Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η αντίστοιχη εκλογική διαδικασία στη Γαλλία, με την προοπτική ανάδειξης του Ολάντ στην Προεδρία, δημιουργούσε σε πολλούς μέσα στην Ε.Ε. προσδοκίες για δομικές αλλαγές στην Ευρωπαϊκή πολιτική, για άμεση προώθηση αναπτυξιακών λύσεων, για σχετική χαλάρωση της έντασης και της έκτασης των μέτρων λιτότητας, για ενίσχυση του παρεμβατικού ρόλου της ΕΚΤ και πολλά άλλα. Στην πράξη αποδείχτηκε ότι όσοι διατηρούσαμε μεγάλες αμφιβολίες για τις προθέσεις αλλά κυρίως για το συγκροτημένο του σχεδίου του, δεν ήμασταν ιδεοληπτικοί απέναντι στο σοσιαλιστή ηγέτη αλλά ρεαλιστές και διορατικοί.
Η παρεμβατικότητα του γάλλου προέδρου δεν έφερε εντυπωσιακές αλλαγές ακριβώς επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος για να αρθρώσει διακριτό λόγο, να προτείνει δομικές αλλαγές στη διοικητική διάρθρωση της Ε.Ε., να πιέσει για ταχύτερη ολοκλήρωση της τραπεζικής ενοποίησης. Έμεινε σε ψελλίσματα για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες χωρίς να αναζητήσει ευρύτερες συμμαχίες στο Νότο ή να διαθέτει εναλλακτικό πλάνο για τις παραγωγικές ανισορροπίες στην Ευρώπη και τη μελλοντική θέση της ηπείρου στον εντεινόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Ο Στάινμπρουκ μοιάζει μια αντίστοιχη περίπτωση, με ακόμα μεγαλύτερη ασάφεια και εμφανείς αντιφάσεις στη ρητορική του. Δεν είναι ξεκάθαρος στο αν οι χώρες που βρίσκονται σε δημοσιονομικό πρόγραμμα χρειάζονται περαιτέρω χρηματοδοτική ενίσχυση και πως αυτή θα καλυφθεί. Δεν διαθέτει ούτε το χρονοδιάγραμμα δράσης, ούτε τις διακριτές επιλογές για υπέρβαση της κρίσης. Παραμένει κι αυτός θιασώτης μιας γενικόλογης αναπτυξιακής προοπτικής χωρίς σαφείς αναφορές σε ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης του Βορρά, ως τους πιο υγιούς μέσου μεταφοράς πλεονασμάτων και ουσιαστικής ενίσχυσης των περιφερειακών οικονομιών.
Επειδή η κυβερνητική συνεργασία των δυο μεγάλων γερμανικών κομμάτων μοιάζει το πιθανότερο μετεκλογικό σενάριο, το να στηρίζονται οι ελπίδες για διαφοροποιήσεις στην ασκούμενη πολιτική στις διαθέσεις του Στάινμπρουκ φαντάζει περισσότερο ως όνειρο παρά ως πιθανή εξέλιξη. Όχι μόνο επειδή τα ποσοστά των Χριστιανοδημοκρατών θα είναι ηγεμονικά σε σχέση με αυτά των Σοσιαλδημοκρατών αλλά και λόγω της ένδειας ολοκληρωμένου ρεαλιστικού σχεδίου από πλευράς των τελευταίων.
Είναι πολύ πιθανότερο η ίδια η Μέρκελ, στο βαθμό που τα προγράμματα των χωρών του Νότου επιτυγχάνουν κάποια δημοσιονομικά αποτελέσματα και καλύπτουν με την ένταση των κοινωνικών συνεπειών τους, μέρος του ηθικού κινδύνου που υπήρξε η προμετωπίδα των Γερμανικών εμμονών, να επιλέξει τη διεύρυνση παρεμβάσεων για ενίσχυση της απασχόλησης, να προωθήσει μια οριστική λύση για την τραπεζική ενοποίηση και τη διαχείριση του ελληνικού χρέους και τελικά να διεκδικήσει έναν διευρυμένο προσωπικό ρόλο στο θεσμικό τιμόνι της Ε.Ε.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η απρόσμενη Ευρωπαϊκή απόφαση για εφάπαξ παρακράτηση ποσοστού έως
και 9,9% των καταθέσεων εντός Κυπριακού εδάφους δημιουργεί απορίες,
επιβεβαιώνει φόβους, ανοίγει ξανά συζητήσεις για τον τρόπο ομοσπονδιοποίησης
της Ε.Ε.. Κυρίως όμως σπέρνει αναπόφευκτα τον φόβο και τον πανικό για
πιθανή ανάλογη εξέλιξη και σε άλλες χώρες με παρόμοια προβλήματα.
Με τούτα και μ’ εκείνα, με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ να
«σφάζονται» στα μαρμαρένια αλώνια για τον πιο αποδοτικό τρόπο διαχείρισης
του ελληνικού χρέους και την Ελλάδα για πρώτη φορά να αποδεικνύεται ένα
βήμα μπροστά από τις εξελίξεις θέτοντας τους άλλους «παίκτες» μπρος τις ευθύνες
τους, λήφθηκε μια ανακουφιστική απόφαση για την εκταμίευση των επόμενων δόσεων
και μια συμβιβαστική (τι άλλο!) λύση για τη βιωσιμότητα του χρέους μας.
Δικαίωση λοιπόν της στρατηγικής Σαμαρά αλλά και μια πληγή που παραμένει μερικώς ανοιχτή, προφανώς από πρόθεση.
Μετά τη σύσκεψη των ηγετών των τεσσάρων
ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωζώνης και τις επίσημες αναφορές τους σε ένα αναπτυξιακό
πλάνο 130 δις ευρώ για την ανάκαμψη των κρατών – μελών της, οι αντιδράσεις
που ακολούθησαν κυμάνθηκαν από τα ανακουφιστικά επινίκια για την επίσημη
στροφή Μέρκελ στην αναζήτηση κι ενός ενισχυμένου αναπτυξιακού βραχίονα απέναντι
στη μονομέρεια της ατέρμονης λιτότητας, έως τον απόλυτο σκεπτικισμό για
το τίμημα που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν οι εταίροι της Γερμανίας για
αυτή τη φαινομενική υποχώρηση.
Θα είχαν λυθεί όλα μας τα ζητήματα αν η ΕΚΤ αποτελούσε επίσημα τον τελευταίο δανειστή ομολόγων για τις χώρες τις Ευρωζώνης; Προφανώς όχι, αλλά θα είχε δημιουργήσει ένα τεράστιο ψυχολογικό ανάχωμα στις φοβίες των αγορών και θα επέτρεπε να ενισχυθεί ένα αρχικό κλίμα συνοχής που θα άλλαζε την εικόνα στο ράλι ανόδου των επιτοκίων δανεισμού σχεδόν σύσσωμης της ΟΝΕ. Η ψυχραιμία την ώρα της πυρκαγιάς δεν αφορά την εκπόνηση μελετών για την πυρασφάλεια του οικοδομήματος αλλά την άμεση αντίδραση για τον περιορισμό της φωτιάς, ώστε να εξασφαλίσεις τον απαραίτητο χρόνο και τη νηφαλιότητα για να αναζητήσεις τα λάθη και να σχεδιάσεις ένα καινούριο πιο λειτουργικό πλάνο.
Όσοι εξέθεταν την αντίθεση τους στο «κούρεμα» του χρέους από την αρχή της κρίσης, ελπίζοντας σε ένα συνδυασμό πολιτικών σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο που θα αντέστρεφε τη δυναμική του, δεν το έκαναν μόνο για τους προφανείς οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους (κάποιοι από τους όποιους εν μέρει λειάνθηκαν με την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την κάλυψη των ασφαλιστικών ταμείων) αλλά κυρίως για το κλίμα ανασφάλειας και αμφιβολίας για το μέλλον της Ευρωζώνης που θα δημιουργούσε. Αυτό το κλίμα έφερε τις κατακλυσμιαίες εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων με σύσσωμη την ΟΝΕ να βλέπει τα επιτόκια δανεισμού των μελών της να εκτοξεύονται και τα σενάρια σχετικά με τις αναμενόμενες εξελίξεις (από αλλαγή συνθηκών έως διάλυση) να αναπαράγονται με αστραπιαία ταχύτητα.
Σε μια Ευρώπη που βλέπει τα επιτόκια δανεισμού της μιας χώρας μετά την άλλη να αγγίζουν... άπαρτες ψηλές κορφές και η ανάγκη λήψης άμεσων αποφάσεων όχι απλά για τη σταθερότητα αλλά για την ίδια την υπόσταση της Ευρωζώνης, να είναι επιτακτική, το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι η ενυπόγραφη επιβεβαίωση, αυτού που ήδη έχει συντελεστεί! Της στήριξης των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου για το «κούρεμα» του Ελληνικού χρέους (με τις θετικές και τις αρνητικές επιπτώσεις που αυτή περιλαμβάνει) και τη συμφωνία σε ένα πλαίσιο δράσεων που προκύπτουν από αυτή. Όμως οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μοιάζει να αναζητούν ένα άλλοθι στη μέχρι σήμερα ασκούμενη πολιτική, λες και οι Ελληνικές υπογραφές θα καθαγιάσουν μια οικονομική συνταγή που αποδείχτηκε, από τα αποτελέσματα της, αναποτελεσματική.
Όταν ο Γερμανός υπ. Οικονομίας κ.Ρέσλερ έκανε εδώ και μήνες για πρώτη φορά επίσημη αναφορά στην προοπτική ύπαρξης διπλής ζώνης ευρώ με περιορισμένο σκληρό πυρήνα και μια πιο χαλαρή περιφέρεια, αντιμετωπίστηκε από σκωπτικά έως με θυμηδία από πολιτικούς και σχολιαστές. Σήμερα και υπό το βάρος των συνεχών απρόβλεπτων εξελίξεων στην Ευρωζώνη τα σενάρια για μια τέτοια προοπτική αυξάνουν προερχόμενα ακόμα κι από τα χείλη κορυφαίων ηγετών όπως του Σαρκοζί. Μοιάζει πλέον νομοτελειακό. Ή το ευρώ θα αποκτήσει τις διοικητικές και οικονομικές δομές που θα το καταστήσουν ένα ισχυρό νόμισμα με προοπτική ή οδηγούμαστε σε εναλλακτικές μορφές διασύνδεσης των χωρών – μελών αν όχι στην πλήρη καταστροφή του φιλόδοξου εγχειρήματος. Θα λυγίσουν τα γεγονότα την άτεγκτη Γερμανική προσήλωση σε μια αντιπληθωριστική πολιτική (ήδη η ΕΚΤ έδειξε προς την αντίθετη κατεύθυνση μειώνοντας τα επιτόκια της); Θα υπάρξουν άραγε πολιτικές εξελίξεις που θα αλλάξουν ισορροπίες και προτεραιότητες;
«Ζούμε ιστορικές στιγμές» είναι η κύρια φράση που ακούγεται ακόμα και στις ιδιωτικές συζητήσεις των τελευταίων ημερών. Συνήθως όμως συνοδεύεται κι από δυο βασικά ερωτήματα: «Αν το «κούρεμα» είναι τόσο ωφέλιμο γιατί δεν το κάναμε εξαρχής;» και «Ποιες οι επιπτώσεις του και πως θα πορευτούμε ως τόπος από εδώ και πέρα;». Κι αν οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις έχουν επανειλημμένα αναλυθεί («Είναι σωτηρία το μεγάλο «κούρεμα» του χρέους»), η διαδικασία που οδήγησε σε μια τέτοια εξέλιξη παραμένει ασαφής (η δικαιολογία – έμμεση μομφή στην τρόικα, της Μέρκελ για ελλιπή στοιχεία τον Ιούλιο δεν αρκεί!) κι ακόμα πιο απροσδιόριστες παραμένουν οι μακροπρόθεσμες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ε.Ε.
Όσο πλησιάζει η σύνοδος κορυφής τόσο και πληθαίνουν οι φωνές που αναφέρονται σε περιορισμένες προσδοκίες όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα σχετικά με τη διαχείριση του Ελληνικού χρέους, αλλά ταυτόχρονα εντείνονται και οι πληροφορίες για συνδυασμό των όποιων προτάσεων με ξεκάθαρη διοικητική επικυριαρχία των Τροϊκανών και... ενίσχυση του συμφώνου σταθερότητας. Κι επειδή η υπεράσπιση της δημοσιονομικής «ορθοδοξίας» του Μάαστριχτ και της Λισσαβόνας (με τα γνωστά επιτυχημένα αποτελέσματα!) πρέπει ενίοτε να υποστηρίζεται και με χλευασμό όσων αντιλαμβάνονται την κρίση ως εφαλτήριο διοικητικής και οικονομικής ανασύνταξης της Ε.Ε. στα πλαίσια μιας ουσιαστικής αλληλεγγύης, εμφανίστηκε κι ο περιλάλητος κ.Μαρτένς να μας μιλήσει για το «μπισκοτάκι» Σαμαρά (αντί φαρμάκου)! Προφανώς κάποιοι είναι συνηθισμένοι σε «πικρές» εθνικιστικές και διχαστικές γεύσεις και δυσκολεύονται να αντιληφθούν τη «γλύκα» της εθνικής αξιοπρέπειας και της κοινωνικής συνοχής!
Καθημερινός ο καταιγισμός από ειδήσεις, σενάρια, αναλύσεις σχετικά με το ποια θα είναι η τελική λύση για τη διαχείριση του Ελληνικού χρέους. Δημιουργείται μάλιστα έντεχνα ένα κλίμα που συνδυάζει το μεγάλο «κούρεμα» με το συμφέρον του τόπου και μετατρέπει όσους αντιδρούν σε αυτό, ιδιαίτερα με τους όρους και τις συνθήκες που προβάλλονται ως οι πιο πιθανές, σε υποστηρικτές των τραπεζικών κερδών! Αν ήταν όμως όντως τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα γιατί ένα τέτοιο γεγονός, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως πιστωτικό από τις αγορές, δεν προκρίθηκε πολύ νωρίτερα; Τι είναι αυτό που θα έπρεπε να μας κάνει να αισιοδοξούμε για τις μετέπειτα εξελίξεις; Η πιθανή κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων (άρα και της καταβολής συντάξεων), η αδυναμία της Ε.Ε. (με κορυφαίο το «θρίλερ» της Σλοβακίας) να περάσει ρυθμίσεις πολύ μικρότερων ποσών, η συλλήβδην κρατικοποίηση των τραπεζών με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ρευστότητα και τις χορηγήσεις τους;ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΑΣ - Μετά την επιβεβαίωση Στρος Καν για προσυνεννόηση Παπανδρέου με ΔΝΤ, έρχεται μια ακόμα αποκάλυψη να διαλύσει κα τις τελευταίες σκιές για την αξιοπιστιά των φοβικών συνδρόμων που σπέρνει κάθε τόσο η κυβέρνηση. Σύμφωνα με δημοσίευμα του "Σπίγκελ", τη στιγμή που εμείς αγωνιούσαμε για την καταβολή της 5ης δόσης, οι Γερμανοί είχαν ήδη αποφασίσει τη μέθοδο οικονομικής στήριξης μας, έως ότου ενταχθούμε στο μόνιμο μηχανισμό! Η πολιτική κοροϊδία σε όλο της το μεγαλείο! Διαβάστε το σχετικό ρεπορτάζ...
Όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην ιστορική αυτή ημερομηνία που φέτος θα αποτελέσει και το ορόσημο για την πορεία της Ε.Ε. και τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειρίζεται, από εδώ και πέρα, τις οικονομικές κρίσεις αλλά και θα επιτυγχάνεται ο στενότερος δημοσιονομικός έλεγχος των κρατών μελών. Πάνω από ένα μήνα πριν την τελική προσφυγή της χώρας στο μνημόνιο, περιγράφαμε με ακρίβεια τα ποσά, τους όρους και το σχήμα μέσω του οποίου θα δανειζόμασταν "Διπλωματική" οικονομία (θύτες και θύματα). Σήμερα θα επιχειρήσουμε μια αρχική αποτύπωση των πιο πιθανών εξελίξεων, σε μια χρονική συγκυρία όπου τα ΜΜΕ προσπαθούν και πάλι να παρουσιάσουν τις δήθεν Δονκιχωτικές κινήσεις Παπανδρέου στη διεθνή «σκακιέρα», ως ουσιαστικό διαπραγματευτικό ζήλο.
Από τη μια οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες που έστησαν ένα οικοδόμημα σε μονεταριστικές εμμονές του παρελθόντος, χωρίς σαφείς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς στιβαρή διαχείριση και όραμα, που δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως τον οικονομικό «τυφώνα» που ερχόταν κι ακόμα αναλώνονται σε λεκτικές αντιπαραθέσεις που απλά μετατρέπουν την Ε.Ε. σε θεατή των εξελίξεων. Από την άλλη οι άτολμες, φοβικές ή συμβιβασμένες Ελληνικές ηγεσίες που είτε δημιούργησαν ή συντήρησαν, είτε δεν συγκρούστηκαν επαρκώς με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες. με τη σημερινή κυβέρνηση να αποτελεί το απαύγασμα του πολιτικαντισμού (με τη μια υπόσχεση να καταπίπτει μετά την άλλη) και της αναποτελεσματικότητας (συνεχείς καθυστερήσεις σε διαρθρωτικές αλλαγές αλλά και έλλειψη διαπραγματευτικής ικανότητας). Πληθαίνουν οι φωνές που προτρέπουν τους ηγέτες της Ε.Ε. να συμφωνήσουν στην έκδοση ενός κοινού Ευρωπαϊκού ομολόγου με επιτόκιο κάτω από 3%, ώστε να περιοριστούν οι κερδοσκοπικές κινήσεις των αγορών και να αποκλιμακωθεί σταδιακά το τεράστιο και δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος, όλο και περισσότερων χωρών που σε συνδυασμό με τη βαθιά ύφεση οδηγεί σε συνολικό αδιέξοδο τη λειτουργία της κοινότητας. Είναι όμως αυτή, υπό τις παρούσες συνθήκες, μια εφικτή λύση και σε ποιο βαθμό μπορεί να λύσει τα διαρθρωτικά, πολιτικά ζητήματα που ταλανίζουν την Ε.Ε.
Στη φοβική νοοτροπία που εκτρέφεται με επιδεξιότητα το τελευταίο διάστημα, η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ, αποτελεί το πιο πρόσφατο κεφάλαιο. Επί της ουσίας όμως, αποτελεί μια «θεατρική» παράσταση με ελλιπές σενάριο, μειωμένων ικανοτήτων πρωταγωνιστές και την Κομισιόν στο ρόλο ενός άβουλου σκηνοθέτη. Η σταθερότητα και το εύρος των εμπορικών σχέσεων που προσφέρει η κοινή αγορά, ο έλεγχος σε νομισματικό και επιτοκιακό επίπεδο είναι μερικοί από τους πιο βασικούς παράγοντες που η προοπτική εγκατάλειψης του ευρώ, από τον πιο ισχυρό πυλώνα της, φαντάζει ανύπαρκτη.
Η εμμονή της Γερμανίδας Καγκελαρίου τόσο σε σκληρές κυρώσεις σε όσες χώρες παρεκτρέπονται δημοσιονομικά, όσο και στη συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών στα βάρη της στήριξης μιας αδύναμης οικονομίας, αναδεικνύουν πέρα από την έλλειψη συνολικού Ευρωπαϊκού οράματος και την αντίφαση των στόχων που πιθανότατα υποκρύπτονται πίσω από αυτές τις θέσεις της. Κρατώντας στην ίδια μασχάλη τόσα πολλά «καρπούζια» πολιτικής διαχείρισης, φαντάζει απίθανο να μην θρυμματιστούν κάποιο ή κάποια από αυτά. Ο συνδυασμός του εσωτερικής χρήσης ρητορικού λαϊκισμού, της επίδειξης αλαζονικών ηγεμονικών τάσεων στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και η αδιαφορία για το μέλλον της Ευρώπης που περνά μέσα από μια κοντόφθαλμη θεώρηση για τη σύσταση και τις προοπτικές της στο διεθνές ανταγωνιστικό σκηνικό, αποτελεί ένα μίγμα πολιτικής φιλοσοφίας που δεν δείχνει να έχει μια ξεκάθαρη μακρόπνοη στόχευση.
Η τελευταία Σύνοδος των 20 ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, ανέδειξε για μια ακόμα φορά, ανάμεσα στα άλλα ζητήματα, το σχεδόν προαιώνιο δίλημμα του τι προέχει ως επιλογή, μετά από μια σημαντική οικονομική κρίση. Η εμμονή στην άμεση δημοσιονομική προσαρμογή με πάση θυσία ταχύτατο περιορισμό των ελλειμμάτων ή η προσπάθεια συντήρησης ενός θετικού αναπτυξιακού κλίματος που με την αναθέρμανση της αγοράς θα δημιουργήσει και δημοσιονομικά οφέλη; Το ερώτημα μοιάζει λίγο με την γνωστή απορία για το αυγό και την κότα! Οι δυο επιλογές αποτελούν τα «άκρα» ενός μοχλού που η υπερβολή στην κίνηση του ενός μέρους μπορεί να οδηγήσει στην ολοσχερή πτώση συνολικά του «μηχανισμού».
Ανακινείται το τελευταίο διάστημα, από διάφορους ετερόκλητους πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους η συζήτηση για τις κοινωνικές ανάγκες που θα μπορούσαν να απαιτήσουν την ίδρυση ενός νέου κομματικού σχηματισμού. Οι ραγδαίες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών, επέτειναν το ήδη βεβαρημένο κλίμα αναξιοπιστίας του πολιτικού σκηνικού κι έφεραν πιο έντονα στο προσκήνιο τις διεφθαρμένες, γραφειοκρατικές, απόλυτα αναποτελεσματικές πελατειακές κρατικές και κομματικές δομές έτσι όπως αυτές αναπτύχθηκαν και συντηρήθηκαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Μπορεί άραγε να υπάρξει μια νέα συγκροτημένη πρόταση πέρα από το υπάρχων πολιτικό σύστημα που να καταγράφει ευκρινώς αλλά και να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών; Να πείθει για την αξιοπιστία των προθέσεων και των προτάσεων της; Να αποδεικνύει με το προφίλ των πρωτεργατών της ότι αντιπροσωπεύει μια άλλη νοοτροπία, ένα άλλο αξιακό σύστημα;
Ενόψει της αυριανής Συνόδου Κορυφής και της συζήτησης για το κατά πόσο και με ποιο τρόπο θα τεθεί θέμα οικονομικής ενίσχυσης της Ελλάδας μέσω ενός συγκροτημένου μηχανισμού στήριξης της δυνατότητας δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, όταν αυτές αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές με επιτόκια κοντά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι ευκαιρία να προσεγγίσουμε και το θέμα της γενικότερης στρατηγικής της Ε.Ε., της ατζέντας «Ε.Ε. 2020» και της μετεξέλιξης και προσαρμογής του οράματος του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος στις σύγχρονες προκλήσεις. Η αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας καταδεικνύει πέρα από το αδιέξοδο της στρατηγικής της Λισσαβόνας, μια δεκαετία μετά την υιοθέτηση της, και το άτοπο της προσπάθειας επιβολής κοινών οικονομικών στόχων όταν λείπουν η ενιαία, συντονισμένη κεντρική διαχείριση και η πολιτική συνοχή που θα επιτρέψει την ειλικρινή καταγραφή των παραγωγικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων των χωρών, ώστε να προσαρμόζονται ανάλογα οι στόχοι, οι τρόποι επίτευξης τους και το απαιτούμενο χρονοδιάγραμμα.











