Όταν αποφασίζεις
να χρησιμοποιήσεις τακτικές της θεωρίας των παιγνίων στην άσκηση
πολιτικής, οφείλεις να καθορίσεις με ρεαλιστικό τρόπο όλες τις μεταβλητές
αξιολογώντας την τρέχουσα αλλά και την εν δυνάμει θέση τους. Στο διεθνές πεδίο,
όπου παίρνονται πλέον όλες οι κρίσιμες αποφάσεις, είσαι υποχρεωμένος να
προσεγγίσεις με νηφαλιότητα και διορατικότητα τα πλεονεκτήματα, τα
μειονεκτήματα αλλά και την ιδιοσυγκρασία κάθε «παίκτη» και να προχωράς
χτίζοντας συμμαχίες, κερδίζοντας ουσιαστική συμπαράσταση κι όχι εθιμοτυπική
συμπάθεια και κάνοντας κινήσεις που δεν περιορίζονται στον πρόσκαιρο
εντυπωσιασμό αλλά στην αισθητή μετατόπιση των δεδομένων εγγύτερα στις
απόψεις σου.
Η Ελλάδα, μέσω
της νέας κυβέρνησης, βάλθηκε να μας αποδείξει ότι υπάρχει και αντίστροφη
θεωρία των παιγνίων. Ο Γ. Βαρουφάκης λάτρης αυτών των θεωριών προσπάθησε να
ακολουθήσει ανάλογη στρατηγική μόνο που το έκανε με έναν εντελώς λάθος τρόπο,
τόσο που να μας κάνει να πιστέψουμε ότι τελικά το στρατηγικό παιχνίδι δεν ήταν
ποτέ επικεντρωμένο στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό της χώρας και την καλύτερη εκτονωτική
διαχείριση του συλλογικού θυμικού.
Πραγματικές
συμμαχίες δεν επιχειρήθηκαν γιατί αυτές θα έπρεπε να αφορούν πρωτίστως τις ήδη πληγείσες
από την λιτότητα χώρες κι όχι τις δυο από τις τρεις μεγαλύτερες δυνάμεις
της Ε.Ε. (Γαλλία και Ιταλία) που όσο κι αν δυσανασχετούν με επιμέρους στοιχεία
της ακολουθούμενης πολιτικής άλλο τόσο προχωρούν σε ριζικές μεταρρυθμίσεις
στα εργασιακά και το ασφαλιστικό (τομείς που διαχρονικά στην Ελλάδα
φοβόμαστε να αγγίξουμε με επίγνωση των αμείλικτων δημογραφικών και παραγωγικών
παραγόντων) και φυσικά δεν είναι διατεθειμένες να έρθουν σε ρήξη με την
Γερμανία τόσο για οικονομικούς όσο και για διπλωματικούς λόγους.
Αντί αυτού
αφήσαμε τις μικροκομματικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις να μας κρατήσουν σε
απόσταση από Πορτογαλία, Ισπανία και Ιρλανδία πείθοντας τους ότι οι μαξιμαλιστικές
αρχικές μας απαιτήσεις προσβάλλουν τις δικές τους «αιματηρές» προσπάθειες.
Όταν ο Βαρουφάκης
περιέφερε, με περίσσεια καθηγητικής φιλαυτίας, αλαζονικής απειρίας και
τον κομπασμό του περαστικού από αυτά τα πολιτικά λημέρια, τον ενοχλητικό
ναρκισσισμό του στα διεθνή φόρα δεν έφερνε απλώς σε άβολη θέση Ευρωπαίους
αξιωματούχους, για να βρωμίσει με αγένεια την στωική ελληνική περηφάνια
αλλά έσπρωχνε και δυνητικούς συμμάχους ακόμα πιο μακριά μας.
Μόνο αν
μετατοπιστεί το πεδίο του συγκεκριμένου παιγνίου στην εσωτερική σκακιέρα
γίνεται κατανοητή η «ανεξήγητη» εμμονή σε μια αποπροσανατολιστική αντισυμαβτικότητα.
Γνωρίζοντας ότι τα περιθώρια ελιγμών στο εξωτερικό είναι περιορισμένα και το
τελικό αποτέλεσμα στις λεπτομέρειες του θα είναι ατροφική συμφωνία που δεν θα
γεννά συναισθήματα παλιγγενεσίας, ο υπ. Οικονομικών φρόντισε να επενδύσει στην προκαταβολική
εξύψωση της περιφρονητικής αυτάρκειας απέναντι στους «δυνάστες» ώστε η
μετριότητα της τελικής απόφασης να περιβάλλεται από την άχνα του αδούλωτου
«Σπάρτακου» στοιχείο ικανό να ικανοποιήσει από μόνο του μεγάλο μέρος της
κοινωνίας.
Κάπου εδώ όμως
ολοκληρώνονται τα πάσης φύσεως παιχνίδια και περνάμε στην αμείλικτη πίεση
των αριθμών και της πολιτικοοικονομικής πραγματικότητας. Όσο αυτά θα
κερδίζουν σιγά, σιγά το μερίδιο που τους αρμόζει στο στρατηγικό τραπέζι τόσο η
μουδιασμένη αυταπάτη θα δίνει τη θέση της στην κυνικότητα της αλήθειας.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δεν είναι λίγοι
αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι οικονομολόγοι αποτελούν ίσως την πιο επιρρεπή
στη λαθροχειρία επιστημονική κοινότητα. Στην προσπάθεια να συνδυάσουν
ιδεολογικές καταβολές, πολιτικές σκοπιμότητες, κερδοσκοπικά ή προσωπικά
συμφέροντα συχνά ρέπουν προς την «δημιουργική» παρέμβαση πάνω στον καθορισμό
των μαθηματικών μεταβλητών έχοντας επίγνωση ότι αρκεί μια απειροελάχιστη
αλλαγή σε έναν παράγοντα για να παραχθούν εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα.
Με μια ισχυρή
δόση αντίληψης αυτοεκπληρούμενης προφητείας έρχονται κατόπιν να
πανηγυρίσουν για την επιβεβαίωση των αρχικών θεωριών τους που στηρίχθηκαν στις
προϋποθέσεις που οι ίδιοι καθόρισαν. Το γαϊτανάκι της εθελοτυφλίας κλείνει με
τη χρήση των συμπερασμάτων από όσους επιδιώκουν να κατευθύνουν τις εξελίξεις
προς μια συγκεκριμένη πορεία και, γιατί όχι, να χειραγωγήσουν τη λειτουργία
των αγορών και των πολιτικών επιλογών.
Διάβασα πρόσφατα
μια ανάλυση του διαβόητου Νομπελίστα οικονομολόγου κ. Krugman, έναν από αυτούς τους προέβλεπαν από την αρχή της
κρίσης την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, σχετικά με την επίπτωση της αύξησης
των κρατικών δαπανών στη μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα. Η αφορμή
για αυτό του το άρθρο ήταν, για μια ακόμα φορά, το ελληνικό δημοσιονομικό
ζήτημα και το σκεπτικό του κειμένου ήταν ότι θα ήταν μικρή η πλεονασματική
συρρίκνωση αν επιτρεπόταν στην νέα κυβέρνηση να προχωρήσει σε παροχές και
περισσότερες δημόσιες επενδύσεις.
Αν και δεν
διαχωρίζει την διαφορετική επίδραση των παροχών από τις πιο παραγωγικές
και αναπτυξιακές δημόσιες επενδύσεις. Αν και παραβλέπει πως και οι δεύτερες
μπορεί να έχουν κυρίως πιο μακροπρόθεσμα θετικά οφέλη, προχωρά στη χρήση μιας
μαθηματικής σχέσης για να περιβάλλει με την ανάλογη επιστημονική χροιά τα
επιχειρήματα του. Τελικά αλλοιώνοντας τους δυο βασικούς συντελεστές
μετατρέπει την θετικιστική μέθοδο σε πέπλο συγκάλυψης της αλήθειας.
Στην εξίσωση ΔPS = - ΔG*(1-μτ) όπου (ΔPS) η μεταβολή του πρωτογενούς πλεονάσματος, (ΔG) η μεταβολή στις κρατικές δαπάνες, (μ) o ευρέως πλέον γνωστός δημοσιονομικός
πολλαπλασιαστής και (τ) η επίδραση της αύξησης 1 ευρώ του ΑΕΠ στα κρατικά
έσοδα, καθορίζει το (μ) ως 1,3 και το (τ) ως 0,4. Θα μου πείτε «και τι έγινε;».
Σε κάποια στοιχεία θα στηρίζεται για να δώσει στις μεταβλητές του αυτές τις
τιμές; Φυσικά μόνο που διαλέγει τα λάθος στοιχεία για να καταλήξει στο λάθος
συμπέρασμα. Ότι δηλαδή η μείωση του πλεονάσματος θα είναι λιγότερο από 50%.
Αντί όμως να
χρησιμοποιήσει τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή του 2013 για τον οποίο
έχουμε τα τελευταία ολοκληρωμένα στοιχεία και έχει περιοριστεί στο 0,9, προτιμά
να κάνει μια αυθαίρετη χρήση του μέσου όρου όλων των χρόνων της κρίσης, όταν η
υψηλή ύφεση (λόγω και των μεγάλων εισοδηματικών περικοπών) και η καθυστέρηση
των μεταρρυθμίσεων είχαν εκτοξεύσει τον πολλαπλασιαστή ακόμα και στο 1,8!
Από την άλλη
ανεβάζει το ποσοστό της επιστροφής ως δημοσίων δαπανών κάθε αύξησης του
ΑΕΠ στο 0,4 (δηλαδή 40%) όταν ο ελληνικός προϋπολογισμός αποδεικνύει ότι αυτός
ο αριθμός ποτέ δεν ξεπερνά το 30%. Για παράδειγμα το 2013, με ΑΕΠ γύρω
στα 185 δις ευρώ τα έσοδα δεν ήταν παραπάνω από 55 δις.
Αν λοιπόν
χρησιμοποιηθούν οι συντελεστές που μόλις παρέθεσα αντί για αυτούς του πρώτου
υπολογισμού το αποτέλεσμα δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με το αρχικό. Η επίδραση
της αύξησης των δημοσίων δαπανών στο πλεόνασμα αγγίζει το 75%!
Όσο κι αν σκοπός
του άρθρου δεν είναι να μειώσει την αξία κανενός επιστήμονα ή να
στηλιτεύσει τις θέσεις που κατά καιρούς παίρνει ως υποβολιμαίες και
κατευθυνόμενες, δεν είναι δυνατόν να μην μας δημιουργεί απορίες το γεγονός ότι
οι θεωρίες προβάλλονται και διαχειρίζονται με την ικανότητα και την ευελιξία
που διακρίνει κορυφαίους και προβεβλημένους από τα ΜΜΕ καθηγητές και λοιπούς
αναλυτές με τρόπο που επιχειρούν να καθορίσουν τις πολιτικές και οικονομικές
αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος


