστούν προς τα πάνω; Θα το κατορθώσουν αυτό με την αύξηση του βασικού
μισθού πριν δημιουργούν στην αγορά οι παραγωγικές συνθήκες για κάτι τέτοιο,
σπρώχνοντας στην ανεργία περισσότερους συμπολίτες μας; Θα βοηθήσουν οι επανακρατικοποιήσεις
(με ποια χρήματα και ποιες διαδικασίες;) και η μη αξιοποίηση των δημόσιων
ακινήτων στην αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος; Θα προσελκυστούν νέοι
επενδυτές όταν μέχρι στιγμής όλα τα σχετικά πλάνα που έχουν κατατεθεί δεν
θεωρούνται από το ΣΥΡΙΖΑ συμβατά με το ιδεολογικό του πλαίσιο;
Όσον πάλι αφορά
τα φορολογικά από τη μια μεριά έχουμε έναν οδικό χάρη αποκλιμάκωσης της
που συμβαδίζει και με τις φιλελεύθερες παραταξιακές αρχές κι από την άλλη
μερικές διάσπαρτες θέσεις για καταργήσεις υπαρχόντων φόρων χωρίς να
καθορίζονται οι τρόποι με τους οποίους θα καλυφθούν οι δημοσιονομικές
απώλειες, αφού μάλιστα θα έχουν περιοριστεί κι άλλο οι ρυθμοί ανάπτυξης με
την απομάκρυνση επενδυτικών σχεδίων από την Ελλάδα και χωρίς να προβλέπονται
ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις αλλά ούτε και για τα εισοδήματα της μεσαίας
τάξης που μάλλον θα κληθεί και πάλι να καλύψει τα νέα κενά που θα
δημιουργήσει η δημοσιονομική ασυδοσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Μετά
από 24 συναπτά τρίμηνα αρνητικής παραγωγικής πορείας η Ελλάδα βρέθηκε
στο 3ο τρίμηνο του 2014 να επανακάμπτει με τον σημαντικό, και πάνω από κάθε
πρόβλεψη, ρυθμό ανάπτυξης του 1,7%. Ήδη βέβαια η θετική στροφή είχε επέλθει από το 2ο τρίμηνο με 0,4%. Παραβλέποντας τις αφόρητα λαϊκίστικες
προσεγγίσεις που περιγράφουν μια αναμφισβήτητη επιτυχία ως «μίασμα»,
επειδή προήλθε με πολιτικές στο αρχικό σχέδιο των οποίων περιέχονταν και
υπερβολές ή μονομέρειες που πλέον γίνεται συγκροτημένη προσπάθεια να
ανασχεθούν, αυτό που αξίζει να αφουγκραστεί κανείς είναι την αγωνία της
κοινωνίας για να μετασχηματισθεί το γρηγορότερο αυτή η θετική εξέλιξη σε απτό
όφελος για τον κάθε πολίτη.
Τα
νούμερα που πολλοί τα δαιμονοποιούν δεν είναι παρά η αποτύπωση της
κοινωνικής πραγματικότητας μόνο που η αρχή κάθε αλλαγής στην τάση, είτε
θετική είτε αρνητική, δεν εξαφανίζει τις συνέπειες τις προηγούμενες περιόδου ως
δια μαγείας. Για τον ίδιο λόγο που για κάποιους το 1,7% ανάπτυξη δεν σημαίνει
ακόμα κάτι συγκεκριμένο για τη βελτίωση της ζωής τους, έτσι κι όταν η χώρα έμπαινε στην
ύφεση κι η «ορχήστρα» στο κατάστρωμα έπαιζε τη μουσική της ευδαιμονίας όλοι μας θεωρούσαμε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα που να μας αφορά. Η αρχική στροφή από την
ευρύτατη διάχυση μιας αλλαγής απαιτεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα.
Ακόμα
κι έτσι όμως δεν είναι λίγοι αυτοί που βίωσαν το τέλος της ανεργίας μετά
από μεγάλο διάστημα σκληρής προσωπικής απαξίωσης. Η μείωση του σχετικού δείκτη
κατά 2,1% σημαίνει ότι πάνω από 100 χιλιάδες συμπολίτες μας επανήλθαν στη
δημιουργική διαδικασία. Συγκεκριμένοι κλάδοι που αύξησαν σημαντικά τους κύκλους
εργασιών τους, όπως ο τουρισμός, βρίσκονται σε φάση συνεχών νέων
επενδύσεων κι αναβάθμισης των υπηρεσιών τους.
Άλλοι
πάλι αξιοποίησαν τη συγκυρία για να αποκτήσουν πιο εξωστρεφή προσανατολισμό
όπως τα αγροτικά προϊόντα και η μεταποίηση τους ή τα logistics. Έστω κι αν συνολικά οι εξαγωγές δεν
έχουν αποκτήσει την έντονη θετική προοπτική που θα αναμένονταν (για λόγους
ελλειπούς χρηματοδότησης και αδύναμης παραγωγικής αναπροσαρμογής), σε ένα
αποπληθωριστικό κλίμα ακόμα κι αν τα ονομαστικά έσοδα υπολείπονται η αλλαγή
τάσης παραμένει.
Ενώ
λοιπόν το ζητούμενο πλέον είναι οι τρόποι αναθέρμανσης της παραγωγικής
μηχανής (φιλικό επενδυτικό περιβάλλον με φορολογικές, γραφειοκρατικές,
ενεργειακές και άλλες διευκολύνσεις, επαρκής ρευστότητα) η αναδιάταξη δυνάμεων
ακόμα και με μετατόπιση υπερβαλλόντων κεφαλαίων από ένα κομμάτι του χώρου των
υπηρεσιών προς πιο σταθερές ή πιο καινοτόμες δραστηριότητες, ορισμένοι
λειτουργούν με τυφλωτικές παρωπίδες στείρας μικροκομματικής αντιπαράθεσης και ιδεολογικών
σοφιστειών.
Το
ισχυρό τους όπλο, σε μια σύγκρουση που δεν θα γινόταν με συναισθηματικούς
τιμωρητικούς όρους για το πολιτικό παρελθόν αλλά με βλέμμα στην ταχύτερη
ανάταξη των συνεπειών των μνημονιακών μονομερειών μέσα από μια εύρωστη
πραγματική οικονομία, θα έπρεπε να αποτελεί η ανάδειξη προτάσεων που προωθούν
την επιχειρηματικότητα, ενισχύουν την απασχόληση χωρίς να δημιουργούν νέα
δημόσια χρέη. Έτσι δεν ξαναγεμίζει η τσέπη των ανθρώπων απλά δημιουργούνται
οι προϋποθέσεις για μελλοντικούς φόρους που θα καλύψουν τα νέα ελλείμματα.
Αντί
να επιχειρήσουν να πείσουν την κοινωνία για τις ρεαλιστικές θέσεις τους που θα
μπορούν (;) να «φουσκώσουν» περαιτέρω τις προβλέψεις για τους
αναπτυξιακούς ρυθμούς των επόμενων ετών καλύπτοντας ταχύτερα την συσσωρευμένη
πτώση 25% στο ΑΕΠ και να «τσακίσουν» τους δείκτες της ανεργίας, επιδίδονται στο
επικοινωνιακό κυνήγι της ουράς τους αναζητώντας στο θυμικό των πολιτών την
εξιλέωση ή την αναβάπτιση. Τα όποια λάθη του παρελθόντος δεν εξαλείφονται
με ακόμα μεγαλύτερα νέα λάθη. Η πρόσκαιρη ανακούφιση της «τιμωρίας» γρήγορα
ακολουθείται από τη συνειδητοποίηση της κούφιας έκρηξης.
Κων/νος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Σε μια χώρα που η
ανεργία κινείται σταθερά γύρω στο 26%, με αυτή των νεότερων συμπολιτών
μας να κυμαίνεται σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, το πρώτο στοιχείο του
προϋπολογισμού που αποσπά την προσοχή μας δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η
εξέλιξη αυτού του φαινομένου. Αν και κάθε βασικό μέγεθος δεν παύει να είναι
αλληλένδετο με το άλλο, το βασικό κοινωνικό αντίκτυπο μιας πολιτικής
αποτυπώνεται από το δείκτη της ανεργίας.
Η φράση
«δουλειές, δουλειές, δουλειές» έχει ειπωθεί σε διαφορετικές φάσεις της
σύγχρονης ιστορίας κι έχει χρωματιστεί κατά το δοκούν από συγκρουόμενες
ιδεολογικές εκφάνσεις. Ο στόχος είναι κοινός, τα δρομολόγια και τα μέσα
διαφέρουν. Η πιο ουσιώδης διαμάχη που μπορεί να υπάρξει αυτή τη στιγμή αφορά
την επιλογή των πιο κατάλληλων εργαλείων για την ταχύτερη δυνατή
δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών ανάσχεσης των οικτρών δεδομένων.
Η επαναφορά της
ανεργίας σε προ κρίσης επίπεδα, μείωση της δηλαδή στο μισό από τα σημερινά
επίπεδα, απαιτεί αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 20% αφού είναι γνωστό ότι κάθε
μονάδα αύξησης του ΑΕΠ συνεπάγεται και μείωση της ανεργίας κατά λίγο παραπάνω
από μισή μονάδα. Με βάση τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης αυτό θα
επιτευχθεί στα τέλη της δεκαετίας. Αυτό που τίθεται σε δημόσια
διαβούλευση είναι το μείγμα ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων που μπορεί να
πετύχει το μέγιστο αποτέλεσμα και με ποιες προϋποθέσεις θα συμβεί αυτό.
Ο μύθος του
κράτους – επιχειρηματία που παρεμβαίνει σε όλους τους παραγωγικούς τομείς
έχει αποδειχτεί πρακτικά ασύμφορος με τη δημιουργία τεράστιων γραφειοκρατικών
μηχανισμών διαφθοράς και την έλλειψη ανταγωνιστικής προσαρμοστικότητας
στο όνομα της διατήρησης ρουσφετολογικών κεκτημένων. Οι δημόσιες επενδύσεις
αποτελούν ένα αναγκαίο υποβοηθητικό σκαλοπάτι για τη διαμόρφωση ενός ικανοποιητικού
επενδυτικού περιβάλλοντος στο βαθμό που βελτιώνουν τις υποδομές, την ενεργειακή
επάρκεια, την τεχνολογική και ψηφιακή αρτιότητα.
Τα μεγάλα
κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις τις προηγούμενες δεκαετίες δεν έκρυβαν
παρά κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και υπερκοστολογήσεις. Σήμερα μεγάλο μέρος
αυτών των αναβαθμίσεων προωθούνται μέσα από προγράμματα της Ε.Ε. με
μειωμένη μάλιστα την εθνική συμμετοχή ή άλλα πραγματοποιούνται μέσα από
συμβάσεις παραχώρησης χρήσης σε ιδιώτες. Η πραγματική ατμομηχανή μιας
οικονομίας παραμένει η ευρηματικότητα και το επιχειρηματικό ρίσκο του
κάθε επενδυτή.
Η ταχύτατη μείωση
της ανεργίας δεν θα προέλθει από κρατικά ποσά έμμεσης «επιδότησης» της ή
μεγαλόπνοα προγράμματα καταπολέμησης της με δημόσια έργα πεπερασμένου ορίζοντα
και δανεικών πόρων που την ανατροφοδοτούν μετά από λίγα χρόνια. Η σταθερότητα
μεγάλων επενδύσεων και η διευκόλυνση μικρών επιχειρηματικών πλάνων φέρνουν
μόνιμη επούλωση της πληγής. Το κράτος μπορεί απλά να θέτει και να ελέγχει την τήρηση
κανόνων ανταγωνιστικότητας, να αναβαθμίζει δίκτυα και υποδομές, να
περιορίζει το ενεργειακό κόστος, να μειώνει την γραφειοκρατία και τη διαφθορά,
να διασφαλίζει το ήρεμο πολιτικό κλίμα και τη δυνατότητα ύπαρξης ρευστότητας
στην αγορά.
Καθοριστικά
θετικό ρόλο στην επενδυτική άνθηση παίζει και το φορολογικό σύστημα όταν
χαρακτηρίζεται από απλότητα, σταθερότητα και έλλειψη περιττών βαρών (φόροι προς
τρίτους, υψηλές ασφαλιστικές εισφορές). Κι αν ορισμένοι θεωρούν ότι ο επίπεδος
επιχειρηματικός φόρος θα πρέπει να μειωθεί ακόμα και κάτω από το 15%, που είναι
ο άμεσος στόχος, για λόγους γεωγραφικής ανταγωνιστικότητας, πόσο
υποβοηθητική προς το επιχειρείν είναι η με βάρος καρδιάς αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ για
παραμονή του συντελεστή στο 26%;
Πόσες θέσεις
εργασίας δεν θα δημιουργηθούν από τον περιορισμό των επανεπενδυτικών
κεφαλαίων λόγω υψηλής φορολόγησης; Πόσοι νέοι επιχειρηματίες θα
αποθαρρυνθούν από την πραγμάτωση μιας ελκυστικής φρέσκιας ιδέας; Πόσοι
επενδυτικοί όμιλοι θα προτιμήσουν φιλικότερους επιχειρηματικά «γείτονες»
μας; Όσο εμείς θα αναζητούμε ξανά κρατικιστικούς παραδείσους κάποιοι άλλοι θα
εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που εμείς τους χαρίσαμε κι οι οποίες στον σύγχρονο
ανταγωνιστικό κόσμο δεν επανέρχονται εύκολα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Κωνσταντίνος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Υπ.
Περιφερειακός Σύμβουλος Κεντρικού Τομέα Αττικής
«180ο
– Η Αττική αλλάζει πρόσωπο» - υπ. Περιφερειάρχης Γιώργος Κουμουτσάκος
Το ΕΣΠΑ ήρθε στην
Ελλάδα ως η συνέχεια των πακέτων Ντελόρ με την ελπίδα να φέρουν μια αναπτυξιακή
πνοή σε όλη την επικράτεια. Οι περιφέρειες ως νέος θεσμός κλήθηκαν να
παίξουν έναν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Να καταστρώσουν
επιχειρηματικά πλάνα που θα δημιουργούσαν, σε τοπικό επίπεδο, πυρήνες
τροφοδότησης της απασχόλησης. Η πραγματικότητα δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις,
όπως αυτή της Αττικής, απέχει πολύ από το προσδοκώμενο κι επιθυμητό.
Το παλαιοκομματικό
κατεστημένο που διαχειρίστηκε τη νομαρχία και την περιφέρεια τα τελευταία
αρκετά χρόνια, περιορίστηκε σε μια στείρα τυπική αντιμετώπιση του θέματος.
Πρόταξε τα έργα βιτρίνας και επικοινωνιακής προβολής και τις πελατειακές
δράσεις κατάλοιπο της κλασικής ψηφοθηρικής νοοτροπίας. Δεν δίστασε ακόμα και να
εντάξει στις προεκλογικές του εξαγγελίες έργα που γνωρίζει ότι είτε δεν
θα ολοκληρωθούν ποτέ και τα ποσά από το προηγούμενο ΕΣΠΑ θα πρέπει να
επιστραφούν, είτε θα αναγκαστεί να δεσμεύσει κρίσιμους πόρους από το νέο
πρόγραμμα!
Πολλές φορές έχω
αναφερθεί στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των υποδομών της χώρας, όμως σε αυτό το
πλαίσιο περιλαμβάνονται και οι ψηφιακές, περιβαλλοντικές ή ενεργειακές
παρεμβάσεις. Η Περιφέρεια Αττικής κινήθηκε επί πολλά χρόνια στον αστερισμό
των δήθεν υποδομών όπως βαφτίζουμε τις... συνεχείς αναπλάσεις, τις...
πλακοστρώσεις και τα λοιπά ανάλογα έργα που δημιουργούν κάποιες πρόσκαιρες
θέσεις εργασίας αλλά ελάχιστα έχουν να κάνουν με την μόνιμη τόνωση της
επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης.
Οι εποχές έχουν
αλλάξει όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν και
τις συνήθεις πρακτικές του. Η Περιφέρεια οφείλει να αποκτήσει τη θέση που της
αρμόζει στον στρατηγικό σχεδιασμό της χώρας. Θυμάται άραγε ο κ. Σγουρός
ότι αυτό αναφέρεται ρητά στο άρθρο 4 του αρχικού Προεδρικού διατάγματος ως μια
από τις βασικές αρμοδιότητες της Περιφέρειας;
Ίσως να ήταν στα
στοιχεία που δεν πρόσεξε ιδιαίτερα μαζί με το επόμενο σημείο που αφορούσε τη
δημιουργία μεθόδων συνεχούς αξιολόγησης των υπηρεσιών της Περιφέρειας.
Μάλλον θα ξεχάστηκε κι αυτό κάπου ανάμεσα στη γραφειοκρατία, τη διαφθορά
και το αχανέστατο των δομών που συντηρεί επί χρόνια!
Ή θα περάσουμε
επιτέλους σε ένα εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης αυτών των πολύτιμων πόρων που θα
αφουγκράζεται την αγορά, τους ανθρώπους της και τις ανάγκες τους, θα
στηρίζει το καινοτόμο πνεύμα νέων επιχειρηματιών και θα επιδιώκει τη διασύνδεση
της επιστημονικής έρευνας με την παραγωγή, θα αναδεικνύει το πλούσιο
τουριστικό υλικό της Αττικής (την ιστορία, τον πολιτισμό, τις σύγχρονες
χάρες της), την ποιοτική αγροτική παραγωγή ή θα μείνουμε προσκολλημένοι
στην αναπαραγωγή ενός παρωχημένου προτύπου ενδοσυναλλαγής και ανατροφοδότησης
της στατικότητας.
Οι πολίτες της Αττικής καλούνται να δώσουν ηχηρή απάντηση σε λίγες μέρες. Η ανατροπή νοοτροπίας θα αρχίσει από την Αττική!
Οι πολίτες της Αττικής καλούνται να δώσουν ηχηρή απάντηση σε λίγες μέρες. Η ανατροπή νοοτροπίας θα αρχίσει από την Αττική!
Η 18η Μαρτίου θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος ως σημείο
καμπή για τη νεότερη ελληνική ιστορία. Μετά από τέσσερα χρόνια μνημονιακών
πιέσεων κι αμφισβητήσεων, η χώρα ξαναποκτά αποδεδειγμένα δημοσιονομική υγεία,
αρχίζει να επουλώνει κοινωνικές πληγές, δημιουργεί συνθήκες για ευνοϊκότερη
ρύθμιση του χρέους, αλλάζει οριστικά την διεθνή εικόνα της (όπως
αποτυπώνεται κι από τις θετικές αντιδράσεις των αγορών). Ο Σαμαράς αποδεικνύει
ότι η στρατηγική ανάκτησης της αξιοπιστίας και ταχύτερης του
αναμενόμενου επίτευξης των στόχων, ώστε οι διαπραγματεύσεις με δανειστές κι
εταίρους να γίνονται υπό πιο ισόρροπες προϋποθέσεις, ήταν απολύτως επιτυχημένη.
Ο κύκλος της εσωστρέφειας και της κατήφειας κλείνει οριστικά, με τα πρώτα
σημάδια θετικού πρόσημου στην ανάπτυξη μέσα στο δεύτερο εξάμηνο της
χρονιάς να επιβεβαιώνουν την αμετάκλητη αλλαγή σελίδας. Από την ανάκτηση της
διεθνούς αξιοπιστίας περνάμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Ο Σαμαράς βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο βήμα που μετά την υπέρβαση του μνημονίου
θα σημάνει και την ολοκληρωτική υπέρβαση της μεταπολίτευσης.
Το ένα σκέλος της υπέρβασης αφορά την εκπόνηση ενός μακροπρόθεσμου
αναπτυξιακού πλάνου που θα θέτει εθνικούς στόχους, θα αναδεικνύει τα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου μας και τους τομείς επιπρόσθετης αξίας, θα
δημιουργεί ένα επενδυτικό πλαίσιο σταθερότητας, απλότητας και φιλικότητας.
Πολλά απαραίτητα βήματα έχουν ήδη γίνει, αυτό που απομένει είναι η εξειδίκευση,
η κωδικοποίηση, η επικοινωνία με την κοινωνία ενός σχεδίου που με ξεκάθαρο
χρονοδιάγραμμα αντιμετωπίζει το παραγωγικό έλλειμμα και την αναδιάρθρωση
της απασχόλησης σε πιο δημιουργικές βάσεις.
Το άλλο σκέλος σχετίζεται με τη θεσμική και κομματική αναγέννηση που
άρρηκτα συνδεδεμένη με το πέρασμα στη νέα εποχή. Μια τέτοια προσπάθεια δεν
μπορεί να εγκλωβίζεται σε στατικούς όρους όπως επανένωση της παράταξης ή
επάνοδος στελεχών. Η πραγματική ελπίδα και η συστράτευση της κοινωνίας σε αυτή,
δεν επιτυγχάνεται με συμβατικούς όρους που θυμίζουν επ-ανάληψη. Χρειάζονται παράγοντες
προ-ωθητικοί. Προσθήκη νέων, άφθαρτων και κοινωνικά ενεργών στελεχών,
προώθηση διαδικασιών αξιολόγησης κι ανάδειξης ανεξάρτητους από ομαδοποιήσεις
και δημοσιοσχετίστικες λογικές, προάσπιση ιδεολογικών αξιών με συνέπεια,
προστασία θεσμών και διαφάνειας.
Ο Σαμαράς απέδειξε στη διαχείριση της κρίσης ότι ξέρει να θέτει
στρατηγικές στη βάσανο της αποτελεσματικής εκτέλεσης και να πετυχαίνει. Με την
ίδια διορατικότητα θα θέσει και στη βάσανο της κοινωνικής αποδοχής τη
στρατηγική για τη διαμόρφωση του πλαισίου της επόμενης μέρας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Παρακολουθώντας την τελευταία ομιλία του πρωθυπουργού στην Πολιτική Επιτροπή της ΝΔ, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι τη στιγμή που ο Αντώνης Σαμαράς αναφέρθηκε στην έστω και μικρή αύξηση του ΑΕΠ το 2ο τετράμηνο της χρονιάς, ακούστηκαν ελάχιστα χειροκροτήματα αμηχανίας ένδειξη έλλειψης ενημέρωσης αν όχι πλήρους άγνοιας του θέματος. Ανάλογη είναι συνήθως και η αμηχανία αντιμετώπισης των μηνιαίων ανακοινώσεων, από την αρχή της χρονιάς, για την αύξηση του αριθμού των προσλήψεων.
Οι απορίες έχουν να κάνουν με την ταυτόχρονη σταθερότητα της ανεργίας σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα όταν οι δεκάδες χιλιάδες νέων προσλήψεων θα έπρεπε, εφόσον ισχύουν, να την αποκλιμακώνουν έστω και κάποια δεκαδικά. Επίσης οι περισσότεροι δυσκολεύονται να κατανοήσουν πως μπορεί να αυξάνει το ΑΕΠ όταν τα επίσημα στοιχεία του 2ο τριμήνου καταγράφουν την ύφεση στο 3,8%. Μας παραπλανούν ή απλά δεν έχουν προβληθεί και γίνει κατανοητοί οι τεχνικοί οικονομικοί παράγοντες που εξηγούν αυτά τα φαινομενικά παράδοξα; Προφανώς ισχύει το δεύτερο!
Αν εξαιρέσει κανείς την εκτίναξη των... προσλήψεων το Σεπτέμβριο που οφείλεται στην όψιμη προσαρμογή ορισμένων εργοδοτών στις αυστηρές απαιτήσεις του νέου νόμου για την αδήλωτη εργασία, είναι υπαρκτή μια μηνιαία βελτίωση του ισοζυγίου προσλήψεων – απολύσεων. Ταυτόχρονα όμως δεν εμφανίζεται και αντίστοιχη μείωση του δείκτη ανεργίας.
Η εξήγηση αυτού του «παραδόξου» βρίσκεται στον συνυπολογισμό ως νέων προσλήψεων, ατόμων που παραιτούνται από τη σημερινή τους θέση για να μεταπηδήσουν σε μια καινούρια ή να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση αλλά κυρίως στην αύξηση της προσφερόμενης εργασίας λόγω κρίσης (πχ νοικοκυρές που αποφασίζουν να αναζητήσουν δουλειά για να συνδράμουν στον συμπιεσμένο οικογενειακό προϋπολογισμό).
Από την άλλη οι μεταβολές στο ΑΕΠ είναι εύκολο να παρερμηνευθούν αν δεν είναι πλήρως διευκρινισμένο το πλαίσιο (χρονικό και τεχνικό) μέσα στο οποίο προσεγγίζονται. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι επίσημες ανακοινώσεις αφορούν το πραγματικό κι όχι το ονομαστικό ΑΕΠ (αφού δηλαδή έχει διαιρεθεί με τον πληθωρισμό) που φέτος λόγω αποπληθωρισμού οδηγεί στην αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 1%. Οι τριμηνιαίες ανακοινώσεις αφορούν τον ετήσιο ρυθμό, άρα θα πρέπει να αναλογιστούμε πόσο πιο θετική θα πρέπει να είναι η τάση του ΑΕΠ αποκλειστικά σε αυτό το τρίμηνο ώστε να κατορθώνει να μειώσει τόσο πολύ το συνολικό αποτέλεσμα
Επίσης τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία που η ΕΛΣΤΑΤ δεν τα δίνει σε τριμηνιαία βάση και αποτυπώνουν πιο αξιόπιστα τις μεταβολές, αφού λειαίνουν την επίδραση πρόσκαιρων παραγόντων όπως πχ οι εκπτώσεις, είναι ικανά να τονίσουν την βελτίωση των δεδομένων. Η απρόσμενη αύξηση των τουριστικών εσόδων σε αυτό το επίπεδο διαμορφώνουν μια αύξηση του ΑΕΠ κοντά στο 0,7%, αποκλειστικά στο 2ο τρίμηνο (όχι σε ετήσια προβολή). Πιθανότατα το 3ο τρίμηνο όπου προκύπτουν σχεδόν τα μισά τουριστικά έσοδα το αποτέλεσμα θα είναι ακόμα πιο θετικό.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όσο κι αν κάποιοι στρουθοκαμηλίζουν, προσποιούμενοι ότι δεν αντιλαμβάνονται τις εξελίξεις, είναι γεγονός ότι είμαστε πολύ κοντά στην επίτευξη ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων. Το κωμικό της υπόθεσης είναι ότι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη τους, τα χρησιμοποιούν ως θεωρητικό εργαλείο ενίσχυσης της «επαναστατικής» διαπραγματευτικής γραμμής τους και άρνησης της άτεγκτης στάσης της τρόικας ως προς τον επισταμένο έλεγχο των δημοσιονομικών μας στοιχείων, τον οποίο οι ίδιοι «επαναστάτες» σκιαγραφούν με τα μελανότερα χρώματα.
Η προσέγγιση αυτού του σημαντικού στόχου δεν χρησιμοποιείται ως μέσο εξιδανίκευσης των περιορισμών των μνημονιακών θεωριών. Αποδείχτηκαν στην πράξη όσα εξαρχής περιγράφαμε για την αδυναμία ισόρροπης εσωτερικής υποτίμησης λόγω εγγενών προβλημάτων στην καθετοποίηση της παραγωγής, για την αναμενόμενη έκρηξη σε ύφεση και ανεργία από τη στιγμή που η μεταφορά πόρων από τον εύπλαστα «πήλινο» τομέα των υπηρεσιών στην πραγματική παραγωγή έγινε όχι με σταδιακό αλλά με βίαιο τρόπο, τέτοιον που άφηνε έναν μεγάλο χρονικό κενό ανάμεσα στην καταστροφή του παλιού και τη δημιουργία του νέου.
Αν σε αυτά προσθέσουμε και την διαχρονική απέχθεια του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, σε κάθε δομική αλλαγή και μεταρρύθμιση, με διαρκή επωδό τη διατήρηση κάθε ρουσφετολογικού κεκτημένου, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί το τίμημα της δημοσιονομικής προσαρμογής ήταν δυσανάλογο μεγάλο.
Το ποτήρι όμως είναι πλέον μισογεμάτο για όσους δεν θέλουν να μένουν μόνο στη θεωρητική συζήτηση για τις αρχικές λάθος εκτιμήσεις. Κάτι οι εξαιρετικές φετινές επιδόσεις του τουρισμού και των εξαγωγών, κάτι η επιπλέον συγκράτηση μέρους της κρατικής σπατάλης, ο βασικός στόχος επιτυγχάνεται ανοίγοντας το δρόμο, όχι μόνο για δραστικές παρεμβάσεις στον τρόπο αποπληρωμής τους χρέους, με άμεσα επιπρόσθετα δημοσιονομικά οφέλη από τον περιορισμό και την μετακύλιση τόκων και χρεολυσίων αλλά και για στοχευμένες δράσεις εξομάλυνσης κοινωνικών αδικιών.
Με τις φετινές δημοσιονομικές επιδόσεις να ξεπερνούν τα αναμενόμενα και τις Ευρωπαϊκές προθέσεις για κινήσεις τόσο όσον αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους αλλά και τη στήριξη της απασχόλησης, δεν είναι υπεραισιόδοξο να περιμένουμε επιβεβαίωση των προβλέψεων για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος τα επόμενα χρόνια. Αν λοιπόν αθροίσει κάποιος τα ποσά που προκύπτουν ως πρωτογενή πλεονάσματα τα επόμενα χρόνια θα καταλήξει σε ένα εντυπωσιακό συμπέρασμα.
Σε περίπτωση που αυτή η κυβέρνηση περάσει το σκόπελο των προεδρικών εκλογών στις αρχές του 2015 και εξαντλήσει την τετραετία, τα συσσωρευμένα πλεονάσματα που θα είναι διαθέσιμα ως κοινωνικό μέρισμα θα ξεπερνούν τις εισοδηματικές περικοπές που επέβαλε με την ανάληψη της εξουσίας, κάτω από την πίεση της προηγούμενης κυβερνητικής αναξιοπιστίας που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αποδοχή περισσότερων εναλλακτικών προτάσεων από την τρόικα. Οι πιο συντηρητικοί υπολογισμοί φθάνουν αθροιστικά τα πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2016, στο 8% με πολλές πιθανότητες να αγγίξουν και το 10%.
Αναφερόμαστε λοιπόν σε ένα ποσό που θα κινείται από τα 15 έως τα 19 δις ευρώ, με τα διαθέσιμα στο κράτος χρήματα για επιλεκτική εισοδηματική ενίσχυση, στήριξη της απασχόλησης, δημόσιες επενδύσεις, περιορισμό φόρων, να κυμαίνονται γύρω στα 10 – 13 δις ευρώ.
Κρίσιμος θα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων για τη διαχείριση αυτών των πόρων. Θα είναι δύσκολη εξίσωση η ισορροπία ανάμεσα στην άμεση ανακούφιση ευπαθών κοινωνικών ομάδων που είναι δεδομένο ότι θα κατευθυνθούν στην κατανάλωση (ελπίζοντας φυσικά σε βελτίωση του καταναλωτικού προτύπου που δεν θα διευρύνει με τους ίδιους ρυθμούς το εμπορικό έλλειμμα) και την στροφή σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες με άμεσο αντίκτυπο στη μείωση της ανεργίας. Μακάρι όμως να ήταν όλα τα διλήμματα τόσο δημιουργικά.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η σημερινή καμπή θυμίζει, παραφρασμένο, το μύθο
του Σίσυφου. Έχουμε διανύσει μια πολύ δύσκολη και ανηφορική πορεία
κουβαλώντας ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος που κάνει κάθε επόμενο βήμα ακόμα πιο
επισφαλές. Πλησιάζοντας στην «κορυφή» της επίπονης διαδρομής αρκεί μια πρόσκαιρη
αβλεψία, ένας στιγμιαίος δισταγμός για να κατρακυλήσεις. Αυτό όμως μπορεί
να συμβεί κι αν η πίεση από το βάρος υπερβεί τις αντικειμενικές δυνατότητες
αντοχής σου.
Περιορισμός άσκοπης κρατικής σπατάλης,
εξορθολογισμός κρατικών δομών και δαπανών αλλά ταυτόχρονα και νέα συμπίεση
μικρομεσαίων εισοδημάτων. Αυτή είναι η τελική εικόνα του πακέτου των 11,5
δις δημοσιονομικών μέτρων. Η οριζόντια λογική μπορεί να αποφεύχθηκε σε κάποιο
βαθμό αλλά και οι ίδιοι οι κυβερνώντες γνωρίζουν ότι η επίδραση στην κατανάλωση
θα είναι εξαιρετικά αρνητική με τις γνωστές συνέπειες για την ύφεση και την
ανεργία.
Αγωνία, άγχος, ανακούφιση, χαρά, ελπίδα,
απογοήτευση! Ανάμεικτα συναισθήματα στην πορεία μιας προσπουδαστικής διαδρομής
που για άλλους καταλήγει με την εκπλήρωση ενός ονείρου, για άλλους με
θετική κατάληξη σε ένα όχι ιδιαίτερα επιθυμητό αντικείμενο που συνδυάζεται με
την «απελευθέρωση» από την πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος και για
άλλους με μια αποτυχία που όσο παλαιότερα τόσο πιο καταθλιπτικά προσεγγίζονταν,
αφού οι μεταπολεμικές γενιές εξέθρεψαν το συνδυασμό της αστικής κοινωνικής
καταξίωσης με το πανεπιστημιακό πτυχίο. Τελικά σπουδάζω, άρα υπάρχω;
Οι συνιστώσες κούρνιασαν κι απαρνήθηκαν
(;) ως άλλος Πέτρος τις ιδεολογικές
καταβολές τους έστω και προεκλογικά (η προοπτική της εξουσίας είναι τελικά το
απόλυτο αφροδισιακό αφού όπως φαίνεται και νεκρούς ανασταίνει!), κάποιες
έντονες γωνίες εθνικών και κοινωνικών απόψεων λειάνθηκαν για να πονούν
λιγότερο όταν προσκρούει πάνω τους η πολύπαθη Ελληνική κοινωνία, οι οικονομικές
απόψεις συνδύασαν τον αφορισμό στον καπιταλισμό με την αβάσταχτη
ελαφρότητα ενός παρωχημένου κρατισμού και την έλλειψη αναφορών σε δομικές
μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία, τέτοιες που θα βάλουν τη χώρα και
πάλι στο χάρτη των ανταγωνιστικών επενδυτικά προορισμών.
Εδώ και αρκετούς μήνες, από την εποχή που ο
Γερμανός υπ. Οικονομίας Ρέσλερ αναφερόταν στην προοπτική μιας Ευρωζώνης δυο
ταχυτήτων, περιγράφαμε την προφανή διάθεση της Ευρωπαϊκής ηγεσίας να
εκμεταλλευτεί τις συνέπειες των εγγενών παθογενειών της δομής του ευρώ, ώστε να
καλύψει μέρος του συνεχώς διευρούμενου ελλείμματος ανταγωνιστικότητας
απέναντι στις δυναμικές αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία κλπ). Μια έμμεση
δηλαδή εργασιακή «Κινεζοποίηση» του πιο αδύναμου Νότου, που μέσα σε
περιβάλλον βαθιάς ύφεσης και έκρηξης της ανεργίας θα αναγκαζόταν να προσαρμόσει
χαμηλότερα το μισθολογικό κόστος, ώστε να προσελκύσει επενδύσεις...
επιβίωσης, πιθανότατα από τους ίδιους «ισχυρούς» που του επέβαλαν τη μονομερή
λιτότητα!
Όταν κάθε χρόνο ανακοινώνονταν η σχετική παγκόσμια λίστα αξιολόγησης της ανταγωνιστικότητας, δεν έλειπαν τα κροκοδείλια δάκρυα για τη συνεχή κατρακύλα της χώρας μας. Οι λόγοι της διαρκούς πτώσης, που το αρχικό της σημείο συμπίπτει με την είσοδο μας στο ευρώ, αναφέρονται διεξοδικά στις σχετικές εκθέσεις κι αφορούν κυρίως δομικά ζητήματα όπως η διαφθορά, η γραφειοκρατία, η πολυνομία, η φορολογία, οι υποδομές (τεχνολογία, ενέργεια) κλπ. Κατορθώσαμε όμως, το τελευταίο διάστημα, η συζήτηση σχετικά με την Ελληνική οικονομία να επικεντρωθεί στο ύψος των μισθών, λες κι αν θεωρητικά τους… μηδενίζαμε η Ελλάδα θα μετατρέπονταν αυτόματα σε επενδυτικό παράδεισο!
Η Τρόικα ζητά κρατική παρέμβαση, ακόμα και νομοθετική, στις ελεύθερες διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων για το ύψος του βασικού μισθού κι ο πρωθυπουργός δηλώνει απεγνωσμένα ότι δεν θα μετατραπούμε σε Ινδία (δεν μας διευκρίνισε αν προτιμά πιο προσιτά Βαλκανικά μοντέλα όπως αυτό της Βουλγαρίας!). Ένα απολύτως σουρεαλιστικό σκηνικό με τους επιτηρητές μας να θεωρούν ότι η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας θα λυθεί αν οι αρχικοί μισθοί φτάσουν σε επίπεδο πλήρης εξαθλίωσης, ώστε η νέα γενιά να τραπεί σε άτακτη φυγή προς το εξωτερικό, ενώ το βασικό εργατικό δυναμικό θα αντικατασταθεί είτε από άνεργους πρώην μεσαιοταξίτες ή από μετανάστες χαμηλών απαιτήσεων.Μετά από μήνες συζητήσεων γύρω από μια πρόταση που έμοιαζε ικανή, σε συνδυασμό με άλλες στοχευμένες δράσεις, να επιτύχει μείωση του δημοσίου τομέα χωρίς τη χρήση μαζικών απολύσεων, οι πρόσφατες κυβερνητικές ανακοινώσεις ήρθαν να επιβεβαιώσουν αυτό που αποτελεί κοινό τόπο όσον αφορά την κρατική λειτουργία. Ότι δηλαδή ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές τα θέματα προσεγγίζονται επιδερμικά, με βάση το πρόσκαιρο πολιτικό κόστος και κυρίως δίχως συγκροτημένο μακρόπνοο σχεδιασμό. Συνταγματικά προσχώματα, διοικητικές αγκυλώσεις, διάτρητες διαδικασίες, θολά κριτήρια, ανύπαρκτα δημοσιονομικά οφέλη, είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που συναποτελούν την «εφεδρική» εργασιακή εφεδρεία που επέλεξε τελικά η κυβέρνηση.
Με τη συσσωρευμένη ύφεση των τελευταίων δυο ετών να αγγίζει το 9% (11% αν συνυπολογιστούν και τα στοιχεία για το 2009) και την ανεργία να πλησιάζει σε όρια που θυμίζουν την εποχή της αστυφιλίας και του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, η κύρια απορία όλων είναι το που μπορεί να καθοριστεί ο «πάτος» σε αυτή την εξέλιξη. Το 2012 που είχε αρχικά καθοριστεί ως χρονιά ορόσημο για την ανάπτυξη και την επιστροφή της χώρας στις αγορές (αυτό μετατέθηκε ήδη για το 2014!), μοιάζει νομοτελειακό ότι θα καταλήξει επίσης υφεσιακή (τουλάχιστον 1%), όπως εγκαίρως είχαμε επισημάνει, και με την ανεργία σε πρωτοφανή επίπεδα που μπορεί να αγγίξουν, με τα επίσημα στοιχεία, και το 20%!










