Οι αγορές
τρομαγμένες, από τις απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις, η τρόικα να
αμφισβητεί την μεταρρυθμιστική συνέχεια και να θέτει πρόσθετα δημοσιονομικά
αιτήματα μη διδασκόμενη από τις αποτυχημένες προβλέψεις της επί τω χείρω
τα τελευταία δυο χρόνια και η κυβέρνηση να βρίσκεται υπό την πίεση των
καθυστερήσεων που μόνοι τους δημιουργούν οι εταίροι μας, ώστε η όποια συμφωνία
για την μετάβαση στη μεταμνημονιακή εποχή να μην είναι πρόσκαιρη και υπό
την αίρεση εκλογικών αναταράξεων.
Μέσα σε αυτό το
κλίμα η Προεδρική εκλογή κατέληξε να μετατρέπεται σε μπαλάκι όχι μόνο της μικροκομματικής
σύλληψης του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάληψη της εξουσίας αλλά και της ανάγκης των
δανειστών να προχωρήσουν σε μια συμφωνία που δε θα τεθεί σε αμφισβήτηση. Είναι
πλέον στα χέρια της ελληνικής βουλής η αξιολόγηση τόσο του προτεινόμενου
προσώπου όσο και της διαδικασίας με την οποία θα ολοκληρωθεί η έξοδος από το
μνημόνιο.
Εδώ και ένα χρόνο
είχα αναφερθεί γραπτώς και πριν μερικούς μήνες από ραδιοφώνου στην περίπτωση
του Σταύρου Δήμα ως μιας απολύτως κατάλληλης πολιτικής προσωπικότητας
για το ύπατο αξίωμα. Πέρα από την ευρυγνωσία και την αναμφισβήτητη ικανότητα
και εμπειρία του, έχει διάγει μια καθ’ όλα αξιοπρεπή πορεία με δημοκρατική
σύνεση και ηθική συνέπεια. Ακόμα και ως Επίτροπος της Ελλάδας στην Ε.Ε.
κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κορυφαίος ασχολούμενος μάλιστα με έναν τομέα, το
περιβάλλον, που του έδωσε τη δυνατότητα, αν και προερχόμενος από το Λαϊκό
κόμμα, να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτίμησης με όλες τις πλευρές
του κοινοβουλίου.
Αν η Προεδρική
εκλογή, όπως θα έπρεπε, δεν συνδυάζονταν με την τρέχουσα πολιτική
επικαιρότητα, από τη στιγμή μάλιστα που είναι δεδομένη η κυβερνητική
πλειοψηφία των 156 βουλευτών, η εκλογή του Σταύρου Δήμα θα θωρούνταν δεδομένη.
Θα αποτελούσε μάλιστα μια ιδανική περίπτωση για να εκφράσει το νέο μοντέλο
Προεδρικής αντιπροσώπευσης της χώρας, όπως το οραματίζεται το αναθεωρημένο
Σύνταγμα που θα προκύψει αν δεν συρθεί ο τόπος σε πρόωρες εκλογές. Ένα άτομο
που δεν τον ακουμπά η μεταπολιτευτική σαπίλα κι ο λαϊκισμός όπως ο κ.Δήμας
μπορεί να σηματοδοτήσει την μετάβαση στη Νέα Μεταπολίτευση και να την
εκφράσει με τον πιο γνήσιο τρόπο.
Όσοι επιλέξουν να
χρησιμοποιήσουν μια θεσμική διαδικασία για να δημιουργήσουν πολιτική αναταραχή
θα βρεθούν μπροστά σε ένα «φονικό» δίλημμα. Έχοντας μετά τις εκλογές
ελάχιστες μέρες για την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης ή θα προχωρήσουν
ουσιαστικά σε μια συνέχιση των σημερινών δεδομένων απογοητεύοντας το εξασκημένο
στη ρητορική επανάσταση κοινό τους με πιθανότατη την άμεση κατάρρευση της
νέας κυβέρνησης ή θα επιλέξουν την τυφλή και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο σύγκρουση
και γαία πυρί μιχθήτω!
Υ.Γ. 1. Προσωπικά είχα προτείνει ως μια επιλογή διαφορετικής αισθητικής και στόχευσης με αέρα ελληνικής οικουμενικότητας, τον καθηγητή Δημήτρη Νανόπουλο. Θα ήταν μια υπερβατική αντιμετώπιση του θεσμού, αλλά σε μια πολύ δύσκολη πολιτικά περίοδο η δεδομένη εμπειρία του Δήμα μπορεί να αποβεί καθοριστική για την επιτυχημένη άσκηση των καθηκόντων του.
Υ.Γ. 2. Ειλικρινά αναρωτιέμαι ποια θα είναι η Προεδρική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, σε περίπτωση προκήρυξης εκλογών που θα διαθέτει δημοκρατική και ηθική υπεροχή επί της υποψηφιότητας Δήμα. Εκτός κι αν σχεδιάζουν να μας αφήσουν στο σκοτάδι για το ποιος θα αναλάβει το ύπατο αξίωμα σε μια τέτοια συγκυρία και για τα εθνικά μας θέματα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Η προηγούμενη ελληνική προεδρία ήταν σε μια εποχή όπου όλα καλύπτονταν από την... αιθαλομίχλη της ακόρεστης εκτόνωσης μιας καταπιεσμένης καταναλωτικής μανίας, της προσδοκίας μιας εθνικής υπεραξίας από τους Ολυμπιακούς αγώνες, και της κατάκτησης του ευρώ αγνοώντας τους δομικούς κινδύνους και τις εγγενείς αδυναμίες μας. Η τωρινή περίσταση, που βρίσκει την Ελλάδα στο τιμόνι της Ε.Ε., αποτελεί το άλλο άκρο των εξελίξεων.
Η χώρα ολοκληρώνει μια επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή, η σαπουνόφουσκα (πολιτική και οικονομική) των προηγούμενων δεκαετιών έσκασε με εκκωφαντικό κρότο, αποκαλύπτοντας πόσο γυμνός ήταν τελικά ο «βασιλιάς», αλλά και η Ευρώπη βιώνει τις συνέπειες του ανορθολογικού οικοδομήματος της ΟΝΕ και της έλλειψης συνεκτικών και ευρύτατα δημοκρατικών μηχανισμών διοίκησης.
Κι αν η τότε προεδρία εξαντλήθηκε σε επικοινωνιακές φιέστες και ανούσιες τυπικότητες, η σημερινή ιδιαίτερη συγκυρία επιτάσσει η ανάληψη αυτής της σημαντικής ευθύνης να αποτελέσει αυτή τη φορά τουλάχιστον ένα σημειολογικό επίκεντρο αναφοράς για το επόμενο διάστημα. Μια χώρα που μέχρι 1,5 χρόνο πριν θεωρούνταν παρίας και υποψήφια προς αποχώρηση από το ευρώ, τη στιγμή που ανακτά τη δημοσιονομική αξιοπιστία της έχει την υποχρέωση να θέσει επί τάπητος όλα τα βασικά ζητήματα που ανέδειξε αυτή η κρίση.
Να διερευνήσει τις αναγκαίες βελτιώσεις στο πολιτικό και οικονομικό διοικητικό κενό που έφερνε τις διαρκώς καθυστερημένες αποφάσεις και άφηνε περιθώριο στην απόλυτη επιβολή των γερμανικών τιμωρητικών μονομερειών. Να απαντήσει στον ευρύτατο ευρωσκεπτικισμό με σαφή επιχειρήματα εμβάθυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης και σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Να αποκτήσει ξεκάθαρο παραγωγικό προσανατολισμό απέναντι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να αναπτύξει αποδοτικούς μηχανισμούς στοχευμένης ενίσχυσης της απασχόλησης.
Πέρα όμως από αυτά το ευρύτερα ζητήματα, η συγκυρία δεν μπορεί παρά να πρέπει να αξιοποιηθεί από την ελληνική πλευρά και για καθαρά εθνικούς λόγους. Ως μέρος της λύσης του Ευρωπαϊκού ενεργειακού προβλήματος, η εκμετάλλευση της ΑΟΖ μας αποκτά μια γενικότερη κάλυψη και επέκταση των εξαρτωμένων συμφερόντων. Η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης με ενεργότερη Ευρωπαϊκή συμμετοχή στη φύλαξη των συνόρων είναι μια απαραίτητη επιλογή με αμοιβαία οφέλη.
Είναι προφανές ότι αν όλη αυτή η προβολή της χώρας συνδυαστεί με μια ατζέντα θεμάτων που θα προσπαθήσει να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δείξει το δρόμο ενός συνεκτικού και λειτουργικού μέλλοντος για την Ε.Ε., αυτή η προεδρία δεν αποκλείεται να λειτουργήσει ως ένα κομβικό σημείο για την πορεία του Ευρωπαϊκού οράματος, από τη στιγμή μάλιστα που οι επικείμενες ευρωεκλογές θα αναδείξουν το βάθος των διαχρονικών προβλημάτων της.
Θα έχει πάντως σίγουρα αφήσει μια αναμφισβήτητα θετική εντύπωση για τις δυνατότητες και την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να αποτελέσει τελικά όχι την Ιφιγένεια μιας αυτιστικής Ευρωπαϊκής ηγεσίας αλλά τον Προμηθέα που μέσα από την προσωπική του ταλαιπωρία θα δώσει (στη συγκεκριμένη περίπτωση για δεύτερη φορά) τη φωτιά του πολιτισμού και της γνώσης στους εταίρους.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Πέρασαν σχεδόν
τέσσερις δεκαετίες από μια καμπή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Τριανταεννέα χρόνια από τη στιγμή που δεν αποκαταστάθηκε απλά το δημοκρατικό
κεκτημένο αλλά έκλεισε θεσμικά ο μεταπολεμικός κύκλος με τις αντιθέσεις,
τις συγκρούσεις και τα πάθη που αναπαρήγαγε. Η μεταπολίτευση ξεκινούσε με προσδοκίες
και προοπτικές για ριζικές αλλαγές. Κάποιες πραγματοποιήθηκαν, άλλες
ξεχάστηκαν κι οι περισσότερες παρερμηνεύθηκαν και παραποιήθηκαν για να μας
φέρουν στο σημερινό, ίσως ακόμα πιο κομβικό, σημείο για τον εθνικό μας
προσανατολισμό.
Σαράντα χρόνια μετά από τη συμβολική και τόσο
χαρακτηριστική, για την τότε εποχή, φράση, που σηματοδότησε το διακύβευμα
της μεταπολίτευσης και σχηματοποίησε το πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι και
τις κοινωνικές ανακατατάξεις, η σημερινή ερμηνεία του μοιάζει να έχει
παρεκκλίνει πολλές μοίρες από το αρχικό πρωτογενές, αυθόρμητο έως και
αφελές περιεχόμενο.


