Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η διαφθορά στην Ελλάδα
είναι κάτι σαν το... Τρίγωνο των Βερμούδων.
Όλοι την γνωρίζουν, συζητούν γι' αυτήν,
ίσως να έχουν να μας εξιστορήσουν και
κάποια εμπειρία που την περιλαμβάνει
αλλά την κρίσιμη στιγμή δηλώνουν άγνοια
για το έγκλημα, τις συνέπειες του και
κυρίως για τους εμπνευστές και τους
εκτελεστές του.
Σε αυτά τα πλαίσια
κινήθηκε κι η πρόσφατη σχετική συζήτηση
στη Βουλή. Υψηλοί τόνοι (σήμα κατατεθέν
μιας έντονης πολιτικά περιόδου),
εκατέρωθεν προσωπικές αιχμές, σκληρές
αναφορές σε ευθύνες για την ανάπτυξη
και την διατήρηση του φαινομένου που
αφήνουν την αίσθηση ότι το ζητούμενο
δεν είναι η τιθάσευση και η υπέρβαση
του αλλά η ανάδειξη ενός αρνητικού
“νικητή” για το ποιος την έχει...
μεγαλύτερη;
Η αναζήτηση και η απόδοση
ευθυνών για παρελθόντα ζητήματα είναι
χρήσιμη για την διατήρηση της κοινωνικής
ισορροπίας κι απαραίτητη εφόσον
καταλογίζει πραγματικές παραλήψεις
και εσκεμμένα λάθη. Μόνο που στο βαθμό
που οι δυνατότητες συλλογής επαρκών
αποδείξεων και οριστικής καταδίκης
προσκρούουν στην εγγενή αδυναμία του
ίδιου συστήματος που γεννά την διαπλοκή
και την διαφθορά είναι λίγο σαν να
κυνηγάμε την ουρά μας ελπίζοντας ότι η
ανάδειξη επιμέρους περιπτώσεων αρκεί
για να κατευνάσει τις αντιδράσεις από
την αίσθηση γενικευμένης και ανεξέλεγκτης
δράσης του.
Ούτε βέβαια δικαιούται
η σημερινή κυβέρνηση να περιφέρει ως
πολύφερνο τρόπαιο ένα δήθεν ηθικό
πλεονέκτημα που δεν προκύπτει από καμιά
έως τώρα πρωτοβουλία της. Από το χάιδεμα
των επίορκων του δημοσίου ή όσων διαθέτουν
πλαστά πτυχία έως την διάτρητη διαδικασία
για την χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών
και την κατάτμηση της κατασκευής των
αυτοκινητοδρόμων για να... βολευτούν
κάποιοι φιλικοί... εργολήπτες, τα
διαπιστευτήρια της δεν ήταν και τόσο
εξαιρετικά και πρωτίστως όχι αμόλυντα.
Μια ειλικρινής
συζήτηση για το θέμα δεν μπορεί να
εξαντλείται σε κοινοβουλευτικούς
διαξιφισμούς. Στο βαθμό που όλα τα
κόμματα αντιλαμβάνονται την επιτακτική
ανάγκη περιορισμού της διαφθοράς ας
καταθέσουν ολοκληρωμένες προτάσεις
για τον τρόπο ανάθεσης των δημοσίων
έργων, την διευρυμένη χρήση της τεχνολογίας
στη σχέση πολίτη – κράτους, την αποδέσμευση
του κράτους από ρόλους που το περιπλέκουν
με την επιχειρηματική δραστηριότητα
κι ας επιδιώξουν την μέγιστη δυνατή
συνεννόηση.
Έτσι θα αποκαλυφθεί
ποιοι πραγματικά έχουν διδαχθεί από τα
σφάλματα τους κι είναι έτοιμοι να
περάσουν στην επόμενη εποχή της
δημοκρατίας μας και ποιοι παραμένουν
δέσμιοι των χρόνιων ιδεοληψιών τους
πίσω από τις οποίες κρύβουν, με μεγαλόστομες
εξαγγελίες και θεωρητικούς αφορισμούς,
κάθε ποταπή φιλοδοξία τους για κατάληψη
και επιλεκτική χρήση της εξουσίας.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Όσο τα νταούλια χορεύουν τους πολίτες σε νέους υφεσιακούς ρυθμούς και τα ταμ ταμ κρατούν τον αυτοσχεδιαστικό τόνο της δημιουργικής ασάφειας, τα γατάκια της κυβερνητικής διαπλοκής χαϊδεύονται στα αναπαυτικά μαξιλάρια των εκδοτικών συμφερόντων. Τα νιαουρίσματα μάλιστα είχαν αρχίσει πολύ πριν την ανάληψη της εξουσίας με αλλεπάλληλες επαφές… τετάρτου τύπου στις οποίες προφανώς διερευνήθηκαν οι δυνατότητες αμοιβαίου οφέλους από την ανάληψη της εξουσίας από την αριστερά.
Δεν είναι πρωτόγνωρο, ούτε υποχρεωτικά επιλήψιμο το να συναντιούνται οι εκδότες με τους πολιτικούς. Όσο αυτό παραμένει μια διαδικασία λουσμένη στο φως της διαφάνειας, με σαφείς όρους και στόχους, κανείς δεν δικαιούται να αναζητεί ύποπτες συναλλαγές και μυστικές συμφωνίες από πίσω τους. Όταν όμως όλα σκεπάζονται από ένα πέπλο μυστικοπάθειας και κρυψίνοιας, τότε καθένας μπορεί να οδηγείται σε αντανακλαστικά συμπεράσματα για την θεματολογία, τα προαπαιτούμενα και τα εκατέρωθεν ζητούμενα.
Αν επιθυμείς να εκθέσεις εμφαντικά, στο δημόσιο διάλογο, τις απόψεις σου για το μιντιακό τοπίο, το κάνεις με ξεκάθαρες τοποθετήσεις που θα κριθούν στην πορεία για την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα τους. Οι τακτικές, κρυφές συνομιλίες με ισχυρούς εκδοτικούς παράγοντες το μόνο που αποκαλύπτουν είναι την διάθεση των εν δυνάμει κυβερνώντων να διαπραγματευτούν με σαφήνεια τον τρόπο διαμόρφωσης του νέου περιβάλλοντος στο χώρο των ΜΜΕ.
Ο έλεγχος του αριθμού των τηλεοπτικών αδειών και η πρόθεση για αντίστοιχες παρεμβάσεις στον ραδιοφωνικό και το διαδικτυακό κόσμο δεν αποτελούσαν απλώς ιδεοληπτικές εμμονές. Όπως αντιλαμβανόμαστε, μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις, αυτές οι εξαγγελίες αποτελούσαν ένα προεκλογικό εργαλείο πίεσης για την διαμόρφωση των συνθηκών για μια πιο θετική αντιμετώπιση προς τον ΣΥΡΙΖΑ από τα ΜΜΕ. Ένας μηχανισμός πειθαναγκασμού εξαπλώνονταν με σκοπό την εξασφάλιση επιδοκιμαστικών αντιδράσεων και αντάλλαγμα την σωτηρία της θέσης στο υπό αναδιαμόρφωση μιντιακό στάτους.
Αν η κυβέρνηση και προσωπικά ο Τσίπρας επιθυμούσαν να καθαρίσουν τον κόπρο του Αυγεία της επιχειρηματικο-πολιτικής διαπλοκής θα έθετε κανόνες υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά που θα απέτρεπαν και την προνομιακή ανάληψη συμβάσεων σε παράπλευρα έργα από μιντιάρχες, θα εξασφάλιζε την ελευθερία του λόγου και την ισονομία στην προβολή μακριά από προνομιακές σχέσεις και επιλεκτικές θεοποιήσεις ή φαιδροποιήσεις προσώπων.
Η τακτική των υπογείων συναλλαγών είναι ίδιον ανελεύθερων, υποταγμένων καθεστώτων που στηρίζουν την υπόσταση τους στη νομή της εξουσίας με αντιπαροχή μια ειδική σχέση καθαγιασμού της εικόνας τους. Η “ευλογημένη” αριστερά δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η άλλη όψη του ίδιου ξεπερασμένου νομίσματος. Η πιο σκοτεινή όψη του διαπλεκόμενου νιαουρίσματος!
Από τις πλαστές πινακίδες και τις επιδοτήσεις του Λιάπη, στις μίζες των
εξοπλιστικών και τα θαλασσοδάνεια του ΤΤ, το μόνο που δεν μας έλειψε το
τελευταίο διάστημα είναι η δυσάρεστη μυρωδιά της διαφθοράς. Μόνο που για
μια ακόμα φορά οι συλλογικές μας εμμονές διατηρούν τη συζήτηση περισσότερο στο
παρελθόν απ’ ότι στο μέλλον. Η διασπάθιση δημοσίου χρήματος, υπαρκτή σε κάθε
γωνία του πλανήτη, που μετατράπηκε σε εθνικό μας σπορ, περιβάλλεται με ένα
πέπλο εξαγνισμού των πολιτικοοικονομικών προτεραιοτήτων μιας ολόκληρης
εποχής.
Η διαφθορά χρησιμοποιείται ως το απόλυτο άλλοθι για να δικαιολογηθούν οι
εσφαλμένες πρακτικές δημόσιας διοίκησης και οικονομικής ανάπτυξης των
περασμένων δεκαετιών. Μέσα στη μυθοπλασία του επαχθούς χρέους η
συνεισφορά της διαφθοράς διατηρεί πρωτεύοντα ρόλο. Τρία χρόνια πριν, όταν η
μονομερής διαγραφή χρέους, χαρακτηρίζοντας το επαχθές, αποκτούσε δημοφιλία πέρα
και πάνω από κόμματα και ιδεολογίες, ήμασταν από τους ελάχιστους που αρθρώσαμε
κριτικό λόγο και αναλυτική επιχειρηματολογία για το άσκοπο και το ανεδαφικό
μιας τέτοιας επιλογής στο «Οι "επαχθείς" λογικές περί "απεχθούς" χρέους».
Το ιδεοληπτικό στο όλο ζήτημα βρίσκεται στη νοητική υπέρβαση που
γίνεται ανάμεσα στην καταγραφή και τον έλεγχο ύποπτων προμηθειών με επακόλουθο
την ποινική τιμωρία, την επιστροφή μιζών ή τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων
των όποιων επίορκων και την πρόθεση να διαγράψεις αυτά τα ποσά από το δημόσιο
χρέος λες και οι όποιες συμφωνίες δεν ήταν μέρος των λειτουργιών
δημοκρατικών κυβερνήσεων αλλά επιβολή ενός δικτατορικού καθεστώτος.
Με άλλα λόγια το ελληνικό κράτος φέρει την ευθύνη για την έλλειψη
διαφανών διαδικασιών και συστηματικού ελέγχου που υποθάλπουν τη διαφθορά
(όπως και οι πολίτες φέρουν την ευθύνη για τη διατήρηση στην εξουσία όσων
συντηρούσαν αυτές τις σαθρές και διαβλητές δομές) και δικαιούται, στο βαθμό που
πλέον μοιάζει διατεθειμένο να καθαρίσει την ήρα από το στάρι, να διεκδικήσει
την αποζημίωση του από τους επίορκους.
Δεν μπορεί όμως η χώρα να ζητά, για δικές της εσωτερικές αμαρτίες,
«αποζημίωση» δια της διαγραφής χρέους από τους δανειστές της στις αγορές
που επέλεγαν να αγοράσουν τα χρεόγραφα μας χωρίς να είναι υποχρεωμένοι πέρα από
το δεδομένο συνυπολογισμό του εθνικού ρίσκου (που περιλαμβάνεται στο
κάθε επιτόκιο δανεισμού) να αξιολογούν συνεχώς και το επίπεδο βελτίωσης του
ελέγχου της κρατικής διαφθοράς.
Αυτή η εμμονή αποπροσανατολίζει τη συζήτηση συντηρώντας μια ατέρμονη
αναπαραγωγή μετάθεσης ευθυνών, βάζοντας σε δεύτερη τις αναγκαίες παρεμβάσεις
για τη δημιουργία ενός σταθερού, εύρυθμου και αποτελεσματικού πλαισίου
κρατικών προμηθειών με διευρυμένη χρήση της τεχνολογίας, λιγότερη
γραφειοκρατία και στενότερο κεντρικό έλεγχο.
Υ.Γ. Η αναφορά Σταθάκη για 5% επαχθές χρέος μπορεί να διαλύει σε
μεγάλο βαθμό τη σχετική μυθοπλασία στους χώρους της αριστεράς, είναι όμως
εξίσου αυθαίρετη και παραπλανητική κυρίως γιατί κινείται σε παρόμοια
αδιέξοδη συλλογιστική αλλά και γιατί τα νούμερα για τη ζημιά από τις μίζες
προκύπτουν από λάθος εκτιμήσεις και υπερβολικές προβλέψεις. Πχ ποιος
συνυπολόγισε την επίπτωση της κατανάλωσης μέρους αυτών των ποσών στην εγχώρια
αγορά, ώστε αυτό να αφαιρεθεί στους τελικούς υπολογισμούς;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Μετά τις πρώτες χειροπέδες των προσαγωγών
στον ανακριτή, που πολλοί τις θεώρησαν απλό επικοινωνιακό τέχνασμα, ήρθε και η
στιγμή της επιβεβαίωσης των κατηγοριών και της τιμωρίας. Εξοντωτική για
ορισμένους, απολύτως συμβατή με το κλίμα της εποχής και την κοινωνική ανάγκη
για πλήρη κάθαρση, για άλλους. Το αρχικό ζητούμενο όμως παραμένει. Η
περιπτωσιολογία οφείλει να δώσει τη θέση της στην ολοκληρωμένη πρόταση για
την καταστολή της διαφθοράς, για την αναγέννηση του πολιτικού συστήματος.
Ο «υποπλοίαρχος» του... «Τιτανικού»
βυθισμένος στα απόνερα της φοροδιαφυγής; Ο μέγας διδάσκαλος της ατέρμονης
λιτότητας που θα έβγαζε τη χώρα στις αγορές στα τέλη του 2011, μετεξεταστέος
στην προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος; Ο επιμελής «κηπουρός» του
Παπανδρέου που αποδεικνύεται των ελαχίστων ενστίκτων και των ανύπαρκτων
αντιστάσεων.
Ο Μάρτιος του 2012 θα καταγραφεί από τον ιστορικό
του μέλλοντος ως ο μήνας που... δρομολογήθηκαν (μοναδική λέξη για τον
προσδιορισμό της μελλοντικής ασάφειας στην πολιτική!) οι λύσεις για όλα τα
καίρια θέματα της καθημερινότητας. Αυτά που μπορεί επί πολλά χρόνια να
ταλαιπωρούν τον μέσο πολίτη, αλλά η οικονομική κρίση επιδείνωσε όχι μόνο την
έκταση και την ένταση τους, μα όξυνε και τον τρόπο με τον οποίο τα
αντιλαμβανόμαστε ως κρίσιμο μέρος της ζωής μας. Λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα,
ακρίβεια, γραφειοκρατία – διαφθορά, όλα αποκτούν διακριτή... νοητή διαδρομή
προς την επίλυση ελέω προεκλογικής περιόδου και ανάγκης να ανοίξει ο
διάλογος πέρα από την διαπραγματευτική κι εκτελεστική ικανότητα της
κυβέρνησης στον πολιτικοοικονομικό μνημονιακό Αρμαγεδώνα!
Ο Μαντέλης θεωρεί απολύτως φυσικό να αναζητεί «χορηγούς» που προφανώς εκτίμησαν τα μοναδικά πολιτικά του προσόντα, ο Τσοχατζόπουλος εν μέσω ανυπέρβλητης χλιδής διακηρύσσει με συντριβή την πολιτική δίωξη που κάποιοι επιχειρούν εναντίον, η Τζάκρη ανακαλεί την επιτυχημένη λογική Βουλγαράκη περί της συνάφειας νόμου και ηθικής στην πολιτική διαχείριση για να δικαιολογήσει το διορισμό συγγενών και ψηφοφόρων της στο δημόσιο, ενώ Ρουσόπουλος και Παυλίδης δηλώνουν αδικημένοι και διαφορετικής, από τα τετριμμένα, νοοτροπίας, ο πρώτος τιμώντας το μυστήριο της εξομολόγησης στον πνευματικό του καθοδηγητή μοναχό Ευφραίμ και ο δεύτερος θεωρώντας τον εαυτό του, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή ΝΔ, δείγμα σύγχρονου πολιτικού λόγου.




