Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος, Σύμβουλος Επενδύσεων
Το πιο πρόσφατο κυβερνητικό μότο, αυτό που απολαμβάνει την μέγιστη επικοινωνιακή προβολή μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ακούει στον όρο “δίκαιη ανάπτυξη”. Σαν κάποιοι να μην αντέχουν καν στο άκουσμα της λέξης “ανάπτυξη” χωρίς στο μυαλό τους να συνδυάζεται με ιστορικές, υλιστικές μαρξιστικές θεωρίες και να μένει στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση επιχειρηματικής εκμετάλλευσης επί της εργατιάς.
Τι ακριβώς όμως υπονοεί αυτός ο ασαφής προσδιορισμός “δίκαιη”; Ποιες προϋποθέσεις και ποια όρια θέτει στις αναπτυξιακές δυνατότητες; Πως αναλύονται πρακτικά οι διαδικασίες, τα κίνητρα, οι νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις που στοιχειοθετούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα αποκτά έναν τέτοιο αέρα. Υπάρχει όντως επιβαλλόμενη δικαιοσύνη, τι προσφέρει αυτή (θετικά και αρνητικά) και ποιο είναι το κόστος για την απρόσκοπτη, δημιουργική λειτουργία;
Αν επικεντρωθείς στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, θα κατανοήσεις ότι αυτή η “δικαιοσύνη” αφορά δύο πεδία. Από την μια, την έκφραση μιας γενικής ευαισθησίας επί των εργασιακών όρων κι από την άλλη μια αφαιρετική θεωρητικοποίηση περί της συλλογικά προσανατολισμένης παραγωγικής διαδικασίας.
Αν ξεπεράσουμε την ανάγκη του Τσίπρα να θέσει ένα υποτιθέμενο νέο πεδίο δήθεν διαπραγματευτικής σύγκρουσης με τους εταίρους γύρω από τις αναμενόμενες αλλαγές σε μια σειρά από εργασιακά ζητήματα, αυτό που απομένει είναι μια κλασική ανέξοδη αριστερή εμμονή στην προάσπιση ανύπαρκτων κεκτημένων ακόμη κι όταν το επιχειρηματικό σύμπαν καταρρέει εκτινάσσοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία και η κερδοφορία... της πλουτοκρατίας δεν υφίσταται πλέον για να μπορεί να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβερνητική εικόνα για τον παραγωγικό προσανατολισμό της χώρας και την στοχευμένη ενίσχυση των επενδύσεων απέχει πολύ από ένα μη κρατικοδίαιτο, μη συγκεντρωτικό μοντέλο που δεν αντιμετωπίζει φοβικά έως και εχθρικά την επιχειρηματικότητα. Σε κάθε σχετική φράση προσθέτουν αναχώματα με άσχετες και κούφιες αναφορές στο κοινωνικό κράτος που έμμεσα παραπέμπουν στις γνωστές συνταγές με ακριβά δανεικά.
Σε κάθε πρόταση τους κρύβουν ανασχετικές παρεμβολές για παραγωγή αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων λες κι αυτό, πέρα από το δίχτυ του κατώτατου μισθού, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες του ανταγωνισμού και τις ευρύτερες τάσεις της αγοράς αλλά, με κάποιο τρόπο, επιβάλλεται από τις... φιλόστοργες κρατικές διαθέσεις.
Όπως κι αν το χρωματίσουν, όσες περίτεχνες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουν, πάντα πίσω από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα κρύβεται το φάντασμα του παρεμβατικού κρατισμού που δεν περιορίζεται στον εποπτικό ρόλο του ως εγγυητή της υγιούς ανταγωνιστικότητας αλλά προσθέτει πινελιές ιδεολογικής εμμονής. Τέτοιας και τόσης που στην πραγματικότητα περιορίζει, αγκυλώνει, αφυδατώνει την δροσιά της δημιουργικής πρωτοπορίας φέρνοντας επιχειρηματική αδικία και κοινωνική μιζέρια. Άλλωστε αυτές οι θεωρίες αποδείχτηκαν στην πράξη καλές μόνο στο να μοιράζουν δίκαια την φτώχεια.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Μας προσέφερε άπλετο γέλιο κι ένα ακόμη viral για τα social media, ο Μάρδας, με τις δηλώσεις του για επενδυτές που κρύβονται καλά ανάμεσα στους μετανάστες και τους πρόσφυγες αλλά το ζήτημα είναι πολύ σοβαρότερο από ένα απλό ευφυολόγημα. Οι εγχώριες και διεθνείς συνθήκες είναι τέτοιες που παραμένει αμφίβολο αν έστω και οι δυνητικοί Σύριοι επενδυτές θα επέλεγαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαια τους στην χώρα μας.
Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που διασφαλίζουν ότι υπό το σημερινό πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και τεχνολογικό περιβάλλον (αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν, από τα αρχικά των αντίστοιχων αγγλικών λέξεων, P.E.S.T) μπορεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη ανάπτυξη κάθε επενδυτικού σχεδίου; Από ποια έως τώρα εμπειρία προκύπτει ότι οποιοσδήποτε αποπειραθεί να ξετυλίξει την επιχειρηματική του ιδέα θα συναντήσει πρωτίστως ένα σύνολο σταθερών παραγόντων, σε όλα τα επίπεδα, που θα του επιτρέψει να αφιερωθεί στο έργο του, χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.
Στο πολιτικό πεδίο, η προοπτική των εκλογών παραμένει μονίμως ένα ισχυρό ενδεχόμενο και η κυβερνητική συνοχή εξαρτάται διαρκώς από τις θυμικές διαθέσεις των εναπομεινάντων “εξτρεμιστικών” στοιχείων του ΣΥΡΙΖΑ και του στρατηλάτη Καμμένου. Το οικονομικό περιβάλλον κινείται επί ενάμιση χρόνο στα πλαίσια της δημιουργικής ασάφειας και της ιδεοληπτικής σαφήνειας. Επιπρόσθετα το φορολογικό και το αναπτυξιακό νομοσχέδιο που θα έπρεπε να λειτουργούν ως εργαλεία προώθησης της επιχειρηματικότητας, πέρα από το ότι αργούν να κατατεθούν, είναι σίγουρο ότι θα αποτυπώνουν την ταξική κυβερνητική μονομέρεια.
Η κοινωνική αναταραχή, για τα σκληρά μέτρα και την αθέτηση όλων των προεκλογικών υποσχέσεων, καταγράφεται και στην ταχεία δημοσκοπική απομείωση του ΣΥΡΙΖΑ και οι εξελίξεις στον τομέα των υποδομών και της ψηφιακής αναβάθμισης δεν προκαλούν θετικές εντυπώσεις, Όταν μάλιστα ψηφιακά έργα εκατομμυρίων ευρώ χάνονται από έλλειψη βούλησης και διοικητικής επάρκειας μόνο για στροφή στην καινοτομία δεν δικαιούμαστε να μιλάμε.
Αυτό το ψηφιδωτό των αρνητικών προσήμων σε όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις κάθε επιχειρηματία, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Ούτε ο υποτιθέμενος Σύριος επενδυτής θα είχε την διάθεση να αναλάβει το ρίσκο της ανάμειξης με ένα παρωχημένο, ανασφαλές, ιδεοληπτικό, σύστημα που το πιθανότερο είναι ότι θα του απορροφούσε κεφάλαια ως άλλη μαύρη τρύπα για να του αποδώσει στην πορεία, όχι σίγουρα κέρδη, αλλά βέβαιη αμφιβολία για την αξία μιας τέτοιας επιλογής.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Το πιο χιλιοειπωμένο μότο των ετών της κρίσης είναι “θέλουμε επενδύσεις”. Έχει αρθρωθεί από όλους και με όλες τις δυνατές εκφάνσεις και ερμηνείες που θα μπορούσαν να του δώσουν. Χρησιμοποιήθηκε από όσους αναζητούν στη χαμηλή φορολογία και την διευκόλυνση των διαδικαστικών βημάτων την αναστροφή του αποεπενδυτικού κλίματος αλλά και από αυτούς που προτάσσουν τις δημόσιες επενδύσεις και βρίσκουν διαρκώς προφάσεις για να αναβάλλουν ώριμα επιχειρηματικά πλάνα.
Η κυβέρνηση επιβεβαιώνει μέρα με τη μέρα ότι είναι άλλο να δηλώνεις πρόθυμος να στηρίξεις δημιουργικές προτάσεις κι άλλο να ακολουθείς συντονισμένα βήματα για να τις προσελκύσεις. Παραμένει εγκλωβισμένη στις ιδεοληψίες και την άτεγκτη τυπολατρία, αγκιστρωμένη σε ταξικές μονομέρειες, παροπλισμένη από τις συντεχνιακές και λοιπές εκδουλεύσεις της. Μέσα σε λίγες μέρες προέκυψαν τρία γεγονότα που πιστοποιούν αυτή ακριβώς την εμμονή.
Κορυφαίο παράδειγμα η ιστορία των Σκουριών όπου ο ΣΥΡΙΖΑ ορθώνει περιβαλλοντικά προσχώματα παρά την δικαίωση της εταιρείας από το ΣτΕ και αναμασά τα ίδια επιχειρήματα προτιμώντας την διακοπή των εργασιών και την απόλυση των υπαλλήλων παρά την συνεννόηση και την προσαρμογή ώστε και οι περιβαλλοντικοί όροι να επιτευχθούν και μια επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων να μην απομακρυνθεί στα πλαίσια μιας ασύμφορης χρονομανίας. Στις πλάτες των εργαζομένων παίζεται ένα από τα τελευταία παιχνίδια αριστερής επικοινωνιακής “γυμναστικής”.
Ακολούθησε το ζήτημα του λιμανιού του Πειραιά όπου στον πρόσφατο διαγωνισμό η COSCO βρέθηκε να είναι η μόνη ενδιαφερόμενη και μάλιστα με ένα εξαιρετικά χαμηλό τίμημα, πολύ μικρότερο από αυτό που αναμένονταν. Μια ιδιωτικοποίηση που είχε φορτωθεί με πολλές προσδοκίες, για ακόμα εντονότερη δραστηριοποίηση και διεθνοποίηση των εργασιών του λιμανιού, απέβη άκαρπη. Το γενικότερο πολιτικό και οικονομικό κλίμα, με την αξιολόγηση να παραμένει αίολη και τις ελληνικές επιχειρήσεις να αποχωρούν μαζικά από τη χώρα κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της νέας υπερφορολόγησης, παρέσυραν την όλη διαδικασία στην απαξίωση.
Το κερασάκι στην τούρτα ήταν οι κυβερνητικές βλέψεις για την διαμόρφωση του τηλεοπτικού τοπίου. Αν ισχύει η πρόθεση για χορήγηση λιγότερων από πέντε αδειών πανελλαδικής εμβέλειας τότε πιθανότατα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σχέδιο ελέγχου του χώρου με όρους και προϋποθέσεις που θα ορίσει το Μαξίμου. Όσο κι αν είναι γεγονός ότι η πρώτη διεθνής έρευνα για την ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα, που έγινε στα τέλη των ’80ς, προέτρεπε στη λειτουργία… ενάμιση καναλιού, σήμερα έχει διαμορφωθεί ένα κατακερματισμένο μεν τοπίο, αλλά που μόνο η ίδια η αγορά μπορεί να εξυγιάνει μέσα από συγχωνεύσεις.
Καμιά κρατική παρέμβαση δεν δικαιούται να επιβάλλει χιλιάδες απολύσεις και αναγκαστικές αναδιαρθρώσεις αξιοποιώντας ουσιαστικά την επιρροή της για να οδηγήσει σε αναδιάταξη το μιντιακό τοπίο και τις επιχειρηματικές δυνάμεις που το στηρίζουν. Με αυτές τις διαθέσεις το μήνυμα προς την πραγματική οικονομία είναι ένα. Χάσαμε τις επενδύσεις. Stop!
Κάθε
εχέφρων παρατηρητής που θα ρίξει μια ματιά στις προτεραιότητες της
παρουσίασης (πχ. επανακρατικοποιήσεις, φορολόγηση του πλούτου και της
περιουσίας) θα καταλάβει ότι δεν υπάρχει περίπτωση έμπειροι επενδυτές να μην
νιώσουν έκπληξη και αποστροφή για θέσεις που προσιδιάζουν περισσότερο σε εξευγενισμένες
μετα-κομμουνιστικές επιλογές παρά σε μια σύγχρονη ρεαλιστική ατζέντα.
Πέρα
από ορισμένα σημεία στα οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα επί της ουσίας
επρόκειτο για μια αναπαραγωγή όλων των γνωστών επιχειρημάτων του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ιδιωτικοποιήσιες
και το άνοιγμα αγορών κι επαγγελμάτων δεν είναι απαραίτητα (σε άλλο όμως
σημείο αναφέρεται η ολιγοπωλιακή κατάσταση στην ελληνική αγορά!). Το σκίσιμο
του μνημονίου γίνεται επισήμως επανεξέταση της δανειακής σύμβασης. Το κούρεμα
ως ευχή και η ρήτρα ανάπτυξης που παραβλέπουν ότι η δυνητική λογική της
αφορά την πληρωμή χαμηλότερων τόκων σε περίοδο ύφεσης και μεγαλύτερων των
υπαρχόντων σε καιρούς ανάπτυξης!
Για
μια ακόμα φορά προτρέπει στη χρήση ευρωομολόγων τη στιγμή που οι σημερινοί
όροι δανεισμού της χώρας είναι τόσο ευνοϊκοί που παραπέμπουν ουσιαστικά σε
ευρωομόλογο. Επαναφέρει τις διαχρονικές αντιπολιτευτικές καραμέλες ενός δίκαιου
(κατά το δοκούν!) φορολογικού συστήματος και άμεσου περιορισμού της
παραοικονομίας που για να αποφέρει τα ποσά που επιθυμούν για τις κοινωνικές
δράσεις του θα χρειαστεί νέα φοροεπιδρομή στη μεσαία τάξη (δηλώνεται ως στόχος
η αύξηση του δείκτη άμεσων κι έμμεσων φόρων και των φόρων σε πλούτο και
περιουσία).
Μεγάλη
αντίφαση το ότι ενώ γίνεται γενική αναφορά σε επενδυτικά και αναπτυξιακά
κίνητρα χωρίς εξειδίκευση μέτρων και πρωτοβουλιών για να γίνει κατανοητός ο
παραγωγικός προσανατολισμός, ταυτόχρονα μέγιστη προτεραιότητα θεωρείται η κρατικοιποίηση
του τραπεζικού κλάδου πιθανότατα για να επαναφέρουμε το γραφειοκρατικό και
πελατειακό σύστημα που βύθισε τις κρατικές τράπεζες όλες τις προηγούμενες
δεκαετίες.
Βέβαια
δίνεται ως στόχος η καταπολέμηση της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας, πουθενά
όμως δεν διευκρινίζεται πως θα επιτευχθεί αυτό χωρίς διαρκή αξιολόγηση δομών
και προσώπων στο δημόσιο τομέα. Κι ως κερασάκι στην τούρτα έρχεται στο
κλείσιμο της παρουσίασης η επισήμανση ότι επίκειται και χορήγηση υπηκοότητας
σε περισσότερους μετανάστες. Όλες οι προσπάθειες που έγιναν το τελευταίο
διάστημα για έλεγχο του φαινομένου της λαθρομετανάστευσης ακόμα και η ανάληψη
του σχετικού χαρτοφυλακίου από τον Έλληνα επίτροπο ήταν μια τρύπα στο νερό για
το ΣΥΡΙΖΑ και η λύση του ζητήματος βρίσκεται στην ελαστικοποίηση των όρων
δίνοντας κίνητρα για ακόμα πιο αυξημένα κύματα μετανάστευσης.
Κι αν
δεν αρκούν αυτές οι αποδείξεις, έρχονται τα έκτροπα και οι βιαιοπραγίες στην
Κέρκυρα, σχετικά με την επένδυση στην Κασσιόπη, όπου οι «επαναστάτες»
τοπικοί άρχοντες έδειξαν με τον πιο ακραίο τρόπο πως αντιλαμβάνονται την
ανταλλαγή απόψεων και μας έπεισαν για το ότι η «επιχειρηματολογία» τους
εξαντλείται στο μηδενισμό και τον τραμπουκισμό. Συνοδευτικά «στήριξαν»
και τον τουρισμό αρχίζοντας αγώνα κατά του all inclusive γιατί μια αριστερή κυβέρνηση δεν
μπορεί παρά να παρεμβαίνει με κάθε μέσο στην αγορά καθοδηγώντας την,
άλλο θέμα βέβαια ο βαθμός αποτελεσματικότητας τέτοιων παρεμβάσεων.
Με
όλα τούτα είναι δυνατόν να μην εντυπωσιάστηκαν οι διεθνείς επενδυτές και να μην
έθεσαν την ΣΥΡΙΖΑία Ελλάδα στην κορυφή των επιλογών για την τοποθέτηση
των κεφαλαίων τους; Τώρα θα μου πείτε μόλις ανακοινώθηκε η επίσπευση της
Προεδρικής εκλογικής και η προοπτική πολιτικής αλλαγής τα spreads εκτινάχθηκαν και το
χρηματιστήριο κατακρημνίστηκε κατά 12%. Ήταν μια απλή χορηγία της διεθνούς
πραγματικότητας στον αχαλίνωτο ελληνικό στρουθοκαμηλισμό που βιάζεται να
ζήσει το δικό του μπαχαλομύθο!
Κων/νος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Η χώρα βρέθηκε στη δίνη τεράστιων δημοσιονομικών και εμπορικών
ελλειμμάτων. Από τη μια ο υπερδανεισμός κι ο ανορθολογικός δημόσιος τομέας
κι από την άλλη ο παραγωγικός αφανισμός μιας ανάπτυξης που στηρίχτηκε κυρίως
στην κατανάλωση, δημιούργησαν τους δίδυμους πύργους της ανυποληψίας. Η ένταση
με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθούν έφερε μεν αποτελέσματα αλλά άφησε πίσω
της κοινωνικές συνέπειες η επούλωση των οποίων θα χρειαστεί αρκετά
χρόνια και συνεπή αλλαγή νοοτροπίας σε μια σειρά από ζητήματα. Σε αυτή την
πορεία όμως, που πολλοί αμφισβήτησαν ακόμα και τους βασικούς στόχους, το
επόμενο βήμα βάζει νέα, εξίσου κρίσιμα, διπλά διλήμματα.
Έως ότου η αριστερά αποδεχτεί την ανάγκη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών,
οι αριθμοί αντιμετωπίζονταν όχι ως αντανάκλαση της καθημερινότητας αλλά ως
τυχαίες κουκκίδες σε ένα κομμάτι χαρτί. Ακόμα και τώρα πίσω από τις τυπικές
δηλώσεις συμμόρφωσης σε κάποιους γενικούς κανόνες υποβόσκει η αντίληψη ότι το
δημόσιο μπορεί να ξοδεύει με σχετική άνεση αφού, όπως διαχρονικά υπόσχονται οι
αντιπολιτεύσεις, και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πατάξει πλήρως τη φοροδιαφυγή.
Να υπενθυμίσουμε απλώς ότι στην Ελλάδα του κατακερματισμένου ιδιωτικού
τομέα (33% αυτοαπασχολούμενοι, αντί του 16% στην Ε.Ε.) η καθημερινή φοροδιαφυγή
είναι δύσκολο να περιορισθεί πλήρως, όπως επίσης κι ότι η υπερφορολόγηση
έχει ήδη απομακρύνει μεγάλες επιχειρήσεις από τη χώρα κι ο στόχος δεν μπορεί να
είναι η περαιτέρω επιβάρυνση τους. Σε γενικό πλαίσιο ακόμα κι αν η παραοικονομία
μειωνόταν στους Ευρωπαϊκούς μέσους όρους τα ετήσια οφέλη για τη χώρα δεν θα
ξεπερνούσαν στην καλύτερη περίπτωση τα 4-5 δις ευρώ.
Στο νέο δίλημμα λοιπόν, φορολογικές επιβαρύνσεις ή μειώσεις και
επενδυτικές διευκολύνσεις δεν υπάρχουν απαντήσεις με μισόλογα. Ή επιθυμείς τη
στήριξη της επιχειρηματικότητας ή φαντασιώνεσαι τη.. «δίωξη» του πλούτου! Ή
προσελκύεις κεφάλαια ή τα αποστρέφεσαι. Γενικές ενθαρρυντικές αναφορές που
καταλήγουν στη δαιμονοποίηση κάθε μεγάλης επιχειρηματικής δραστηριότητας δε
νοούνται. Εκτός κι αν κάποιοι οραματίζονται μια περιχαρακωμένη και
κλειστοφοβική Ελλάδα που θα αναπαράγει εσαεί την κρατικοδίαιτη δομή της
οικονομίας της.
Από την άλλη το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η πιο αξιόπιστη
εικόνα της παραγωγικής μας καχεξίας, αμφισβητείται ως δείκτης κυρίως από πιο
φιλελεύθερες φωνές. Ξεκινώντας από τον πρώην διοικητή της FED Μπερνάκε αναπτύχθηκε εντονότερα μια φιλολογία για
την διπλή ανάγνωση του συγκεκριμένου μεγέθους. Είναι γεγονός ότι υπάρχει
αντιστοιχία ανάμεσα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τη διαφορά
επενδύσεων με αποταμιεύσεις. Είναι άλλωστε λογικό μια χώρα με παραγωγική
αδυναμία να βρίσκεται σε άμεση ανάγκη για επενδυτικά κεφάλαια. Επίσης
επισημαίνεται ότι η εισδοχή ποσών από το εξωτερικό πχ για αγορά μετοχών
καταγράφεται τελικά αρνητικά στο ισοζύγιο πληρωμών δίνοντας συνολική στρεβλή
εικόνα.
Το ζήτημα είναι αν η ανάγνωση αυτού του δεδομένου μπορεί να είναι κοινή για
όλες τις χώρες ή τα συμπεράσματα θα πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με
την αναπτυξιακή φάση καθεμιάς. Ο προβληματισμός ότι από τη μια ελλείμματα
τρεχουσών συναλλαγών εμφανίζουν οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία κι η Αυστραλία, ενώ
από την άλλη μεγάλα πλεονάσματα αραβικές χώρες είναι λίγο παραπλανητικός.
Αντίστοιχα όμως ελλείμματα παρουσίαζε κι η Ελλάδα και πολλές άλλες σχετικά μικρές
οικονομίες, όπως πλεονάσματα έχουν διαχρονικά η Γερμανία και η Κίνα.
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στο μέγεθος, ούτε στην ισχύ ή την εικόνα μιας
χώρας. Σε ώριμες οικονομίες όπως των ΗΠΑ ή της Μεγάλης Βρετανίας οι
επενδύσεις κεφαλαίου που έρχονται ουσιαστικά να ισορροπήσουν το εμπορικό
έλλειμμα αντικατοπτρίζουν είτε τη συναλλαγματική σιγουριά ενός
αποθεματικού νομίσματος, είτε την επενδυτική σταθερότητα ανεπτυγμένων
χρηματοοικονομικών αγορών και σταθερών παραγωγικών διαδικασιών. Ακόμα κι
εκεί όμως, όσο το δημοσιονομικό πρόβλημα διευρύνεται τόσο το ελλειμματικό
ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών λειτουργεί ως επιπρόσθετη τροχοπέδη, στο βαθμό που οι αγορές
κι οι επενδυτές αρχίζουν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην προοπτική
σταθερότητας.
Σε υπό ανάπτυξη χώρες με ανορθολογικές δομές, όπως η δική μας, τα χρηματοοικονομικά
κεφάλαια που εισέρχονται μπορεί, κι έχει αποδειχτεί στο παρελθόν, πρόσκαιρα
κι απολύτως κερδοσκοπικά, ενώ ακόμα και οι πιο παραγωγικές ξένες επενδύσεις όταν
δεν συνδυάζονται με την ύπαρξη συνθηκών πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας
(φορολογικό, υποδομές, ενεργειακά, ψηφιακά) μπορεί να καταλήξουν παροδική
τοποθέτηση με σκοπό αποκλειστικά το μεταπωλητικό κέρδος.
Για να έχει νόημα η σύγκριση με περιπτώσεις όπως αυτή μεγάλων δυτικών
οικονομικών θα πρέπει να έχεις αποκτήσει την αξιόπιστη οντότητα που
κατέχουν οι ίδιες. Πρώτα λοιπόν θα χτίσεις την παραγωγική σου βάση, θα
ενισχύσεις τον εξωστρεφή προσανατολισμό σου και θα υπερβείς τις δομικές σου
αδυναμίες και μετά θα μπορείς να λοξοκοιτάζεις παραδείγματα όπου όντως το
έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να σηματοδοτεί έναν ισχυρό και μόνιμο επενδυτικό μαγνήτη
για ξένα, χρηματοοικονομικά και όχι μόνο, κεφάλαια.
Αλλιώς παίζεις ένα επικίνδυνο παιχνίδι ασταθούς ισορροπίας όπου
παριστάνεις κάτι που δεν είσαι και που δεν μπορείς να γίνεις, πιστεύοντας ότι
υπηρετείς μιας θεωρητικολογία που δεν σε αφορά κι επί της ουσίας δεν
αποκλείεται να οδηγήσει με ταχύτητα φωτός στην καταστροφή, μόλις ανακαλυφθούν
αλλού χαμηλότερες χρηματιστηριακές αποτιμήσεις οι ευκαιρίες γρήγορων
επενδυτικών υπερκερδών.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Προμετωπίδα των ελληνικών διεκδικήσεων έναντι της τρόικας έχει γίνει το
θέμα της μείωσης του ΦΠΑ, ειδικά στην εστίαση, με την προοπτική η δημοσιονομική
σταθεροποίηση και οι αναπτυξιακές αναπνοές των ιδιωτικοποιήσεων, των άμεσων
ξένων επενδύσεων και της αξιοποίησης του ΕΣΠΑ να δημιουργήσουν τις συνθήκες για
γενικευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις και σύντομα την υιοθέτηση ενός σταθερού
και χαμηλού επίπεδου φόρου εισοδήματος, ειδικά για τις επιχειρήσεις.
Η εξόρμηση της
κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού για την προσέλκυση επενδύσεων
είναι συνεχής και εντεινόμενη. Πέρα από τις συνήθεις Δυτικές οικονομικές
δυνάμεις που προσεγγίζονται, ευκαιρίες νέων συνεργασιών αναζητούνται και
στις αναδυόμενες αγορές. Κι όσο αν το Κατάρ ή η Ρωσία προβάλλουν κυρίως ως
στρατηγικοί σύμμαχοι σε ενεργειακά ή κατασκευαστικά ζητήματα ή ταχέως
αναπτυσσόμενη Κίνα μπορεί να αποτελέσει βασικό αναπτυξιακό πυλώνα σε ένα
μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων.
Το βασικό πρόβλημα με τις οικονομικές αναλύσεις
είναι ότι συχνά στηρίζονται σε ασαφείς παραδοχές που παραβλέπουν την
πολιτική πραγματικότητα. Είναι δηλαδή άλλο πράγμα μια γενικόλογη θεωρητική
προσέγγιση, ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να προβληθεί ως ανώδυνη λύση που
δεν ενοχλεί κατεστημένες παθογενείς αντιλήψεις, και άλλο η αλήθεια των χρονικά
προσδιορισμένων πολιτικών δεδομένων. Κάπου εκεί ανάμεσα σε ιδεοληψίες της
αριστερής νιότης και νοητική υπερπήδηση των ανελαστικών αρνητικών μεταβλητών
της πολιτικοοικονομικής «εξίσωσης» περιπλέκεται ο γρίφος του Αλέξη Τσίπρα.
Η ευχή και η κατάρα των επιδοτήσεων, των
πακέτων ενίσχυσης και των κάθε λογής Ευρωπαϊκών εργαλείων στήριξης της
ελληνικής οικονομίας. Ένα μέσο αναβάθμισης της περιφέρειας και
εκσυγχρονισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που από πολιτική αβελτηρία και
κοινωνική παθητικότητα μετατράπηκε, στην πορεία του χρόνου, σε μια
«ευκολία» που απέτρεψε την εγχώρια αγορά από τον εκ βάθρων δημιουργικό
μετασχηματισμό της σε εξωστρεφή, συντηρώντας αντί να «σπάσει» κρατικοδίαιτες
διαδικασίες και συντεχνιακές νοοτροπίες (αν αναλογιστούμε και μόνο τη δράση
των αγροτικών συνεταιρισμών).
Δυο δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών σε
σημαντικά διεθνή έντυπα, την WSJ και τους FT, δίνουν δυο φαινομενικά αντιφατικές εκδοχές
της πραγματικότητας. Από τη μια η φορολογική, και όχι μόνο, Οδύσσεια επενδυτών
και πολιτών κι από την άλλη η αισιόδοξη προοπτική της εξόδου από την κρίση, όχι
μόνο για την Ελλάδα. Και οι δυο θεωρήσεις περιγράφουν υπαρκτά δεδομένα και
αντίστοιχα κινδύνους ή ευκαιρίες. Η διαφορά τους βρίσκεται στην μικροσκοπική
ή μακροσκοπική οπτική με την οποία προσεγγίζονται τα γεγονότα. Η
στατικότητα του πρόσκαιρου συγκρούεται με τη δυναμική του απρόβλεπτου.
Απαραίτητη η δημοσιονομική εξυγίανση ώστε
το κράτος να ξαναγίνει αυτάρκες, παρόλο που οι εμμονές στη βίαιη εσωτερική
υποτίμηση και η διαχρονική αναβλητικότητα στην περικοπή κρατικής σπατάλης,
έκαναν βαρύ το τίμημα της προσαρμογής για τους πολίτες! Εξίσου όμως, αν όχι
περισσότερο απαραίτητη είναι η επενδυτική ανάδειξη της χώρας, ώστε να
προσελκυθούν νέα κεφάλαια, ικανά να αντιστρέψουν την κατρακύλα της παραγωγικής
διαδικασίας.
Ο χρυσός κανόνας του χρηματιστηρίου
«πουλάμε ψηλά και αγοράζουμε χαμηλά» δεν πρόκειται να επιβεβαιωθεί άμεσα στην
ελληνική κτηματαγορά. Όχι επειδή σταδιακά δεν δημιουργούνται συνθήκες ευκαιριών
και προοπτικές επενδυτικών τοποθετήσεων με θετικό ορίζοντα αλλά γιατί όλοι οι παράπλευροι
παράγοντες που καθορίζουν την εικόνα μιας αγοράς λειτουργούν ανταγωνιστικά
σε αυτή την εξέλιξη.
Με τη διακεκριμένη αμετροέπεια που
χαρακτηρίζει πολλές πρώιμες αντιδράσεις, «θύελλα» ξεσήκωσε στους τοπικούς
παράγοντες της περιοχής η πληροφορία ότι ενδέχεται στις προς αξιοποίηση
βραχονησίδες να περιλαμβάνεται και το άλλοτε νησί των λεπρών. Οι γνωστές
κορώνες για ξεπούλημα του εθνικού πλούτου, για... παραχώρηση των εδαφών μας
στους... ξένους κι άλλα διαχρονικά μυθεύματα ανασύρθηκαν για μια ακόμα φορά από
το ντουλάπι του λαϊκισμού και του άκρατου κρατισμού. Ποια είναι όμως η
πραγματική διάσταση του θέματος.
Οι συνιστώσες κούρνιασαν κι απαρνήθηκαν
(;) ως άλλος Πέτρος τις ιδεολογικές
καταβολές τους έστω και προεκλογικά (η προοπτική της εξουσίας είναι τελικά το
απόλυτο αφροδισιακό αφού όπως φαίνεται και νεκρούς ανασταίνει!), κάποιες
έντονες γωνίες εθνικών και κοινωνικών απόψεων λειάνθηκαν για να πονούν
λιγότερο όταν προσκρούει πάνω τους η πολύπαθη Ελληνική κοινωνία, οι οικονομικές
απόψεις συνδύασαν τον αφορισμό στον καπιταλισμό με την αβάσταχτη
ελαφρότητα ενός παρωχημένου κρατισμού και την έλλειψη αναφορών σε δομικές
μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία, τέτοιες που θα βάλουν τη χώρα και
πάλι στο χάρτη των ανταγωνιστικών επενδυτικά προορισμών.
Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο πόσο μεγάλο διαχρονικό πολιτικό έγκλημα αποτελεί η μη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Μια χώρα με παραγωγική βάση που συνεχώς περιοριζόταν και στήριξε τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών στον ακριβό δανεισμό και τις Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις (όχι πάντα με αναπτυξιακή χρήση!), δεν δικαιολογείται να αδυνατεί να αξιοποιήσει στο έπακρο την τεράστια περιουσία που διαθέτει. Μέσω πολλών διαφορετικών επενδυτικών επεμβάσεων θα μπορούσε να αποφέρει ίσως και πάνω από 5-6% του ετήσιου ΑΕΠ (όσο δεν συνεισφέρουν ζωτικοί οικονομικοί τομείς!). Επί 2,5 χρόνια το ζήτημα πέρασε από την απαξίωση και το χλευασμό στην γενικόλογη αναμόχλευση και τη διοικητική προσέγγιση με τους γνωστούς νωχελικούς κρατικούς ρυθμούς.Η προσπάθεια «κουρέματος» του Ελληνικού χρέους εντάθηκε περίπου την περίοδο ψήφισης του μεσοπρόθεσμου, όταν αναγκαζόμενοι να λάβουμε νέα επιπρόσθετα μέτρα, λόγω της αποτυχίας των μνημονιακών εμμονών και της κυβερνητικής ανικανότητας για προώθηση και των πιο αυτονόητων μεταρρυθμίσεων, άρχισε να γίνεται αντιληπτή η έκταση της ύφεσης που δεν επέτρεπε την εξυπηρέτηση των τοκοχρεολυσίων. Με την πάροδο του χρόνου αποδεικνυόταν ότι η καταβαράθρωση της οικονομίας ξεπερνούσε και την πιο δυσοίωνη πρόβλεψη οδηγώντας σε συζητήσεις για ακόμα μεγαλύτερο «κούρεμα» με κατάληξη να είναι η Τρόικα που σήμερα πιέζει για ακόμα καλύτερη συμφωνία, παραδεχόμενη ουσιαστικά τη συνέχιση της ύφεσης και την αδυναμία ανάταξης της παραγωγικής βάσης!
Το «Ζάππειο ΙΙ» αποτέλεσε τη δεύτερη σημαντική κίνηση ματ του Αντώνη Σαμαρά τον τελευταίο χρόνο. Μετά την περσινή άρνηση ψήφισης του μνημονίου καταδεικνύοντας τους αδιέξοδους περιορισμούς του και προτείνοντας συγκεκριμένο σχέδιο ανάταξης της οικονομίας για την ταχύτερη απεμπλοκή μας από αυτό, ήρθε φέτος να χαράξει μια «κόκκινη» γραμμή στις παθογένειες του παρελθόντος και να παρουσιάσει ένα φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα με σαφείς κοινωνικές αναφορές. Ένα πρόγραμμα «πακέτο» που επί της ουσίας τονώνει το επενδυτικό προφίλ του τόπου μέσω της αναδόμησης του πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και τεχνολογικού υπόβαθρου (αυτό που ονομάζουμε P.E.S.T. από τα αρχικά των αντίστοιχων Αγγλικών λέξεων).
Στην αγωνιώδη προσπάθεια να πείσουν και τους εαυτούς τους ότι το αρχικό σχέδιο του μνημονίου για εσωτερική υποτίμηση υλοποιείται, αλλά ταυτόχρονα να δοθεί και η εντύπωση μιας ανάτασης του επενδυτικού κλίματος, οι αρμόδιοι (ή μάλλον κάποιοι από τους αρμόδιους!!) για την ανάπτυξη υπουργοί κ.κ. Χρυσοχοϊδης και Παμπούκης καταφεύγουν σε δηλώσεις που πέραν του ότι στρεβλώνουν τα δεδομένα, στηρίζονται πρωτίστως σε προσωπικές εικασίες και προσδοκίες. Η αναφορά σε μείωση τιμών, με τον πληθωρισμό σταθερά στο 4,5% και η καθυστερημένη αναπαραγωγή της Κινεζικής βοήθειας που αγγίζει πλέον τα όρια του αστικού μύθου, μάλλον απογοητεύουν τους πολίτες, ως χαρακτηριστικό δείγμα παλαιοκομματικής νοοτροπίας που επιζητεί την ωραιοποίηση της πραγματικότητας ανεξαρτήτως κόστους για την κοινωνία.
Η επένδυση στον Αστακό προβλήθηκε από την κυβέρνηση με ιδιαίτερη ένταση ως χαρακτηριστικό δείγμα της αναπτυξιακής πλευράς της πολιτικής της. Έστω και έμμεσα οι υπεύθυνοι υπουργοί υπονοούσαν ότι τέτοια project σηματοδοτούν τη αλλαγή της κρατικής νοοτροπίας στον τρόπο που προσεγγίζονται οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Η υπερβολή όμως στην προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του θέματος, κατάφερε με την τελική ματαίωση του έργου απλά να αναδείξει εντονότερα τις γνωστές ιδιαίτερες συνθήκες που μετατρέπουν σε «μαρτύριο» την οποιαδήποτε επενδυτική πρόθεση. Είναι άλλωστε πρόσφατη η ανάλογη εξέλιξη δυο μεγάλων τουριστικών κατασκευαστικών έργων σε Αταλάντη και Σητεία ("Τα τρία δις που έρχονται, τα 3 δις που φεύγουν"). Χαρακτηριστική είναι η χθεσινή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την απαλλοτρίωση εκτάσεων για τουριστική χρήση, που ακυρώνει σχεδιασμούς μελλοντικών επενδύσεων στο αντικείμενο.









