By Konstantinos Manikas, Economist – Psychologist, Investment Consultant
We have been through the same discussion, over and over again since 2010. How unsuitable, for the overall socioeconomic environment of the country, was the economic adjustment program applied in Greece? Were those mistakes deliberate or just a matter of insufficient evaluation of the fundamental data based on ordinary preconception that did not fit to this particular situation? Was it just a matter of proper and timely implementation of the reforms or there was a broader issue regarding the structure and nature of the Greek political and economic institutions?
One could argue in favor of any of these statements. IMF chose, a more or less, customary program from the ones it used to propose to countries of the Third World and definitely not one that responds to the needs of a country which belongs to a common currency union. It overlooked the political and social frustration it would create and it underestimated the negative impact of the fiscal adjustment in the development of the economy while it overestimated the positive results from the reforms that would definitely appear a couple of years later even if they had been completed the sooner the possible.
SYRIZA misinterpreted the recent announcements from the part of the IMF and used them as a political instrument in order to overlook the lack of responsibility from the Greek governments that decided to raise the taxes so as to avoid confronting timeless irrationalities in the management of the public sector and eliminating the bureaucratic procedures that deprived much of its creative urge from the private sector.
Blinded by their ideological obsessions and deafened by the sirens of the populism the SYRIZA – ANEL government officials insist that the solution for the Greek inability to finance its own debt would be to proceed to a massive reconstruction of it in 2010. Nothing is mentioned on how this would solve the major issue of the large primary deficit or how it would boost the economy and turn it into a mandatory more export direction.
Nobody bothers to wonder how this procedure would take place and what would be the consequences. Even if the private holders of the Greek debt agreed to a reconstruction at that time (a rather unlike possibility since according to the IMF forecasts Greece would return to the markets in 2012 thus minimizing the losses for the Greek bonds investors) the completion would take many months leading to a vast depreciation of these bonds value, a haircut of 70-80% within hours and a collapse of the banking and the public insurance systems.
The Greek government needs to overcome the myths to which it built the rhetorical scheme of the last year and a half and concentrate on restoring the international confidence in the Greek political and economic perspectives and prove the credibility of the promises given on the privatization goals and the implementation of necessary reforms. Everything else is a unacceptable distraction and a potential hazard on the path to overcome the crisis.
SOURCE: Independent Balkan Agency News
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Είναι πλέον κοινός τόπος ότι το τελευταίο οχυρό εσωτερικής άμυνας για τον Τσίπρα δεν είναι άλλο από την ταξικότητα με την οποία επιχειρεί να στολίσει κάθε πολιτική απόφαση του. Ταξική φορολόγηση, ταξική ασφάλιση, ταξικές περικοπές. Μια ατελείωτη σειρά από επιλογές που έρχονται να υπηρετήσουν το κεντρικό δόγμα της ενοχοποίησης του πλούτου. Έναν πλούτο που ο ίδιος ο Τσίπρας έθεσε κυνικά στις 20 χιλιάδες ευρώ εισοδήματος, όπως άλλωστε αποδεικνύεται κι από τον ανηλεή τρόπο με τον οποίο επιβαρύνονται από το νέο πακέτο μέτρων.
Στηρίζονται στην αποδεδειγμένα κοινωνικά δημοφιλή θεωρία της κατσίκας του γείτονα και ενισχύουν με κάθε τρόπο τον φθόνο και το μίσος απέναντι στο επιχειρηματικό κέρδος. Δικαιολογούν την σφαγή στο ασφαλιστικό, που οι ίδιοι δημιούργησαν με την επαναφορά της ύφεσης, αναγορεύοντας σε προύχοντες συνταξιούχους των 1170 ευρώ. Αναζητούν νέα φορολογικά έσοδα από μια αγορά που μαραζώνει αντί να επιζητούν τρόπους παραμονής και ενίσχυσης των εναπομεινάντων επιχειρήσεων.
Πρόκειται για ταξικούς αποστάτες που αποζητούν την ιδεοληπτική εξιλέωση ή απλά για συνεπείς αριστερούς επιστάτες που εκτελούν το καλοσχεδιασμένο πλάνο τους. Η τελευταία επιστολή Λαγκάρντ αποδεικνύει ότι οι φορομπηχτικές επιλογές είναι αποκλειστική επιλογή της κυβέρνησης. Μόνοι τους προτίμησαν να καθυστερήσουν τις μεταρρυθμίσεις και τον περαιτέρω περιορισμό της κρατικής σπατάλης και να επικεντρωθούν στις ταυτόχρονη αύξηση φόρων σε εργασία και κατανάλωση, μειώνοντας την ζήτηση και αποτρέποντας κάθε υπόνοια επένδυσης.
Πέρα από τον δεδομένο σημειολογικό λόγο για την απομάκρυνση του ΔΝΤ, αυτή η αλήθεια για το μείγμα πολιτικής που απογυμνώνει ολοκληρωτικά τις κυβερνητικές προθέσεις από το φωτοστέφανο της σκληρής διαπραγμάτευσης, είναι η σημαντικότερη αιτία για την νέα αντιπαράθεση μαζί του που έφτασε μέχρι το αισχρό και ταπεινωτικό σημείο της αποκάλυψης ιδιωτικών συνομιλιών. Ο “σύμμαχος” για την διευθέτηση του χρέους, μια ρύθμιση δεδομένη και για τους Ευρωπαίους από το 2012 (που περίμεναν την σταθεροποίηση σε πρωτογενή πλεονάσματα και την αξιόπιστη μεταρρυθμιστική συνέχεια για να την εκτελέσουν) μετατράπηκε ξανά σε αντίπαλο.
Μετά την διάψευση όλων των προεκλογικών υποσχέσεων και την παταγώδη αποτυχία της πρώτης διαπραγμάτευσης αυτό που τώρα απέμενε στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια λελογισμένων συνεπειών παράσταση ηρωικής σύγκρουσης που δεν θα οδηγεί σε ρήξη αλλά θα επιτρέπει την επικοινωνιακή αναπαραγωγή μιας υποτιθέμενης μικρής νίκης όπως η μη άμεση νομοθέτηση πλήρως διευκρινισμένων προληπτικών μέτρων και μιας σαφέστερης οριοθέτησης του χρονοδιαγράμματος για την απομείωση του χρέους.
Λίγο λοιπόν η ταξικότητα των μέτρων, λίγο μια ανύπαρκτη νίκη επί του ΔΝΤ, λίγο η μυθοπλασία γύρω από το χρέος και όλα… καλά! Οι πάνω από 200 χιλιάδες συμπολιτών μας που δεν θα έχουν ευκαιρία απασχόλησης μέσα στα επόμενα χρόνια λόγω των μειωμένων στόχων για την ανεργία, οι επιχειρήσεις που θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν για να έχουν λόγο ύπαρξης και οι πολίτες που θα κληθούν να πληρώσουν αδρά το κόστος της αχρείαστης προσαρμογής θα αποτελούν… αμελητέες παράπλευρες απώλειες στον βωμό του ταξικού αγώνα!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Οικονομολόγος–Ψυχολόγος
Όσο στην Ελλάδα… διαπραγματευόμαστε με τις εμμονές της… αριστερής διακυβέρνησης για την πανάκεια της απομείωσης του χρέους (που όμως τελικά παραδέχεται ότι δεν χρειάζεται κούρεμα και είναι απολύτως βιώσιμο μέχρι το 2022!), στην Ευρώπη και γενικότερα στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα εξελίσσεται ένας ανηλεής νομισματικός πόλεμος τις επιπτώσεις του οποίου συχνά αγνοούμε ή ηθελημένα παραβλέπουμε.
Ο αποπληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνεχίζεται για έναν ακόμη μήνα και ταυτόχρονα οι προβλέψεις για ανάκαμψη παραμένουν αναιμικές. Κι αν κάποιοι βιαστούν αν αποδώσουν αυτή τη στασιμότητα στην μεγάλη πτώση των χρηματιστηριακών τιμών των πρώτων υλών (κυρίως στην ενέργεια) ας ρίξουν μια ματιά στον δομικό πληθωρισμό (χωρίς δηλαδή την επίδραση της ενέργειας) που έπεσε από το 1% στο 0,8% για να αντιληφθούν ότι το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο κι έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητα της ποσοτικής χαλάρωσης την οποία με καθυστέρηση υιοθέτησε η ΕΚΤ.
Επίσης, το ευρώ αντί να κινηθεί προς την ευκταία, εδώ και χρόνια, πτωτική πορεία που θα ενίσχυε τον εξαγωγικό προσανατολισμό της, καταγράφει σταθερή ανοδική τάση. Οι κλυδωνισμοί στην Κινεζική οικονομία και άλλες αναπτυσσόμενες αγορές ενίσχυσαν την αποθεματική αξία του ευρώ και η επιθυμία της ΕΚΤ να συμβάλλει στην ελεγχόμενη διολίσθηση του ευρώ προς σχέση 1 προς 1 με το δολάριο δεν είχε την αναμενόμενη κατάληξη.
Είναι γεγονός ότι οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε αυτή η παρέμβαση από την ΕΚΤ δεν εκπληρώθηκαν πλήρως παρά τα πρώτα θετικά δείγματα κι αυτό επειδή η ρευστότητα την οποία διοχέτευσε στην αγορά δεν έφτασε στην πραγματική οικονομία με την μορφή πιστώσεων που γίνονται επενδύσεις ή κατανάλωση αλλά παρέμεινε εγκλωβισμένη στην προσπάθεια απομόχλευσης των τραπεζών, τις πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές περιουσιακών στοιχείων (όπως μετοχές και ακίνητα με χαρακτηριστικότερη την αγορά της Μ. Βρετανίας) και φυσικά τα κερδοσκοπικά νομισματικά παιχνίδια.
Αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουμε παγίδα ρευστότητας στήθηκε από την ίδια την διοικητική ασυμβατότητα και τις αντιθέσεις της Ευρωζώνης. Η νομισματική χαλάρωση δεν συμβάδισε χρονικά με την δημοσιονομική, αναπτυξιακή ενίσχυση του ακόμη αναμενόμενου πακέτου Γιουνκέρ. Έτσι τα οφέλη του Ευρωπαϊκού QE ήταν απείρως λιγότερα από αυτά του αντίστοιχου Αμερικανικού αφήνοντας μόνο πρόσκαιρες χρηματιστηριακές ανάσες χωρίς αντίκρυσμα στον παραγωγικό ιστό που παραμένει φοβισμένος από την προοπτική νέων αρνητικών εξελίξεων και εξαιτίας της συνέχισης της αβεβαιότητας στην Ελλάδα.
Μόνιμη και ουσιαστική ανάκαμψη στην εγχώρια οικονομία θα προκύψει μόνο εφόσον σταθεροποιηθούν και βελτιωθούν όλοι οι παράγοντες (πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί και τεχνολογικοί) που θα μετατρέψουν την χώρα μας σε ελκυστικό προορισμό επενδύσεων και επανέλθει ένας σημαντικός αριθμός καταθέσεων που θα επιτρέψει στην όποια Ευρωπαϊκή ρευστότητα έρθει προς τα μέρη μας να λειτουργήσει για τον σκοπό που υποτίθεται ότι δημιουργείται.
Αντίστοιχα κι η Ε.Ε. δεν πρόκειται να ανακτήσει της θέσης της στην παγκόσμια σκακιέρα αν δεν αποφασίσει και εκτελέσει ένα σχέδιο οργανωτικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα απελευθερώνει εθνικές δυνάμεις τις οποίες θα συνεπικουρεί με στοχευμένες παρεμβάσεις και νομοθετικές διευκολύνσεις. Αλλιώς μπορεί τα χειρότερα να μην τα έχουμε ακόμη δει.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Συνήθως όταν ακούς για διαρροές συνομιλιών δημοσίων προσώπων το μυαλό σου θα πρέπει να υποθέσει ή ότι κάποιοι είναι τόσο ηλίθιοι που δεν μπορούν να προστατεύσουν το απόρρητο των ιδιωτικών συζητήσεων τους ή ότι κάποιοι είναι τόσο έξυπνοι που επιτρέπουν, αν όχι μεθοδικά σχεδιάζουν, την δημοσίευση προσωπικών ψιθύρων. Στις περιπτώσεις που ισχύει το δεύτερο, ο σκοπός θα είναι είτε το “κάψιμο” μιας εξέλιξης μέσω του ειδησεογραφικού αποδεκατισμού της ή ο εθισμός του κοινού σε ένα γεγονός ώστε να καμφθούν αντιστάσεις και να γίνει πιο εύκολα αποδεκτό όταν πραγματοποιηθεί.
Οι διάλογοι Τόμσεν–Βελκουλέσκου γύρω από την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος δεν μπορεί παρά να είναι ένα μνημείο της δεύτερης περίπτωσης κι όχι μια απερίσκεπτη διαφυγή πληροφοριών. Άλλωστε η ουσία αυτού που ειπώθηκε δεν ήταν τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση ότι με βάση την περσινή εμπειρία, όπου η ελληνική κυβέρνηση αποδέχτηκε την υπογραφή μιας συμφωνίας όταν βρέθηκε υπό την πραγματική απειλή εξόδου από την Ευρωζώνη, ίσως ο πιο ασφαλής τρόπος να ολοκληρωθεί επιτέλους η αξιολόγηση δεν είναι οι ατέρμονες διαπραγματεύσεις αλλά η χρήση μιας αντίστοιχα εκβιαστικής υπόθεσης.
Πρόκειται απλώς για μια αφελή δήλωση, πρόθεσης δημιουργίας συνθηκών ασφυξίας; Μιλάμε για την αποτύπωση μιας πραγματικότητας στηριζόμενη στην έως τώρα πρακτική των συνεχών καθυστερήσεων και της δημιουργικής ασάφειας από την ελληνική κυβέρνηση; Ή μήπως αφορά μια δομημένη, κοινή προσπάθεια εγχώριων και διεθνών κύκλων ώστε να καταλήξουμε στην ευκταία αποδέσμευση της Ε.Ε. από τον βραχνά του ΔΝΤ;
Αν δεχτούμε την πρώτη εκδοχή (κατά τη γνώμη μου, πολύ επίπεδη και επιφανειακή) ο Τσίπρας δεν έχει να κερδίσει κάτι παραπάνω από μερικά ψήγματα επικοινωνιακής διαχείρισης που θα εξαντληθούν μόλις ψηφιστούν τα νέα σκληρά μέτρα. Αν όμως προσχωρήσουμε στο δεύτερο σενάριο θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν πρόκειται για δώρο με αμοιβαία οφέλη για την κυβέρνηση και το ΔΝΤ ή για κατάρα που θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα.
Αν το ΔΝΤ έχει αποφασίσει να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα, είτε λόγω των ελληνικών παλιμπαιδισμών, είτε λόγω της Ευρωπαϊκής διάθεσης αυτόνομης διαχείρισης του προβλήματος στα πλαίσια της εντατικοποίησης της ποσοτικής χαλάρωσης, της αναπτυξιακής ενίσχυσης και των διοικητικών αλλαγών που ξεκινούν με την παραχώρηση επιμέρους ειδικών συνθηκών για την Μεγάλη Βρετανία, τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την εξαγορά της δανειακής συνεισφοράς του ΔΝΤ και της μεταφοράς του στον ESM όπου τελικά θα επιμηκυνθεί και θα χρεωθεί με μικρότερα επιτόκια
Αυτό θα ήταν ένα δωράκι στον Τσίπρα που θα επιχειρούσε να παρουσιαστεί ως ο άνθρωπος που έδιωξε το ΔΝΤ (όπως προμήνυε με άτσαλο, σχεδόν γραφικό τρόπο και η δήλωση Καμμένου για έξοδο από… τα μνημόνια!). Κάτι που ήταν έτοιμος να ολοκληρώσει κι ο Σαμαράς στα τέλη του 2014 αν δεν προέκυπτε η ανατροπή της κυβέρνησης του εξαιτίας της Προεδρικής εκλογής.
Αν όμως ο Τόμσεν ήθελε μόνο να υπενθυμίσει τον κομβικό ρόλο του ΔΝΤ στην όλη διαδικασία για να παρακινήσει την Ε.Ε. και την Ελλάδα, ώστε να κλείσει το συντομότερο την αξιολόγηση υπό την δαμόκλειο σπάθη ενός Grexit, τότε πρόκειται για μια κατάρα που δεν αποκλείει τις χειρότερες εξελίξεις. Από τις διαθέσεις του Τσίπρα θα εξαρτηθεί αν θα ανοίξει ένα πιθανό δώρο ή θα επιλέξει μια αυτοκαταστροφική κατάρα…
Εις Παρισίους η νέα
διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα σε Ευρωπαϊκό κλίμα
πολιτικής αστάθειας (με τις πρόσφατες εξελίξεις σε Γαλλία και Αυστρία), με
πολλαπλά ανοικτά εσωτερικά μέτωπα (ΕΝΦΙΑ, φοροελαφρύνσεις, stress test τραπεζών κλπ) και
με ανοικτό το θέμα της οριστικής και βιώσιμης ρύθμισης του χρέους με τις ευθείες
συνέπειες του στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για τα επόμενα
χρόνια.
Επειδή τη ρητορική
ασύντακτη αυτοδιαπραγμάτευση την έχει αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ που περιμένει πότε
θα πνεύσει επαναστατικός αέρας στην υπόλοιπη Ευρώπη για να υπάρξουν αλλαγές και
στην Ελλάδα, η κυβέρνηση υπό την καθοδήγηση Σαμαρά δείχνει καλύτερα
προετοιμασμένη από κάθε άλλη φορά για να χτυπήσει τα «καμπανάκια» στην τρόικα
με αναλυτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα κάθε φοροεπιβάρυνσης
ώστε να αποδείξει την ανάγκη ελαφρύνσεων που και ενισχυτικά προς την ανάπτυξη
και την απασχόληση θα λειτουργήσουν και τα δημόσια έσοδα θα τονώσουν
(όπως ήδη φάνηκε κι από τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση).
Μέσα σε μια γενικευμένη
αποπληθωριστική τάση στην Ε.Ε. και με την ύφεση να απειλεί σχεδόν τους
πάντες (και η Γερμανία αισθάνθηκε τον πόνο του αρνητικού πρόσημου), η Ελλάδα
επιχειρεί να αναρριχηθεί ακολουθώντας την αντίθετη πορεία. Οι επιπτώσεις του
ρωσικού εμπάργκο και των έκρυθμων διεθνών καταστάσεων μαζί με την
επιβράδυνση της Ευρωπαϊκής μηχανής θέτουν σε κίνδυνο τους Ελληνικούς στόχους
και την ανάκαμψη, γι’ αυτό η υιοθέτηση πολιτικών που επιτρέπουν στην οικονομία
να αναπνεύσει είναι προϋπόθεση επιτυχίας κι όχι παραχώρηση από τη στιγμή
μάλιστα που τα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα διαρκώς ξεπερνούν τους
στόχους.
Πέρα από τις γενναίες
ρυθμίσεις για τα ληξιπρόθεσμα χρέη και τα «κόκκινα», λαμβάνοντας υπόψη την
δυσχέρεια και την αδυναμία που προέκυψε από το 25% συσσωρευμένης ύφεσης των
τελευταίων ετών. Πέρα από τη μονεταριστική χαλάρωση της ΕΚΤ
αποκαθιστώντας την τραπεζική ρευστότητα με συνεπαγωγή τη βελτίωση της ροής
χρήματος στην αγορά. Πέρα από τις επιμέρους δράσεις για την απασχόληση,
ειδικά των νέων, και την «αναζωπύρωση» του εξαγωγικού κλίματος που σίγησε από
την καταιγίδα των διεθνών εξελίξεων. Η υπερφορολόγηση παραμένει κορυφαίο
ζήτημα κοινωνικής ανισορροπίας και οικονομικής καχεξίας.
Οι μειώσεις σε
καταναλωτικούς φόρους (ειδικό φόρο πετρελαίου, φόρο πολυτελείας κλπ), που
αποδείχτηκαν ανίκανοι να συνεισφέρουν δημοσιονομικά και καταβαράθρωσαν την
ψυχολογία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αποτελούν πλέον απαραίτητο αναπτυξιακό
μοχλό. Ο περαιτέρω εξορθολογισμός του ΕΝΦΙΑ και η μετατροπή του σε
ανταποδοτικό δημοτικό φόρο είναι αναγκαία πράξη δικαιοσύνης. Η αποσύνδεση της φορολόγησης
των ελευθέρων επαγγελματιών από αυτό των επιχειρήσεων και την αδιέξοδη
χρήση των τεκμηρίων, από τη στιγμή που δεν υπάρχει αποτίμηση της προσωπικής
εργασίας και έχει καταργηθεί το αφορολόγητο με την επιβολή τέλους
επιτηδεύματος, και η σταδιακή, συνολική μείωση των φόρων στην αγορά ως επιπρόσθετος παράγοντας προσέλκυσης επενδύσεων και τα φυσικά πρόσωπα ως μέσο ενίσχυσης της κατανάλωσης.
Οι όποιες δημοσιονομικές
παρεκκλίσεις (αν και στο καταναλωτικό κομμάτι των φόρων υπήρξε
αποδεδειγμένα στέρηση εσόδων από τη χρήση τους) μπορούν να καλυφθούν από
περαιτέρω περιορισμό δημοσίων δαπανών (εστίες σπατάλης, σε ένα κράτος
που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την αξιολόγηση δομών και ατόμων, υπάρχουν) αλλά
και σε μεγάλο βαθμό θα αποφευχθούν από την αύξηση των επενδύσεων και την
μεγέθυνση της οικονομίας.
Μην προσπερνάμε
και το γεγονός ότι με το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου να βρίσκεται
ήδη στο 5,5%, το 2015 με το ρυθμό ανάπτυξης να αγγίζει ή και να ξεπερνά το 3%
και τη νέα ρύθμιση για το χρέος να αποδεσμεύει κρίσιμους πόρους από το
μειωμένο κονδύλι για ετήσιους τόκους το συγκεκριμένο επιτόκιο δανεισμού μπορεί
να προσεγγίσει ακόμα και το 4% επιτρέποντας την πιο απρόσκοπτη προσφυγή στις
αγορές.
Αν λοιπόν το
όποιο χρηματοδοτικό θέμα λυθεί και με εντονότερη προσφυγή στις αγορές το
2015-16, τα εναπομένοντα κεφάλαια από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών
θα μπορούσαν επιμέρους να κατευθυνθούν σε μια λελογισμένη και με σαφή κοινωνικά
ή επιχειρηματικά κριτήρια διαγραφή δανειακών υποχρεώσεων. Σε συνδυασμό
με ένα μικρό αλλά ουσιαστικό κατέβασμα των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα
ως συνεπακόλουθο των φοροελαφρύνσεων και ένα αντιστάθμισμα με επιπλέον τεχνικές
διευκολύνσεις για το χρέος (αύξηση υπάρχουσας περιόδου χάριτος, μηδενισμό
επιτοκίων, επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής ακόμα και στα 100 χρόνια) θα μπορούσαν
να αποτελέσουν ένα σύνολο ρυθμίσεων με σαφή αλλαγή μείγματος πολιτικής
αφού η ανακατανομή των ποσών θα οδηγήσει περισσότερα χρήματα στην πραγματική
οικονομία χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Δεν είχε σταματήσει και ποτέ η παραφιλολογία για πιθανά νέα μετρά το 2014, αλλά ήρθαν οι αντιφατικές δηλώσεις Ευρωπαίων και εγχώριων αξιωματούχων να εντείνουν τη σχετική συζήτηση και να επιτείνουν την ασάφεια. Είναι ίσως η πρώτη φορά, από τη στιγμή που η χώρα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης, που η μάχη για την τρόικα μοιάζει προκαταβολικά χαμένη κι αυτό γιατί υπάρχει μια σημαντική ειδοποιός διαφορά. Ποτέ ξανά δεν υπήρξε ταυτόχρονα και καλύτερη δημοσιονομική απόδοση από τα προβλεπόμενα και πρωτογενές πλεόνασμα.
Ο προϋπολογισμός του 2013 προέβλεπε έλλειμμα και ύφεση γύρω στο 4,5%. Είναι πλέον δεδομένο ότι κανένας από τους δυο δείκτες δεν θα είναι σε αυτό το ύψος. Δεν θα βρίσκονται καν στο επίπεδο που συμφωνήθηκε πριν ένα μήνα με τη τρόικα, βάσει των έως τότε στοιχείων. Η ύφεση λοιπόν δεν θα είναι ούτε καν στο 4% (με τα τουριστικά έσοδα να οδεύουν πάνω από τα 12 δις και την εισπραξιμότητα των φόρων να ξεπερνά το 80%, το πιθανότερο είναι να περιοριστεί στο 3,5%), το έλλειμμα θα πέσει σε ανάλογα μεγέθη και το πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να είναι και διπλάσιο των 350 εκ. που ανακοινώθηκαν.
Το δεδομένο ήταν ότι υπήρχαν δημοσιονομικά μέτρα προς διευκρίνιση για την τριετία 2014-2016 με βάση τις αρχικές προβλέψεις, που έχουν όμως ξεπεραστεί μειώνοντας σημαντικά το εύρος των όποιων παρεμβάσεων. Επίσης ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι αυτές οι παρεμβάσεις αφορούσαν διαρθρωτικές κινήσεις εξοικονόμησης δημοσίων δαπανών όπως ο εξορθολογισμός του ιατροφαρμακευτικού κόστους και της λειτουργίας των ασφαλιστικών ταμείων κι όχι εισοδηματικές περικοπές.
Το όλο θέμα διογκώνεται περισσότερο για διαδικαστικούς παρά για ουσιαστικούς λόγους. Τα τελικά δημοσιονομικά στοιχεία για το 2013 δεν θα είναι γνωστά πριν τον επόμενο Μάρτιο, άρα και η προσυμφωνημένη διευκόλυνση στην αποπληρωμή του χρέους δεν μπορεί να επισημοποιηθεί πιο πριν. Όπως δεν μπορεί, έως τις τότε στατιστικές ανακοινώσεις, να θεωρείτε δεδομένο το εύρος της περαιτέρω δημοσιονομικής προσαρμογής, ακόμα κι αν δεν υπήρχε η προοπτική τοκοχρεολυτικής ελάφρυνσης. Άλλωστε το εναπομένον έλλειμμα αφορά αποκλειστικά την εξυπηρέτηση του χρέους.
Η σημερινή συζήτηση λοιπόν κινείται κάπου ανάμεσα στην υποκρισία και τον αυτισμό από πλευράς τρόικας. Ενώ γνωρίζουν ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις του 2013 θα είναι καλύτερες των προβλέψεων εμμένουν στην τυπική τεχνοκρατική ανάλυση με βάση ξεπερασμένα στοιχεία. Ενώ γνωρίζουν ότι υποχρεούνται πλέον να προχωρήσουν σε ρύθμιση για το χρέος, που θα σήμαινε άμεση κάλυψη του δημοσιονομικού κενού, κρύβονται πίσω από το τυπικό χρονοδιάγραμμα για να μιλήσουν για νέα μέτρα, τα οποία ακόμα κι αν προωθούνταν θα έπρεπε να ανακληθούν σε λίγους μήνες όταν θα προέκυπτε δημοσιονομικό ισοδύναμο από την μείωση των τόκων!
Η τυπολατρία, όταν μάλιστα αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού, δεν μπορεί να υπερκεράσει την πολιτική ουσία κι εκεί η τρόικα γνωρίζει ότι έχει χάσει τη μάχη. Ότι κι αν αναγραφεί στον προϋπολογισμό για το 2014 τελεί υπό την αίρεση των αποφάσεων για το χρέος. Αν είχαν προαποφασίσει το εύρος της ρύθμισης (ο τρόπος είναι δευτερεύων και πιο τεχνικό θέμα), πολιτικά θα επέτρεπε να περιληφθεί ως κονδύλι μείωσης τόκων στο προσχέδιο του 2014, έστω και διαζευκτικά με νέα μέτρα (ουσιαστικά πλασματικά κι ανύπαρκτα για την περίπτωση που τελικά δεν υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα το 2013).
Άρα αν κάποιοι επιμένουν να παριστάνουν ότι κινούμαστε σε παράλληλα σύμπαντα που δεν επικοινωνούν μέσω μιας κοινώς αποδεκτής πραγματικότητας, κι αφού δεν μπορούν να παρακρατήσουν το 1 δις της τελευταίας δόσης που έχει ήδη εγκριθεί, ας περιμένουν τις τελικές αποφάσεις μετά την οριστικοποίηση των στοιχείων για το 2013 κι ας επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όταν η στιγμιαία τεχνική οπτική θα αρχίσει και πάλι να συμβαδίζει με την πολιτική ουσία!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το τελευταίο διάστημα όσο πάνε και πληθαίνουν οι «αποκαλύψεις» από πλευράς ΔΝΤ για τις λάθος εκτιμήσεις στο αρχικό πρόγραμμα για την Ελλάδα (στις οποίες όμως δεν καταλογίζουν και μεγάλες ευθύνες για την αποτυχία των προβλέψεων!) αλλά και οι συνεχείς ενστάσεις για τον τρόπο διαχείρισης του ελληνικού χρέους. Ορισμένοι βιάζονται να πέσουν στη «φιλόστοργη» αγκαλιά του ΔΝΤ με αναφιλητά χαράς, λησμονώντας τη διάρθρωση των πολιτικών που διαχρονικά ενστερνίζεται, δαιμονοποιώντας αποκλειστικά την Ε.Ε. για τις αστοχίες, τους περιορισμούς και τις εμμονές της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Το ΔΝΤ μόνιμος υπερασπιστής μιας χρονικά πιεστικής εσωτερικής υποτίμησης (αν και όλα τα ιστορικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι τόσο μεγάλες προσαρμογές όπως η δική μας, απαιτούσαν το διπλάσιο χρόνο από τον εκτιμώμενο, όταν μάλιστα έχεις να διαχειριστείς μια παραγωγική βάση με εξόφθαλμους ανορθολογισμούς στην καθετοποίηση της), αρνείται να παραδεχτεί ότι οι υποεκτιμήσεις του για το ύψος της ύφεσης εξηγούνται μόνο κατά ένα βαθμό από τις εγχώριες μεταρρυθμιστικές καθυστερήσεις. Το προσεγγίσαμε εκτενώς στο "«Τα «λάθη», οι πολλαπλασιαστές και οι... πολιτικές υποδιαιρέσεις!"
Από την άλλη η Ε.Ε. αδυνατεί να ξεπεράσει τις εμμονές της για τον τιμωρητικό ηθικό κίνδυνο, τον οποίο από θεμιτό μέσο συμμόρφωσης μετέτρεψε σε αέναο πνιγηρό καταναγκασμό. Συνδυαζόμενος με την έλλειψη διορατικότητας και την ετεροχρονισμένη αντίδραση, με βάση τα αποτελέσματα της κάθε καθυστερημένης προηγούμενης απόφασης, δεν επέτρεψε την αντιμετώπιση των προβλημάτων με μια ολιστική, αποτελεσματική προσέγγιση.
Και το ΔΝΤ θα μπορούσε με την τεχνογνωσία του να έχει αναγνώσει εγκαίρως τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εγχειρήματος (νομισματικές, διοικητικές και παραγωγικές) δίνοντας εξαρχής οκταετή περίοδο προσαρμογής και η Ε.Ε. θα μπορούσε να έχει αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για την στήριξη της ελληνικής οικονομίας.
Περαιτέρω μείωση του επιτοκίου της ΕΚΤ όταν ο Ευρωπαϊκός πληθωρισμός κινείται μακριά από το 2%, ώστε να αυξηθεί η μονεταριστική βάση άρα η ρευστότητα στην αγορά και τελικά να επιτευχθεί η πιο ισόρροπη δημιουργική καταστροφή με μεταφορά πόρων από τον τομέα των υπηρεσιών στην παραγωγική διαδικασία. Αλλά και ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης στον εύρωστο Βορρά ώστε να βελτιωθεί άρδην το ισοζύγιο πληρωμών των πιο αδύναμων οικονομιών με την ενίσχυση των εξαγωγών τους (όταν μάλιστα το σκληρό ευρώ πειρορίζει τη δυναμική των.εκτός Ε.Ε. εξαγωγών)
Όσον αφορά το ζήτημα του χρέους η υποκρισία ξεχειλίζει κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Οι μεν πεφωτισμένοι του ΔΝΤ προσπαθούν να μας πείσουν ότι ήταν δυνατό ένα εθελοντικό κούρεμα του ιδιωτικού τομέα πριν καν αρχίσει το πρόγραμμα προσαρμογής, όταν οι ίδιοι διαβεβαίωναν ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας θα είναι άμεση, επαναφέροντας την στις αγορές από τις αρχές του 2012! Ποιον νομίζουν ότι θα έπειθαν να δεχθεί ένα τεράστιο «κούρεμα» στην επένδυση του, όταν προέβλεπαν τόσο σύντομη ανάκτηση της αξίας των χαρτοφυλακίων τους;
Ούτε φυσικά θυμάται κανείς τους αξιωματούχους του ΔΝΤ να αναπτύσσουν κανένα καινοφανές σχέδιο προστασίας κι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, που θα πληγώνονταν καίρια από το «κούρεμα» βυθίζοντας στην ύφεση ολόκληρη την Ευρώπη, κάνοντας τελικά ακόμα πιο δύσκολη την ανάκαμψη και της Ελλάδας.
Βέβαια και η προσπάθεια της Ευρώπης να πείσει τον εαυτό της ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, δεν ήταν λιγότερο υποκριτική. Μια έγκαιρη στοχευμένη παρέμβαση με αποδοχή του αδιεξόδου και επιχείρηση μετατροπής του ελληνικού χρέους σε μια λογιστικά τακτοποιημένη μακροχρόνια πίστωση (ακόμα και τα 50 χρόνια που συζητιούνται σήμερα μπορεί να είναι μικρό διάστημα!), θα ήταν ικανή να περιορίσει το ετήσιο βάρος εξυπηρέτησης του χρέους, δίνοντας περιθώριο για αξιοποίηση μέρους αυτού του οφέλους για αναπτυξιακές δράσεις (από τη στιγμή που ο χρονικός ορίζοντας για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων θα παρέμενε οκταετής).
Τελικά πάντως στη ζωή τα πάντα κρίνονται στην πράξη. Οι θεωρητικές αναλύσεις αποποίησης ευθύνης ή αφ’ υψηλού ανάλυσης πιθανών κινήσεων σε έναν ιδεατό κόσμο που θα σου έδινε πλήρη ελευθερία επιλογής είναι χρήσιμες ακαδημαϊκές συζητήσεις, δεν παράγουν όμως απτό πολιτικό αποτέλεσμα, ούτε διορθώνουν τα λάθη του παρελθόντος.
Η Ελλάδα έχει μια δεύτερη ευκαιρία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης (η πρώτη χάθηκε το Μάιο του 2010) και αυτή οφείλει να εκμεταλλευτεί για την απομείωση της τοκοχρεολυτικής επιβάρυνσης και την ενίσχυση πολιτικών στήριξης της απασχόλησης. Οι λοιπές βαρύγδουπες ή μη, προσεγγίσεις κινούνται στη σφαίρα της μικροπολιτικής, ιστορικής ή «τσάι και συμπάθεια» φιλολογίας!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Για μια ακόμα φορά παριστάνουν οι πάντες τους έκπληκτους
για παραδοχές που θεωρούνταν εξαρχής δεδομένες, ενώ στη διάρκεια των
τελευταίων τριών ετών δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρξαν κι αναφορές, έμμεσες
ή άμεσες, κορυφαίων αξιωματούχων του ΔΝΤ ή της Ε.Ε. για περιορισμούς στην
αποτελεσματικότητα της μονοδιάστατης λιτότητας. Η τεχνική επισημοποίηση
των τελευταίων δηλώσεων ελάχιστα προσθέτει στη συζήτηση και δίνει περιθώρια
αποπροσανατολιστικών επιχειρημάτων που δεν προσβλέπουν σε αναγκαίες διορθωτικές
κινήσεις αλλά στην άρνηση κάθε μεταρρύθμισης, στον στρουθοκαμηλισμό ενός
συστήματος που παλεύει για την ύπαρξη του.Εκρηκτικές εξελίξεις, χρεοκοπημένες αντιλήψεις, υποκριτικές αντιδράσεις. Μια κοινωνία που απορρίπτει τα μνημονιακά αδιέξοδα των συνεχών οριζόντιων περικοπών και της υπερφορολόγησης. Ένας λαός που δεν επιθυμεί την απώλεια του Ευρωπαϊκού κεκτημένου και της συμμετοχής μας στον σκληρό πυρήνα των πολιτικοοικονομικών διεργασιών. Η στάση Σαμαρά, τα όρια της χρεοκοπίας, οι απορίες, το εσωτερικό ρήγμα, οι Ευρωπαϊκές πιέσεις όλα ανάκατα σε ένα σχήμα που ανάλογο του μόνο σε αναλύσεις για τη «θεωρία των παιγνίων» μπορείς να συναντήσεις. Που βρίσκεται άραγε το σημείο ισορροπίας;
Οι πολιτικές αποφάσεις κρίνονται με βάση τη χρονική συγκυρία στην οποία πραγματοποιούνται, την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες τους. Στο διάστημα από τις προηγούμενες εκλογές μέχρι σήμερα το πλαίσιο των εξελίξεων έχει διαφοροποιηθεί τρεις φορές, προσαρμόζοντας αντίστοιχα και τις πολιτικές προσεγγίσεις. Από τη συζήτηση για το πως οδηγηθήκαμε στην αγκαλιά του ΔΝΤ, στη δυνατότητα ή μη του μνημονίου να μας βγάλει από την κρίση έως την «τεχνοκρατική» γέφυρα προς τις κάλπες. Το ζητούμενο είναι η συνέπεια σε μια κεντρική στρατηγική και η αξιολόγηση των συγκεκριμένων τακτικών που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν το γενικότερο σκοπό.
Το πρώτο βήμα, στην προσπάθεια των υπουργών του ΠΑΣΟΚ για απεμπόληση... των μνημονιακών ευθυνών, έγινε με τις απανωτές δηλώσεις για την αποτυχία της συγκεκριμένης πολιτικής που έφτανε στα όρια της αυτοαμφισβήτησης περνώντας μάλλον σε ψυχαναλυτικά επίπεδα! Η υποκρισία που υπέκρυπταν ήταν ξεκάθαρη ώστε να γίνουν αποδεκτά χωρίς δυσανασχέτηση από την κοινωνία κι έτσι προχώρησαν στο επόμενο βήμα που ήταν ακόμα πιο ρηξικέλευθο! Άρχισαν να δηλώνουν άγνοια για το περιεχόμενο του μνημονίου και αδυναμία να διαχειριστούν το εύρος του περιεχομένου του σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα! Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί η αντίδραση των πολιτών άγγιξε τα όρια του χλευασμού, κατακλύζοντας το διαδίκτυο με ατελείωτα σχετικά σχόλια και ανέκδοτα!
Το επιστέγασμα της... ρηξικέλευθης πολιτικής σκέψης του Χρυσοχοϊδη ήρθε με τις πρόσφατες αναφορές του στις εγκληματικές... αστοχίες της κυβέρνησης Παπανδρέου που οδήγησαν τη χώρα στο ΔΝΤ. Αφού επιτέθηκε προσωπικά στον πρώην πρωθυπουργό για τις επιλογές του (από το μη έγκαιρο δανεισμό έως την έλλειψη διαπραγμάτευσης), κατέκρινε την ακολουθούμενη πολιτική του σχήματος... στο οποίο μετείχε από την αρχή σε καίριες θέσεις και για την οποία δεν εξέφρασε καμιά αντίρρηση επί δυο χρόνια. Τουναντίον υπήρξε από τα πιο πειθήνια όργανα στην άσκηση της μνημονιακής πολιτικής κι από τους «σκληρούς» επικριτικές κάθε αμφισβήτησης, ιδιαίτερα όταν τα προαναφερθέντα επιχειρήματα προέρχονταν από την αντιπολίτευση που χαρακτηρίζονταν ως... λαϊκίστικη.
Παρά την αποτυχημένη προσπάθεια να ερμηνεύσει τον εαυτό του, αποδίδοντας στη δήλωση περί εξουθένωσης από την προσπάθεια στο υπ. Οικονομικών στην ταύτιση του με την κοινωνική κόπωση από τα επανειλημμένα μέτρα, ο Βενιζέλος ανέδειξε άθελα του το κομβικό διαχρονικό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος. Την αδυναμία να καταστρώσουν αξιόπιστους μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς, να τους εξηγήσουν εκτενώς στην κοινωνία, να εκτελέσουν με συνέπεια τα απαραίτητα βήματα και φυσικά να αναλάβουν πλήρως τις ευθύνες για το τελικό αποτέλεσμα. Όταν στους στόχους του παρόντος, παρεισφρύουν σε ανεξέλεγκτο βαθμό οι προσωπικές βλέψεις του μέλλοντος και τα κατάλοιπα των παθογενειών του παρελθόντος, η εξουθένωση έρχεται ως φυσικό επακόλουθο μιας αδύναμης κι επισφαλούς ισορροπίας.
Ίσως θα ήταν πιο ακριβές αν αναφερόμασταν σε δυο χρόνια χαμένων θυσιών αφού το ζήτημα δεν είναι απλά η σταθεροποίηση του ελλείμματος στα επίπεδα του 10% για δεύτερη χρονιά παρά τη φοροκαταιγίδα και τον περιορισμό των εισοδημάτων, αλλά η συνολική αποτυχία μιας πολιτικής που είχε εξαρχής εσφαλμένη αξιολόγηση προτεραιοτήτων και πιεστικό χρονοδιάγραμμα. Κι όσο αν ο αρχικός λογιστικός χειρισμός των στοιχείων έδωσε στο ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να επαίρεται για πρωτοφανή μείωση του ελλείμματος το 2010, ήρθε ο φετινός ανεπανάληπτος εκτροχιασμός να αποδείξει ότι δεν αρκούσε μια πολιτική διαχείριση ενός δομικού ζητήματος για να υπάρξουν απτά θετικά αποτελέσματα για τη χώρα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο «ροζ συννεφάκι» της συναίνεσης που περιορίζεται στην ονοματολογία και την ημερομηνία των εκλογών, ενώ το πλήρες πολιτικό περιεχόμενο και τα όρια των εφαρμοζόμενων πολιτικών παραμένουν ασαφή. Αν δηλαδή εκτός από τη στήριξη ενός δεδομένου γενικού πλαισίου (επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, προώθηση μεταρρυθμίσεων, ιδιωτικοποιήσεις κι αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας, περιστολή κρατικής σπατάλης) στο οποίο εξαρχής συμφωνούσε η ΝΔ (άλλωστε αποτελούν μέρος της ιδεολογίας και των διαχρονικών διακηρύξεων της) θα πρέπει να προωθηθούν και συγκεκριμένες εφαρμοστικές διατάξεις που θα προκαθορίζουν όλο το μείγμα πολιτικής της επόμενης περιόδου. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη οδεύει στο δικό της χορό του Ζαλόγγου με τα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας να προσεγγίζουν τα απώτερα θεωρητικά όρια ασφαλείας του 7% αλλά κυρίως τη Γαλλία να φτάνει σε επίπεδα αντίστοιχα της Ελλάδας των τελών του 2009 (περίπου 3,5%)!
Να δεχτούμε ότι αποφύγαμε (προς το παρόν!) μια άτακτη χρεοκοπία που θα σήμαινε άμεση καταστροφή τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων (αφού δεν θα υπήρχε καμιά μέριμνα για κάλυψη απωλειών), περιορισμό έως αδυναμία εισαγωγών και αυτόματη μετακύλιση της απομείωσης της αξίας των ομολόγων μας στα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία μας. Από εκεί όμως ως τη θριαμβολογία Παπανδρέου υπάρχει τεράστια απόσταση, γνωρίζοντας μάλιστα τις επιπτώσεις της απόφασης για την πραγματική οικονομία (ρευστότητα) και την αποτελεσματικότητα που χρειάζεται στην προώθηση μεταρρυθμίσεων και την ανάληψη αναπτυξιακών πρωτοβουλιών, ώστε να ευοδωθούν οι προβλέψεις για επαναφορά του χρέους στα επίπεδα που το παρέλαβε το 2009, πάνω από μια δεκαετία μετά. Άλλωστε αυτή η καταγραφή συνεχών «θριάμβων» που σύντομα αποδεικνύονταν φενάκη, οδηγεί τη χώρα στην επιλεκτική χρεοκοπία με την ευσχήμως περιγραφείσα στη συμφωνία μόνιμη εποπτεία!
«Ζούμε ιστορικές στιγμές» είναι η κύρια φράση που ακούγεται ακόμα και στις ιδιωτικές συζητήσεις των τελευταίων ημερών. Συνήθως όμως συνοδεύεται κι από δυο βασικά ερωτήματα: «Αν το «κούρεμα» είναι τόσο ωφέλιμο γιατί δεν το κάναμε εξαρχής;» και «Ποιες οι επιπτώσεις του και πως θα πορευτούμε ως τόπος από εδώ και πέρα;». Κι αν οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις έχουν επανειλημμένα αναλυθεί («Είναι σωτηρία το μεγάλο «κούρεμα» του χρέους»), η διαδικασία που οδήγησε σε μια τέτοια εξέλιξη παραμένει ασαφής (η δικαιολογία – έμμεση μομφή στην τρόικα, της Μέρκελ για ελλιπή στοιχεία τον Ιούλιο δεν αρκεί!) κι ακόμα πιο απροσδιόριστες παραμένουν οι μακροπρόθεσμες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ε.Ε.
Καθημερινός ο καταιγισμός από ειδήσεις, σενάρια, αναλύσεις σχετικά με το ποια θα είναι η τελική λύση για τη διαχείριση του Ελληνικού χρέους. Δημιουργείται μάλιστα έντεχνα ένα κλίμα που συνδυάζει το μεγάλο «κούρεμα» με το συμφέρον του τόπου και μετατρέπει όσους αντιδρούν σε αυτό, ιδιαίτερα με τους όρους και τις συνθήκες που προβάλλονται ως οι πιο πιθανές, σε υποστηρικτές των τραπεζικών κερδών! Αν ήταν όμως όντως τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα γιατί ένα τέτοιο γεγονός, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως πιστωτικό από τις αγορές, δεν προκρίθηκε πολύ νωρίτερα; Τι είναι αυτό που θα έπρεπε να μας κάνει να αισιοδοξούμε για τις μετέπειτα εξελίξεις; Η πιθανή κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων (άρα και της καταβολής συντάξεων), η αδυναμία της Ε.Ε. (με κορυφαίο το «θρίλερ» της Σλοβακίας) να περάσει ρυθμίσεις πολύ μικρότερων ποσών, η συλλήβδην κρατικοποίηση των τραπεζών με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ρευστότητα και τις χορηγήσεις τους;
Πρόσφατα, σε μια αποστροφή του λόγου του, ο Βενιζέλος αναφέρθηκε στο όφελος των δανειστών από την πορεία της χώρας. Δεν θα μπω καν στη συζήτηση του αν αυτό που θα έπρεπε να απασχολεί τον υπ. Οικονομικών είναι το κατά πόσο είναι συνυφασμένη η προοπτική του τόπου με τα συμφέροντα των δανειστών, ούτε αν αντιμετωπίζει πλέον και θεσμικούς πολιτικούς παράγοντες όπως η Ε.Ε. ως απλούς δανειστές! Αξίζει όμως να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο οι παντός είδους δανειστές μας, αντιμετώπιζαν διαχρονικά με "αμοιβαιότητα" τη διασύνδεση των συμφερόντων τους με τις εξελίξεις στην Ελλάδα, όπως αποκαλύπτεται τόσο από τις διαδικασίες χορήγησης πιστώσεων όσο κι από τις πολιτικές αποφάσεις που τις συνεπικουρούσαν.









