Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πέντε χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από τον Αντώνη Σαμαρά και την αρχή της προσπάθειας να αναστραφεί η έντονη υφεσιακή πορεία που ξεπερνούσε το 7% και η εκτίναξη της ανεργίας που έφτανε στο 28%. Κι όντως μόλις 2,5 χρόνια μετά ο ρυθμός ανάπτυξης έτρεχε σε ετήσια βάση με 0,8% και σε επίπεδο τριμήνου άγγιζε ήδη το 2% κι η ανεργία είχε σημαντική καθοδική τάση.
Πέντε χρόνια από την στιγμή που επιχειρήθηκε η αλλαγή στο μίγμα πολιτικής δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις περικοπές δαπανών από ότι στις φορολογικές επιβαρύνσεις. Κι όντως 2,5 χρόνια μετά οι δημόσιες δαπάνες είχαν περιοριστεί σημαντικά ενώ μια σειρά φόρων όπως ο ΕΝΦΙΑ (σε σχέση και με τον ΕΕΤΗΔΕ που αντικατέστησε), ο ΦΠΑ στην εστίαση, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα, η εισφορά αλληλεγγύης είχαν πάρει τον δρόμο της απομείωσης.
Πέντε χρόνια από τότε που η Τρόικα βρήκε απέναντι της μια κυβέρνηση που έπειθε με επιχειρήματα για τις εναλλακτικές προτάσεις της και αναπροσάρμοζε τους στόχους με βάση πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές. Έτσι κατόρθωνε να πετυχαίνει αποτελέσματα καλύτερα από τα αναμενόμενα και ανακτά τη διεθνή αξιόπιστο της χώρας.
Πέντε χρόνια μακριά από ένα κυβερνητικό σχήμα που παρά τις δυσλειτουργίες μιας τρικομματικής σύμπραξης απέδωσε έργο με συνέπεια και μεθοδικότητα. Κατέστησε το χρέος βιώσιμο στον βαθμό που είχε πείσει για την δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας τα επόμενα χρόνια και δεσμεύτηκε σε πρωτογενή πλεονάσματα στηριζόμενα στο αυξημένο ΑΕΠ.
Πέντε χρόνια από την ώρα που η διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος είχε αποτρέψει την νέα έξαρση του, η ασφάλεια στις πόλεις έδειχνε να αποκαθίσταται κι οι εκπαιδευτικοί χώροι δεν θεωρούνταν φιλόξενοι τόποι ανομίας.
Όχι η Ελλάδα δεν μετατράπηκε σε επίγειο Παράδεισο μετά το 2012. Υπήρξαν και σκληρές, ακόμη και άδικες, αποφάσεις με κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Υπήρξαν κι επικοινωνιακές αστοχίες ή επιμέρους υπερβολές. Αλλά το απόσταγμα μιας προσπάθειας εξάγεται από την τελική γεύση που αφήνει.
Κι αυτή η γεύση διέθετε ικανοποιητικά στοιχεία ωρίμανσης και μεστότητας. Το έχει κατανοήσει πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που αναγνωρίζουν στην κυβέρνηση Σαμαρά μεγαλύτερο βαθμό αποτελεσματικότητας από την τωρινή κυβέρνηση της αρχικής θυμκής εκτόνωσης, που μετατράπηκε σε δημιουργική ασάφεια, κατρακύλησε στα μονοπάτια της αυταπάτης για να βρεθεί στα… τέσσερα της αυτοταπείνωσης.
Πέντε χρόνια από την εποχή που ένας πρωθυπουργός έθετε ως οδηγό του το εθνικό χρέος. Τώρα συμβιβαζόμαστε με ένα δίδυμο εξουσίας που αναλώνεται σε επιλογές προσωπικής πολιτικής επιβίωσης με οδηγό μια γραβάτα με.. δέος!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Μετά τον θάνατο ενός σημαντικού πολιτικού προσώπου αρχίζουν με καταιγιστικό τρόπο οι εμβριθείς αναλύσεις είτε ενθουσιώδους ανάδειξης των πεπραγμένων του, είτε μηδενιστικής προσέγγισης του έργου του. Ακούγεται κοινότοπο αλλά σε περιπτώσεις πολιτικών με σχεδόν 60 χρόνια διαρκούς παρουσίας, όπως αυτή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η ψύχραιμη και ολοκληρωμένη αποτίμηση μιας τέτοιας διαδρομής μόνο από τον Ιστορικό του μέλλοντος μπορεί να καταγραφεί.
Για τους μεν, ήταν πολύ σημαντική η αντιστασιακή δράση του. Για τους δε, χαρακτηρίζεται ως διαρκές στίγμα και “αποστασία” η στάση του στα δραματικά γεγονότα του 1965. Για τους μεν, υπήρξε ο πιο συνεπής φιλελεύθερος πολιτικός που επιχείρησε να μεταλαμπαδεύσει και στην Ελλάδα τις πολιτικές πρακτικές των Θάτσερ και Ρήγκαν χτυπώντας το “τέρας” του κρατισμού. Για τους δε, ο σκληρός νεοφιλελεύθερος που έφερε λιτότητα και αύξηση φόρων.
Κομβικό σημείο της πολιτικής πορείας του η περίοδος της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας στην οποία επιχείρησε να παίξει τον δικό του παρεμβατικό ρόλο και φυσικά το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, το μόνο σίγουρο είναι το θέμα δεν έχει ξεχαστεί αλλά είναι επίφοβο και ιστορικά αφελές να προβαίνουμε σε οριστικά συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των τότε επιλογών. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι η τότε “τακτοποίηση” του θέματος με μια σύνθετη ονομασία θα είχε αποσοβήσει τις αλυτρωτικές διαθέσεις των γειτόνων μας και τις περαιτέρω διεκδικήσεις.
Είναι γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε μια ιστορική ηγετική φυσιογνωμία με όλα τα χαρακτηριστικά μιας άλλης εποχής που χάνεται. Συνεπής στις ιδέες του, μαχητικός, εργατικός, συγκεντρωτικός αλλά και με διάθεση να αναδεικνύει ικανούς ανθρώπους. Είναι επίσης γεγονός ότι εγκαίρως έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση της υπερχρεωμένης ελληνικής οικονομίας των ’80ς που οδηγούνταν με μαθηματικό τρόπο στην κατάρρευση και την χρεοκοπία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι διένυσε μια τεράστια πολιτική πορεία ακολουθώντας το νήμα των ιστορικών γεγονότων της χώρας. Κατέθεσε τις απόψεις του, διεκδίκησε με πάθος την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα στην πιο ανταγωνιστική κονίστρα κι έδωσε ιδεολογικές μάχες που χάρισαν στην παράταξη του τις μεγάλες εκλογικές νίκες το ’89-’90. Πίστεψε την προτεραιότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και την ουσιαστική μεταρρύθμιση μιας κρατικοδίαιτης οικονομίας συγκρουόμενος με τα τότε ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα.
Η ιστορία έχει να κάνει πολύ δουλειά για να αποτιμήσει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξηκονταετή πορεία του και να αποδώσει στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη την θέση που δικαιούται. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα κόμματα είναι θεσμοί συλλογικής δημοκρατικής δράσης, έκφρασης ανησυχιών και προώθησης προτάσεων για την διαχείριση κρίσιμων εθνικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων. Τουλάχιστον αυτό θα όφειλαν να είναι. Κάθε φορά που διαρρέονται δημοσιογραφικές πληροφορίες για εσωκομματική δυσαρέσκεια, ένα δημοκρατικό αντανακλαστικό εκτινάσσει το άκρο της λογικής μας. Δημοκρατικά, ειδικά φιλελεύθερα κόμματα και σιωπητήριο δεν συνδυάζονται.
Πρόσφατα το σκηνικό της έμμεσης φίμωσης επιχειρήθηκε τόσο στον άλλοτε ανεκτικό ΣΥΡΙΖΑ, με ανάκληση κάθε αντίδρασης στα νέα μνημονιακά μέτρα (προέχει για μια ακόμα φορά η… σωτηρία της χώρας!) αλλά και στο ΠΑΣΟΚ όπου οι εξουσιομανείς οπτικές δεν στερεύουν ακόμη κι όταν η πάλαι ποτέ ηγεμονική θέση στο πολιτικό σκηνικό έχει απολεσθεί προ πολλού.
Είναι δυνατόν όμως αυτή η αντιδραστική μουρμούρα να αγγίζει και τα “παράκτια” της μεγάλης, φιλελεύθερης παράταξης; Προφανώς και δεν νοείται να αποτελεί κεντρική επιλογή αλλά ορισμένοι “άρχοντες” των στοχευμένων διαρροών ανακαλούν στην τάξη Σαμαρά και Καραμανλή επειδή λέει ενδιαφέρονται περισσότερο για την προσωπική τους δικαίωση παρά για την νίκη της παράταξης και την ταχύτερη δυνατή απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία.
Καταρχάς να υπενθυμίσω ότι προσωπικότητες όπως οι πρώην πρωθυπουργοί εκφράζονται από τις επίσημες δηλώσεις τους κι όχι από κύκλους ή… τρίγωνα ενός ασαφούς περιβάλλοντος που συνήθως αυτονομείται εκμεταλλευόμενο την ηγετική αύρα για να προβληθεί το ίδιο. Υπάρχει κάποια δήλωση δυσφορίας ή αμφισβήτησης της πορείας του Κυριάκου Μητσοτάκη που διαφεύγει της αντίληψης μας ή κάποιοι εκ του πονηρού προσπαθούν να εμπλέξουν τρίτα πρόσωπα;
Ειδικά η στάση του Αντώνη Σαμαρά, ως του πιο πρόσφατου πρωθυπουργού της παράταξης, ήταν απολύτως ξεκάθαρη και χωρίς υποσημειώσεις. Την δεδομένη στιγμή προέχει η αποδέσμευση της χώρας από τον συρφετό της ανικανότητας και της ιδεοληψίας που οδηγεί την χώρα σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό.
Το να υπενθυμίζουμε τα πεπραγμένα και τα επιτεύγματα της κυβέρνησης Σαμαρά δεν αποτελεί ένα κοντόφθαλμο εργαλείο προσωπικής δικαίωσης του. Αυτή ακριβώς η επιβεβαίωση της τότε οριστικής στροφής προς έξοδο από το μνημόνιο, που πλέον αποτυπώνεται και στην εκτίναξη της δημοφιλίας εκείνου του κυβερνητικού σχήματος, οφείλει να αποτελεί προμετωπίδα των επιχειρημάτων της ΝΔ.
Υ.Γ. Υπενθυμίζω επίσης ότι η δημιουργία τάσεων εντός του κόμματος υπήρξε μια φιλελεύθερη τομή την οποία πολλοί υποστηρίζουν εδώ και χρόνια στη ΝΔ. Θα ήταν λοιπόν τουλάχιστον τραγελαφικό οι ίδιοι άνθρωποι να ενοχλούνται τώρα από επιμέρους διαφοροποιήσεις σε βαθμό εκνευρισμού και διάθεσης λήψης σκληρών πειθαρχικών μέτρων με το παραμικρό.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ανακοινώσεις επί ανακοινώσεων για το θέμα της αναμενόμενης νέας αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπογράφει την συμφωνία αν δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για τα σχετικά μεσοπρόθεσμα μέτρα. Η δε αντιπολίτευση αμφισβητεί αυτές τις θέσεις ως παραπλανητικές. Τι συμβαίνει πραγματικά;
Οι όποιες παρεμβάσεις στο χρέος είναι δεδομένο ότι θα λάβουν χώρα μετά την ολοκλήρωση του υπάρχοντος προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018. Είναι προαπαιτούμενη η ψήφιση των μέτρων για την περίοδο 2019-2020 γι’ αυτό άλλωστε καθυστερεί και το κλείσιμο της αξιολόγησης.
Το ΔΝΤ μιλά με ευκολία για παρεμβάσεις στο ελληνικό χρέος αφού έχει εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πληρωμή των δικών του χορηγήσεων. Η Ε.Ε. πάλι είναι πιο φειδωλή γιατί κάθε αναδιάρθρωση δημιουργεί επιβάρυνση στους εθνικούς προϋπολογισμούς όσων έχουν δανείσει την Ελλάδα. Οπότε μια πρόωρη ανακοίνωση χωρίς μεταρρυθμιστικές και δημοσιονομικές δικλείδες θα έδινε στο εσωτερικό των χωρών τους την εντύπωση μιας αφελούς και γενναιόδωρης προσέγγισης.
Επί της ουσίας ο τρόπος ρύθμισης έχει αποφασιστεί από το 2012 όταν δόθηκε η πρώτη γραπτή υπόσχεση. Επιμήκυνση αποπληρωμής και μείωση των επιτοκίων. Η καθυστέρηση στην εκτέλεση έχει να κάνει με τις εκλογικές αναταράξεις και την πολύμηνη διαπραγμάτευση της αυταπάτης.
Όταν οι δανειστές πάρουν τις ελάχιστες εγγυήσεις που θέλουν θα ανακοινώσουν τις μεσοπρόθεσμες τεχνικές λεπτομέρειες, βασισμένες πάνω στο συγκεκριμένο πλάνο, με τον γνωστό ορίζοντα πραγμάτωσης μετά το 2018. Μόνο που κι αυτές οι εγγυήσεις είναι υπό την αίρεση της μη επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.
Αυτό που πρέπει να μας φοβίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι η εσκεμμένη, από την Ε.Ε., δημιουργία κλίματος εξόδου στις αγορές για την Ελλάδα ώστε στιγμιαία να απευθυνθούμε σε αυτές να αποφύγουμε το 4ο πρόγραμμα κι αφού θα έχουμε πάρει την ρύθμιση του χρέους να αφεθούμε στην διαχείριση των χρόνιων αδιεξόδων μας.
Τότε μέσα σε ένα ασταθές διεθνές κλίμα, τάσεις αύξησης των διεθνών τιμών της ενέργειας και αδυναμία δυναμικής κι εξωστρεφούς αναπτυξιακής στροφής της χώρας μας να βρεθούμε πλήρως εκτεθειμένοι και πλέον χωρίς καμιά βοήθεια αφού όλοι θέλουν να αποφύγουν ένα νέο πακέτο γνωρίζοντας ότι δεν θα περάσει από τα κοινοβούλια τους και θα εκτινάξει εκλογικά τις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις.
Κι εκείνη η ώρα θα είναι η ουσιαστική στιγμή της κρίσης που θα είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε σε νέες περικοπές δημοσίων δαπανών (προφανώς μισθών και συντάξεων) για να μπορούμε να διατηρήσουμε χρηματοδοτική επαφή με τις αγορές.
Αυτό που αποφύγαμε το 2010 υπογράφοντας την λάθος συνταγή, θα φαντάζει πιο πιθανό από ποτέ να το υποστούμε το 2019 με ρυθμισμένο χρέος κι όλες τις ευθύνες σε εμάς που δεν θα έχουμε εκτελέσει καμιά συνταγή…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
110 χρόνια από την γέννηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. 110 χρόνια από την στιγμή που εμφανίστηκε στη ζωή ο άνθρωπος που έμελλε να σημαδέψει την πολιτική ζωή της χώρας όσο ελάχιστοι. Ο πολιτικός που άλλαξε δυο φορές την πορεία της Κεντροδεξιάς παράταξης, συνδύασε δυο φορές την παρουσία του με την ομαλή και δημοκρατική μετάβαση από μια σημαντική ιστορική εποχή σε μια άλλη (μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά) και έθεσε τις βάσεις για την εσωτερική ανοικοδόμηση, την διεθνή αναγνώριση και την σταθερή Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Δεν είναι όμως μόνο τα απτά πολιτικά και κοινωνικά επιτεύγματα, – μάλιστα σε ένα μακρό, εθνικά επώδυνο και αντιφατικό χρονικό διάστημα -, που καθιστούν τον Καραμανλή τον κορυφαίο πολιτικό του περασμένου αιώνα. Το ύφος, η επικοινωνιακή προσέγγιση, η διοικητική πληρότητα, η προσήλωση στον στόχο με κάθε προσωπικό κόστος έθεσαν πολύ ψηλά τον πήχη σε σχέση με την νοοτροπία, το ηθικό ανάστημα και την αξιοπιστία όσων θέλουν να λέγονται ηγέτες.
Η διπλή παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή τοποθέτησε στο πολιτικό σκηνικό ένα σχεδόν απροσπέλαστο πλέγμα ικανότητας και χαρακτήρα που βάζει δύσκολα στις επόμενες γενιές. Γενιές που ανδρώθηκαν μέσα στην μεταπολιτευτική αξιακή παρακμή κι αντιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό την πολιτική ως νομή εξουσίας, αξιωμάτων και πλούτου. Γενιές που βίωσαν τον εθνικό ξεπεσμό, την οικονομική κρίση και καλούνται να δώσουν απάντηση στα σημερινά διλήμματα αντίστοιχης της διπλής κομβικής παρέμβασης του Εθνάρχη.
Δεν μπορώ να αποφανθώ αν διαθέτει πολλούς που θα μπορούσαν να σταθούν αντάξιοι αυτής της παρακαταθήκης, πέρα από επικοινωνιακές προσπάθειας καπηλείας του τεράστιοι έργου και της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Άλλωστε κάθε εποχή γεννά τους ηγέτες που τις αξίζουν κι αντικατοπτρίζουν τα εκάστοτε αδιέξοδα.
Εύχομαι μόνο όσοι επιχειρήσουν να διαχειριστούν το ξεπέρασμα της μνημονιακής καθόδου να παραδειγματιστούν έστω και στο ελάχιστο από τα πεπραγμένα του μεγάλου ηγέτη. Να ενσκήψουν στις βαθιά φιλοσοφημένες δηλώσεις του. Να μελετήσουν τις στιβαρές διοικητικές επιλογές του. Να «μυρίσουν» το άρωμα της γοητείας που ασκούσε o ανεπιτήδευτος λόγος του.
Κυρίως να διδαχτούν από το κορυφαίο απόφθεγμα του:
«Για να κυβερνήσω με δικαιοσύνη, στέγνωσα την ψυχή μου».
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Και να που με την προοπτική ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που έχει γίνει επανειλημμένα τα επτά χρόνια της μνημονιακής εμπλοκής. Πρέπει η αντιπολίτευση να δείξει συναινετική διάθεση και να στηρίξει κάποια από τα μέτρα της νέας συμφωνίας και πολύ περισσότερο τα… αντίμετρα (δεν μας αφήνει ήσυχους από νεολογισμούς και ευφάνταστους λεκτικούς συμβολισμούς η αριστερή διακυβέρνηση!) ή οφείλει να σταθεί δυναμικά απέναντι;
Θυμίζω ότι δεν ήταν λίγοι αυτοί που το 2010 λοιδόρησαν τον Σαμαρά όταν επέλεξε να μην στηρίξει την μνημονιακή συμφωνία του Γιώργου Παπανδρέου. Τι κι αν διευκρίνισε ότι προφανώς και η χώρα χρειαζόταν χρηματοδότηση αλλά δεν μπορούσε να συνυπογράψει μια συμφωνία στην διαπραγμάτευση της οποίας δεν συμμετείχε, με ετεροβαρείς όρους, λάθος προβλέψεις και κυρίως μια επτάμηνη καταστροφική διαχείριση από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που δεν εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες για φθηνό δανεισμό από τις αγορές, δεν πήρε εγκαίρως δημοσιονομικά μέτρα και περιέφερε διεθνώς την εικόνα μια διεφθαρμένης και χρεοκοπημένης χώρας βυθίζοντας στα τάρταρα και τα τελευταία ψήγματα εθνικής αξιοπιστίας.
Στην πορεία ο Σαμαράς δικαιώθηκε για την τότε στάση, από εχθρούς και φίλους. Όλοι αναγνώρισαν το λάθος μείγμα πολιτικής του πρώτου μνημονίου, την αναβλητικότητα και τις διαρκείς καθυστερήσεις τις τότε κυβέρνησης, τις υπεραισιόδοξες και εκτός ελληνικής πραγματικότητας εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Όμως ήταν πια πολύ αργά για την Ελλάδα που είχε ήδη εγκλωβιστεί στην δαγκάνα της υπερφορολόγησης και των ατερμόνων εισοδηματικών περικοπών που σε συνδυασμό με την μεταρρυθμιστική χαλαρότητα και την έλλειψη αναπτυξιακών αντισταθμισμάτων (όπως πχ το πακέτο Γιούνκερ που προέκυψε πολύ αργότερα) μας είχαν ρίξει στον γκρεμό της άφατης ύφεσης.
Το καλοκαίρι του 2015 και μετά την εξάμηνη δημιουργική ασάφεια και την… «ηρωική» 17ωρη διαπραγμάτευση του Αλέξη Τσίπρα η συναινετική καραμέλα επανήλθε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Έπρεπε να ψηφιστεί το νέο αριστερό μνημόνιο κι από την αντιπολίτευση. Τότε θεωρήθηκε ότι στα πλαίσια της εσωτερικής σταθερότητας και της διεθνούς μετριοπάθειας επιβάλλονταν η υπερψήφιση της νέας συμφωνίας.
Προσωπικά διαφώνησα από την πρώτη στιγμή με το ίδιο σκεπτικό και τα επιχειρήματα που εκτιμούσα ότι και το 2010 η υπερψήφιση του πρώτου μνημονίου θα ήταν μια αυτοκαταστροφική πράξη για την ΝΔ. Ανεξάρτητα από τα όποια λογικοφανή πολιτικά επιχειρήματα η κοινωνία μαθαίνει να επιρρίπτει ευθύνες σε όσους συναποφασίζουν για το μέλλον του. Δεν υπήρχε λόγος να επωμιστεί η ΝΔ έστω και το πιο ελάχιστο βάρος της αφασικής, ανεύθυνης και επικίνδυνης διαχείρισης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Διέθεταν επαρκή κοινοβουλευτική πλειοψηφία κι ένα παρών ή η αποχή από την ψηφοφορία θα αρκούσε για να καταδείξει τον σαφή διαχωρισμό από τα κυβερνητικά πεπραγμένα.
Σήμερα έρχεται ακόμη δριμύτερη η λογική της έμμεσης συμπόρευσης. Να υποστηρίξει η ΝΔ τα νέα μέτρα. Να συμπλεύσει στην νοοτροπία των αντίμετρων. Πέρα από μια απολύτως αντιφατική συμπεριφορά που θα δίνει στην κοινωνία την εντύπωση μιας επαμφοτερίζουσας στάσης απέναντι στις ιδεοληπτικές κυβερνητικές προσεγγίσεις, ένα χέρι βοηθείας στην δημοσκοπικά παραπαίουσα σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα τους χάριζε την ευκαιρία να χαρακτηρίσουν ως εθνική επιτυχία μια ακόμη αποτυχημένη διαπραγμάτευση που ολοκληρώνεται με επιπρόσθετους φόρους και περικοπές.
Κι αυτά τα υποτιθέμενα αντίμετρα, που οι ίδιοι παραδέχτηκαν ότι θα ισχύσουν μόνο σε περίπτωση υπέρβασης των ήδη πολύ υψηλών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα και ρυθμό ανάπτυξης, αποτελούν μια τεράστια κοινωνική και πολιτική φάκα. Μια ψηφοθηρική παγίδα για τους πολίτες. Μια δήθεν κοινωνική ευαισθησία στην οποία κανείς πολιτικός δεν μπορεί να αντισταθεί. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε παραπάνω από έναν ήδη θρυμματισμένο καθρέφτη πλαστών υποσχέσεων που στο τέλος τα κομμάτια του θα ματώσουν για μια ακόμη φορά την μεσαία τάξη και την αγορά.
Αν κάτι οφείλει η ΝΔ στην κοινωνία δεν είναι η σύμπλευση σε μια ακόμη κυβερνητική αυταπάτη αλλά η μεθοδική δουλειά ώστε οι προτάσεις της να αγγίζουν την ουσία των μεγάλων προβλημάτων. Ανεργία, υποχρηματοδότηση των επιχειρήσεων, επίπεδο δημόσιων υπηρεσιών, ορθή χρήση οικονομικών και ανθρώπινων πόρων. Από αυτά θα κριθεί κι από το πως θα πείσει ότι με αυτές τις ιδέες μπορεί να πετύχει μείωση των στόχων για το πλεόνασμα στο 2%, πέρα από την όποια θετική επίπτωση των μεσοπρόθεσμων ρυθμίσεων για το χρέος, ώστε να καταστούν μη αναγκαία τα περισσότερα αν όχι όλα από τα μέτρα που σχεδιάζει να τις φορτώσει ως προς την εκτέλεση τους η σημερινή θλιβερή παράσταση που κυβερνά την χώρα.
42 χρόνια μετά την Μεταπολίτευση και ένα από τα πιο αγαπημένα «αθλήματα» της εποχής μας, ιδιαίτερα μέσα στα χρόνια της κρίσης, είναι η σαρωτική αποδόμηση σύσσωμου του σκηνικού όλης αυτής της περιόδου. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν τραγικά λάθη σε επίπεδο πολιτικών και οικονομικών επιλογών που είχαν δυο κοινά χαρακτηριστικά. Την κρατικοδίαιτη αντίληψη της αγοράς και την οικογενειοκρατική προσέγγιση των κομματικών δομών.
Όμως σε όλη αυτή την περίοδο υπήρξαν κορυφαίες επιλογές που δικαιώθηκαν και συνεχίζουν να δικαιώνονται. Επιλογές που άλλαξαν την πορεία της χώρας, έθεσαν τις βάσεις μιας σύγχρονης δημοκρατίας, μιας πιο εύρυθμης οικονομικής λειτουργίας, της ευημερίας για την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Επιλογές που σχεδόν αποκλειστικά προήλθαν από την σύγχρονη, Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά παράταξη της ΝΔ που στις κρίσιμες στιγμές έλεγε μεγάλες αλήθειες, έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου και πάσχιζε, – με όλες τις παραλήψεις, τις αναστολές και τις ιδεολογικές φοβίες της -, για το εθνικό καλό.
Δικαιώθηκε όταν το 1974 επέλεξε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον κοινοβουλευτικής σταθερότητας χωρίς αποκλεισμούς και να οδηγήσει την αβέβαιη ακόμη ελληνική οικονομία στην αγκαλιά της ΕΟΚ. Τότε σύσσωμη η αριστερόστροφη νοοτροπία έβλεπε στην οικονομική κοινότητα το μακρύ χέρι του καπιταλισμού και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων!
Τώρα όλοι αναγνωρίζουν πόσο ιστορική ήταν εκείνη η επιλογή.
Δικαιώθηκε όταν μετά τον ορυμαγδό του αλόγιστου δανεισμού και της άσκοπης σπατάλης των Ευρωπαϊκών κονδυλίων έθεσε της βάσεις για την δημοσιονομική σταθερότητα και την φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Τότε κάποιοι θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επανέλθουν στο άκοπο παρελθόν τους ενώ η χώρα βάδιζε προς την χρεοκοπία.
Τώρα όλοι θεωρούν ότι αν είχαμε εγκαταλείψει εγκαίρως τις αυταπάτες θα μπορούσαμε να είχαμε ακολουθήσει μια πιο ισορροπημένη πορεία.
Δικαιώθηκε όταν μετά την λαίλαπα του Χρηματιστηρίου και τον ενθουσιασμό των Ολυμπιακών αγώνων έφερε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, στρατηγικές ιδιωτικοποιήσεις και ενεργειακές συμφωνίες. Τότε κάποιοι ανέβαιναν στα κάγκελα μιλώντας για ξεπούλημα δημοσίου πλούτου. Ήταν οι ίδιοι που όταν έσκασε η παγκόσμια κρίση δεν συναίνεσαν στην λήψη κανενός μέτρου.
Είναι οι ίδιοι που την διαχείριση του δικού τους κρατικού δανεισμού και των swap ή την μονιμοποίηση όσων, από τις δικές τους προσλήψεις συμβασιούχων πληρούσαν πάγιες θέσεις, την ονόμασαν δημοσιονομικό εκτροχιασμό για να αποποιηθούν τις διαχρονικές αλλά και τις μετέπειτα ευθύνες τους.
Δικαιώθηκε όταν μετά την μνημονιακή κατάληξη του «λεφτά υπάρχουν», ανέλαβε την χώρα στην πιο αναξιόπιστη διεθνή θέση και στα πρόθυρα της εξόδου από το ευρώ και την έφερε στα απάνεμα νερά της δημοσιονομικής υγείας και της οικονομικής ανάπτυξης. Τότε ορισμένοι θεώρησαν σκόπιμο να λαφυραγωγήσουν την εξουσία στέλνοντας την χώρα στα λαϊκίστικα τάρταρα της «περήφανης» διαπραγμάτευσης χωρίς ασφαλές σχέδιο και πρακτικό στόχο. Τώρα όλοι κατανοούν ότι αν είχε συνεχιστεί εκείνη η κατεύθυνση σήμερα η χώρα θα βρισκόταν πολλά βήματα μπροστά και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είχαν αρχίσει να αντιστρέφονται σε σημαντικό βαθμό.
Η ιστορία της ΝΔ είναι μια διαρκής υπόθεση δικαίωσης. Όσες υπαναχωρήσεις, λάθος εκτιμήσεις ή αστοχίες κι αν θέλει να της καταλογίσει κάποιος το γεγονός παραμένει ένα Αυτή η παράταξη έδωσε μάχες με την αλήθεια και τις κέρδισε όλες τις φορές. Αυτό ελπίζουμε ότι θα επιχειρήσει και σε αυτή τη συγκυρία που η ιδεοληπτική, καθεστωτική «πρώτη φορά αριστερά» έσπειρε σε χρόνο ρεκόρ τον πανικό, την οργή και την αμφισβήτηση σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι την επόμενη δικαίωση…
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δυο χρόνια ΣΥΡΙΖΑ. Δυο χρόνια πρώτη και δεύτερη φορά αριστερά. Έξι μήνες μη ρεαλιστικής διαπραγμάτευσης με ύφος για εσωτερική κατανάλωση και θεωρητικές ιδεοληψίες για εξωτερική γελοιοποίηση. Ένα δημοψήφισμα αυτοαναίρεσης, ταυτόχρονης άρνησης και κατάφασης σε ένα πολλαπλώς χειρότερο μνημόνιο που ξέσκισε με ένα άρθρο κι έναν νόμο όλες τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές από τον ΦΠΑ και τους φορολογικούς συντελεστές μέχρι το Υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων των… 99 ετών και τις νέες εισοδηματικές περικοπές.
Λίγες λέξεις που αρκούν για να περιγράψουν το οικονομικό… μεγαλείο της κυβέρνησης… κοινωνικής σωτηρίας. Που ξεχάστηκε αυτός ο αυτοπροσδιορισμός; Η.. σωτηρία της επαναφοράς της ύφεσης, της αύξησης της ανεργίας, του ατέρμονου αποκλεισμού μας από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, της διεθνούς αναξιοπιστίας.
Καμιά σωτηρία. Ούτε οικονομική, ούτε κοινωνική. Μια Παιδεία εγκαταλελειμμένη στον κοντόφθαλμο συνδικαλισμό και τους ιδεολογικούς ψυχαναγκασμούς του διεθνισμού. Μια Υγεία που κινείται γύρω από το υβρεολόγιο του Πολάκη αδιάφορη για την καθημερινή κυβερνητική ύβρη στις πλάτες των ασθενών. Μια χώρα έρμαιο των μεταναστευτικών ροών, της αρχικής ελευθεριάζουσας αντίληψης που έμοιαζε με ουσιαστικής πρόσκληση και της κατοπινής ανικανότητας διαχείρισης ενός προβλήματος που οι ίδιοι διόγκωσαν.
Δυο χρόνια μετά και οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Η μνήμη, όσο και κάποιοι να την απωθούν, έρχεται να εκδικηθεί την οικτρή καθημερινότητα μας. Μια συλλογική αυταπάτη, ένας μαζικός παροξυσμός μεγαλείου και θυμικής έξαρσης που έμπλεξε την θεωρία των παιγνίων με τα παιχνίδια των θεωριών. Όλη η αίγλη και τα πάθη του Έλληνα συμπυκνωμένα σε μια στιγμή, σε μια επιλογή. Επενδεδυμένα με παρορμητικότητα και αφέλεια στο συγκρουσιακό ταμείο που όταν δεν γνωρίζεις πλήρως την λειτουργία του βρίσκεσαι να πληρώνεις βαρύ κι ασήκωτο επιτόκιο.
Δυο χρόνια πριν. Δεν ήταν τόσο ο θετικός ρυθμός ανάπτυξης, η σταδιακή μείωση της ανεργίας, η εκτίναξη του τουρισμού και των εξαγωγών, η πρώτη προσέγγιση με τις αγορές ή ο περιορισμός των απαιτούμενων μέτρων γύρω στο 1 δισ. Ήταν οι προοπτικές που γέμιζαν τις ψυχές και το μυαλό όλων με θετική διάθεση, με δημιουργικό οίστρο, που έφερναν ξανά στα χείλη τις λέξεις επένδυση, νέο ξεκίνημα, αισιοδοξία.
Αυτό που μας έκλεψε η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, – οι περισσότεροι άργησαν πολύ να το καταλάβουν αποσβολωμένοι μέσα στο σύννεφο της… επανάστασης -, ήταν την στέρεη, αποδεδειγμένη αλλαγή της ψυχολογίας σε όλα τα επίπεδα, εντός κι εκτός χώρας, την βεβαιότητα ότι αξίζει να πιστέψουμε σε ένα καλύτερο μέλλον, στην κλιμακωτή αλλά οριστική αποδέσμευση από τις μνημονιακές δαγκάνες, στην ανάκτηση της αξιοπρέπειας και της διπλωματικής οντότητας μας.
Δυο χρόνια μετά, πόσο σας έλειψε ο Σαμαράς; Για αρχή παραδεχτείτε την αλήθεια στον εαυτό σας. Όλοι εσείς που ήσασταν μαχητικά απέναντι, σκωπτικά δίπλα, υπονομευτικά πλάι. Ξεκινήστε από την προσωπική εξομολόγηση χωρίς εξευμενισμό προθέσεων. Δώστε στον εαυτό σας άφεση αμαρτιών, γιατί την τιμωρία την ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, και αποφασίστε πως θέλετε να διαμορφώσετε το αύριο. Όσο ακόμη μπορούμε να ονειρευόμαστε με ανοιχτά τα μάτια και τα μυαλά!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Όσοι παρακολουθούν την αρθρογραφία μου τα τελευταία χρόνια, θα θυμούνται με πόση επίταση αναφερόμουν από τις αρχές του 2010 στην ανάγκη δημιουργίας μιας αξιόπιστης επιτροπής αξιολόγησης στελεχών. Μιας επιτροπής στελεχωμένης από προσωπικότητες που καλύπτουν όλο το εύρος των πολιτικών και κοινωνικών πεδίων (εν ενεργεία πολιτικούς, πολιτικούς επιστήμονες, ψυχολόγους, επικοινωνιολόγους κλπ) ώστε διαρκώς να καταγράφονται και να αξιολογούνται όλα τα προσόντα και οι ικανότητες κάθε μέλους και να αποδεικνύεται στα μάτια των ψηφοφόρων το αδιάβλητο του τρόπου ανάδειξης και εξέλιξης κάθε στελέχους.
Θεωρούσα ότι κάτι τέτοιο αποτελούσε προαπαιτούμενο και θεμελιώδη πρωτοβουλία για να δημιουργηθεί ένα φρέσκο, αξιοκρατικό πλαίσιο ανάκτησης της εμπιστοσύνης της λαϊκής βάσης στο πολιτικό σύστημα. Να αισθάνεται κάθε πολίτης ότι εφόσον επιθυμεί την οποιαδήποτε εμπλοκή του στις κομματικές διεργασίες, η προσφορά του θα αποτυπώνεται πλήρως και θα του δίνεται η δυνατότητα να αξιοποιηθεί στην παραγωγή πολιτικών προτάσεων ακόμη και να αναδειχθεί περαιτέρω με βάση την αξία του και μόνο.
Σε αυτή την λέξη, το “μόνο”, βρίσκεται και η ουσία σχετικά με το κατά πόσο αυτή η φιλόδοξη επιλογή θα εξελιχθεί σε αναζωογονητικό πνεύμονα που θα προσδώσει ούριο αεράκι ή θα αποδειχτεί μια καλόπιστη πρόθεση που θα ατονίσει κάτω από την πίεση των εσωκομματικών ισορροπιών και των γενικότερων εξελίξεων. Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι οι καλύτερες των προθέσεων λύγισαν κάποια στιγμή κάτω από το βάρος των εκάστοτε συγκρούσεων όταν αυτές απειλούσαν να γκρεμίσουν συθέμελα το όλο οικοδόμημα.
Θα αντέξει μια τόσο ριζική ανατροπή η αρτηριοσκληρωτική, παλαιοκομματική αντίληψη κάποιων, για κλειστά κυκλώματα ανακύκλωσης κάθε τοπικού παραγοντισμού και οικογενειοκρατίας; Θα ξεπεραστούν οι αντιδράσεις όσων θεωρούν ότι τα κόμματα διαθέτουν μια άτυπη επετηρίδα που πρέπει να λειτουργεί ως μπούσουλας διευθετήσεων και φάρος για την τακτοποιημένη προώθηση συγκεκριμένων ατόμων; Θα υπάρξουν οι απαραίτητες αντιστάσεις στην πίεση που θα ασκηθεί για υπονόμευση της διαδικασίας και έμμεση υπερφαλάγγιση της, ώστε να διατηρηθούν τα κεκτημένα ή να διαβρωθεί εκ των έσω με επιλεκτική προαποφασισμένη ανάδειξη συγκεκριμένων προσώπων αρεστών σε κάποιους κύκλους διανομής της εξουσίας;
Το βήμα επανασύνδεσης με το λαϊκό ένστικτο μέσα από την προσπάθεια ενεργοποίησης ατόφιων κοινωνικών δυνάμεων μπορεί, εφόσον αφεθεί να αναπτυχθεί στην πληρότητα του, να μετατραπεί στο βασικό εργαλείο εκδημοκρατισμού, διαδραστικότητας και ουσιαστικής ανανέωσης. Η πορεία και η κατάληξη αυτής της διαδικασίας θα αποδείξει αν η ανατροπή μεγάλου μέρους των μεταπολιτευτικών αγκυλώσεων είναι δυνατή από τις υπάρχουσες κομματικές δομές ή η υπέρβαση μιας ολόκληρης εποχής απαιτεί τον εκ βάθρων επανακαθορισμό του πολιτικού κόσμου.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Είναι κοινό μυστικό ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων κάνουν τις εκλογικές επιλογές τους πρωτίστως με βάση το προσωπικό οικονομικό όφελος και δευτερευόντως ηθικολογώντας – σκανδαλολογώντας. Όλοι οι υπόλοιποι λόγοι έπονται σε… στατιστικώς μηδαμινά επίπεδα. Λογικό κι αναμενόμενο στο βαθμό που καθένας επιθυμεί να δει τα αποτελέσματα μιας πολιτικής να αγγίζουν την καθημερινότητα του και από την άλλη όλοι λίγο πολλοί κρυμμένοι πίσω από στομφώδεις ηθικολογικές αναλύσεις κατακεραυνώνουμε κάθε υποψία παρέκκλισης ακόμη κι όταν κατά βάθος την ζηλεύουμε, την υποθάλπουμε, ίσως ενίοτε και να την υτπηρετούμε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε εξαρχής την επιλογή να μην μπει σε έναν ατέρμονο και τελικά αδιέξοδο αγώνα υποσχέσεων και παροχών που στην πορεία είτε αποδεικνύονται κούφια λόγια, είτε στηρίζονται σε ανακύκλωση δανεικών που δεν μπορούν να αποπληρωθούν και φορτώνονται στις επόμενες γενιές με υψηλή φορολογία και μειωμένες αποδοχές, είτε στην καλύτερη περίπτωση μετατρέπονται την επομένη των εκλογών σε στόχους τουλάχιστον τετραετίας.
Αποφάσισε και το τηρεί ευλαβικά να μείνει στην εκπόνηση ενός πλάνου ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, στοχευμένης μείωσης επιμέρους φόρων, φειδωλής, κοστολογημένης και επικεντρωμένης σε ουσιαστικά προβλήματα κοινωνικής πολιτικής. Η παρουσία του στη ΔΕΘ ήταν ένα πρώτο, κεφαλαιώδες βήμα να εκφράσει το όλο της παράταξης χωρίς λαϊκισμούς, υπερβολές, αναξιόπιστους, μακροπρόθεσμους οραματικούς λόγους ή βραχυπρόθεσμα δολώματα προς τους ταλαιπωρημένους από την κρίση πολίτες.
Είναι δεδομένο ότι η απάντηση για το μεταμνημονιακό μέλλον του τόπου βρίσκεται στον αναπτυξιακό επαναπροσδιορισμό και στην θεσμική αναγέννηση. Από την μια, η ανάδειξη των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και του εξαιρετικού ανθρώπινου δυναμικού της (όσοι θυμούνται την προεκλογική παρουσίαση Σαμαρά τον Ιανουάριο του 2015 για το αναπτυξιακό πλάνο με στόχους το flat tax, την κινητροδότηση συγκεκριμένων τομέων με βάση και την μελέτη της McKinsey βλέπουν την συνέχιση αυτής της πολιτικής στα προτεινόμενα από τον Μητσοτάκη) κι από την άλλη η επαναφορά της αξιοκρατίας μακριά από νεποτισμούς, οικογενειοκρατία, παρεοκρατία (που να αφορά όμως τον τρόπο επιλογής κι όχι απλά την κατόπιν αξιολόγηση κάθε επιλογής προσώπου).
Όσο η ΝΔ δίνει όλο και περισσότερα σχετικά δείγματα γραφής τόσο θα συσπειρώνει γύρω της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, οι αναφορές του σε θέματα δημόσιας τάξης, ειδικά αν συνοδευτούν με επαναφορά των εθνικών θεμάτων στο προσκήνιο και μεγαλύτερη επίταση για λειτουργικές λύσεις στο μεταναστευτικό ζήτημα, ικανοποιούν μεγάλο μέρος του παραδοσιακού κεντροδεξιού ακροατηρίου μεγιστοποιώντας την συνοχή.
Αυτό όμως που θα προσδιορίσει το πλήρες πλαίσιο της προεκλογικής πρότασης θα είναι ο χρόνος των εκλογών. Αν αυτός καταλήξει να είναι από τα τέλη του 2018 και μετά, η πιθανή τελική συμφωνία για το χρέος, η ισχνή έστω επάνοδος στην ανάπτυξη και η διάθεση νέας παροχολογίας από τον Τσίπρα, στηριζόμενος στα δημοσιονομικά οφέλη αυτών των εξελίξεων θα δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο για το οποίο η ΝΔ πρέπει να είναι προετοιμασμένη το συντομότερο δυνατό.
Όχι για να προσχωρήσει σε έναν απελπισμένο αγώνα υπερφαλάγγισης των νέων αριστερών μύθων αλλά για να αποδείξει ότι τα όποια θετικά οικονομικά στοιχεία μπορούν με μια άλλη λογική να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά τόσο για την μείωση της ανεργία όσο και για την μόνιμη και ασφαλή άρση επιμέρους αδικιών των πολιτικών των τελευταίων ετών. Γιατί το ζητούμενο πλέον θα είναι διπλό. Δουλειές, δουλειές, δουλειές και αξιοκρατία, αξιοκρατία, αξιοκρατία. Χωρίς παχιά λόγια αλλά με παχύ υπόστρωμα απτών αποτελεσμάτων.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Επαναστατικό κάμπινγκ διαρκείας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Βανδαλισμοί στο άγαλμα του Αριστοτέλη. Γενικά δεν ήταν μέρες τιμής για τον μέγιστο φιλόσοφο, οι τελευταίες! Όμως στην ελληνική βουλή δεν ακούστηκε μια κυβερνητική κουβέντα απολογίας ή έστω διάθεσης κατανόησης του προβλήματος. Άλλωστε είχαμε να ασχοληθούμε με την ψήφιση της απλής αναλογικής. Την προώθηση μιας βασικής εκλογικής αλλαγής που επιχειρεί να φέρει δομικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό.
Η όλη διαδικασία άφησε ως “δώρο” στον Τσίπρα μια νίκη και δυο ήττες. Πέρα από τους συνήθεις διαξιφισμούς με την αντιπολίτευση και τις έμμεσες ενέσεις κουράγιου στην δεινοπαθούσα συμπολίτευση, ο πρωθυπουργός πέτυχε μια εν δυνάμει νίκη (πολιτική) αλλά υπέστη και δυο οδυνηρές ήττες (κοινοβουλευτικά και ιδεολογικά).
Η πολιτική προοπτική δεν καθορίζεται από έναν εκλογικό νόμο που θα ισχύσει στις μεθεπόμενες εκλογές. Άλλωστε λογικά ο στόχος του Τσίπρα έπρεπε να είναι διττός. Ή η κεντροαριστερά θα ψήφιζε την απλή αναλογική μετατρεπόμενη σε μελλοντικό σύμμαχο του ή θα την καταψήφιζε ανοίγοντας τον δρόμο για ευθεία αντιπαράθεση που θα επέτρεπε στον ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάζεται στο κεντροαριστερό κοινό ως τιμητής πάγιων αιτημάτων του χώρου ρίχνοντας μομφή συνταύτισης με την ΝΔ στους υπόλοιπους, ελπίζοντας έτσι να προσελκύσει ψηφοφόρους.
Ειδικά αν αυτή η ευκαιρία αξιοποιηθεί και με ένα συνέδριο ουσιαστικής κοινωνικής και ιδεολογικής διεύρυνσης τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον σχεδόν ολοκληρωτικής αφομοίωσης του χώρου της κεντροαριστεράς. Κυρίως όσων θέτουν ως προτεραιότητα το πιο αριστερό από το καθαρά κεντρώο στίγμα του χώρου.
Όμως η κυβέρνηση υπέστη και μια διπλή ήττα. Κοινοβουλευτικά απέτυχε την άμεση καθιέρωση του νέου νόμου παρόλο που ήλπιζε σε πολύ συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις από ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι που θα έδιναν το πολυπόθητο 200, πάντα μαζί με την στήριξη της Χρυσής Αυγής. Έτσι αλλάζει ο σχεδιασμός για την ερχόμενη εκλογική μάχη αφού αντί για κατακερματισμό πάμε για σκληρό διπολισμό κι αυτό απαιτεί διεύρυνση της επιρροής και ανοίγματα (πολιτικά και κοινωνικά).
Αν στον ΣΥΡΙΖΑ ελπίζουν απλά σε μια ασταθή νίκη της ΝΔ για να προκηρυχθούν άμεσα νέες εκλογές με απλή αναλογική, τότε μάλλον έχουν στερέψει από ιδέες. Δεν ξέρω αν θα έχουν τον χρόνο να εκτελέσουν πιο μακρόπνοους σχεδιασμούς ανάκτησης μέρους της εκλογικής δύναμης ώστε να είναι ανταγωνιστικοί στις επόμενες εκλογές αλλά αν φτάσουν σε αυτές εγκλωβισμένοι στα σημερινά αδιέξοδα και χωρίς πυξίδα επέκτασης μπορεί να υποστούν ταπεινωτική ήττα.
Η δεύτερη ήττα αφορά το ιδεολογικό υπόβαθρο της πρότασης. Η διαχρονική ύπαρξη κεντροαριστερής κοινωνικής πλειοψηφίας δεν σημαίνει πλέον υποχρεωτικά και δυνατότητα κυβερνητικής σύμπλευσης. Άρα το να στερείς από την κοινωνία την δυνατότητα να τιμωρήσει μια κυβέρνηση ελπίζοντας σε εσωτερικές μετατοπίσεις εντός του ευρύτερου χώρου που θα αφήνει την κεντροδεξιά απομονωμένη γύρω στο 1/3 των πολιτών είναι τουλάχιστον αήθης πρακτική και εύκολα μετατρέπεται σε μπούμερανγκ αν θελήσεις να κρατήσεις επαφή με το αντιευρωπαϊκό, κοινωνικά επαναστατικό κομματικό σου πυρήνα. Μια ακόμη φτηνή παράσταση ντυμένη με άχρηστα “πλούσια” σκηνικά!
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Επαναστατικό κάμπινγκ διαρκείας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Βανδαλισμοί στο άγαλμα του Αριστοτέλη. Γενικά δεν ήταν μέρες τιμής για τον μέγιστο φιλόσοφο, οι τελευταίες! Όμως στην ελληνική βουλή δεν ακούστηκε μια κυβερνητική κουβέντα απολογίας ή έστω διάθεσης κατανόησης του προβλήματος. Άλλωστε είχαμε να ασχοληθούμε με την ψήφιση της απλής αναλογικής. Την προώθηση μιας βασικής εκλογικής αλλαγής που επιχειρεί να φέρει δομικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό.
Η όλη διαδικασία άφησε ως “δώρο” στον Τσίπρα μια νίκη και δυο ήττες. Πέρα από τους συνήθεις διαξιφισμούς με την αντιπολίτευση και τις έμμεσες ενέσεις κουράγιου στην δεινοπαθούσα συμπολίτευση, ο πρωθυπουργός πέτυχε μια εν δυνάμει νίκη (πολιτική) αλλά υπέστη και δυο οδυνηρές ήττες (κοινοβουλευτικά και ιδεολογικά).
Η πολιτική προοπτική δεν καθορίζεται από έναν εκλογικό νόμο που θα ισχύσει στις μεθεπόμενες εκλογές. Άλλωστε λογικά ο στόχος του Τσίπρα έπρεπε να είναι διττός. Ή η κεντροαριστερά θα ψήφιζε την απλή αναλογική μετατρεπόμενη σε μελλοντικό σύμμαχο του ή θα την καταψήφιζε ανοίγοντας τον δρόμο για ευθεία αντιπαράθεση που θα επέτρεπε στον ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάζεται στο κεντροαριστερό κοινό ως τιμητής πάγιων αιτημάτων του χώρου ρίχνοντας μομφή συνταύτισης με την ΝΔ στους υπόλοιπους, ελπίζοντας έτσι να προσελκύσει ψηφοφόρους.
Ειδικά αν αυτή η ευκαιρία αξιοποιηθεί και με ένα συνέδριο ουσιαστικής κοινωνικής και ιδεολογικής διεύρυνσης τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον σχεδόν ολοκληρωτικής αφομοίωσης του χώρου της κεντροαριστεράς. Κυρίως όσων θέτουν ως προτεραιότητα το πιο αριστερό από το καθαρά κεντρώο στίγμα του χώρου.
Όμως η κυβέρνηση υπέστη και μια διπλή ήττα. Κοινοβουλευτικά απέτυχε την άμεση καθιέρωση του νέου νόμου παρόλο που ήλπιζε σε πολύ συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις από ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι που θα έδιναν το πολυπόθητο 200, πάντα μαζί με την στήριξη της Χρυσής Αυγής. Έτσι αλλάζει ο σχεδιασμός για την ερχόμενη εκλογική μάχη αφού αντί για κατακερματισμό πάμε για σκληρό διπολισμό κι αυτό απαιτεί διεύρυνση της επιρροής και ανοίγματα (πολιτικά και κοινωνικά).
Αν στον ΣΥΡΙΖΑ ελπίζουν απλά σε μια ασταθή νίκη της ΝΔ για να προκηρυχθούν άμεσα νέες εκλογές με απλή αναλογική, τότε μάλλον έχουν στερέψει από ιδέες. Δεν ξέρω αν θα έχουν τον χρόνο να εκτελέσουν πιο μακρόπνοους σχεδιασμούς ανάκτησης μέρους της εκλογικής δύναμης ώστε να είναι ανταγωνιστικοί στις επόμενες εκλογές αλλά αν φτάσουν σε αυτές εγκλωβισμένοι στα σημερινά αδιέξοδα και χωρίς πυξίδα επέκτασης μπορεί να υποστούν ταπεινωτική ήττα.
Η δεύτερη ήττα αφορά το ιδεολογικό υπόβαθρο της πρότασης. Η διαχρονική ύπαρξη κεντροαριστερής κοινωνικής πλειοψηφίας δεν σημαίνει πλέον υποχρεωτικά και δυνατότητα κυβερνητικής σύμπλευσης. Άρα το να στερείς από την κοινωνία την δυνατότητα να τιμωρήσει μια κυβέρνηση ελπίζοντας σε εσωτερικές μετατοπίσεις εντός του ευρύτερου χώρου που θα αφήνει την κεντροδεξιά απομονωμένη γύρω στο 1/3 των πολιτών είναι τουλάχιστον αήθης πρακτική και εύκολα μετατρέπεται σε μπούμερανγκ αν θελήσεις να κρατήσεις επαφή με το αντιευρωπαϊκό, κοινωνικά επαναστατικό κομματικό σου πυρήνα. Μια ακόμη φτηνή παράσταση ντυμένη με άχρηστα “πλούσια” σκηνικά!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Κλείνει λοιπόν (γιατί παραμένουν ακόμη σημεία που πρέπει να διευκρινιστούν κυρίως σχετικά με το συμπληρωματικό μνημόνιο, την απεριόριστη πώληση δανείων σε funds και την διαχείριση του χρέους που κατά βάση έμεινε σε θεωρητικές αναφορές για τόκους κάτω του 15% του ΑΕΠ), η πολύ καθυστερημένη αξιολόγηση και αφήνει πίσω της συντρίμμια (σε φορολογικό και ασφαλιστικό επίπεδο), “αρρωστημένους” πολίτες (από τις υποχρεώσεις που θα κληθούν να επωμιστούν) και ενδοκυβερνητικά… αγρίμια που κατανοούν την υποκρισία και την ψευδολογία τους αλλά την ανέχονται προς δόξαν της εξουσίας.
Και μόνο η αίσθηση μιας πιθανής σταθερότητας μέσα στην εντροπία του τελευταίου ενάμιση χρόνου λειτουργεί ανακουφιστικά για τις αγορές και την εγχώρια οικονομία. Η αποφυγή μιας νέας καταστροφής καθησυχάζει ακόμη κι αν προαπαιτεί βαρύ φόρο σε θυσίες. Όσο όμως πηγαίνεις πέρα από την πρώτη βαθιά ανάσα σου κόβονται οι αναπνοές από την οικονομική ανηφόρα που ξεκινά.
Δεν αποκλείεται η χρονιά να κλείσει με θετικό αναπτυξιακό πρόσημο όχι επειδή θα έχει επανέλθει η αισιοδοξία και η δημιουργικότητα στην αγορά αλλά γιατί η βαθιά ύφεση του δεύτερου μισού του 2015 αφήνει περιθώρια για καλύτερα αποτελέσματα, σε ένα περιβάλλον ελαστικότερων κεφαλαιακών ελέγχων και τουριστικής άνθισης. Στην καλύτερη των περιπτώσεων το ΑΕΠ θα επανέλθει στο επίπεδο του τέλους του 2014 κάπου γύρω στα μέσα του… 2017. Δυόμιση χαμένα χρόνια στην δίνη της “σκληρής” διαπραγμάτευσης και με την προσπάθεια για ανάκαμψη να γίνεται πλέον υπό πολύ δυσμενέστερους φορολογικούς όρους.
Πέρα όμως από το οικονομικό μέρος, η ολοκλήρωση της συμφωνίας αλλάζει και τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αντιπολίτευση. Η αριστερή παρένθεση μετατρέπεται σε… αγκύλη και σχεδιάζει την μετεξέλιξη της για να διευρύνει το ακροατήριο της στα εναπομείναντα τιμάρια της κεντροαριστεράς όπως είχα περιγράψει από τον περασμένο Ιούλιο στο “Μπορεί ο Τσίπρας να γίνει σοσιαλδημοκράτης ηγέτης;”. Πέρα από την συνεδριακή ενίσχυση της Πασοκικής… συνιστώσας έρχεται και η υπουργοποίηση… αδέσποτων του χώρου.
Ο στόχος ήταν εξαρχής προφανής σε όσους διάβαζαν από την πρώτη στιγμή σωστά την ακόρεστη διάθεση των Συριζαίων για την, με κάθε τρόπο, διατήρηση της εξουσίας ως απαραίτητο μέσο σταδιακής άλωσης του κράτους και εφαρμογής των ιδεολογικών αρχών τους. Οι αχνές και καθυστερημένες αναπτυξιακές ανάσες από τον τουρισμό, συγκεκριμένους εξαγωγικούς τομείς και το μπουσούλημα του ΕΣΠΑ και του πακέτου Γιουνκέρ μαζί με την ταξικότητα των μέτρων και την ανάδειξη μιας σειράς θεμάτων με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό απομακρύνουν οριστικά το ενδεχόμενο άμεσων εκλογών και τους δίνουν την ελπίδα επανάκτησης επαφής με ένα μέρος του απογοητευμένου και απαθούς ακροατηρίου τους.
Αν η αντιπολίτευση είχε επενδύσει αποκλειστικά στην θεωρία της σύντομης παρένθεσης θα πρέπει να αναθεωρήσει την στρατηγική και την τακτική της. Αν πάλι, η επιμονή σε αυτή την προσέγγιση είχε να κάνει με την χρήσιμη επικοινωνιακή κατάδειξη του κυβερνητικού τέλματος, τότε ήρθε η ώρα της ανάπτυξης του ευρύτερου σχεδίου της μέσα από ένα καινούριο αφήγημα. Ενός εθνικού πλάνου που θα περιλαμβάνει την ανασυγκρότηση ολόκληρης της παράταξης και της χώρας με μεταμνημονιακούς όρους που δεν θα προτάσσουν αποκλειστικά ξεπερασμένους ενδομνημονιακούς διαχωρισμούς.
Οι αστικές αξίες, τα εθνικά διακυβεύματα, η ουσιώδης κοινωνική πολιτική, η στήριξη της επιχειρηματικότητας αποτελούν ένα ελάχιστο, βασικό περίγραμμα που πρέπει να αποτυπώνεται σε απτές προτάσεις που θα φωτίζουν την ισχυρή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην κεντροδεξιά και την κεντροαριστερά. Το ζητούμενο της εποχής δεν είναι ο συνωστισμός όλων των πολιτικών πλευρών σε διαφορετικά χρωματισμένες εκδοχές του new labour κινήματος, αλλά η όσο το δυνατόν γρηγορότερη επαναφορά της συζήτησης στις ουσιαστικές ιδεολογικές διαφορές των δυο πλευρών που θόλωσαν μέσα στις οριζόντιες ανακατατάξεις λόγω κρίσης.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Τα Συνέδρια αποτελούν μια κομματική διαδικασία με πολλαπλό συμβολισμό κι ακόμη ευρύτερη στόχευση που τροποποιείται με βάση τις εκάστοτε ανάγκες. Άλλοτε χρησιμεύει ως βήμα σηματοδότησης μιας σημειολογικής στροφής για την προσέλκυση ψηφοφόρων. Άλλοτε δίνει το περιθώριο για περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές καταστατικές αλλαγές. Άλλοτε επιτρέπει την ενίσχυση ή τη ανατροπή των εσωκομματικών ισορροπιών. Αν το 10ο Συνέδριο της ΝΔ θέλει να αποτελέσει μια σημαντική στιγμή στην πορεία της ελληνικής Κεντροδεξιάς οφείλει να εκπληρώσει κάτι πιο σημαντικό από όλους αυτούς τους θεμιτούς, επικοινωνιακούς και διαδικαστικούς, σκοπούς.
Σε πολλά άρθρα μου από το 2009 και μετά, έχω περιγράψει τα απαραίτητα βήματα για την μετεξέλιξη της ΝΔ, σε πολιτικό, οργανωτικό και στελεχιακό επίπεδο. Θυμίζω ενδεικτικά κάποια από τα πιο πρόσφατα από αυτά. Ανανέωση πέρα από τα στεγανά για την ΝΔ ,όπου επεσήμανα την ανάγκη να αξιοποιηθούν οι αστείρευτες κοινωνικές δυνάμεις της παράταξης και η ΝΔ να μην αναλωθεί σε ένα ακόμη παιχνίδι μηχανισμών και ισορροπιών. 5 + 1 προϋποθέσεις μιας σύγχρονης κομματικής οργάνωσης όπου συμπύκνωνα μια σειρά οργανωτικών προτάσεων μου, μέρος των οποίων ήδη προωθείται (μικρότερη ΠΕ, αιρετές κομματικές θέσεις). Αλλαγή ηγεσίας ή δομικός μετασχηματισμός της ΝΔ; όπου ξεκαθάριζα ότι οι διαχρονικές αστικές αξίες ενώνουν ευρύτερα στρώματα αρκεί να εκφραστούν από πρόσωπα που τις αντιπροσωπεύουν στην ολότητα τους.
Κοινός τόπος όλων αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι η ΝΔ πρέπει να επιτελέσει έναν τριπλό ρόλο. Να αποκτήσει μια σύγχρονη, ευέλικτη πυραμιδική δομή αλληλοεξαρτούμενων επιπέδων που θα επιτρέπει σε αυθύπαρκτες κοινωνικές δυνάμεις να αναδεικνύονται μέσα από αξιόπιστες διαδικασίες, χωρίς παραγοντισμούς και ηγεμονίες. Η τάση για αξιολόγηση επιβάλλεται να υπηρετεί κυρίως τον τρόπο επιλογής κι όχι μόνο την απόδοση κάθε στελέχους, να αναγνωρίζει την προσφορά κάθε μέλους και να την αξιοποιεί ανάλογα χωρίς αποκλεισμούς και επιλεκτικές προτιμήσεις.
Η επικαιροποίηση επιμέρους πολιτικών προτάσεων δεν νοείται να αλλοιώνει το σταθερό ιδεολογικό στίγμα της Κεντροδεξιάς. Ευκαιριακές, μονομερείς μετατοπίσεις που θέτουν ως όμορους χώρους αποκλειστικά την Σοσιαλδημοκρατία ή την Ακροδεξιά θολώνουν και αποσυσπειρώνουν. Η ΝΔ κάλυψε έναν τεράστιο κοινωνικό χώρο όταν δεν απώλεσε την αταξικότητα της, τον πατριωτικό χαρακτήρα της, την φιλελεύθερη οικονομική προσέγγιση της.
Για να αποδειχτεί το 10ο Συνέδριο το δέκα το καλό για την ΝΔ, απαιτείται να συνυπάρξουν μερικές βασικές προϋποθέσεις. Ανανέωση σε δομές και πρόσωπα με όρους αξιοκρατίας κι όχι κατόπιν αξιολόγηση των αρχηγικών ορισμών. Διακριτός πολιτικός λόγος με πρακτικές λύσεις που αφορούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες κι όχι πρόσκαιρες ταυτίσεις με άλλους ιδεολογικούς χώρους που αποπροσανατολίζουν. Προσδιορισμός ενός μεταμνημονιακού οράματος που ξεπερνά τους σημερινούς περιορισμούς και επικεντρώνεται σε εθνικούς στόχους που υπηρετούν τον πυρήνα των αξιών που έθεσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Το 2009, στην πρώτη εκλογή Προέδρου της ΝΔ από την βάση του κόμματος, υπήρξε μια κινηματική δυναμική που εξέφραζε την ανάγκη για υπέρβαση των μηχανισμών και για ανανέωση σε δομές και πρόσωπα που έφερε την ανέλπιστη νίκη του Αντώνη Σαμαρά. Σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο το ίδιο αίτημα επανήλθε και στην τωρινή εσωκομματική εκλογή. Εξίσου ανέλπιστα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεπερνώντας το βάρος των στερεότυπων γύρω από το επίθετο του, κατόρθωσε να εκφράσει πιο γνήσια από τους συνυποψηφίους του το ίδιο επικαιροποιημένο αίτημα.
Έπεισε την πλειοψηφία των Νεοδημοκρατών ότι μπορεί να εγγυηθεί πιο αξιόπιστα την αναγκαία ανανέωση. Με τις προτάσεις του για ένα ευέλικτο κομματικό μηχανισμό, με την μεταρρυθμιστική συνέπεια του, με την νεανική ομάδα του και την εξαιρετική δουλειά της σε επίπεδο κοινωνικών δικτύων και επικοινωνίας κατέθεσε το ξεχωριστό στίγμα του. Όμως το αποτέλεσμα είναι σχεδόν οριακό και το εκλογικό σώμα που τον εκτόξευσε από το 28,5% του 1ου γύρου στο 53% της επικράτησης είναι ανομοιογενές, με διαφορετικά κίνητρα επιλογής και γενικότερες αξίες.
Τα επόμενα βήματα πρέπει να είναι ταυτόχρονα ψύχραιμα, γενναία και ενωτικά. Ο μετασχηματισμός των κομματικών δομών, η στελεχιακή ανανέωση και το φρεσκάρισμα της πολιτικής επιχειρηματολογίας χρειάζονται αξιοκρατικές διαδικασίες, νέου τύπου συλλογικότητα και ιδεολογική σύμπτυξη. Πρωτοβουλίες που θα διέπονται από μια παλαιοκομματική αντίληψη περί προεδρικής αυθεντίας και θα ταυτίζουν τις όποιες αλλαγές με παραγοντισμούς, κλειστές παρέες εμπιστοσύνης και τυπικές εσωκομματικές ισορροπίες θα οδηγήσουν σε αμφισβητήσεις, παραφιλολογία και την κοινωνική απογοήτευση που γεννά η εσωστρέφεια.
Αυτή τη στιγμή, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού η εκλογή Μητσοτάκη διαθέτει και το συμβολικό ηλικιακό στοιχείο, απαιτείται η ανανέωση να σπάσει κάθε ξεπερασμένο στεγανό. Να στηριχτεί στις πιο αξιόπιστες μεθόδους ανάδειξης στελεχών μέσω μιας επιτροπής αξιολόγησης για όλους, αποτελούμενη από πολιτικά πρόσωπα αλλά και εξειδικευμένους ειδικούς στην επικοινωνία, την πολιτική επιστήμη ακόμα και την ψυχολογία. Να χτιστεί ένα ευέλικτο, συνεκτικό κομματικό οικοδόμημα με αλληλεπιδρώντα επίπεδα που κρατούν σε διαρκή επαφή τον κεντρικό σχεδιασμό με τις κοινωνικές ανάγκες και τα ερεθίσματα της κομματικής βάσης. Δεν χρειάζεται να ξαναθυμίσω τις σχετικές προτάσεις μου από το 2010.
Όλα αυτά κατοχυρωμένα μέσα από ένα ανοικτό, δημοκρατικό συνέδριο επανίδρυσης της παράταξης που θα επικυρώσει συλλογικά τέτοιες σημαντικές αποφάσεις και θα αφήσει οριστικά στο παρελθόν τις μουχλιασμένες μεθόδους συγκρότησης των κεντρικών οργάνων με την κουπονοσυλλογή και την προκαθορισμένη λιστομαχία, θα σηματοδοτούν ένα πραγματικό νέο ξεκίνημα που θα πείθει τους πολίτες για την πρόθεση ριζικού εκσυγχρονισμού και εκ βάθρων αναδόμησης της ΝΔ.
Απαιτείται όμως κι ένας προγραμματικός λόγος που θα υπερβαίνει τα ξεπερασμένα μνημονιακά διλήμματα. Τα αντιαναπτυξιακά λάθη και οι εσφαλμένοι μαθηματικοί υπολογισμοί του 1ου μνημονίου είναι πλέον αναγνωρισμένα από όλους, όπως και η δημοσιονομική εξυγίανση και η επαναφορά στην ανάπτυξη που άφησε πίσω της η κυβέρνηση Σαμαρά που άνοιγαν τον δρόμο για την οριστική επάνοδο στις αγορές και την αναστροφή, των εκτός ιδεολογικού πλαισίου της κεντροδεξιάς, μέτρων που είχαν παρθεί υπό την πίεση επίτευξης των στόχων.
Η ΝΔ οφείλει να αρθρώσει ένα μεταμνημονιακό, αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό όραμα που θα αποδεικνύει την αταλάντευτη στήριξη της στην επιχειρηματικότητα, θα πείθει για την αποτελεσματικότητα των θέσεων της για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, θα θέτει τον εκσυγχρονισμό του κράτους, τον πόλεμο με τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά και την καρτελοποίηση της αγοράς ως αδιαπραγμάτευτους στόχους. Οφείλει φυσικά να επιλέξει και πρόσωπα μέσα από την κοινωνική της δεξαμενή που διαθέτουν τα προσόντα και τα εχέγγυα απρόσκοπτης εκτέλεσης αυτού του οράματος.
Οι εξελίξεις για την χώρα είναι χρονικά συμπυκνωμένες και μια τέτοιου είδους αναδιαμόρφωση του προφίλ της κεντροδεξιάς θα την επανατοποθετήσει σύντομα σε θέση οδηγού των πολιτικών πρωτοβουλιών. Δύσκολο έργο για τον νέο αρχηγό αλλά ποιος είπε ότι είναι εποχή για τα εύκολα;










