Όταν η Χαρούλα
Αλεξίου έντυνε με τη δυναμικά μελωδική της φωνή τον στίχο «η πιο καλή γκαρσόνα
είμαι εγώ, γιατί με τέχνη όλους τους κερνώ», που μουσικά περιβάλλονταν από μια
περίσσεια χαράς, το κέφι αποτελούσε το κομβικό σημείο που μετατρέπει την
όλη διαδικασία σε κάτι παραπάνω από μια απλή σωματική κίνηση και μια διανοητική
πρόθεση. Η γκαρσόνα του τραγουδιού είναι το πρότυπο του ακάματου εργάτη
που έχει αποδεχτεί την αριστεία της εξειδίκευσης όπως την παρουσίασε ο Πλάτωνας
δια στόματος Σωκράτη στην Πολιτεία.
Δεν αγκομαχά ως στερημένη
από όνειρα και στόχους. Δεν υποτιμά το ρόλο της καλύπτοντας τον με ταξικές
διαφορές. Δεν αναζητεί διέξοδο από την «ποινή που εκτίει», ούτε υπολειτουργεί
βαριεστημένη από την κακοτυχία! Μεταφέρει το δικό της κέφι στον πελάτη και τον
κάνει κοινωνό της θετικής διάθεσης της συνεπαίρνοντας τον σε μια
εμπειρική μέθεξη που καταλήγει σε καταναλωτικό όργιο.
Η αναφορά
Βούτση στον δήθεν καταναγκασμό των ξένων που μας «υποβαθμίζει» σε γκαρσόνια
θύμισε σε πολλούς την ταυτόσημη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου την δεκαετία του
’80. Η σύλληψη της σκέψης μπορεί να ήταν παρόμοια (άλλωστε οι αντιγραφές και οι
κακοπαιγμένες μιμήσεις του πρώιμου ΠΑΣΟΚ είναι στην ημερήσια διάταξη!)
αλλά αρθρώνονταν σε ένα περιβάλλον περίκλειστων και υπερπροστατευμένων
οικονομικών δομών όπου κάποιοι παρίσταναν με έπαρση ότι μπορούσαν να πορευθούν
αγνοώντας το παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο που δημιουργούνταν. Κι αν έλεγες
αφελή την προσέγγιση απέναντι στο τότε ερχόμενο οικονομικό τσουνάμι μόνο ως
γραφική μπορείς να εκλάβεις τη σημερινή αντίδραση μετά την επίγνωση δυο
δεκαετιών.
Το χειρότερο όλων
δεν είναι η προφανής ταξικότητα και το ελιτίστικο ύφος της δήλωσης. Ούτε
εκφράζει την γενικότερη απέχθεια στην χειρονακτική εργασία. Άλλωστε στους ρομαντικούς
νοσταλγούς του παρελθόντος, από το οποίο κρατούν επιλεκτικά μια πολύ περιορισμένη
και εξευγενισμένη εικόνα, δεν λείπει η ρωμαλέα πρωτογενής παραγωγή άλλο αν
την αντιλαμβάνονται ως σχεδόν αποκλειστικά τροφοδοτική εργασία αποκομμένη από
τις διεθνείς ανταγωνιστικές εξελίξεις.
Το πρόβλημα τους
είναι ότι η προσφορά υπηρεσιών προς ξένους περιγράφεται ως δουλική,
υποχωρητική. Στα πλαίσια της δεδομένης συλλογικής διπολικότητας ο «περήφανος»
«Μέγας Αλέξανδρος» που κρύβεται μέσα μας επαναστατεί απέναντι στον
κατατρεγμένο, από τις θεωρούμενες συνωμοσίες τρίτων, «Νίκο Ξανθόπουλο». Δεν
καταδέχεται να υπηρετεί κανέναν! Λες και δεν έχει αποδείξει την διοικητική
του επάρκεια; Λαγός την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του! Ειδικά όταν
προέρχεται από επαγγελματίες κηφήνες που άμεσα ή έμμεσα τρέφονται από τον
κόπο του κάθε γκαρσονιού.
Μετά από όλα αυτά
τι νόημα έχουν οι επικλήσεις στην εκμετάλλευση των ανταγωνιστικών
πλεονεκτημάτων κάθε οικονομίας (στην Ελλάδα ο τουρισμός και η ναυτιλία) ή
την υπενθύμιση των βασικών αρχών του Ρικάρντο (του οικονομολόγου όχι του
πιλότου της F1!) ακόμα κι αν αυτές επιδέχονται
προσαρμογής στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Μπροστά στην ανεξιχνίαστη
περηφάνια καμιά θεωρία προερχόμενη μάλιστα από κατάπτυστα καπιταλιστικά
χείλη δεν πρόκειται να μας παραπλανήσει! «Στο πιάτο κι ο μεζές, μαρίδα και
τυρί». Την δηλητηρίαση από την ανάμειξη των δυο να προσέχουμε!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Σε μια χώρα που η
ανεργία κινείται σταθερά γύρω στο 26%, με αυτή των νεότερων συμπολιτών
μας να κυμαίνεται σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, το πρώτο στοιχείο του
προϋπολογισμού που αποσπά την προσοχή μας δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η
εξέλιξη αυτού του φαινομένου. Αν και κάθε βασικό μέγεθος δεν παύει να είναι
αλληλένδετο με το άλλο, το βασικό κοινωνικό αντίκτυπο μιας πολιτικής
αποτυπώνεται από το δείκτη της ανεργίας.
Η φράση
«δουλειές, δουλειές, δουλειές» έχει ειπωθεί σε διαφορετικές φάσεις της
σύγχρονης ιστορίας κι έχει χρωματιστεί κατά το δοκούν από συγκρουόμενες
ιδεολογικές εκφάνσεις. Ο στόχος είναι κοινός, τα δρομολόγια και τα μέσα
διαφέρουν. Η πιο ουσιώδης διαμάχη που μπορεί να υπάρξει αυτή τη στιγμή αφορά
την επιλογή των πιο κατάλληλων εργαλείων για την ταχύτερη δυνατή
δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών ανάσχεσης των οικτρών δεδομένων.
Η επαναφορά της
ανεργίας σε προ κρίσης επίπεδα, μείωση της δηλαδή στο μισό από τα σημερινά
επίπεδα, απαιτεί αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 20% αφού είναι γνωστό ότι κάθε
μονάδα αύξησης του ΑΕΠ συνεπάγεται και μείωση της ανεργίας κατά λίγο παραπάνω
από μισή μονάδα. Με βάση τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης αυτό θα
επιτευχθεί στα τέλη της δεκαετίας. Αυτό που τίθεται σε δημόσια
διαβούλευση είναι το μείγμα ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων που μπορεί να
πετύχει το μέγιστο αποτέλεσμα και με ποιες προϋποθέσεις θα συμβεί αυτό.
Ο μύθος του
κράτους – επιχειρηματία που παρεμβαίνει σε όλους τους παραγωγικούς τομείς
έχει αποδειχτεί πρακτικά ασύμφορος με τη δημιουργία τεράστιων γραφειοκρατικών
μηχανισμών διαφθοράς και την έλλειψη ανταγωνιστικής προσαρμοστικότητας
στο όνομα της διατήρησης ρουσφετολογικών κεκτημένων. Οι δημόσιες επενδύσεις
αποτελούν ένα αναγκαίο υποβοηθητικό σκαλοπάτι για τη διαμόρφωση ενός ικανοποιητικού
επενδυτικού περιβάλλοντος στο βαθμό που βελτιώνουν τις υποδομές, την ενεργειακή
επάρκεια, την τεχνολογική και ψηφιακή αρτιότητα.
Τα μεγάλα
κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις τις προηγούμενες δεκαετίες δεν έκρυβαν
παρά κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και υπερκοστολογήσεις. Σήμερα μεγάλο μέρος
αυτών των αναβαθμίσεων προωθούνται μέσα από προγράμματα της Ε.Ε. με
μειωμένη μάλιστα την εθνική συμμετοχή ή άλλα πραγματοποιούνται μέσα από
συμβάσεις παραχώρησης χρήσης σε ιδιώτες. Η πραγματική ατμομηχανή μιας
οικονομίας παραμένει η ευρηματικότητα και το επιχειρηματικό ρίσκο του
κάθε επενδυτή.
Η ταχύτατη μείωση
της ανεργίας δεν θα προέλθει από κρατικά ποσά έμμεσης «επιδότησης» της ή
μεγαλόπνοα προγράμματα καταπολέμησης της με δημόσια έργα πεπερασμένου ορίζοντα
και δανεικών πόρων που την ανατροφοδοτούν μετά από λίγα χρόνια. Η σταθερότητα
μεγάλων επενδύσεων και η διευκόλυνση μικρών επιχειρηματικών πλάνων φέρνουν
μόνιμη επούλωση της πληγής. Το κράτος μπορεί απλά να θέτει και να ελέγχει την τήρηση
κανόνων ανταγωνιστικότητας, να αναβαθμίζει δίκτυα και υποδομές, να
περιορίζει το ενεργειακό κόστος, να μειώνει την γραφειοκρατία και τη διαφθορά,
να διασφαλίζει το ήρεμο πολιτικό κλίμα και τη δυνατότητα ύπαρξης ρευστότητας
στην αγορά.
Καθοριστικά
θετικό ρόλο στην επενδυτική άνθηση παίζει και το φορολογικό σύστημα όταν
χαρακτηρίζεται από απλότητα, σταθερότητα και έλλειψη περιττών βαρών (φόροι προς
τρίτους, υψηλές ασφαλιστικές εισφορές). Κι αν ορισμένοι θεωρούν ότι ο επίπεδος
επιχειρηματικός φόρος θα πρέπει να μειωθεί ακόμα και κάτω από το 15%, που είναι
ο άμεσος στόχος, για λόγους γεωγραφικής ανταγωνιστικότητας, πόσο
υποβοηθητική προς το επιχειρείν είναι η με βάρος καρδιάς αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ για
παραμονή του συντελεστή στο 26%;
Πόσες θέσεις
εργασίας δεν θα δημιουργηθούν από τον περιορισμό των επανεπενδυτικών
κεφαλαίων λόγω υψηλής φορολόγησης; Πόσοι νέοι επιχειρηματίες θα
αποθαρρυνθούν από την πραγμάτωση μιας ελκυστικής φρέσκιας ιδέας; Πόσοι
επενδυτικοί όμιλοι θα προτιμήσουν φιλικότερους επιχειρηματικά «γείτονες»
μας; Όσο εμείς θα αναζητούμε ξανά κρατικιστικούς παραδείσους κάποιοι άλλοι θα
εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που εμείς τους χαρίσαμε κι οι οποίες στον σύγχρονο
ανταγωνιστικό κόσμο δεν επανέρχονται εύκολα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Σαράντα χρόνια μετά από τη συμβολική και τόσο
χαρακτηριστική, για την τότε εποχή, φράση, που σηματοδότησε το διακύβευμα
της μεταπολίτευσης και σχηματοποίησε το πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι και
τις κοινωνικές ανακατατάξεις, η σημερινή ερμηνεία του μοιάζει να έχει
παρεκκλίνει πολλές μοίρες από το αρχικό πρωτογενές, αυθόρμητο έως και
αφελές περιεχόμενο.
Η Τρόικα ζητά κρατική παρέμβαση, ακόμα και νομοθετική, στις ελεύθερες διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων για το ύψος του βασικού μισθού κι ο πρωθυπουργός δηλώνει απεγνωσμένα ότι δεν θα μετατραπούμε σε Ινδία (δεν μας διευκρίνισε αν προτιμά πιο προσιτά Βαλκανικά μοντέλα όπως αυτό της Βουλγαρίας!). Ένα απολύτως σουρεαλιστικό σκηνικό με τους επιτηρητές μας να θεωρούν ότι η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας θα λυθεί αν οι αρχικοί μισθοί φτάσουν σε επίπεδο πλήρης εξαθλίωσης, ώστε η νέα γενιά να τραπεί σε άτακτη φυγή προς το εξωτερικό, ενώ το βασικό εργατικό δυναμικό θα αντικατασταθεί είτε από άνεργους πρώην μεσαιοταξίτες ή από μετανάστες χαμηλών απαιτήσεων.
Όσο μεγαλεπήβολα άνοιξε μια ακόμα μεταρρύθμιση, αυτή των βαρέων κι ανθυγιεινών επαγγελμάτων, τόσο εκκωφαντικά έκλεισε, με τα ΜΜΕ να προβάλλουν για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους τον αριθμό αυτών που θα αφαιρεθούν από τη συγκεκριμένη λίστα, ή αναφέροντας όμως επιλεκτικά ή ακόμα και παραβλέποντας τον αντίστοιχο αριθμό αυτών που θα ενταχθούν. Άλλοι πάλι μένοντας στη μνημονιακή τυπολατρία κι όχι στην ουσία του ζητήματος μιλούσαν για το όριο του 10% του εργατικού δυναμικού που έθεσε η Τρόικα. Τελικά, ο περιορισμός δεν αφορά περισσότερα από 50 - 60 χιλιάδες άτομα, ενώ ελάχιστα προγραμματίζονται για τη διαρκή παρακολούθηση και τον τακτικό επαναπροσδιορισμό της σχετικής λίστας.Ο τρόπος με τον οποίο το συνδικαλιστικό κατεστημένο, διαχρονικά τοποθετημένο πολιτικά στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, διαχειρίζεται τις κατακλυσμιαίες εξελίξεις στο εργασιακό και ασφαλιστικό πεδίο, αποκάλυψε αυτό που έτσι κι αλλιώς ήταν πρόδηλο από την έως τώρα λειτουργία του. Ότι δηλαδή η όποια δράση τους για τα δικαιώματα των εργαζομένων προσέκρουε σε δυο κομβικούς «υφάλους». Από τη μια τη συντήρηση του κρατικοδίαιτου συστήματος εξουσίας που δαιμονοποιεί την επιχειρηματικότητα, αποποιούμενο των δικών του ευθυνών, κι από την άλλη την προώθηση των προσωπικών διαδρομών των επικεφαλής των συνδικαλιστικών παρατάξεων που σχεδόν νομοτελειακά οδηγούσε στην κατάληψη βουλευτικών ή ακόμα και υπουργικών θώκων.
Η πιο συνηθισμένη τηλεοπτική εικόνα των τελευταίων ημερών είναι το πλάνο με τον υπ.Εργασίας κ.Λοβέρδο με σπαρακτική φωνή, θλιμμένο ύφος, σχεδόν περίλυπο και πλήρως απογοητευμένο στα όρια της απελπισίας, να προσπαθεί να πείσει δημοσιογράφους και κοινό ότι δίνει μια άνιση μάχη για την προάσπιση των ασφαλιστικών και εργασιακών μας δικαιωμάτων αφού οι απαιτήσεις του μνημονίου δεν του αφήνουν μεγάλα περιθώρια κινήσεων. Φυσικά η μόνιμη επωδός σε αυτό το ατέρμονο μοιρολόι είναι η κακή διαχείριση της προηγούμενης κυβέρνησης που μας οδήγησε στις σημερινές δύσκολες αποφάσεις.




