Γράφει ο Κωνσταντίνος ΜανίκαςΟικονομολόγος - Ψυχολόγος
Πάντοτε υπήρχαν στην εγχώρια πολιτική σκηνή ιδιαίτερες προσωπικότητες, όχι από αυτές που ξεχωρίζουν για το πνεύμα, την διεισδυτικότητα και την διορατικότητα της σκέψης τους ή τον εξαιρετικό τους χαρακτήρα αλλά από εκείνες που σου αφήνουν εκτός από ένα αμήχανο χαμόγελο και την απορία για το που τελειώνει ο πολιτικός σχεδιασμός ή η επικοινωνιακή τακτική και αρχίζει η συμπεριφορική παρεκτροπή. Κατά τα χρόνια της κρίσης πολλαπλασιάστηκαν αυτές οι φιγούρες ως απότοκο της κοινωνικής ανάγκης να βρει φιλόστοργη αγκαλιά σε θεωρίες συνωμοσίας και εφησυχασμού και της διάθεσης ορισμένων πολιτικών να εκφράσουν με όλο και πιο ακραίο τρόπο κάθε μορφή θυμικού αποπροσανατολισμού.
Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό λαϊκισμού οι ξεκάθαρα γραφικές περιπτώσεις, που περιβάλλουν αυθόρμητα το λόγο και τη δράση τους με μια γνήσια αίσθηση αφελούς αστειότητας περιπλεγμένης με την τάση για προσωπική πολιτική επιβίωση, μέσα στα κύματα που παρασύρουν ολόκληρο το σύστημα, μπορούν να προσεγγιστούν με συναισθηματική κατανόηση και μειδίαμα σχετικής πολιτικής ακινδυνότητας. Αυτοί όμως που περιπλέκουν θεσμικές υποχρεώσεις ή κρίσιμες εθνικές διαπραγματευτικές στάσεις με τον προσωπικό ωφελιμισμό, μέσα από ένα παράταιρο και εγωκεντρικό ύφος που αγνοεί τις συνθήκες, αποτελούν το πιο ενδιαφέρον αλλά και το επικίνδυνο κεφάλαιο που η συλλογική γελοιοποίηση του μάλλον το αγιοποιεί στους οπαδούς του.
Η καθηγητική αυταρέσκεια της απόλυτης αλήθειας στήνει αυτοεκπληρούμενα παίγνια και σπεύδει να εξαγγείλει την αυτο-επιβεβαίωση μιας θεωρίας ακόμα κι όταν τα δεδομένα καταδεικνύουν το αντίθετο. Αναζητεί φανερούς και άφαντους εχθρούς πλέκοντας συνωμοσιολογικά δράματα που φέρνουν την πρόσκαιρη συναισθηματική λύτρωση. Όταν βέβαια η ψυχολογική υπερισχύει της πολιτικής φωνής, όσον αφορά το είδος και το ύφος των παρεμβάσεων, όταν οι πρόσκαιρες πολιτικές πληγές (πχ από την μη υπουργοποίηση) μετατρέπουν θεσμικές ιδιότητες σε προσωπικό μικροκομματικό εργαλείο και μέσο ελέγχου των εξελίξεων, τότε περνάμε σε μια εντελώς καινοφανή φάση δημοκρατικής λειτουργίας.
Με μια ένταση και μια εμμονική τυπολατρία που εξιτάρει σαν αναβολικό τον εγωκεντρισμό γιατί αντιλαμβάνεται τον εκνευρισμό και την απόγνωση όσων την αμφισβητούν. Η «σταυροφορία» κατά του κατεστημένου και της προσαρμοστικόττητας αποκτά άλλη υπόσταση όταν συνοδεύεται από «ηρωικές» πράξεις που θέτουν το υποκείμενο σε αυτοθυσιακή θέση δοξασμένου «Δον Κιχώτη». Η χλεύη και το γέλιο των πολλών τονώνει την αποφασιστικότητα του μοναχικού μαχητή. Η απόρριψη και η απαξίωση από τους συμβιβασμένους είναι παράσημο στην στολή του ασυμβίβαστου αγωνιστή. Ακούραστη, επιθετική, επιτιμητική στάση δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών και αμφισβητήσεων για τον ιερό σκοπό της.
Φυσικό επακόλουθο αυτής της θεσμικής κατρακύλας είναι να αναζητούνται διέξοδοι στο μεταπολιτευτικό αδιέξοδο ακόμα και σε διαχρονικές γραφικές φιγούρες όπως ο Βασίλης Λεβέντης. Αποκόπτοντας μικρά μέρη των πολύωρων τηλεοπτικών παρουσιών του τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, που περιείχαν κάποια αυτονόητα συμπεράσματα, ορισμένοι κατέληξαν μέχρι και να θεωρούν ότι μέσα σε πολιτικά ανερμάτιστες και ψυχολογικά ασταθείς απόψεις θα βρεθεί εναλλακτικό πολιτικό λιμάνι.
Η μεταπολίτευση κατεβαίνει ταχύτατα τα σκαλοπάτια της σοβαρότητας και αγγίζει τον πάτο της γελοιότητας. Με κατευθυντήριο μοχλό την αυθόρμητη απαίτηση για διαφορετικό αφήγημα καταστήσαμε παράγοντες του δημόσιου βίου αυτοδίδακτους επαναστατικούς οικονομολόγους, σωρεία καθηγητάδων με ανύπαρκτο έργο κι ακόμα πιο μηδενική συμμετοχή στην κοινωνική πραγματικότητα, ανισόρροπους εκφραστές του μπουρλότου και νοσταλγούς της «φαιάς» και της «κόκκινης» λαίλαπας του περασμένου αιώνα. Ζωή «χαρισάμενος» και… Λεβέντικη, λοιπόν!
Κωνσταντίνος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Υπ.
Περιφερειακός Σύμβουλος Κεντρικού Τομέα Αττικής
«180ο
– Η Αττική αλλάζει πρόσωπο» - υπ. Περιφερειάρχης Γιώργος Κουμουτσάκος
Όσο πιο πολύ
συνειδητοποιούν ότι ο κύκλος της μεταπολίτευσης κλείνει, τόσο πιο πολύ
τα κόμματα αναζητούν τρόπους να ορίσουν επικοινωνιακά και σε επίπεδο προτάσεων
το πλαίσιο της επόμενης μέρας. Η Νέα Μεταπολίτευση, η Νέα Ελλάδα, όπως και να
το ονομάσεις, η καινούρια εποχή για τη χώρα είναι μια πραγματικότητα που αποκτά
μέρα με τη μέρα τη δική της δυναμική αντικατοπτρίζοντας τις αλλαγές
νοοτροπίας και αξιών που αργά αλλά σταθερά συντελούνται στην Ελληνική
κοινωνία.
Ο Αντώνης
Σαμαράς πρώτος από το 2009 μίλησε για την υπέρβαση των μεταπολιτευτικών
αγκυλώσεων στο πολιτικό σύστημα, στην οικονομία, στο κράτος. Τώρα που η
οικονομία σταθεροποιείται, αποκτά υγιείς βάσεις και νέους ρυθμούς, έρχεται η
ώρα για τις θεσμικές ανατροπές στο κομματικό και κοινοβουλευτικό
κατεστημένο. Ανατροπές που θα επαναφέρουν την αξιοπιστία του πολιτεύεσθαι
στα απαιτούμενα επίπεδα και θα μετατρέψουν ένα κουρασμένο και φθαρμένο σκηνικό
σε πεδίο δράσης και δημιουργίας για τις επόμενες γενιές.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όσο κι
αν πάνω στην απελπισία του αυτοπεριορισμού του σε έναν άγονο και στείρο
περιγραφικό λόγο, έφτασε στο σημείο να κλέψει με τον πιο άγαρμπο τρόπο το
σύνθημα της ΝΔ για τη Νέα Ελλάδα. Η ουσία, δυστυχώς για τον αριστερό
επαναστατισμό του Τσίπρα δεν κρύβεται στις λέξεις. Κρύβεται στις ιδέες, στις
αξίες, στο όραμα για μια ριζική αναδιοργάνωση των σαθρών δομών που μας
οδήγησαν στο σημερινό γκρεμό.
Έχω την εντύπωση
ότι ο Σαμαράς έχει ήδη κάνει δυο κινήσεις ματ που οδηγούν ομαλά στην
οριστική υπέρβαση του παρελθόντος, στην αμετάκλητη εγκαθίδρυση ενός
ανατρεπτικού νέου πλαισίου. Από τη μια οι προτάσεις του για τις συνταγματικές
αλλαγές που περιγράφουν ένα εντελώς διαφορετικό θεσμικό περιβάλλον κι από
την άλλη αυτοδιοικητικές υποψηφιότητες όπως αυτή του Γιώργου
Κουμουτσάκου που αποτελούν ένα πρόπλασμα σε αντίληψη, νοοτροπία, ύφος και ήθος
υποψηφίων, για αυτό που μοιάζει να είναι ο στόχος του πρωθυπουργού ως προς το πολιτικό
στίγμα του μέλλοντος μας.
Οι αυθύπαρκτες,
δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις βγαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο, η διάθεση
για προσφορά χωρίς μικροκομματικές περιστροφές πολιτικού κόστους είναι
προτεραιότητα, η γενιά που βιώνει τις συνέπειες των επιλογών
προηγούμενων γενιών αποκτά την πρωτοκαθεδρία στη χάραξη και την εκτέλεση των
πολιτικών που θα άρουν τα συσσωρευμένα αδιέξοδα.
Όποια κι αν είναι
η τελική εκλογική καταγραφή αυτής της προσπάθειας σε λίγες μέρες, στη συνείδηση
ακόμα κι όσων δεν την στηρίξουν καταγράφεται ως ένα επιτυχημένο πείραμα,
ανατροπής κατεστημένων αντιλήψεων. Κι αυτό το πείραμα θα πάρει σύντομα
διαστάσεις γενικότερου επαναπροσδιορισμού του πολιτικών δεδομένων.
Η 18η Μαρτίου θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος ως σημείο
καμπή για τη νεότερη ελληνική ιστορία. Μετά από τέσσερα χρόνια μνημονιακών
πιέσεων κι αμφισβητήσεων, η χώρα ξαναποκτά αποδεδειγμένα δημοσιονομική υγεία,
αρχίζει να επουλώνει κοινωνικές πληγές, δημιουργεί συνθήκες για ευνοϊκότερη
ρύθμιση του χρέους, αλλάζει οριστικά την διεθνή εικόνα της (όπως
αποτυπώνεται κι από τις θετικές αντιδράσεις των αγορών). Ο Σαμαράς αποδεικνύει
ότι η στρατηγική ανάκτησης της αξιοπιστίας και ταχύτερης του
αναμενόμενου επίτευξης των στόχων, ώστε οι διαπραγματεύσεις με δανειστές κι
εταίρους να γίνονται υπό πιο ισόρροπες προϋποθέσεις, ήταν απολύτως επιτυχημένη.
Ο κύκλος της εσωστρέφειας και της κατήφειας κλείνει οριστικά, με τα πρώτα
σημάδια θετικού πρόσημου στην ανάπτυξη μέσα στο δεύτερο εξάμηνο της
χρονιάς να επιβεβαιώνουν την αμετάκλητη αλλαγή σελίδας. Από την ανάκτηση της
διεθνούς αξιοπιστίας περνάμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Ο Σαμαράς βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο βήμα που μετά την υπέρβαση του μνημονίου
θα σημάνει και την ολοκληρωτική υπέρβαση της μεταπολίτευσης.
Το ένα σκέλος της υπέρβασης αφορά την εκπόνηση ενός μακροπρόθεσμου
αναπτυξιακού πλάνου που θα θέτει εθνικούς στόχους, θα αναδεικνύει τα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου μας και τους τομείς επιπρόσθετης αξίας, θα
δημιουργεί ένα επενδυτικό πλαίσιο σταθερότητας, απλότητας και φιλικότητας.
Πολλά απαραίτητα βήματα έχουν ήδη γίνει, αυτό που απομένει είναι η εξειδίκευση,
η κωδικοποίηση, η επικοινωνία με την κοινωνία ενός σχεδίου που με ξεκάθαρο
χρονοδιάγραμμα αντιμετωπίζει το παραγωγικό έλλειμμα και την αναδιάρθρωση
της απασχόλησης σε πιο δημιουργικές βάσεις.
Το άλλο σκέλος σχετίζεται με τη θεσμική και κομματική αναγέννηση που
άρρηκτα συνδεδεμένη με το πέρασμα στη νέα εποχή. Μια τέτοια προσπάθεια δεν
μπορεί να εγκλωβίζεται σε στατικούς όρους όπως επανένωση της παράταξης ή
επάνοδος στελεχών. Η πραγματική ελπίδα και η συστράτευση της κοινωνίας σε αυτή,
δεν επιτυγχάνεται με συμβατικούς όρους που θυμίζουν επ-ανάληψη. Χρειάζονται παράγοντες
προ-ωθητικοί. Προσθήκη νέων, άφθαρτων και κοινωνικά ενεργών στελεχών,
προώθηση διαδικασιών αξιολόγησης κι ανάδειξης ανεξάρτητους από ομαδοποιήσεις
και δημοσιοσχετίστικες λογικές, προάσπιση ιδεολογικών αξιών με συνέπεια,
προστασία θεσμών και διαφάνειας.
Ο Σαμαράς απέδειξε στη διαχείριση της κρίσης ότι ξέρει να θέτει
στρατηγικές στη βάσανο της αποτελεσματικής εκτέλεσης και να πετυχαίνει. Με την
ίδια διορατικότητα θα θέσει και στη βάσανο της κοινωνικής αποδοχής τη
στρατηγική για τη διαμόρφωση του πλαισίου της επόμενης μέρας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, και η απελπισία του ΣΥΡΙΖΑ κάτω από την πίεση της εξάντλησης της δυναμικής του καταγγελτικού λόγου του, μέσα στο επόμενο εξάμηνο, ήρθε μέσω των αποστατικών παραινέσεων να επιβεβαιώσει όσα περιγράφαμε στο «Το... τελευταίο εξάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ...». Η ροή του χρόνου και οι εξελίξεις που κυοφορεί (πρωτογενές πλεόνασμα και κοινωνικό μέρισμα στο 70% αυτού, ρύθμιση του χρέους, στροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2ο εξάμηνο του 2014, έξοδος στις αγορές) μόνο προνομιακό έδαφος για τις ανέξοδες κραυγές και τις επαναστατικές ονειρώξεις του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτελούν.
Με πρόδηλη αυτή την αγωνία, τελευταίο καταφύγιο για ανατροπή των δεδομένων μοιάζει η αποστατική συμπεριφορά μεμονωμένων βουλευτών, ιδιαίτερα από το χώρο του ΠΑΣΟΚ όπου κάποιοι αγχώνονται με την πιθανότητα μη εκλογής τους και ίσως θα μπορούσαν να δελεαστούν από την πρόσκληση προσχηματικού εξαγνισμού και κάθαρσης που τους απηύθυνε ο Τσίπρας! Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα στον μικρομεγαλισμό του τελευταίου διαστήματος δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη μετάβαση από μια περιθωριακή αντιεξουσιαστική αριστερά σε μια απολύτως καθεστωτική παράταξη.
Αντιμετωπίζει, τη μια μετά την άλλη, όλες τις ασθένειες που φέρνει μαζί της η εμπλοκή με την εξουσία και μέσα στο άγουρο και ανώριμο των δομών και της ηγεσίας της βρίσκεται να παραπαίει ανάμεσα στον κομφορμισμό και τη δολοπλοκία. Οι αντιφάσεις μεταξύ ενδοχώριου και εξωχώριου λόγου είναι χαρακτηριστικές του πρώτου και οι υποκριτικές αναφορές στον Κων/νο Καραμανλή ή οι προτροπές σε κυβερνητική ανατροπή, στοιχεία του δεύτερου.
Όταν εξαντλείται από την πραγματικότητα η επιχειρηματολογία του σκισίματος του μνημονίου, του ρητορικού τσαμπουκά, της ανατροπής σύσσωμου του... Ευρωπαϊκού γίγνεσθαι από μια εκλογή Τσίπρα (με ανύπαρκτους συμμάχους και απουσία εναλλακτικού πλάνου πέρα από τη... μη εθελοντική έξοδο από το ευρώ!), της μόνιμης φορολόγησης του... πλούτου που καταλήγει σε επιπρόσθετο βρόγχο στο μικρομεσαίο και απομάκρυνση κάθε επενδυτικής σκέψης, το μόνο που απομένει είναι η «αξιοποίηση» του ενστίκτου επιβίωσης της εξουσιομανίας κάποιων βουλευτών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί ασθμαίνοντας να κινηθεί μέσα στα στενά πλαίσια που έχουν θέσει με την άρνηση κάθε μεταρρύθμισης, την ανυπαρξία παραγωγικού προσανατολισμού, τη στήριξη του κρατισμού και του συντεχνιασμού, το «χαΐδεμα» της ανομίας, μετρώντας αντίστροφα τον πολιτικό χρόνο, ελπίζοντας ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν έναν λόγο που θα αφορά κυρίως το παρελθόν. Κι αναζητούν απελπισμένους πολιτικάντηδες για να στηρίξουν το απελπισμένο εγχείρημα. Δυστυχώς όμως το παρελθόν ποτέ δεν κερδίζει το μέλλον, όπως θα αποδειχθεί και σε αυτή την περίπτωση.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Συγκρίνοντας τη συνέντευξη Σαμαρά με τις ομιλίες Τσίπρα στο Τέξας ένα είναι το βασικό συμπέρασμα. Ο Σαμαράς είναι πλήρως συνειδητοποιημένος για το πως θα απεμπλακούμε από το μνημόνιο και θα αρχίσουμε μια πορεία παραγωγικής ανασυγκρότησης με πλήρως ανανεωμένο επενδυτικό προφίλ ενώ ο Τσίπρας προσπαθεί ψευδεπίγραφα να κατευνάσει τις διεθνείς αντιδράσεις από τις «αντιφατικές» προγραμματικές εξαγγελίες του και την ίδια στιγμή στο εσωτερικό συντηρεί έναν άκρατο λαϊκισμό παροχολογίας και ουτοπικών απαιτήσεων.
Ο Σαμαράς περιέγραψε με ρεαλισμό την πραγματικότητα και οριοθέτησε τους πυλώνες του πολιτικού διακυβεύματος. Νομιμότητα, πολιτική σταθερότητα, κοινωνικό μέρισμα στο δημοσιονομικό πλεόνασμα και άμεση αναπτυξιακή προοπτική με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Όπως πρώτος κατέδειξε τους υφεσιακούς περιορισμούς του αρχικού προγράμματος δηλώνοντας όμως εξαρχής σεβασμό στις υπογραφές της χώρας, πρώτος θυσίασε μια πιθανή αυτοδυναμία για να γλιτώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία όταν οι δημοψηφισματικές αναζητήσεις Παπανδρέου έριξαν την αξιοπιστία της χώρας στο ναδίρ, πρώτος απέδειξε ότι μπορούμε να πετύχουμε όταν βάζουμε εφικτούς στόχους και να πετυχαίνουμε ακόμα καλύτερα αποτελέσματα (η ύφεση οδεύει για το 2013, από πρόβλεψη 4,5% προς 3,5%), πρώτος αναδεικνύει και το πολιτικό ζητούμενο του επόμενου διαστήματος όπως το αναφέραμε συνοπτικά στην προηγούμενη παράγραφο.
Ο Τσίπρας επιμένει στην κλασική συνταγή της ασάφειας που επιχειρεί να ικανοποιήσει του πάντες. Περισπούδαστες αναλύσεις για τις επιπτώσεις εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη (που πολλοί εξέλαβαν ως στροφή σοβαρότητας) παραβλέποντας ότι με τη χρήση του όρου «εθελοντική» απλά επικεντρωνόταν στο σε ποιον θα αποδοθούν οι ευθύνες για μια τέτοια εξέλιξη (κατά τη γνώμη του αποκλειστικά στην Ε.Ε.!) όταν απαιτήσει να γίνει δεκτό το δικό του σχέδιο (των κρατικοποιήσεων, προσλήψεων στο δημόσιο, αυθαίρετων εισοδηματικών αυξήσεων κλπ) με χρηματοδότηση των άλλων!
Από τη μια, η εμμονή στην εσωτερική ασφάλεια και το σεβασμό των δημοκρατικών διαδικασιών, η επίτευξη στόχων που οδηγούν στην επάνοδο στις αγορές και την έξοδο από το μνημόνιο, και η συνεχής βελτίωση του επενδυτικού κλίματος. Από την άλλη, η κεκαλυμμένη, ή μη, ανοχή στη βία, η προτροπή σε εκτροπή και αμφισβήτηση των θεσμών, η αυτιστική συζήτηση για ένα μνημόνιο που τελειώνει και η ακόμα πιο αυτιστική ανάλυση για το διοικητικό και παραγωγικό μέλλον της χώρας (από την ταύτιση με τον συντεχνιασμό έως της αποτροπή κάθε επενδυτικής πρόθεσης). Η σύγκριση είναι καταλυτική!
Υ.Γ. Ως επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων ήρθε και η πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ όχι ως μια κορυφαία θεσμική πρωτοβουλία για την ανάδειξη ενός σημαντικού ζητήματος αλλά ως αντίδραση στην νόμιμη εκκένωση ενός δημοσίου κτιρίου που τυγχάνει να βρισκόταν υπό τετράμηνη κατάληψη! Κι αυτό όταν η χώρα ολοκληρώνει μια διαπραγμάτευση που θα ανοίξει το δρόμο για την ελάφρυνση του χρέους και την αποδέσμευση από το μνημόνιο. Η ασυνειδησία σε όλο της το μεγαλείο!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο φαινόμενο των «Αγανακτισμένων» ως μια γνήσια έκφραση κοινωνικής αντίδρασης στην ακραία λιτότητα που ξεκινώντας από την Ισπανία απέκτησε αντίστοιχη δυναμική στην Ελλάδα αλλά και παρόμοιες εκφράσεις σε άλλα μέρη της Ευρώπης έως και τις ΗΠΑ. Εξαρχής τονίζαμε ότι οι εγγενείς αντιφάσεις εκείνης της κίνησης βρισκόταν στις ασύνδετες καταβολές, τα αντικρουόμενα κίνητρα των συμμετεχόντων και τις αλληλοαναιρούμενες επιδιώξεις των συμμετεχόντων που αδυνατούσαν να σχηματοποιήσουν ένα διακριτό και ξεκάθαρο μήνυμα κρυπτόμενοι πίσω από γενικές αξιακές αναφορές κενές απτού πολιτικού περιεχομένου.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε η σύσταση κόμματος στην Ισπανία από τους πρωτεργάτες των «Αγανακτισμένων». Σχετικές πρωτοβουλίες είχαν υπάρξει και στην Ελλάδα (πιο περιθωριακές και πιο προσωποποιημένες) και πολύ πιθανό είναι να δημιουργηθούν και νέα σχήματα με αναφορές στην αναβίωση εκείνου του πνεύματος. Κάποιοι καταφεύγουν στις στάχτες μιας εποχής, αναζητώντας μια σπίθα σε ένα ασαφή ρομαντισμό. Άλλοι μπορεί και να ζήλεψαν τη δόξα του Πέπε Γκρίλο, λησμονώντας ότι επρόκειτο για μια Ιταλική εκδοχή του Λαζόπουλου που έδωσε εκτονωτικό χώρο στα πλήθη μέσα από την προσωπική αποδοχή, η οποία ήδη φθίνει ταχύτατα.
Η ρητορική των περισσότερων σχετικών κινημάτων κινείται σε έναν καμβά που χαρακτηρίζεται από ιδέες σχετικές με την άμεση δημοκρατία (χωρίς ιδιαίτερη λειτουργική εμβάθυνση και αξιοκρατική λογική - τα λαϊκά δημοψηφίσματα προωθούνται ήδη ως συνταγματική προσαρμογή), την τιμωρία του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος (με συναισθηματικές κορώνες αλλά αδυναμία καθορισμού διαδικασιών και αποδεικτικών στοιχείων), εθνικοκεντρικές αρχές (συνήθως περισσότερο ως πατριωτική καπηλεία παρά ως ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο), κεκαλυμμένο ή μη κρατισμό (με πλασματική υπέρβαση ιδεολογιών που καταλήγει αναπαραγωγή ξεπερασμένων κι αναποτελεσματικών οικονομικών συνταγών).
Στην Ελλάδα προστίθεται και η έννοια του «απεχθούς χρέους» όχι ως απλή καταγραφή των διαχρονικών δανειακών διαδρομών και της χρήσης τους, αλλά ως μια υπερφίαλη προσπάθεια (όταν δεν πρόκειται για μετάβαση από απολυταρχικό σε δημοκρατικό καθεστώς) μονομερούς διαγραφής του χρέους, χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση για τις συνέπειες κάθε μονομερούς επιλογής και την αποφυγή από τους περισσότερους να αποδεχτούν ότι το σκεπτικό τους κατατείνει στην προσφυγή σε εθνικό νόμισμα.
Το βασικό πρόβλημα με αυτές τις πολιτικές πρωτοβουλίες είναι ότι δυσκολεύονται να αποκτήσουν συνοχή, διακύβευμα και πρακτικές προτάσεις. Στοιβάζονται πίσω από έναν καταγγελτικό λόγο και μια απο-ιδεολογικοποίηση, τη στιγμή που το πραγματικό ζητούμενο είναι η επανα-ιδεολογικοποίηση της κοινωνίας ως αντίδοτο στον οριζόντιο λαϊκισμό και τον πελατειακό κρατισμό.
Όταν δεν διευκρινίζονται οι απαραίτητες ριζικές θεσμικές και κομματικές αλλαγές, δεν προτείνεται συγκεκριμένο διοικητικό μοντέλο για το κράτος, δεν υπάρχει γεωστρατηγικό πλάνο σε ένα διεθνές συγκρουσιακό και ετερόκλητο περιβάλλον και το παραγωγικό όραμα περιορίζεται σε κλειστοφοβικά πρότυπα του παρελθόντος, η «αγανάκτηση» μετατρέπεται από κίνητρο ανατροπής σε μέσο αποφυγής της πραγματικότητας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Είναι πολύ συνηθισμένο να ανακαλύπτονται, με έκπληξη, ζητήματα που είναι υπαρκτά εδώ και πολύ καιρό. Συνήθως προηγείται ένα τραγικό γεγονός ή μια εντυπωσιακή πολιτική αλλαγή. Έτσι και η πρόσφατη άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη δημιουργεί υπερβολικές αντιδράσεις λες και αγνοούμε τις αιτίες που ενισχύουν πιο ακραίες φωνές.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας ενισχύθηκε η ανάγκη για εθνική ταυτότητα αλλά και περισσότερη δημοκρατία. Η Ευρώπη στην προσπάθεια ενσωμάτωσης των νέων κρατών ελάχιστα ασχολήθηκε με τη διαχείριση αυτών των λεπτών ισορροπιών, θεωρώντας ότι αρκούσε η προώθηση της στενότερης οικονομικής σχέσης και της ευμάρειας που μπορούσε να δημιουργήσει η κοινή αγορά.
Την ίδια περίοδο η λαθρομετανάστευση άρχιζε να εξελίσσεται σε πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα για μια σειρά Ευρωπαϊκών χωρών με πολύπλευρες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Το γεγονός μάλιστα ότι ο κύριος όγκος των μεταναστών δεν προέρχονταν πλέον από ενδοευρωπαϊκές πηγές αλλά από τον μουσουλμανικό κόσμο, διόγκωνε διαρκώς τις προοπτικές σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο κόσμους με μεγάλη αξιακή ασυμβατότητα.
Κοινές πολιτικές για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης δεν υπήρξαν, παρά μόνο μετάθεση των προβλημάτων στις χώρες υποδοχής με τη συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ. Μόλις πρόσφατα, και υπό την πίεση των γεγονότων, προέκυψαν οικονομικές ενισχύσεις για την προσωρινή διαμονή των προς απέλαση ατόμων και άρχισε η εντατικότερη εμπλοκή της Frontex στη φύλαξη των Ευρωπαϊκών συνόρων.
Το οικονομικό θαύμα της ενοποίησης μετατράπηκε, μέσα από την έλλειψη παραγωγικού προσανατολισμού και δημιουργίας ανάλογων διοικητικών δομών, σε εφιάλτη φέρνοντας την Ευρώπη στην ουρά της παγκόσμιας πρωτοπορίας και στην κεφαλή της μονοδιάστατης λιτότητας. Οι επιπτώσεις μιας κρίσης που δεν δημιούργησε η ίδια, ήταν πολλαπλάσιες του προσδοκώμενου, λόγω έλλειψης ταχύτητας αντίδρασης, αξιοποίησης των διαθέσιμων εργαλείων και τιμωρητικών πολιτικών εμμονών.
Η Ε.Ε. μοιάζει συνεχώς μουδιασμένη απέναντι στα προβλήματα και αδύναμη να αρθρώσει ορθολογικό και οραματικό λόγο για το μέλλον και τους στόχους της. Δυσκολεύεται να καθορίσει διακριτά όρια ανάμεσα στις εθνικές πολιτικές και σε ένα αποδοτικό εποπτικό ομοσπονδιακό διοικητικό μοντέλο. Αναμενόμενο λοιπόν η ανασφάλεια και τα κενά να καλύπτονται και από αυτούς που οι αναφορές τους έχουν ξεκάθαρα ευρωσκεπτικιστική προσέγγιση και χρησιμοποιούν πιο συνεκτικά, και πιο εύκολα κατανοητά, για το μέσο πολίτη εθνικά επιχειρήματα.
Όσο οι καθοδηγητές της Ευρωπαϊκής πορείας μένουν αδιάφοροι απέναντι στην διόγκωση του ευρωσκεπτικισμού, θεωρώντας ότι τα κατά καιρούς ημίμετρα, ο ασαφής προγραμματισμός πρωτοβουλιών και η νομισματική ανάλυση της οικονομίας μπορούν να βγάλουν από το παραγωγικό και θεσμικό τέλμα την ήπειρο, τόσο η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης της ένωσης θα προέρχεται από όλο και πιο δυναμικές, όλο και πιο ακραίες πολιτικές και κοινωνικές εκφάνσεις.
Ας αντιληφθούν οι υπεύθυνοι το ταχύτερο δυνατόν ότι αν δεν υπάρξει εμβάθυνση της δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές διαδικασίες με ενεργότερη συμμετοχή των πολιτών, θεσμικές και οργανωτικές αλλαγές που θα καθιστούν λειτουργική και αποτελεσματική τη δράση της Ε.Ε., το κύμα ευρωσκεπτικισμού μπορεί σύντομα να πνίξει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Είναι αναγκαίο σε αυτή τη χώρα η συλλογική συνειδητοποίηση να έρχεται μέσα από την πιο ακραία τραγικότητα και το πέπλο των μύθων να μουσκεύει με αίμα; Η ανάκτηση του ρεαλισμού και της λογικής, Ιφιγένειες στο βωμό ενός εθνικού διπολικού συνδρόμου, έχουν ως προαπαιτούμενο την ανθρωποθυσία; Καμιά ανάλυση πάνω στο φαινόμενο της Χρυσής Αυγής δεν πρόκειται να δώσει πλήρως πειστικές απαντήσεις για την εξέλιξη του, αν δεν επικεντρωθεί σε στοιχεία του ψυχισμού μας που όσο τα αποκρύπτουμε, τόσο τα γιγαντώνουμε.
Συνήθως οι εξηγήσεις για την αύξηση της επιρροής της Χρυσής Αυγής παραπέμπουν στην οικονομική κρίση και την ανεργία, την οργή για το υπάρχον πολιτικό σκηνικό, τις συνέπειες της λαθρομετανάστευσης και της αύξησης της εγκληματικότητας. Παραπλεύρως γίνονται αναφορές και στη διαχρονική κοινωνική ανοχή απέναντι στη βία (ακόμα και η τρομοκρατία εισέπραξε μια αρχική συμπάθεια!) αλλά και στο χαλαρό θεσμικό πλαίσιο που δεν έθετε πιο σαφή όρια προστασίας του δημοκρατικού κεκτημένου.
Καθένα από αυτά τα επιχειρήματα όντως περιλαμβάνει κι ένα μέρος της αλήθειας. Παραβλέπουν όμως ότι σχεδόν μέχρι τα τέλη του 2011 η Χρυσή Αυγή ήταν δημοσκοπικά ανύπαρκτη. Οι επιπτώσεις της εσωτερικής υποτίμησης ήταν εμφανείς πολύ νωρίτερα κι η λαθρομετανάστευση ήταν ένα προϋπάρχον πρόβλημα. Το εκρηκτικό μίγμα που της έδωσε την απρόσμενη ώθηση μοιάζει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πλατεία της αγανάκτησης του καλοκαιριού του 2011 και στην πλήρη απασφάλιση του εθνικού διπολικού συνδρόμου.
Η δυναμική της πλατείας που ξεκίνησε ως μιμητισμός ανάλογων Ισπανικών πρωτοβουλιών δεν μπόρεσε τελικά να εκπληρώσει ούτε καν τον αρχικό σκοπό της, την απολύτως θεμιτή αυθόρμητη και ακηδεμόνευτη έκφραση της πίεσης μιας κοινωνίας που βίωνε απότομες έως και δραματικές αλλαγές στον τρόπο διαβίωσης. Χάθηκε κάπου ανάμεσα στις αντιφάσεις των πιο προβεβλημένων (και συνήθως πιο ακραίων εκφραστών της) που ενδεδυμένοι με την ένταση της μαζικότητας δεν επέτρεπαν την άρθρωση ρεαλιστικών προτάσεων και μετατρέπονταν σε κύρια έκφραση του κινήματος (η συναισθηματική φόρτιση αναζητούσε το μέγιστο όριο εκτόνωσης) εθίζοντας πλατειά στρώματα στην εύκολη επιχειρηματολογία.
Νέοι αστέρες, αυτοδίδακτοι οικονομολόγοι και συνταγματολόγοι, προέβαλαν και οι ένθεν κακείθεν «επαναστάτες» (με περικεφαλαίες ή κόκκινα πλακάτ) δεν μπορούσαν να αρκεστούν στην τήρηση των υπογραφών του κράτους και τη σταδιακή διαπραγμάτευση για πιο αναπτυξιακές πολιτικές (άλλωστε η ΝΔ δεν ξεπέρασε ποτέ το 32% στις τότε δημοσκοπήσεις). Χρειάζονταν δραστικές λύσεις που όσο πιο ακραίες ήταν τόσο περισσότερο θα ικανοποιούσαν το θυμικό, ακόμα κι αν ενδόμυχα γνώριζαν ότι θα οδηγούσαν σε απείρως μεγαλύτερο χάος.
Η πολιτική κριτική και η αντιπρόταση συμπαρασύρθηκε γρήγορα από το μηδενισμό, τον αντικοινοβουλευτισμό, την τάση για αυτοδικία απέναντι σε σύσσωμο το πολιτικό σύστημα αλλά και σε όποιον διατύπωνε πιο μετριοπαθείς και πραγματιστικές θέσεις. Η θεμιτή προσωπική οργή έγινε εύπλαστο υλικό στα χέρια όσων οραματίζονταν την κατάλυση της δημοκρατίας. Η ισχυρή κοινωνική θέληση για ριζικές θεσμικές αλλαγές σχεδόν ταυτίστηκε με μια ασαφή ανατροπή με ακόμα πιο ασαφές ακραίο τιμωρητικό πλαίσιο και ανύπαρκτες δομικές προτάσεις.
Το διπολικό σύνδρομο του εξωστρεφούς «Μεγ.Αλέξανδρου» και του εσωστρεφούς «Ξανθόπολου» αφού έχασε την πρότερη έκφραση του (εγωιστική επίπλαστη ευμάρεια - προστασία του κράτους), οδηγήθηκε σε νέα μονοπάτια (ανέξοδος πολιτικός τσαμπουκάς – πλήρης μετάθεση ευθυνών). Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί αυτό το σκεπτικό μετατόπισε σημαντική μερίδα της κοινωνίας προς τη Χρυσή Αυγή. Όσο πιο έντονο είναι το πλαίσιο εκδήλωσης ενός συνδρόμου τόσο πιο πολύ θα αναπτύσσεται προς τις πιο ακραίες εκφάνσεις του. Αν συνδυαστεί και με λίγη καπήλευση πατριωτικών αξιών, πολιτισμικής κληρονομιάς και εθνικών συμβόλων τότε μπορεί ακόμα και να παριστάνουμε ότι λησμονούμε το δεδηλωμένο ναζιστικό παρελθόν ορισμένων.
Αν σε κάτι ευθύνεται το πολιτικό σύστημα είναι ότι δεν υπήρξε απόλυτα συνεπές στην επιβολή της νομιμότητας προς όλες τις πλευρές, δεν προώθησε ταχύτατα θεσμικές παρεμβάσεις περαιτέρω εκδημοκρατισμού και κοινωνικής διαδραστικότητας σε κοινοβουλευτικό και κομματικό επίπεδο, δεν ήταν πιο γενναίο στην ανανέωση σε δομές και πρόσωπα σηματοδοτώντας τη μετάβαση στη Νέα Μεταπολίτευση και άφησε θολά και αδιευκρίνιστα σημεία για το παραγωγικό όραμα της επόμενης μέρας.
Ο Σαμαράς έκανε μια πολύ σημαντική αναφορά μιλώντας σε νέους του Ευρωπαϊκού Νότου, προτρέποντας τους στο σπάσιμο της αδράνειας. Ούτε η στατικότητα της μυθοπλασίας και του εσωτερικής καύσης τσαμπουκά, ούτε η στασιμότητα ενός κλειστοφοβικού πολιτικού συστήματος ανοίγουν δρόμους δημιουργίας. Όσο εκκωφαντικά πρέπει να καταρρίπτονται τα υποστυλώματα του συλλογικού διπολικού μας συνδρόμου, άλλο τόσο έντονα θα πρέπει να δημιουργούνται και οι συνθήκες για τον επανακαθορισμό του πολιτικού γίγνεσθαι.
Ο πρωθυπουργός μας ξαναθύμισε με αυτή του την παρέμβαση τους λόγους της ανατροπής στην εσωκομματική εκλογή του 2009. Το παράθυρο συμμετοχικότητας που άνοιξε η προσφυγή στη βάση ήταν το ρήγμα στην αδράνεια που έδωσε στον απλό πολίτη τη δυνατότητα να γκρεμίσει τη λειτουργία του συστήματος. Με τον ίδιο τρόπο η διαχρονική αδράνεια κομμάτων και θεσμών δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την εκπεφρασμένη θέληση της κοινωνίας, αν δεν υπάρξει κι ένα νέο παράθυρο διάχυσης της εξουσίας, ενδυνάμωσης της αξιοκρατικής παρεμβατικότητας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Με την ευκαιρία
της εκλογής νέου γραμματέα της ΠΕ, επανήλθε στο προσκήνιο για μια ακόμα
φορά η συζήτηση γύρω από το ποιες δομές χρειάζεται ένα κομματικός οργανισμός
μέσα στις κοινωνικές και τεχνολογικές συντεταγμένες του 21ου
αιώνα. Το γεγονός μάλιστα ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της παράταξης
αυτή τη θέση αναλαμβάνει ένας τόσο νέος άνθρωπος ενισχύει τα επιχειρήματα για την
ανάγκη ουσιαστικών ανατροπών που θα μεταβάλλουν τη ΝΔ από έναν
αρτηριοσκληρωτικό μηχανισμό σε ένα δημιουργικό κύτταρο κοινωνικού
προβληματισμού και παραγωγής πολιτικής σκέψης.
Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια ιστορική περίοδο όπου βασικά πολιτικά ζητούμενα ήταν η ασφαλής αποκατάσταση της δημοκρατίας, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Περνώντας νομοτελειακά σε μια νέα εποχή το διακύβευμα μεταβάλλεται και προσαρμόζεται, τόσο βάση των αρνητικών ή πενιχρών αποτελεσμάτων σε μέρος των προαναφερθέντων στόχων, όσο και λόγω της πλήρους ανατροπής του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού πλαισίου αναφοράς.
Μετά τις πρώτες χειροπέδες των προσαγωγών
στον ανακριτή, που πολλοί τις θεώρησαν απλό επικοινωνιακό τέχνασμα, ήρθε και η
στιγμή της επιβεβαίωσης των κατηγοριών και της τιμωρίας. Εξοντωτική για
ορισμένους, απολύτως συμβατή με το κλίμα της εποχής και την κοινωνική ανάγκη
για πλήρη κάθαρση, για άλλους. Το αρχικό ζητούμενο όμως παραμένει. Η
περιπτωσιολογία οφείλει να δώσει τη θέση της στην ολοκληρωμένη πρόταση για
την καταστολή της διαφθοράς, για την αναγέννηση του πολιτικού συστήματος.
Όλα τα είχαμε η «ρήξη» του Λοβέρδου μας έλειπε! Με
αρκτικόλεξα, αναγραμματισμούς και λογοπαίγνια έρχεται, ως γνήσιο τέκνο
της εικονοπλασίας και του «ευφυούς» αυτοφυούς εξυπνακισμού, να καταθέσει τη
διάρρηξη των σχέσεων του με το κομματικό κατεστημένο, την «επικήρυξη»
παθογενειών και αγκυλώσεων την διακήρυξη γενικών αρχών για την ανασύσταση της
σοσιαλδημοκρατίας. Μια ρήξη δηλαδή με τα όλα της! Ή μήπως τελικά δεν είναι
ακριβώς έτσι και η εικονοκλασία στο πρόσωπο του Βενιζέλου αποτελεί απλά
το πρώτο στάδιο για την εκπλήρωση προσωπικών φιλοδοξιών.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της
εποχής είναι η φθορά σε όλα τα επίπεδα του δημοσίου βίου. Φθορά στην
αξιοπιστία των θεσμών και των κομμάτων. Φθορά στην εμπιστοσύνη απέναντι στην
κρατική λειτουργία. Φθορά επιβίωσης στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Φθορά
στην κοινωνική συνοχή και το αξιακό πλαίσιο. Το επόμενο 18μηνο δεν
αποτελεί απλά την κρισιμότερη περίοδο για τη δημοσιονομική προσαρμογή και την
ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας. Κυρίως πρόκειται για ένα διάστημα, όπου οι
δείκτες της φθοράς σε αυτά τα πεδία, θα πρέπει να αρχίσουν να γυρίζουν
αντίστροφα και επουλωτικά.
Οι σημαντικές πολιτικοκοινωνικές αναταραχές
πάντα, αργά ή γρήγορα, ακολουθούνται κι από αντίστοιχες θεσμικές πρωτοβουλίες.
Κινήσεις δηλαδή που αναδιατάσσουν το πολιτικό σκηνικό με βάση τις νέες
κοινωνικές ανάγκες και δημιουργούν το αναγεννημένο πλαίσιο λειτουργίας
του συστήματος που κατορθώνει τελικά να ανακτήσει και πάλι την εμπιστοσύνη των
πολιτών. Είναι κοινό μυστικό ότι σε μια παρόμοια εποχή βρισκόμαστε και
τώρα με τις σχετικές εξελίξεις να βρίσκονται μπροστά μας, στο αμέσως επόμενο
διάστημα.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από τη δημιουργία της, η
παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στα πλαίσια της μεταδικτακτορικής
αναδιοργάνωσης του πολιτικού συστήματος, βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη
πρόκληση της ιστορίας της. Η κρίση που με εκκωφαντικό τρόπο διαλύει πολιτικά,
οικονομικά, κοινωνικά ακόμα ως και αξιακά – ηθικά μυθεύματα μιας ολόκληρης
εποχής, ανοίγει από μόνη της το παράθυρο σε μια καινούρια περίοδο με άλλες
απαιτήσεις, νέα διακυβεύματα, επαναπροσδιορισμένα ερωτήματα. Αυτό το
παράθυρο οφείλει να κρατήσει γερά αλλά και να διευρύνει, αυτή η παράταξη αν
θέλει να έχει θεμελιώδη κι όχι εθιμοτυπικό ρόλο στο περιβάλλον που
διαμορφώνεται.
Λίγο η αναξιοπιστία και η αναποφασιστικότητα
του πολιτικού συστήματος, λίγο οι μνημονιακές απαιτήσεις και οι
κοινωνικές τους συνέπειες, και να το πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία νέων
κομματικών σχηματισμών κάποια εκ των οποίων επιβίωσαν εκλογικά, ανεξάρτητα της
ιδεολογικής σαφήνειας και της ρεαλιστικότητας των προτάσεων τους. Σε αυτό το
κλίμα έγινε της μόδας και η σύσταση ενός think tank από κάθε
στέλεχος που είτε έχει παραμεριστεί εσωκομματικά και θέλει να δηλώσει με κάποιο
τρόπο την παρουσία του, είτε προσβλέπει σε μελλοντικές διεργασίες και
αναζητεί τρόπο έγκαιρης διαχείρισης τους.
Δυο σαφείς προεκλογικές εξαγγελίες του
Αντώνη Σαμαρά ήταν η σύσταση εξεταστικής επιτροπής για το πως η χώρα οδηγήθηκε
στο ΔΝΤ και το αναδρομικό πόθεν έσχες, από το 1974, για το πολιτικό προσωπικό
της χώρας. Με τη γνωστή βιασύνη που διέπει τον αντιπολιτευτικό λόγο,
πολλοί βιάζονται να προεξοφλήσουν ότι καμιά από τις δυο πρωτοβουλίες δεν
πρόκειται να ολοκληρωθεί, επειδή δεν έχουν προκύψει σχετικές κινήσεις μέσα
στους 2,5 μήνες θητείας αυτής της κυβέρνηση. Το βασικό επιχείρημα όσων
αμφιβάλουν για το αν και πότε θα προκύψουν αυτές οι παρεμβάσεις είναι η στήριξη
που παρέχει στο σημερινό σχήμα και το ΠΑΣΟΚ που φέρει και την ευθύνη της
επτάμηνης διαχείρισης πριν την υπογραφή του μνημονίου.
Οι πρωτόγνωρες εποχές φέρνουν και πρωτοφανείς
εξελίξεις. Έτσι και στην Ελλάδα περνάμε στη φάση των εθελούσιων κυβερνήσεων
συνεργασίας με μακρόπνοο ορίζοντα. Έλαχε όμως σε αυτή την παρθενική
προσπάθεια, τέτοιου είδους και εύρους πολιτικής σύνθεσης, να έρχεται αντιμέτωπη
με την κρισιμότερη καμπή της κρίσης. Το νέο κυβερνητικό σχήμα έρχεται να
διαχειριστεί τις επιπτώσεις και τους περιορισμούς του μνημονίου, να
αναδείξει τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία του, να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς
συγκυρίες, να ανακτήσει την αξιοπιστία στο πολιτικό σύστημα και κυρίως να επαναφέρει τη διαταραγμένη κοινωνική συνοχή.
Επί δυόμισι χρόνια από αυτό εδώ το διαδικτυακό
βήμα, περιγράφουμε, αναλύουμε, προτείνουμε, το περίγραμμα της Νέας
Μεταπολίτευσης θέτοντας σε ισότιμη μοίρα την ανάγκη για ταυτόχρονη ανασυγκρότηση
της κρατικής διαχείρισης και του οικονομικού - παραγωγικού περιβάλλοντος
αλλά και την πλήρη αναδόμηση των θεσμών και του κοινοβουλευτικού -
κομματικού πλαισίου. Οι πρόσφατες παρουσιάσεις του Αντώνη Σαμαρά στο
Ζάππειο, που ανακηρύσσουν ως κυρίαρχο κοινό στόχο τις προαναφερθείσες δράσεις,
αποτελούν την επιβεβαίωση ενός άτυπου μανιφέστου της Νέας Μεταπολίτευσης
έτσι όπως εξαρχής τέθηκε από τον ίδιο την περίοδο της εκλογής του στην προεδρία
της ΝΔ.
Ίσως να μην μπορεί να επιβεβαιωθεί αμετάκλητα αν ισχύει απόλυτα ο αριθμός των 240 χιλιάδων μελών που προσήλθαν στην διαδικασία εκλογής προέδρου του ΠΑΣΟΚ, από τη στιγμή μάλιστα που δεν υπήρχε καν η δυνατότητα αξιόπιστου εσωτερικού ελέγχου από το μηχανισμό κι ενός άλλου υποψηφίου. Το σίγουρο είναι ότι υπήρξε ένας επιτυχημένος επικοινωνιακός χειρισμός μέσω διασποράς εξαιρετικά χαμηλών προσδοκιών, αλλά κι ότι όντως ήταν σχετικά ικανοποιητική η συμμετοχή με βάση τις κοινωνικές συγκυρίες και τη γενικευμένη απαξίωση προς το πολιτικό σκηνικό, όσο κι αν τελικά κινήθηκε στο ένα τρίτο αυτών που είχαν προσέλθει στην αντίστοιχη διαδικασία του 2007.











