Στην εποχή του μνημονίου, τι περιεχόμενο μπορεί να έχει ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς; Αρκεί η εξάντληση σε επικλήσεις επαναφοράς των χαμένων εργασιακών κι ασφαλιστικών δικαιωμάτων και στην κάλυψη των όποιων εισοδηματικών απωλειών; Αρκεί απλά η καταγγελία της αντιαναπτυξιακής κυβερνητικής πολιτικής που έφερε την πρωτόγνωρη ύφεση, την έξαρση των λουκέτων στην αγορά κι οδηγεί ολόκληρες γενιές, ιδιαίτερα τις νεότερες, σε συνθήκες εξαθλίωσης, κοινωνικού παραγκωνισμού και συναισθηματισμού μαρασμού;
Διεκδίκηση, μαχητικότητα, δυναμισμός, έννοιες συνυφασμένες με την προσπάθεια διατήρησης των κοιννωικών ισορροπιών ανάμεσα σε αντιφατικές ανάγκες και απαιτήσεις αλλά κι ένα χρήσιμο εργαλείο πίεσης προς το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο για την προφύλαξη και διεύρυνση δικαιωμάτων, για τη συντήρηση και ανάπτυξη συνθηκών ευημερίας. Όταν όμως αυτή η έμφυτη μορφή «επιθετικότητας» μετατρέπεται σε «τυφλή» καταστροφική οργή, μηδενιστικής λογικής, ποιο είναι το τελικό αποτέλεσμα; Ποιος απότερος στόχος επιτυγχάνεται, πέρα από την πρόσκαιρη «συναισθηματική εκτόνωση» που μπορεί να δίνει στο σύστημα και τα απαραίτητα επιχειρήματα για τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης;
Η δυσφημιστική για τη χώρα, εικόνα των συμβασιούχων του Υπ. Πολιτισμού να αποκλείουν την πρόσβαση στην Ακρόπολη και να μετατρέπεται ο περιβάλλον χώρος σε πεδίο μάχης με τις δυνάμεις ασφαλείας, θα έπρεπε να δημιουργεί σε απεργούς και κυβέρνηση συναισθήματα ντροπής για την ανικανότητα τους να διαχειριστούν με πολιιτκούς όρους ένα ζήτημα που χρονίζει. Η ιστορία των συμβασιούχων, πολλές φορές με πολυετή συνεχή ανανέωση συμβάσεων είναι μια μόνιμη γάγγραινα του δημοσίου τομέα μας, που ανακυκλώνεται για μικροκομματικούς λόγους. Ο σεβασμός όμως απέναντι στα εθνικά σύμβολα, θα έπρεπε να έχει εμπνεύσει και τις δυο πλευρές ώστε οι αντιδράσεις τους να κινούνται στα όρια της ευπρέπειας και της αξιοσύνης που αντιπροσωπεύει ο συγκεκριμένος χώρος.
Μια από τις πρώτες κυβερνητικές προσπάθειες να ανοίξει το χρονίζων θέμα των κλειστών επαγγελμάτων που διατηρούσαν στη χώρα μας πολλούς κλάδους σε ένα ιδιότυπο καθεστώς, ουσιαστικά κρατικοδίαιτου επιχειρείν, μοιάζει να οδηγείται σε αδιέξοδο. Από τη μια οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν λύνουν στη ρίζα τους τα προβλήματα προστατευτισμού αφού και πάλι ο αριθμός των αδειών σε φορτηγά και βυτία θα ελέγχεται με κάποιο τρόπο και το κόμιστρο δεν θα διαμορφώνεται με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού, περιορίζοντας τις όποιες θετικές επιπτώσεις στο κόστος μεταφορών άρα και στην τελική τιμή προϊόντων και υπηρεσιών. Από την άλλη η μείωση της τιμής της άδειας, χωρίς πρόβλεψη για αντίστοιχο δίχτυ προστασίας ιδιαίτερα για όσους προχώρησαν πρόσφατα σε μια τέτοια επένδυση, δημιούργησε το κύμα αντιδράσεων που οδήγησε στις απεργιακές κινητοποιήσεις.

