Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Όσοι παρακολουθούν την αρθρογραφία μου τα τελευταία χρόνια, θα θυμούνται με πόση επίταση αναφερόμουν από τις αρχές του 2010 στην ανάγκη δημιουργίας μιας αξιόπιστης επιτροπής αξιολόγησης στελεχών. Μιας επιτροπής στελεχωμένης από προσωπικότητες που καλύπτουν όλο το εύρος των πολιτικών και κοινωνικών πεδίων (εν ενεργεία πολιτικούς, πολιτικούς επιστήμονες, ψυχολόγους, επικοινωνιολόγους κλπ) ώστε διαρκώς να καταγράφονται και να αξιολογούνται όλα τα προσόντα και οι ικανότητες κάθε μέλους και να αποδεικνύεται στα μάτια των ψηφοφόρων το αδιάβλητο του τρόπου ανάδειξης και εξέλιξης κάθε στελέχους.
Θεωρούσα ότι κάτι τέτοιο αποτελούσε προαπαιτούμενο και θεμελιώδη πρωτοβουλία για να δημιουργηθεί ένα φρέσκο, αξιοκρατικό πλαίσιο ανάκτησης της εμπιστοσύνης της λαϊκής βάσης στο πολιτικό σύστημα. Να αισθάνεται κάθε πολίτης ότι εφόσον επιθυμεί την οποιαδήποτε εμπλοκή του στις κομματικές διεργασίες, η προσφορά του θα αποτυπώνεται πλήρως και θα του δίνεται η δυνατότητα να αξιοποιηθεί στην παραγωγή πολιτικών προτάσεων ακόμη και να αναδειχθεί περαιτέρω με βάση την αξία του και μόνο.
Σε αυτή την λέξη, το “μόνο”, βρίσκεται και η ουσία σχετικά με το κατά πόσο αυτή η φιλόδοξη επιλογή θα εξελιχθεί σε αναζωογονητικό πνεύμονα που θα προσδώσει ούριο αεράκι ή θα αποδειχτεί μια καλόπιστη πρόθεση που θα ατονίσει κάτω από την πίεση των εσωκομματικών ισορροπιών και των γενικότερων εξελίξεων. Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι οι καλύτερες των προθέσεων λύγισαν κάποια στιγμή κάτω από το βάρος των εκάστοτε συγκρούσεων όταν αυτές απειλούσαν να γκρεμίσουν συθέμελα το όλο οικοδόμημα.
Θα αντέξει μια τόσο ριζική ανατροπή η αρτηριοσκληρωτική, παλαιοκομματική αντίληψη κάποιων, για κλειστά κυκλώματα ανακύκλωσης κάθε τοπικού παραγοντισμού και οικογενειοκρατίας; Θα ξεπεραστούν οι αντιδράσεις όσων θεωρούν ότι τα κόμματα διαθέτουν μια άτυπη επετηρίδα που πρέπει να λειτουργεί ως μπούσουλας διευθετήσεων και φάρος για την τακτοποιημένη προώθηση συγκεκριμένων ατόμων; Θα υπάρξουν οι απαραίτητες αντιστάσεις στην πίεση που θα ασκηθεί για υπονόμευση της διαδικασίας και έμμεση υπερφαλάγγιση της, ώστε να διατηρηθούν τα κεκτημένα ή να διαβρωθεί εκ των έσω με επιλεκτική προαποφασισμένη ανάδειξη συγκεκριμένων προσώπων αρεστών σε κάποιους κύκλους διανομής της εξουσίας;
Το βήμα επανασύνδεσης με το λαϊκό ένστικτο μέσα από την προσπάθεια ενεργοποίησης ατόφιων κοινωνικών δυνάμεων μπορεί, εφόσον αφεθεί να αναπτυχθεί στην πληρότητα του, να μετατραπεί στο βασικό εργαλείο εκδημοκρατισμού, διαδραστικότητας και ουσιαστικής ανανέωσης. Η πορεία και η κατάληξη αυτής της διαδικασίας θα αποδείξει αν η ανατροπή μεγάλου μέρους των μεταπολιτευτικών αγκυλώσεων είναι δυνατή από τις υπάρχουσες κομματικές δομές ή η υπέρβαση μιας ολόκληρης εποχής απαιτεί τον εκ βάθρων επανακαθορισμό του πολιτικού κόσμου.
Είναι πασιφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να συνδυάσει τη μετάλλαξη σε ένα κόμμα εξουσίας λειαίνοντας το λόγο του, θολώνοντας διαχρονικές θέσεις του ή εξοβελίζοντας επικοινωνιακά άλλες, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ως κινητήριο στελεχιακό μοχλό τις ίδιες προσωπικότητες που επί δεκαετίες εξέφραζαν ριζοσπαστικές αριστερές θέσεις σε θέματα οικονομίας, άμυνας, ασφάλειας και κοινωνικών αναφορών.
Όση ανανέωση χρειάζεται το πολιτικό προσωπικό της μεταπολίτευσης, από την πλευρά αυτών που άσκησαν την εξουσία, ακόμα περισσότερη χρειάζεται και η αριστερά που φιλοδοξεί να εκφράσει ευρύτερα στρώματα από τους αντιεξουσιαστές και τις περιθωριακές ομάδες διαφόρων... δραστηριοτήτων στους όποιους τόσα χρόνια απευθυνόταν.
Αποδεικνύεται όμως πρακτικά (από τη σύσταση των οργάνων και το μέγεθος του αριθμού των μελών που αντικατοπτρίζουν το στενό διαχρονικό πυρήνα του κόμματος) ότι αντί το πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ να ανανεωθεί τόσο όσο επιτάσσει ο νέος ρόλος και ο υποτιθέμενος διαφοροποιημένος λόγος του, γίνεται μια προσπάθεια να προσαρμοστούν τα υπάρχοντα πρόσωπα στις νέες απαιτήσεις με τραγελαφικά και κυρίως άκρως επικίνδυνα αποτελέσματα.
Εκτός κι αν θεωρεί κανείς ως μπόλιασμα την ενεργοποίηση κάποιων κρατικοδίαιτων στελεχών του ΠΑΣΟΚ, περιώνυμων συνδικαλιστών και ορισμένων οπορτουνιστών που αλλάζουν με ευκολία κόμματα αρκεί να εξασφαλίσουν μια κοινοβουλευτική θέση ή έστω ένα μικρό μερίδιο εξουσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση, ως την απόλυτη στελεχιακή ενδυνάμωση και την κοινωνική αναβάπτιση ενός μικρού κόμματος που η ίδια η κεντροαριστερά κοινωνική πλειοψηφία περιέγραφε επί δεκαετίες ως ρετάλι!
Σε αυτή την εμφανή αντίθεση έρχεται να προστεθεί η εσωτερική αντίφαση, ακόμα κι αυτού του μικρού σταθερού κονκλαβίου, που εκτείνεται από την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας έως τη διπλωματική υπόσταση της. Ο διχασμός είναι δομικός και δεν έχει να κάνει με επιμέρους πολιτικές ή τις προτεραιότητες στη χρήση κάποιων εργαλείων. Αφορά την ουσία του προσανατολισμού της χώρας και των διεκδικήσεων της στη διεθνή σκακιέρα.
Αν κάποιοι απορούν γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει δημοσκοπικά τα κοινωνικά προβλήματα και τη θυμική ένταση των πολιτών, ας αναζητήσουν την απάντηση όχι μόνο σε αυτές καθαυτές τις θέσεις και τις προτάσεις του κόμματος, που εξαντλούνται στην καταγραφή των καταστάσεων και την αφελή επαναστατική προσέγγιση τους, αλλά και στην εγγενή αδυναμία του υπάρχοντος στελεχιακού δυναμικού του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις προκλήσεις των καιρών. Παρωχημένες ιδέες υπηρετούνται από ακόμα πιο παρωχημένα πολιτικά υποκείμενα!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος


