Σχεδόν 7 δις ευρώ
σε επενδυτικά πλάνα κι άλλα 20 δις σε πιθανές αγορές μελλοντικών
εκδόσεων ελληνικών ομολόγων άφησε πίσω του το «κίτρινο» τσουνάμι της επίσκεψης
του Κινέζου πρωθυπουργού. Εξίσου όμως σημαντική είναι και η τουριστική προβολή
της χώρας σε μια ανεκμετάλλευτη αγορά 100 εκατομμυρίων τουριστών και η
σταδιακή διείσδυση των ελληνικών προϊόντων σε μια αγορά που κάνει άλματα στην
κατανάλωση εισαγόμενων ποιοτικών προϊόντων, ειδικά τώρα που η κινεζική
κυβέρνηση κάνει μια στροφή στο αναπτυξιακό της μοντέλο τονώνοντας την
εσωτερική κατανάλωση.
Αλλά αυτά τα...
πενιχρά μάλλον δεν αρκούν για τους επίδοξους κατακτητές της εξουσίας και τον επαναστατικό
οίστρο του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει τίποτα πιο υποκριτικό και πολιτικά
επικίνδυνο από το να δηλώνεις ως γενική αρχή ότι θεωρητικά είναι ευπρόσδεκτες
οι επενδύσεις αλλά ταυτόχρονα να θέτεις ένα τεράστιο «αλλά» που ακυρώνει
κάθε επενδυτική πρωτοβουλία.
Ένα «αλλά» που
περιλαμβάνει γνωστές ιδεολογικές αγκυλώσεις, αντι-ιμπεριαλιστικές
εκρήξεις, ανακαλύπτει εργασιακούς μεσαίωνες και αναμασά τις ξεπερασμένες
αντιλήψεις για υψηλή αποδοτικότητα των κρατικών επιχειρήσεων προς όφελος της
κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που πέρα από συσσωρευμένα χρέη, γραφειοκρατία και
χαμηλής ποιότητας υπηρεσίας δεν γεύτηκε και πολλά πράγματα από τα κρατικά
μονοπώλια.
Η στρατηγική
τοποθέτηση της Κίνας σε τομείς όπως ο τουρισμός, η ενέργεια, οι υποδομές, οι
μεταφορές δημιουργούν μια επιπρόσθετη γεωπολιτική ασπίδα ασφάλειας
ενισχύοντας το ρόλο μας στην ευρύτερη περιοχή. Ένας διαμετακομιστικός κόμβος,
με ισχυρό εμπόριο και αυξημένο τουριστικό κύμα από μια γιγάντια οικονομία
αποκτά άλλη υπόσταση στη διεθνή σκακιέρα.
Το κωμικοτραγικό
είναι ότι όσοι έβλεπαν την Κίνα και τη Ρωσία ως σωτήρες (ακόμα κι αν
ποτέ δεν δήλωσαν τίποτα παραπάνω από την πρόθεση επενδύσεων και φυσικά ούτε
υπαινίχθηκαν την αγορά απαξιωμένων ελληνικών ομολόγων όταν η χώρα κατέρρεε),
έρχονται τώρα ως δήθεν υπερασπιστές του δημοσίου πλούτου να καταδικάσουν τις
Κινεζικές επενδύσεις και να μιλήσουν για ανώφελο νέο χρέος επειδή η χώρα
χρησιμοποιεί ως εναλλακτικό εργαλείο και την προσφυγή στις αγορές. Μονά, ζυγά
δικά σας δεν γίνεται!
Η Ελλάδα έχοντας
ως παρακαταθήκη την δημοσιονομική σταθερότητα και την αποκατάσταση μιας
αξιόπιστης εικόνας αποκτά νέα διαπραγματευτικά όπλα με την ενίσχυση των σχέσεων
της με κορυφαίες οικονομίες όπως της Κίνας και με τη σταδιακή επαναφορά της
στις αγορές. Η επόμενη σελίδα για την χώρα δεν χτίζεται μόνο με τις
αναγκαίες εσωτερικές αλλαγές αλλά και με τη διεύρυνση των διεθνών οριζόντων και
τη σφυρηλάτηση νέων συμμαχιών.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Η εξόρμηση της
κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού για την προσέλκυση επενδύσεων
είναι συνεχής και εντεινόμενη. Πέρα από τις συνήθεις Δυτικές οικονομικές
δυνάμεις που προσεγγίζονται, ευκαιρίες νέων συνεργασιών αναζητούνται και
στις αναδυόμενες αγορές. Κι όσο αν το Κατάρ ή η Ρωσία προβάλλουν κυρίως ως
στρατηγικοί σύμμαχοι σε ενεργειακά ή κατασκευαστικά ζητήματα ή ταχέως
αναπτυσσόμενη Κίνα μπορεί να αποτελέσει βασικό αναπτυξιακό πυλώνα σε ένα
μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων.
Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη κατάσταση όπου κατορθώσαμε να καταστήσουμε την οικονομία, μάλιστα με την πιο ακραία κερδοσκοπική μορφή της, ισχυρότερη της πολιτικής παρέμβασης, δεν μπορούμε να μην αναζητούμε πίσω από τα κίνητρα κάθε απόφασης το που διαχέεται το οικονομικό όφελος. Ποιον ωφελεί στο παγκόσμιο συναλλαγματικό πόλεμο η απονενοημένη κίνηση Παπανδρέου, να αναδείξει ζήτημα Ευρωπαϊκής πορείας για τη χώρα; Ποιος ισχυροποιείται και ποιος αποδυναμώνεται στο διαρκές διεθνές παιχνίδι ισορροπιών που αρκούν απλά φήμες κι όχι τελεσίδικες πρωτοβουλίες όπως αυτή του Παπανδρέου για να ανατραπούν τα δεδομένα σε μια στιγμή; Να θυμίσω και πάλι την προ 1,5 χρόνο ανάλυση μου για το ζήτημα «Ο «πόλεμος» ΗΠΑ - Κίνας κι η Ευρωπαϊκή ολιγωρία»
Στην αγωνιώδη προσπάθεια να πείσουν και τους εαυτούς τους ότι το αρχικό σχέδιο του μνημονίου για εσωτερική υποτίμηση υλοποιείται, αλλά ταυτόχρονα να δοθεί και η εντύπωση μιας ανάτασης του επενδυτικού κλίματος, οι αρμόδιοι (ή μάλλον κάποιοι από τους αρμόδιους!!) για την ανάπτυξη υπουργοί κ.κ. Χρυσοχοϊδης και Παμπούκης καταφεύγουν σε δηλώσεις που πέραν του ότι στρεβλώνουν τα δεδομένα, στηρίζονται πρωτίστως σε προσωπικές εικασίες και προσδοκίες. Η αναφορά σε μείωση τιμών, με τον πληθωρισμό σταθερά στο 4,5% και η καθυστερημένη αναπαραγωγή της Κινεζικής βοήθειας που αγγίζει πλέον τα όρια του αστικού μύθου, μάλλον απογοητεύουν τους πολίτες, ως χαρακτηριστικό δείγμα παλαιοκομματικής νοοτροπίας που επιζητεί την ωραιοποίηση της πραγματικότητας ανεξαρτήτως κόστους για την κοινωνία.Πληθαίνουν οι φωνές που προτρέπουν τους ηγέτες της Ε.Ε. να συμφωνήσουν στην έκδοση ενός κοινού Ευρωπαϊκού ομολόγου με επιτόκιο κάτω από 3%, ώστε να περιοριστούν οι κερδοσκοπικές κινήσεις των αγορών και να αποκλιμακωθεί σταδιακά το τεράστιο και δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος, όλο και περισσότερων χωρών που σε συνδυασμό με τη βαθιά ύφεση οδηγεί σε συνολικό αδιέξοδο τη λειτουργία της κοινότητας. Είναι όμως αυτή, υπό τις παρούσες συνθήκες, μια εφικτή λύση και σε ποιο βαθμό μπορεί να λύσει τα διαρθρωτικά, πολιτικά ζητήματα που ταλανίζουν την Ε.Ε.
Η τελευταία Σύνοδος των 20 ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, ανέδειξε για μια ακόμα φορά, ανάμεσα στα άλλα ζητήματα, το σχεδόν προαιώνιο δίλημμα του τι προέχει ως επιλογή, μετά από μια σημαντική οικονομική κρίση. Η εμμονή στην άμεση δημοσιονομική προσαρμογή με πάση θυσία ταχύτατο περιορισμό των ελλειμμάτων ή η προσπάθεια συντήρησης ενός θετικού αναπτυξιακού κλίματος που με την αναθέρμανση της αγοράς θα δημιουργήσει και δημοσιονομικά οφέλη; Το ερώτημα μοιάζει λίγο με την γνωστή απορία για το αυγό και την κότα! Οι δυο επιλογές αποτελούν τα «άκρα» ενός μοχλού που η υπερβολή στην κίνηση του ενός μέρους μπορεί να οδηγήσει στην ολοσχερή πτώση συνολικά του «μηχανισμού».
Μετά την επιτυχημένη έκδοση ομολόγου με το γιγάντιο επιτόκιο του 6.2% (άραγε γιατί δανειστήκαμε 3 δις επιπλέον των αρχικά ζητούμενων, εάν έχουμε ειλικρινή εμπιστοσύνη στο πρόγραμμα σταθερότητας της κυβέρνησης και δεν αναμέναμε τη σταδιακή αποκλιμάκωση των spreads σε σύντομο χρονικό διάστημα, εφόσον όντως γίνουν εμφανή τα πρώτα θετικά αποτελέσματα) και τη φημολογία για ενδεχόμενη εμπλοκή του Κινεζικού κράτους με αγορά ενός σημαντικού πακέτου ομολόγων (αξίας από 5 έως 25 δις ευρώ) με αντάλλαγμα τη συμμετοχή τους στην Εθνική Τράπεζα ή τον ΟΣΕ, υπήρξαν δυο αυτόματες αλληλεξαρτούμενες αντιδράσεις. Από την μια, υπήρξε μια γενικευμένη αντίδραση στην προοπτική εισόδου του «Κίτρινου» οικονομικού πυρετού στην Ευρωπαϊκή οικονομία, όχι μόνο μέσω της αγοράς μέρους του χρέους Ευρωπαϊκών χωρών, Από την άλλη, η αρχικά μουδιασμένη αντίδραση των εταίρων μας στις εξαγγελίες των προθέσεων της κυβέρνησης μετουσιώθηκε με αξιοπρόσεκτη ένταση, σε υποστήριξη των Ελληνικών προσπαθειών με δηλώσεις και διαρροές για πιθανή οικονομική στήριξη της χώρας (προείσπραξη κοινοτικών κονδυλίων, ενίσχυση μέσω της Ευρωπαϊκής τράπεζας επενδύσεων, διμερή δανεισμό, κοινοπρακτικό δανεισμό και έκδοση κοινού ευρω-ομολόγου με ελκυστικό επιτόκιο).





