Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Και να που με την προοπτική ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που έχει γίνει επανειλημμένα τα επτά χρόνια της μνημονιακής εμπλοκής. Πρέπει η αντιπολίτευση να δείξει συναινετική διάθεση και να στηρίξει κάποια από τα μέτρα της νέας συμφωνίας και πολύ περισσότερο τα… αντίμετρα (δεν μας αφήνει ήσυχους από νεολογισμούς και ευφάνταστους λεκτικούς συμβολισμούς η αριστερή διακυβέρνηση!) ή οφείλει να σταθεί δυναμικά απέναντι;
Θυμίζω ότι δεν ήταν λίγοι αυτοί που το 2010 λοιδόρησαν τον Σαμαρά όταν επέλεξε να μην στηρίξει την μνημονιακή συμφωνία του Γιώργου Παπανδρέου. Τι κι αν διευκρίνισε ότι προφανώς και η χώρα χρειαζόταν χρηματοδότηση αλλά δεν μπορούσε να συνυπογράψει μια συμφωνία στην διαπραγμάτευση της οποίας δεν συμμετείχε, με ετεροβαρείς όρους, λάθος προβλέψεις και κυρίως μια επτάμηνη καταστροφική διαχείριση από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που δεν εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες για φθηνό δανεισμό από τις αγορές, δεν πήρε εγκαίρως δημοσιονομικά μέτρα και περιέφερε διεθνώς την εικόνα μια διεφθαρμένης και χρεοκοπημένης χώρας βυθίζοντας στα τάρταρα και τα τελευταία ψήγματα εθνικής αξιοπιστίας.
Στην πορεία ο Σαμαράς δικαιώθηκε για την τότε στάση, από εχθρούς και φίλους. Όλοι αναγνώρισαν το λάθος μείγμα πολιτικής του πρώτου μνημονίου, την αναβλητικότητα και τις διαρκείς καθυστερήσεις τις τότε κυβέρνησης, τις υπεραισιόδοξες και εκτός ελληνικής πραγματικότητας εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Όμως ήταν πια πολύ αργά για την Ελλάδα που είχε ήδη εγκλωβιστεί στην δαγκάνα της υπερφορολόγησης και των ατερμόνων εισοδηματικών περικοπών που σε συνδυασμό με την μεταρρυθμιστική χαλαρότητα και την έλλειψη αναπτυξιακών αντισταθμισμάτων (όπως πχ το πακέτο Γιούνκερ που προέκυψε πολύ αργότερα) μας είχαν ρίξει στον γκρεμό της άφατης ύφεσης.
Το καλοκαίρι του 2015 και μετά την εξάμηνη δημιουργική ασάφεια και την… «ηρωική» 17ωρη διαπραγμάτευση του Αλέξη Τσίπρα η συναινετική καραμέλα επανήλθε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Έπρεπε να ψηφιστεί το νέο αριστερό μνημόνιο κι από την αντιπολίτευση. Τότε θεωρήθηκε ότι στα πλαίσια της εσωτερικής σταθερότητας και της διεθνούς μετριοπάθειας επιβάλλονταν η υπερψήφιση της νέας συμφωνίας.
Προσωπικά διαφώνησα από την πρώτη στιγμή με το ίδιο σκεπτικό και τα επιχειρήματα που εκτιμούσα ότι και το 2010 η υπερψήφιση του πρώτου μνημονίου θα ήταν μια αυτοκαταστροφική πράξη για την ΝΔ. Ανεξάρτητα από τα όποια λογικοφανή πολιτικά επιχειρήματα η κοινωνία μαθαίνει να επιρρίπτει ευθύνες σε όσους συναποφασίζουν για το μέλλον του. Δεν υπήρχε λόγος να επωμιστεί η ΝΔ έστω και το πιο ελάχιστο βάρος της αφασικής, ανεύθυνης και επικίνδυνης διαχείρισης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Διέθεταν επαρκή κοινοβουλευτική πλειοψηφία κι ένα παρών ή η αποχή από την ψηφοφορία θα αρκούσε για να καταδείξει τον σαφή διαχωρισμό από τα κυβερνητικά πεπραγμένα.
Σήμερα έρχεται ακόμη δριμύτερη η λογική της έμμεσης συμπόρευσης. Να υποστηρίξει η ΝΔ τα νέα μέτρα. Να συμπλεύσει στην νοοτροπία των αντίμετρων. Πέρα από μια απολύτως αντιφατική συμπεριφορά που θα δίνει στην κοινωνία την εντύπωση μιας επαμφοτερίζουσας στάσης απέναντι στις ιδεοληπτικές κυβερνητικές προσεγγίσεις, ένα χέρι βοηθείας στην δημοσκοπικά παραπαίουσα σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα τους χάριζε την ευκαιρία να χαρακτηρίσουν ως εθνική επιτυχία μια ακόμη αποτυχημένη διαπραγμάτευση που ολοκληρώνεται με επιπρόσθετους φόρους και περικοπές.
Κι αυτά τα υποτιθέμενα αντίμετρα, που οι ίδιοι παραδέχτηκαν ότι θα ισχύσουν μόνο σε περίπτωση υπέρβασης των ήδη πολύ υψηλών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα και ρυθμό ανάπτυξης, αποτελούν μια τεράστια κοινωνική και πολιτική φάκα. Μια ψηφοθηρική παγίδα για τους πολίτες. Μια δήθεν κοινωνική ευαισθησία στην οποία κανείς πολιτικός δεν μπορεί να αντισταθεί. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε παραπάνω από έναν ήδη θρυμματισμένο καθρέφτη πλαστών υποσχέσεων που στο τέλος τα κομμάτια του θα ματώσουν για μια ακόμη φορά την μεσαία τάξη και την αγορά.
Αν κάτι οφείλει η ΝΔ στην κοινωνία δεν είναι η σύμπλευση σε μια ακόμη κυβερνητική αυταπάτη αλλά η μεθοδική δουλειά ώστε οι προτάσεις της να αγγίζουν την ουσία των μεγάλων προβλημάτων. Ανεργία, υποχρηματοδότηση των επιχειρήσεων, επίπεδο δημόσιων υπηρεσιών, ορθή χρήση οικονομικών και ανθρώπινων πόρων. Από αυτά θα κριθεί κι από το πως θα πείσει ότι με αυτές τις ιδέες μπορεί να πετύχει μείωση των στόχων για το πλεόνασμα στο 2%, πέρα από την όποια θετική επίπτωση των μεσοπρόθεσμων ρυθμίσεων για το χρέος, ώστε να καταστούν μη αναγκαία τα περισσότερα αν όχι όλα από τα μέτρα που σχεδιάζει να τις φορτώσει ως προς την εκτέλεση τους η σημερινή θλιβερή παράσταση που κυβερνά την χώρα.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έχουμε επικεντρωθεί τόσο στην πολύμηνη διαδικασία της αξιολόγησης μένοντας πότε στις, εικονικές ή μη, διαμάχες του ΔΝΤ με την Ε.Ε. και πότε στο ύψος, την προληπτική φύση και τον τρόπο ενεργοποίησης των νέων μέτρων που παραβλέπουμε άλλες παράπλευρες εξελίξεις που μάλλον αποτελούν το πραγματικό, το κεφαλαιώδες πρόβλημα για τις κυβέρνηση.
Υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουμε δυο διαφορετικές προσεγγίσεις, Αυτή του ΔΝΤ που πλέον μιλά για μείωση φορολογίας και άμεση αναδιάρθρωση του χρέους χωρίς βέβαια να αποφεύγει απαιτήσεις για περικοπές στην ασφαλιστική δαπάνη και το επίπεδο του αφορολόγητου και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Κι αυτή της Ε.Ε. που μεταθέτει τις αποφάσεις για την μεσοπρόθεσμη παρέμβαση στο χρέος για μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ζητώντας άμεση ψήφιση πακέτου δημοσιονομικών μέτρων ύψους 3,6 δισ. για το 2018.
Η σύγκρουση για τα μέτρα διαθέτει μια ισχυρή δόση αμοιβαίας υποκρισίας από όλα τα μέρη. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ έχουν αποδειχτεί διαχρονικά προβληματικές αλλά και οι Ευρωπαίοι επιδεικνύουν μια υπερβολική αισιοδοξία. Υπό την πίεση των πολλών εκλογικών αναμετρήσεων που κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει το πως θα επηρεάσουν τη λειτουργία των κοινών οργάνων βιάζονται να περιγράψουν την στροφή στην ανάπτυξη ως αναπόφευκτη και δεδομένη.
Από πουθενά όμως δεν προκύπτει αυτή η πρόβλεψη ως μια απόλυτη σταθερά στην γενικότερη γεωπολιτική εξίσωση. Η τιμή του πετρελαίου παίρνει την ανιούσα. Το Brexit δημιουργεί απρόβλεπτες αναταραχές. Η στάση του Τραμπ απέναντι στην Ε.Ε. θέτει σε κίνδυνο εμπορικές συμφωνίες και αναστέλλει θετικές οικονομικές επιπτώσεις. Το αβέβαιο πολιτικό σκηνικό αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για το διοικητικό μέλλον της Ένωσης.
Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι δεδομένη. Αυτό που επιχειρείται ένα να πιεστεί η ελληνική κυβέρνηση ώστε να αποκτήσει μεταρρυθμιστική πνοή αφού πολλές απαραίτητες παρεμβάσεις στο δημόσιο, την αγορά, την δικαιοσύνη δεν έχουν προχωρήσει. Γι’ αυτό και η δαμόκλειος σπάθη των προληπτικών μέτρων που η εκτέλεση τους θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι κι αν θα συνεχίσει η όποια υπεραπόδοση στο πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση και την αναστολή πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου.
Το ουσιώδες δεν είναι η ακριβής ημερομηνία κλεισίματος της αξιολόγησης. Ούτε αν τα νέα μέτρα που θα περιλαμβάνει θα παρουσιαστούν ως δυνητικά και πασπαλισμένα με ανεπαίσθητες εξίσου… δυνητικές μειώσεις στην φορολογία. Ακόμη κι αν η συμφωνία υπογράφονταν αύριο, αυτό που θα συνεχίσει να ταλανίζει την κυβέρνηση είναι η προοπτική να μην ενταχθεί ποτέ η χώρα μας στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ.
Όχι μόνο επειδή δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ντράγκι αλλά γιατί μοιάζει σιγά σιγά να οδηγούμαστε στο τέλος αυτής της παρέμβασης αφού ο Ευρωπαϊκός πληθωρισμός τείνει να αγγίξει και πάλι το όριο του 2%. Κι αυτή η πιθανότατη εξέλιξη θα είναι μαχαίρι στην καρδιά του εγχώριου παραπαίοντος τραπεζικού συστήματος που ενώ ακόμη βρίσκεται σε διαδικασία διευθέτησης του ζητήματος των κόκκινων δανείων βλέπει στην θέση των παλιών να προκύπτουν καινούρια που δημιούργησε η υφεσική στροφή των δυο τελευταίων ετών.
Αν προκύψει νέα αποσταθεροποίηση κι ανάγκη για ανακεφαλαιοποίηση σε συνδυασμό με την μη επιβεβαίωση του υπερβολικού φετινού στόχου για τον ρυθμό ανάπτυξης (από την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού προέβλεψα ότι δύσκολα θα ξεπεράσει το 2%) δημιουργώντας ένα δημοσιονομικό κενό για το 2017 που μπορεί και να ξεπερνά τα 500 εκατ. Ευρώ (χωρίς να έχουν υπάρξει θετικές εξελίξεις στον τρόπο αποπληρωμής του χρέους που να καλύπτουν μέρος των αστοχιών), τότε θα προκύψει το πραγματικό δίλημμα για το μέλλον της κυβέρνησης αλλά κυρίως της πατρίδας.
Ηρωική αποχώρηση με ότι κι αν σημαίνει αυτό για όλους μας, επόμενο μνημόνιο (αφού η έξοδος στις αγορές θα αποτελεί μακρινό όνειρο) ή οικουμενική σύμπλευση με τους κοινοβουλευτικά πρόθυμους που δεν είναι και λίγοι κι ας παριστάνουν κομμάτι του ανύπαρκτου Ευρωπαϊκού μετώπου;
Εορτάζοντας τους πέντε
μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταλήγουμε σε μια συμφωνία που απέχει
παρασάγγας όχι μόνο από κάθε προεκλογική εξαγγελία τους αλλά κι από το πλαίσιο
δημιουργικής ασάφειας το οποίο υποτίθεται ότι έθετε η συμφωνία της 20ης
Φεβρουαρίου. Παρόλο όμως που έδωσαν έναν γοργό σάλτο πάνω από τις κόκκινες
γραμμές και βρέθηκαν στο άλλο άκρο της υπερφορολόγησης νοικοκυριών και
επιχειρήσεων, οφείλει καθένας μας να τους αναγνωρίσει ότι πέτυχαν να
εγκλωβίσουν την συζήτηση σε ένα διπλό προνομιακό για αυτούς πεδίο.
Από την μια, αυτή
η χρονικά κλιμακωτή υποχώρηση προς θέσεις που απάλειφαν κάθε αρχική
κυβερνητική υπόσχεση, δημιουργούσε όλο και μεγαλύτερη ανοχή σε επιλογές
ιδεολογικά ασύμβατες ειδικά με τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχτιζαν σταδιακά μια
επιχειρηματολογία που από την συμβολική μεταφορά ενός προϊόντος σε υψηλότερο
συντελεστή ΦΠΑ κατέληξε στον χαρακτηρισμό μακαρονιών και κονσερβών ως προϊόντων
πολυτελείας! Πέρασαν βήμα, βήμα από την προστασία μισθών και συντάξεων στην
έμμεση οριζόντια μείωση τους.
Η ειδική
εισφορά, η μείωση της οποίας κατά 30% καταψηφίστηκε από το ΣΥΡΙΖΑ
υποσχόμενος πλήρη κατάργηση, πλέον παρουσιάζεται ως αναδιανεμητικό εργαλείο! Η
φορολόγηση ακινήτων διατηρείται άθικτη έως και το 2016, οι ιδιωτικοποιήσεις έπαψαν
να αποτελούν ιδεολογικό ανάχωμα όπως και το άνοιγμα αγορών και
επαγγελμάτων.
Τα επικοινωνιακά
αντίδοτα στη σκληρή φορολόγηση των νοικοκυριών είναι η υψηλή φορολόγηση και
των επιχειρήσεων και η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που κάποιοι παριστάνουν
ότι δεν καταλαβαίνουν πως το αυτό το αυξημένο κόστος, ειδικά μέσα στην νέα
περίοδο ύφεσης, θα οδηγήσει τις εταιρείες είτε σε αύξηση τιμών, είτε σε
μισθολογικές μειώσεις, είτε σε απολύσεις.
Τι κι αν η σύγκριση
των τωρινών μέτρων (8 δισ.), όχι μόνο με το email Χαρδούβελη (900 εκ.) αλλά και με τις τότε απαιτήσεις των εταίρων (1,8
δισ.) αποδεικνύει την χαώδη διαφορά που δημιούργησε η οικονομική απραξία πέντε
μηνών; Τι κι αν τα μειωμένα πλεονάσματα δεν σημαίνουν λιγότερα μέτρα
αλλά τουναντίον αδυναμία αύξησης των κρατικών εσόδων από την ανύπαρκτη πλέον
ανάπτυξη και μετακύλιση βαρών στις πλάτες των πολιτών; Τι κι αν το αναπτυξιακό
πακέτο Γιουνκέρ ήταν προειλημμένη απόφαση (όπως κι αυτή για την
αναδιάρθρωση του χρέους) που όμως χρειάζεται ισχυρή μόχλευση από ιδιωτικά
κεφάλαια;
Μεγάλο μέρος της
κοινωνίας και του πολιτικού λόγου εγκλωβίστηκε στις υπαρκτές αντιφάσεις του
ΣΥΡΙΖΑ και «επένδυσε» στο σενάριο της ρήξης και της επιστροφής στην
δραχμή, ανοίγοντας χώρο για την πιο θετική αντιμετώπιση της κυβέρνησης για την
τεράστια μετατόπιση της προς φαινομενικά πιο ορθολογικές θέσεις. Η εμμονή με
την δραχμοκαταστροφή που θα υποχρεωτικά θα έφερνε η νέα κυβέρνηση, άφησε
περιθώρια για πιο χαλαρή αντιμετώπιση των κυβιστήσεων της και για την
δημιουργία μιας πιο θετικής διαπραγματευτικής εικόνας, εφόσον ολοκληρωθεί η
συμφωνία, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Όσο γρήγορα ξεπεράστηκαν
όλες οι κόκκινες γραμμές άλλο τόσο η δραχμοσυζήτηση αποπροσανατολίζει πλέον
τους πολίτες από μια κατ’ επίφαση Ευρωπαϊκή κυβερνητική στροφή. Όσο έντονα
ποδοπατήθηκαν οι υποσχέσεις στο βωμό της κυβερνησιμότητας και της
διατήρησης της εξουσίας, άλλο τόσο η πίστη ότι η ανικανότητα και η ιδεοληψία
τους θα φέρει υποχρεωτικά τη ρήξη ενισχύει το ανύπαρκτο Ευρωπαϊκό προφίλ του
ΣΥΡΙΖΑ ακόμα κι όταν αναγκάζεται να φέρει την χειρότερη δυνατή συμφωνία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Μέναμε Ευρώπη
πολύ πριν υπάρξει η Ε.Ε. και η ΟΝΕ. Μένουμε Ευρώπη γιατί, έτσι κι αλλιώς,
αποτελούμε συστατικό γεωγραφικό και ιστορικό στοιχείο αυτής της ηπείρου.
Μόνο που οι απαραίτητες δηλώσεις εθνικής ταυτοποίησης δεν αρκούν για να
καλύψουν τις πολυεπίπεδες απαιτήσεις του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου σκηνικού.
Πλέον Μένουμε Ευρώπη και επειδή στα πλαίσια του ανηλεή συναλλαγματικού πολέμου,
της αναδιανομής της οικονομικής ισχύος με τις αναδυόμενες δυνάμεις να διεκδικούν
την πρωτοκαθεδρία, χώρες όπως η Ελλάδα έχουν ανάγκη των πλεονεκτημάτων που
προσφέρουν ή εν δυνάμει μπορούν να προσφέρουν οι υπερεθνικοί θεσμοί.
Δεν είναι
απαραίτητο να αναπτύξω ξανά τα επιχειρήματα στήριξης της Ευρωπαϊκής πορείας
ή της ένταξης στο ευρώ. Η κοινωνία σθεναρά τάσσεται υπέρ και των δυο σε
συντριπτικά ποσοστά που αγγίζουν το 80% ακόμα και σε αυτή την δύσκολη
οικονομική συγκυρία που με ευκολία αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι
για να φορτώσουμε κάθε αμαρτία σχετική με την κρίση. Είναι γεγονός ότι το ευρώ
δημιουργήθηκε χωρίς τις δομές που χρειαζόταν και η Ελλάδα εισήλθε σε αυτό χωρίς
να διαθέτει την μεταρρυθμιστική πληρότητα για να ανταποκριθεί στις
απαιτήσεις του.
Οι πάντες όμως
αναγνωρίζουν πλέον, ακόμα και οι περισσότεροι από όσους αντιτάχθηκαν στο αρχικό
Ευρωπαϊκό όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι το μοναδικό οικονομικό
και διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να οικοδομήσει ένα
σταθερό και βιώσιμο μέλλον, είναι το Ευρωπαϊκό. Μέσα από μια δυναμική
διαδικασία όπου γίνονται και λάθη, αποφάσεις καθυστερούν, δομές
αποδεικνύονται δυσλειτουργικές αλλά ταυτόχρονα δίνονται και λύσεις που
αποτρέπουν ακόμα πιο επώδυνες εξελίξεις, προκύπτουν κοινές πολιτικές που
στηρίζουν την ανάπτυξη, την απασχόληση.
Οι εκδηλώσεις
«Μένουμε Ευρώπη» δεν προέκυψαν ως ανάγκη καθαγιασμού κάθε μνημονιακού
λάθους. Άλλωστε οι εσφαλμένες αρχικές εκτιμήσεις με τους υποτιμημένους δημοσιονομικούς
πολλαπλασιαστές ή την δυνατότητα επίτευξης της προσαρμογής και επανόδου
στις αγορές μέσα σε δυο χρόνια, όπως τις επισημαίναμε από το 2009, έχουν γίνει
πλέον αποδεκτές από το ίδιο το ΔΝΤ. Ούτε απέκτησαν αυτές οι συγκεντρώσεις
ανεπανάληπτη μαζικότητα επειδή κάποιοι επιθυμούν την άνευ όρων παράδοση στους όρους
των δανειστών.
Τουναντίον μάλλον
προσπαθούν να αφυπνίσουν όσους πιστεύουν ότι με την πεντάμηνη
διαπραγματευτική καθυστέρηση της δημιουργικής ασάφειας, το απόλυτο «πάγωμα»
της οικονομικής δραστηριότητας και την κατάληξη σε συνταγές, που πριν λίγους
μήνες είχαμε φτάσει στο σημείο να μπορούμε να τις αποφύγουμε, όπως η υπερφορολόγηση
των πολιτών ή η «ποινικοποίηση» της επιχειρηματικής δράσης, μπορούμε να
ελπίζουμε σε ένα πιο πρόσφορο μέλλον, σε μια πραγματικά καλύτερη Ελλάδα.
Μένουμε Ευρώπη
γιατί διεκδικούμε για την Ελλάδα την θέση που της αρμόζει στο Ευρωπαϊκό στερέωμα.
Μιας θέσης δημιουργίας, ευθύνης, αποφασιστικότητας. Μιας Ελλάδας που δεν
θεωρεί τον δημόσιο τομέα αποκούμπι προσωπικών φιλοδοξιών. Δεν αντιμετωπίζει το
κοινωνικό κράτος ως ψηφοθηρικό εργαλείο. Δεν φθονεί την επιτυχία και την
επιχειρηματική πρωτοβουλία. Δεν αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες όπως
η ασφάλεια των πολιτών, η ιδεολογικά ακηδεμόνευτη Παιδεία, η στιβαρή θεσμική
λειτουργία και η δημοκρατική ανοχή.
Μένουμε Ευρώπη
επειδή, πέρα από επιμέρους διαφωνίες, η συντριπτική πλειοψηφία των
Ελλήνων αναγνωρίζουμε ότι αν τολμήσεις να εγκαταλείψεις το μοναδικό υπαρκτό
«γήπεδο» διεκδικήσεων για να πλεύσεις σε άγνωστες ανοιχτές θάλασσες
γεμάτες υφάλους και σκυλόψαρα, όπως μεγάλο μέρος κυβερνητικών παραγόντων
προτείνει πλέον ανοικτά, ή επιλέξεις την στιγμή που η αρνητική πορεία των
τελευταίων ετών άρχιζε να αντιστρέφεται, πολιτικές που αναπαράγουν την ύφεση
και δεν επιλύουν χρόνια κοινωνικά ζητήματα όπως το ασφαλιστικό, το μόνο που θα
κατορθώσεις είναι να στείλεις οριστικά την χώρα στην ξέρα της οικονομικής
και διπλωματικής απομόνωσης.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Κάποιες στιγμές αισθάνεσαι ότι ορισμένοι
ασχολούνται περισσότερο από το αν θα καταλήξει η κυβέρνηση σε μια βιώσιμη
λύση με την στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην όποια
συμφωνία. Σαν το δεύτερο μέρος μιας παράστασης που η αρχή της
εκτυλίχθηκε το 2010 με την προσφυγή της χώρας στην τρόικα.
Και τότε κάποιοι παρέβλεπαν ότι η στήριξη
της συμφωνίας (ακόμα κι επί της αρχής) αποτελεί άτυπη ψήφο εμπιστοσύνης
στους κυβερνητικούς χειρισμούς όλης της προηγούμενης περιόδου κι ότι αν
προέκυπτε κυβερνητική αστάθεια μόνο τότε θα επιβάλλονταν η παρέμβαση της
αντιπολίτευσης όχι για να στηρίξει την συγκεκριμένη συμφωνία αλλά να συμβάλλει
μέσα από ένα νέο κυβερνητικό σχήμα στην ανάσχεση των λαθών που αυτή
περιελάμβανε. Οι ομοιότητες των δυο περιόδων εξαντλούνται κάπου εδώ. Η
ουσία και το ζητούμενο της είναι πασίδηλα διαφορετικό όπως διαφοροποιημένη
οφείλει να είναι και η μετά την συμφωνία στάση της ΝΔ.
Το 2010 η χώρα βρέθηκε στο χείλος της
ασύντακτης χρεοκοπίας επειδή η αντίδραση της απέναντι στην κλιμακούμενη
κρίση και τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό δεν περιελάμβανε την άμεση αξιολόγηση
των κρατικών δομών (το ίδιο το δημόσιο θα ήταν αδύνατο να αξιολογήσει τον
εαυτό του άρα αυτή η εργασία έπρεπε να έχει δοθεί σε εξειδικευμένη ιδιωτική
εταιρεία διεθνούς κύρους) και την περικοπή όσων θα αποδεικνύονταν περιττοί, σε
συνδυασμό με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της χρονιάς από τις
αγορές (ακόμα κι αν το «σκούπισμα» των διαθέσιμων ποσών σήμαινε τον πρόσκαιρο
αυτόβουλο αποκλεισμό μας από αυτές).
Σήμερα δεν υπάρχει δημοσιονομική
εκτροπή κι ακριβώς στηριζόμενος σε αυτή την «υγεία» κατορθώνει ο ΣΥΡΙΖΑ να
παριστάνει επί 4 μήνες ότι διαπραγματεύεται τοποθετώντας την οικονομία σε
κρυοπαγική κατάσταση. Οι αγορές μας είχαν καλωσορίσει από πέρσι κι αν είχε
κλείσει εγκαίρως η συμφωνία και συμμετείχαμε πλέον στο πρόγραμμα ποσοτικής
χαλάρωσης της ΕΚΤ η οριστική επάνοδος μας σε αυτές θα ήταν προ των
πυλών.
Ακόμα και κάποιος που διαφωνούσε το 2010
με την άρνηση της ΝΔ να υπερψηφίσει την συμφωνία επειδή αμφισβητούσε την
δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης του επίμαχου επταμήνου μετά τις εκλογές του
2009, σήμερα δεν διαθέτει ούτε αυτό το ελάχιστο επιχείρημα όταν απέναντι στην
νέα συμφωνία θα υπάρχει πάντα ως απτό συγκρίσιμο μέγεθος το πλαίσιο της
δικής της συμφωνίας που θα αποδεικνύει την χειροτέρευση των δεδομένων.
Το πραγματικό ζήτημα για την ΝΔ δεν
βρίσκεται στη στάση της απέναντι στην συμφωνία την οποία ήδη περιέγραψα
(καταψήφιση αν επιβεβαιωθούν οι αρνητικές διαρροές και, εφόσον προκύψει θέμα,
στήριξη μιας νέας κυβέρνησης με διαφορετικές προτεραιότητες) αλλά πως θα
χειριστεί τον αντιπολιτευτικό της λόγο στο πιθανότερο σενάριο της αποδοχής
της με ελάχιστες κυβερνητικές απώλειες.
Το στοίχημα θα είναι να επαναφέρει στο
προσκήνιο με επίταση, ταυτόχρονα τεχνοκρατικά αλλά και ευρέως αντιληπτά
επιχειρήματα, τους λόγους για τους οποίους το δικό της σχέδιο για τα
επόμενα χρόνια οδηγούσε σε πολλαπλάσιους ρυθμούς ανάπτυξης, ταχύτατη
αποκλιμάκωση της ανεργίας, μεγαλύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις για όλους
(νοικοκυριά και επιχειρήσεις) με ανώτατους φορολογικούς συντελεστές στο 33% και
15% αντίστοιχα, κατάργηση της ειδικής εισφοράς, περιορισμό τους ΕΝΦΙΑ στο 1%
του ΑΕΠ όσο περίπου θα κοστίσει η «μεταρρύθμιση» του ΣΥΡΙΖΑ στο ΦΠΑ που
αποδεικνύεται ένας δεύτερος επιπρόσθετος ΕΝΦΙΑ.
Όλα αυτά είναι απαραίτητο να συνδυαστούν
με τη συνεχή αποκάλυψη των ιδεοληπτικών κυβερνητικών αντιλήψεων, σε μια
σειρά από θέματα όπως η Παιδεία, η δημόσια ασφάλεια, η μετανάστευση, η
εξωτερική πολιτική, με τρόπο που γκρεμίζουν κάθε έννοια αστικής και
εκσυγχρονιστικής αντίληψης, με ένα πλάνο ριζικής κομματικής ανασυγκρότησης
με νέες αλληλοεξαρτούμενες δομές (από το τοπικό έως το κορυφαίο επίπεδο) που
ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και την ανάδειξη στελεχών που
αντιπροσωπεύουν αυτό το πρότυπο ώστε ο λόγος τους να γίνεται δεκτός από μια
κοινωνία που κλείνει τα αυτιά της σε καθετί που αντιλαμβάνεται ως
παλαιοκομματικό.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα χρονικά περιθώρια όλο και στενεύουν. Οι
μέρες που απομένουν για προκύψει συμφωνία στο μεταρρυθμιστικό πακέτο και
τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας διαγράφονται η μια μετά την άλλη από τον
τοίχο του χρηματοδοτικού «κελιού». Αντί όμως να εντείνονται οι προσπάθειες ώστε
οι κυβερνητικές προτάσεις να διαθέτουν τον μέγιστο δυνατό ρεαλισμό και την οικονομική
αποτελεσματικότητα που θα πείσουν τους εταίρους να αποδεσμεύσουν τα
απολύτως απαραίτητα για την εγχώρια ρευστότητα κεφάλαια, επιδίδεται σε έναν
αγώνα αποπροσανατολιστικών και άκαιρων κινήσεων που ενώ χαίρουν την
εκτίμησης ή της ανοχής μεγάλου μέρους της κοινωνίας επί της ουσίας φέρνουν την
μεταρρυθμιστική μας χρεοκοπία..
Πως αλλιώς να εξηγήσεις το γεγονός ότι ενώ
τα περισσότερα από τα μέτρα που προτάθηκαν είναι μονοδιάστατης επίδρασης
και αφήνουν δυσαναπλήρωτο κενό για την επόμενη χρονιά ή στηρίζονται σε ασαφείς
γενικεύσεις για την επιτυχία πρωτοβουλιών που θα αποκαλύψουν περίπου 12-15
δις «μαύρου» χρήματος μέσα στο επόμενο οκτάμηνο, επελέγη αυτό το κρίσιμο
διάστημα για να αρχίσουν τις λειτουργίες δυο κοινοβουλευτικές επιτροπές και
με τη δομή και τη στόχευση τους κυρίως εξυπηρετούν τους εσωτερικούς και
εσωκομματικούς σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ;
Η εξεταστική για το μνημόνιο
ξεκίνησε με την επίγνωση ότι δεν πρόκειται να αποδώσει παραγεγραμμένες ποινικές
ευθύνες που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να εξευρεθούν σε καθαρά πολιτικές
αποφάσεις για τις οποίες οι υπεύθυνοι κρίνονται από το εκλογικό σώμα. Άλλωστε
μια πλήρης και με ψυχραιμία καταγραφή των εξελίξεων που διαχρονικά
οδήγησαν τη χώρα σε δημοσιονομικά, διαρθρωτικά και ανταγωνιστικά ατοπήματα αλλά
και του εξαρχής, έγκαιρου ή μη, τρόπου αντιμετώπισης της κρίσης που μας έφερε επαίτη
στα σκαλοπάτια του ΔΝΤ μπορεί να γίνει μόνο με μια σχετική απόσταση από τα
γεγονότα.
Προσωπικά θα την ανέμενα μετά την
ολοκλήρωση του υπάρχοντος προγράμματος, το πέρασμα στην πιστοληπτική γραμμή
και την οριστική επάνοδο στις αγορές. Αυτός όμως ο σχεδιασμός έχει πλέον
ανατραπεί, οπότε η συζήτηση για το όλο θέμα μετατρέπεται σε εργαλείο
ανούσιων κομματικών διαξιφισμών που δίνει και διεθνώς της εικόνα μιας βαθιά
διχασμένης χώρας. Με ένα σμπάρο δυο νεκρά «τρυγόνια». Εσωτερικός
αποπροσανατολισμός και διεθνής εξευτελισμός.
Αντίστοιχης ή και ακόμα πιο αφαιρετικής
αντίληψης είναι η πρωτοβουλία για την σύσταση επιτροπής λογιστικού ελέγχου
του χρέους που κανείς δεν μας έχει εξηγήσει τι ακριβώς θα προσφέρει στην
βελτίωση της διάρθρωσης του. Μια επιτροπή με αμφιβόλου κύρους άτομα από κάθε
γωνία του πλανήτη που δεν διαθέτει καμιά διεθνή νομιμοποίηση διαγραφής
του χρέους πέρα από μια απομονωτική μονομερή κίνηση στην οποία έτσι κι αλλιώς
θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε χωρίς την ανάγκη πομπωδών συνεδριάσεων.
Η πολιτική διαχείριση του δημοσίου
χρήματος δεν ποινικοποιείται από ανούσιες επιτροπές που το μόνο που θα
μπορούσαν να επιδιώξουν, αν δεν διαπνέονταν από μικροκομματικό αέρα, θα ήταν
μια ειλικρινής καταγραφή των πιθανότατα εσφαλμένων πολιτικών επιλογών
χωρίς όμως να μπορεί να τους αποδώσει χαρακτηριστικά αθέμιτης, νομικά
επιλήψιμης διάστασης. Γνωρίζουν καλά οι κυβερνητικοί παράγοντες ότι διεθνώς οι
όποιες περιορισμένες διαγραφές χρέους προέκυψαν μόνο για τη δράση
απολυταρχικών καθεστώτων χωρίς αυτό να σημαίνει, για να μην πω με αυτό ως
προϋπόθεση, την προσφυγή στο ΔΝΤ. Άλλωστε το παραδέχτηκε ο ίδιος ο Γ.
Βαρουφάκης.
Το ρολόι για την επιβίωση της χώρας
χτυπά αντίστροφα με επίμονο και όλο και πιο έντονο τρόπο. Εύχομαι η επιλογή
ορισμένων να συνδυάσουν την μεταρρυθμιστική χρεοκοπία της δημιουργικής ασάφειας
με κοινοβουλευτικές φιέστες επικοινωνιακής παραπλάνησης να μην σηματοδοτεί και
την ολοκληρωτική εθνική χρεοκοπία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Από επιλογή
απέφυγα όλες αυτές τις μέρες να γράψω ένα άρθρο για τη συμφωνία με τους
εταίρους. Τα ΜΜΕ κατακλύστηκαν από αναλύσεις επί αναλύσεων τη στιγμή που
δεν είχε καν επιβεβαιωθεί οριστικά το κείμενο των μεταρρυθμίσεων που θα την
συνόδευε. Όμως ακόμα και μετά από την ολοκλήρωση αυτού του σκέλους χαθήκαμε
στους ελιγμούς της δημιουργικής ασάφειας που εμείς, μάλλον από
υποσυνείδητη τάση πλαστού εφησυχασμού, εκλάβαμε σύμφωνα με τον κ. Βαρουφάκη ως
συνενοχή των Ευρωπαίων στην παραπλάνηση των κοινοβουλίων τους!
Δεν γίνεται
ειλικρινά να συνεχίζεις να μιλάς για σκίσιμο του μνημονίου όταν
υπογράφεις «την παράταση της σύμβασης που συνοδεύεται από μια σειρά
δεσμεύσεων», αποδέχεσαι τον τεχνικό έλεγχο της τρόικας που υποκριτικά
μετονομάζεις σε «θεσμούς», απεμπολείς «την ανάκληση μέτρων ή μονομερών
αλλαγών που επηρεάζουν τα δημοσιονομικά», αποχαιρετάς την πιστοληπτική
γραμμή και τα αδιάθετα κεφάλαια του ΤΧΣ που σε συνδυασμό με την έξοδο στις
αγορές θα σε έβγαζαν οριστικά από το μνημόνιο, αποδέχεσαι πλήρως το σκεπτικό
για τη βιωσιμότητα του χρέους και την ύπαρξη υψηλών πλεονασμάτων.
Ούτε βέβαια
μπορείς να κηρύσσεις το τέλος της λιτότητας όταν καταθέτεις ένα εκτενέστατο
κείμενο μέτρων (που μένει να αξιολογηθεί έως τον Απρίλιο κι εφόσον
ποσοτικοποιηθεί να γίνει αποδεκτό) όπου περιλαμβάνονται και υφεσιακά μέτρα
όπως η αύξηση του ΦΠΑ (οι ξενοδοχειακές υπηρεσίες μάλλον δεν θα την αποφύγουν
και αναζητείται η πιο ανώδυνη μεταφορά και άλλων προϊόντων σε υψηλότερο
συντελεστή), η περιστολή επιδομάτων στο δημόσιο τομέα και κοινωνικών επιδομάτων
(άρα νέα μείωση εισοδημάτων για κάποιους).
Επιπρόσθετα
αναζητούνται πόροι από την περαιτέρω φορολόγηση του καπνού, των
οινοπνευματωδών ποτών, των τυχερών παιγνίων, ανακοινώνονται νέες ειδικές
εισφορές προς τους ασαφώς «πλουσίους» οι οποίοι ήδη πληρώνουν υψηλή εισφορά
αλληλεγγύης. Είναι απορίας άξιον πως προσφεύγει σε αυτές τις λύσεις ο κ.
Βαρουφάκης όταν ο ίδιος επανειλημμένα αναφέρεται σε μείωση των κρατικών
εσόδων λόγω της μειωμένης ζήτησης από την επιβολή καταναλωτικών φόρων.
Ή πιστεύει ότι θα
παραταθεί η ύφεση οπότε υπάρχει πιθανότητα να συμβεί αυτό που περιγράφει,
ειδικά σε προϊόντα χαμηλής ελαστικότητας ζήτησης, άρα δεν έχει λόγους να
επιβάλλει νέους φόρους πέρα από την τήρηση των δημοσιονομικών επιταγών των
«θεσμών» ή περιμένει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια άρα και
αυξημένα έσοδα από την κατανάλωση αλλά φοβάται να το πει για να μην χάσει την
αίγλη του λαϊκού επαναστάτη.
Και φυσικά δεν
γίνεσαι πιστευτός ότι αντιμάχεσαι πλήρως μια συγκεκριμένη πολιτική όταν
περιλαμβάνεις στις μεταρρυθμίσεις σου τη μείωση δαπανών σε υγεία, ΟΤΑ, άμυνα
και παιδεία, την αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων όταν ακόμα και η
μακροχρόνια μίσθωση και αξιοποίηση ακινήτων από ιδιώτες όπως έγινε με τα περιφερειακά
αεροδρόμια και τα λιμάνια αποτελούσε προεκλογική κόκκινη γραμμή σου ή προωθείς
την ενοποίηση των ταμείων, το τέλος των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και αφήνεις
ανοικτό προς διαπραγμάτευση το θέμα της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος στα
επικουρικά ταμεία και την προσαρμογή των εργασιακών στις «βέλτιστες Ευρωπαϊκές
πρακτικές» που είναι γνωστό ότι κινούνται στα πλαίσια των ευέλικτων μορφών και
της διευκόλυνσης των απολύσεων.
Ούτε
αντιμετωπίζεις τις κοινωνικές πληγές της κρίσης με ημίμετρα ελεημοσύνης
όπως τα κουπόνια τροφίμων που δεν δίνουν οριστική λύση στο πραγματικό πρόβλημα,
αυτό της ανεργίας που θα συνεχίσει να επιτείνεται όσο οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν
απογειώνονται (το 2,9% για το 2015 δεν θα καταλήξει πάνω από 1% στερώντας
δεκάδες χιλιάδες συμπολιτών μας από την επάνοδο στην εργασία), έχοντας
μάλιστα δεσμευτεί τα όποια σχετικά μέτρα να έχουν μηδενικό κόστος που στην
καλύτερη σημαίνει νέες επιβαρύνσεις για τους υπόλοιπους πολίτες άρα μηδενικό
αποτέλεσμα όσον αφορά την συνολική αύξηση της κατανάλωσης.
Η κυβέρνηση
παριστάνει μετά την υπογραφή της νέας σύμβασης ότι δεν καταλαβαίνει τι έχει
συμβεί. Συνεχίζει στην γραμμή της αντίστροφης θεωρίας των παιγνίων που
θέτει στο στόχαστρο την χειραγώγηση του πιεσμένου θυμικού των πολιτών και
φθάνει μέχρι το σημείο να μιλά για εκβιασμούς ώστε να αποδεχτεί τη συμφωνία
όταν η ίδια την έχει παρουσιάσει ως τεράστια επιτυχία. Χαρακτηρίζει
προσχεδιασμένο χρηματοδοτικό πνιγμό (που πιθανότατα θα αποφευχθεί με
αποστράγγιση των δημόσιων ταμείων και μια σειρά τεχνικών λύσεων), με αρκετή
δόση συνωμοσιολογίας, την έλλειψη πόρων για την κάλυψη των άμεσων αναγκών προς
τους πιστωτές όταν το ίδιο το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι καμιά εκταμίευση δεν θα
υπάρξει πριν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Με ανώριμη
αφέλεια εκλάβαμε τις επιμέρους ασάφειες της συμφωνίας ως Ευρωπαϊκή
χαλαρότητα που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να αποφύγουμε τις
υποχρεώσεις μας με θολά τεχνάσματα ενώ επρόκειτο απλά για αναγνώριση του
καινούριου δημοσιονομικού εκτροχιασμού που θα οδηγήσει στην ανάγκη νέας
χρηματοδότησης μετά τον Ιούνιο και μια δική τους τεχνική παράκαμψη ώστε να
μην οι τεθούν σε αμφισβήτηση οι στόχοι δίνοντας το περιθώριο επιμέρους αλλαγών
(αναζητείται ακόμα το περιβόητο τοξικό 30% του μνημονίου;) εφόσον
μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς δημοσιονομικές επιβαρύνσεις.
Τότε και μόνο
τότε θα μπορεί να γίνει με ασφάλεια η σύγκριση με το σχέδιο της προηγούμενης
κυβέρνησης για κλείσιμο της αξιολόγησης με αποδοχή της πιλοτικής αύξησης
του ΦΠΑ στα ξενοδοχεία και τον ορισμό σε 20 χρόνια του διαστήματος για κατοχύρωση
συντάξιμου δικαιώματος (όλα τα άλλα μέτρα στο περιβόητο email δεν ήταν παρά δυνητικές λύσεις σε περίπτωση
εκτροχιασμού του προϋπολογισμού, κάτι που δεν είχε συμβεί επί 2,5 χρόνια) και
ακολούθως απομείωση του χρέους και περιορισμό των πλεονασμάτων κατά
1-1,5% ώστε να απελευθερωθούν πόροι για κοινωνικές και αναπτυξιακές δράσεις με
την χρηματοδότηση της χώρας εξασφαλισμένη από την πιστοληπτική γραμμή και την έξοδο
στις αγορές που πλέον την αποχαιρετάμε για αρκετό καιρό.
Και τότε θα δούμε
αν η νέα συμφωνία (κι όχι η παράταση της υπάρχουσας που «πετύχαμε») θα
έχει στοιχεία που θα την καθιστούν πιο αποδοτική για την οικονομία και πιο
«απελευθερωτική» για τον ελληνικό λαό.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η πιο
σκληρή, επίπονη και καταθλιπτική περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας, μετά
τη μεταπολίτευση, ολοκληρώθηκε με την αντιστροφή του υφεσιακού κλίματος. Το νέο
κεφάλαιο που ανοίγει επικεντρώνεται στην αξιοποίηση όλων των δυνατών πόρων
(ανθρώπινων και υλικών), την «εκμετάλλευση» της πολλαπλασιαστικής ώθησης
διεθνών συνεργασιών, την οριστική αλλαγή του πολιτικού και οικονομικού
κλίματος.
Ο
ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως θεσμικός αποσταθεροποιητής γιατί παραμένει δεσμευμένος από
το αδιέξοδο της μη αποδοχής οποιασδήποτε θετικής εξέλιξης γιατί στα
μάτια του συνδέεται με επιβράβευση του μνημονίου κι όχι με την καθυστερημένη
ολοκλήρωση μιας δύσκολης διαδρομής που περιείχε και αναγνωρισμένα από όλες τις
πλευρές λάθη. Αναμενόμενη λοιπόν η αντιφατική ρητορική των στελεχών του
αφού διχάζονται ανάμεσα σε όσους κατανοούν ότι αφού η χώρα αλλάζει πεδίο δράσης
θα πρέπει να συνεισφέρουν στο δημόσιο διάλογο με θετικές αναπτυξιακές προτάσεις
και σε αυτούς που αρέσκονται ακόμα σε μια μεμψίμοιρη περιγραφή του
παρελθόντος.
Η
τρόικα στο βαθμό που με την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής
δεν εμμένει στην προώθηση διαχρονικά απαραίτητων μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν
την αποδοτικότητα των κρατικών δομών και πόρων και σε διαρθρωτικές παρεμβάσεις
που συνεπικουρούν την παραγωγική ανασυγκρότηση, μετατρέπεται σε συνειδητό
παράγοντα αναχαίτισης της ανάπτυξης.
Οι δημοσιονομικές αρρυθμίες που εφευρίσκει στηρίζονται κυρίως σε μια στρεβλή θεώρηση για την πορεία των εσόδων λόγω της ρύθμισης των 100 δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα, παραβλέποντας την ανακούφιση που θα φέρει στην αγορά και τα νέα έσοδα από την παραγωγική επαναδραστηριοποίηση εταιρειών.Άλλωστε αύξηση φόρων τη στιγμή που παίρνει μπρος η αναπτυξιακή μηχανή θα είναι μια υφεσιακή σφαίρα σε μια οικονομία που αρχίζει να ορθώνει το ανάστημα της.
Οι δημοσιονομικές αρρυθμίες που εφευρίσκει στηρίζονται κυρίως σε μια στρεβλή θεώρηση για την πορεία των εσόδων λόγω της ρύθμισης των 100 δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα, παραβλέποντας την ανακούφιση που θα φέρει στην αγορά και τα νέα έσοδα από την παραγωγική επαναδραστηριοποίηση εταιρειών.Άλλωστε αύξηση φόρων τη στιγμή που παίρνει μπρος η αναπτυξιακή μηχανή θα είναι μια υφεσιακή σφαίρα σε μια οικονομία που αρχίζει να ορθώνει το ανάστημα της.
Αποσταθεροποιητές
από άγνοια κινδύνου ή προσωπολατρική εμμονή μπορούν να αποδειχτούν κι
όσοι εσχάτως ξαναθυμήθηκαν ότι κάτι τους χρωστά η ιστορία και σέρνουν την οικογενειακή
σφραγίδα ως σημαία αναγνώρισης διεκδικώντας πάλι κυρίαρχο ρόλο στο πολιτικό
σκηνικό. Επειδή πολιτική και απωθημένα δεν συνδυάζονται, όσοι επιδιώκουν ρεβάνς
ή οπορτουνίστικη πρόωρη τακτοποίηση της πορείας τους στην επόμενη μέρα θα
έπρεπε να έχουν διδαχτεί από αντίστοιχες περιπτώσεις και το απατηλό τέτοιων
σχεδιασμών.
Ακόμα
ισχυρότεροι αποσταθεροποιητές γίνονται και όσοι καρκινοβατούν ανάμεσα στην
επιχειρηματική καθαρότητα και την πολιτική διαπλοκή, άλλοι ενοχλημένοι από
πιθανούς νέους «βασικούς μετόχους», άλλοι προσβλέποντας στην ανάδειξη τους σε
Μεσσίες μετά την πλήρη διάλυση του σημερινού πλαισίου.
Καταλύτης
για τη διατήρηση της σταθερότητας παραμένει ο Σαμαράς. Θεσμικά είναι ο μόνος
που μπορεί ταυτόχρονα να αποδομήσει την αίολη υποσχεσιολογία του ΣΥΡΙΖΑ,
να βάλει τέρμα στις εμμονές της τρόικας αξιοποιώντας το πολιτικό και
οικονομικό momentum με τις πρωτοβουλίες Ντράγκι και Γιούνκερ, να θέσει προ των ευθυνών τους
όσους αρέσκονται σε μικροπολιτικά εσωκομματικά παιχνίδια, να απομονώσει
αυτούς που θεωρούν ότι διαρκώς θα καθορίζουν από εξωθεσμικά κέντρα την
πορεία της χώρας.
Κων/νος
Μανίκας
Οικονομολόγος
– Ψυχολόγος
Δημοσιογραφικά είναι ενδιαφέρον το ζήτημα των πιθανών
δημοσιονομικών και χρηματοδοτικών κενών. Σελίδες γεμίζουν με αναλύσεις,
παραπολιτικά σχόλια προκύπτουν, σχετική αρθρογραφία αναπτύσσεται. Και πολιτικά
όμως η ανακίνηση του θέματος ανοίγει ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις εντός
κι εκτός Ελλάδας, χρησιμοποιείται από εγχώριους αλλά και ξένους παράγοντες για
διάφορους επικοινωνιακούς σκοπούς, δίνει το περιθώριο σε πολιτικούς να
ξεδιπλώνουν τακτικές κινήσεις.
Στην πράξη η συζήτηση είναι χωρίς αντικείμενο. Θυμίζει
τις περσινές σχετικές απόψεις για πιθανά ανάλογα κενά στον προϋπολογισμό
του 2014, όταν τελικά καμιά τέτοια πρόβλεψη δεν επιβεβαιώθηκε. Κι αυτό έγινε
τόσο γιατί η τωρινή κυβέρνηση κατορθώνει να ακολουθεί πιστά την εκτέλεση των
αριθμών και να ξεπερνά τους αρχικούς στόχους της κι από την άλλη οι
δήθεν βαρύγδουπες εκτιμήσεις στηρίζονται σε υποθέσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη
τους τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις και τις αποφάσεις της Ε.Ε. που
βελτιώνουν τα δεδομένα.
Τα δεδομένα είναι πολύ πιο απλά και ξεκάθαρα από όσο
επιχειρούν να τα παρουσιάσουν οι, εγκλωβισμένοι στα πολιτικά αδιέξοδα τους, κήρυκες
της καταστροφής. Τα πρωτογενή πλεονάσματα ξεπερνούν διαρκώς τους στόχους
(πλέον και λόγω της αύξησης του ΑΕΠ) και το 2014 αυτή η υπέρβαση προβλέπεται,
με την μέχρι τώρα εξέλιξη του προϋπολογισμού, να ξεπεράσει το 1 δις, πιθανότατα
να αγγίξει και το 1,5 δις. Αυτό το γεγονός πέρα από τη δυνατότητα αυξημένου
κοινωνικού μερίσματος επιτρέπει και την κάλυψη ενός μέρους για την
αποπληρωμή των τόκων.
Ταυτόχρονα η κυβέρνηση χρησιμοποιεί με τον σοφό τρόπο του
βραχυχρόνιου εσωτερικού δανεισμού τη «λευκή» τρύπα στα αποθεματικά της,
καλύπτοντας χρηματοδοτικές ανάγκες και αναμένει την τελική διευθέτηση του
κρατικού χρέους που θα μειώσει περαιτέρω το ποσό που θα χρειάζεται για την καταβολή
των ετήσιων τόκων.
Είναι επίσης γνωστό ότι μετά τον Νοέμβριο που θα
ολοκληρωθούν τα stress tests των τραπεζών θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν
τα αδιάθετα ποσά από την κυβέρνηση, όπως φυσικά πάντα θα υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής
στις αγορές (τα spreads
συνεχώς αποκλιμακώνονται όσο υπάρχει πολιτική σταθερότητα) τουλάχιστον με ένα
3ετές ή και 7ετές ομόλογο.
Είναι σίγουρο ότι ακόμα κι αν η ρύθμιση θα περιορίζει σε
βάθος χρόνου το συνολικό ελληνικό χρέος ακόμα και κατά 50%, η εγχώρια
αντιπολιτευτική μιζέρια θα μιλήσει για χρέη που φορτώνονται στις επόμενες
γενιές! Τι κι αν οι μειωμένοι τόκοι αποδεσμεύουν πόρους για την ανάπτυξη
και την απασχόληση και τελικά στην πορεία του χρόνου κάνουν τους τόκους ένα
πολύ μικρό ποσοστό του ΑΕΠ;
Άλλωστε διαθέτουν τη «μαγική» λύση για την απομείωση του
χρέους. Μονομερής διαγραφή με... συνέχιση όμως της χρηματοδότησης, χωρίς
όρους και προϋποθέσεις. από τους κουτόφραγκους Ευρωπαίους! Τι κι αν η αυτή
διαγραφή δεν έχει καμιά σχέση με την οικειοθελή ρύθμιση του PSI για τους ιδιώτες επενδυτές;
Τι κι αν η άμεση διαγραφή κρατικού χρέους, ακόμα κι αν πέρναγε από τα
κοινοβούλια όλων των χωρών της Ε.Ε. (κυρίως των πιο φτωχών!) θα άνοιγε μια
επικίνδυνη συζήτηση για ανάλογες διαγραφές και άλλων κρατών (πχ την
Ιταλία που το χρέος της κινείται στο όριο της βιωσιμότητας) που θα αφορούν τρις
ευρώ! Το πολύ, πολύ να εκτοξευθούν τα επιτόκια δανεισμού Ιταλίας, Ισπανίας και
λοιπών μόνο με την υποψία μιας τέτοιας συζήτησης. Αλλά ποιος νοιάζεται!
«Λύσεις»... υπάρχουν!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Σε επίπεδο «καλλιτεχνικής» αισθητικής δεν μπορεί κάποιος να έχει
παράπονο από την εικόνα των κοινοβουλευτικών εργασιών των τελευταίων ημερών.
Αυτό που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ με μια υποκριτική και συνάμα απελπισμένη
επιθεωρησιακή προσέγγιση συνεχίστηκε το βράδυ από την κακοπαιγμένη
σαπουνόπερα των νεότευκτων αντιμνημονιακών διαφωνούντων που πλέον
περιλαμβάνουν μέχρι και τον Γιώργο Παπανδρέου (ναι, τον ίδιο που διετέλεσε
πρωθυπουργός όταν η χώρα οδηγήθηκε αδιαπραγμάτευτα στην τρόικα).
Είχε φανεί από το προηγούμενο απόγευμα όταν οι δηλώσεις Τσίπρα σχετικά με
την επικείμενη κοινοβουλευτική διαδικασία είχαν ξεπεράσει σε ρητορική
ακρότητα και μοιρολατρικό λαϊκισμό τις απώτατες «ψεκασμένες» κορυφογραμμές
των φοβικών επιχειρημάτων όλης της προηγούμενης περιόδου. Ο πανικός συνήθως
οδηγεί σε αμυντικές κινήσεις κι όσο κι αν ο επιφανειακός δυναμισμός
επιχειρεί να λειτουργήσει ως προκάλυμμα του, στην πράξη η υπερβολή στην ένταση
και η ανέξοδη και επιτηδευμένη επιθετικότητα δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο
από το τελευταίο καταφύγιο αυτοπεριχαράκωσης.
Εθισμένοι στο ΣΥΡΙΖΑ από τακτικές όξυνσης που έστρεφαν πρόσκαιρα τα
επικοινωνιακά φώτα σε ένα μικρό κόμμα αντέδρασαν, στη δημοσκοπική πίεση των
ημερών, ακριβώς με αυτή την αντανακλαστική νοοτροπία του περιθωριακού.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί και στρατηγική κίνηση αποδοχής της ήττας και
προσπάθειας αύξησης της συνεκτικότητας σε ένα αμετανόητα οργισμένο κοινό που τρέφεται
με τη συνωμοσιολόγία και τον ανατροφοδοτούμενο τσαμπουκά του καφενείου.
Το πιθανότερο είναι ο Τσίπρας να κάνει ένα ακόμα, ίσως το πιο σημαντικό,
πολιτικό λάθος του. Εγκαταλείπει ανεπιστρεπτί τη μεγάλη μάζα των πολιτών
που μπορεί να είναι οργισμένη με την βίαιη αλλαγή της οικονομικής του
κατάστασης αλλά συνειδητοποιεί ότι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν προσφέρει
εναλλακτική αλλά μάλλον εγκυμονεί τρομακτικούς κινδύνους για την
μακροπρόθεσμη υπόσταση της χώρας.
Ένα μεγάλο μερίδιο της κοινής γνώμης που αυτοπροσδιορίζεται ως
«κεντρώο», με όποιο επιπλέον πρόσημο προσθέτει καθένας, που μπορεί εκλογικά
να εκφράζεται ως κινούμενη άμμος αναζητώντας την ελπίδα για το μέλλον του ακόμα
και σε αντιφατικές επιλογές, απομακρύνεται από το πολύχρωμο ψηφιδωτό του
ΣΥΡΙΖΑ που διαρκώς ισορροπεί ανάμεσα σε μια ψευδεπίγραφη συστημικότητα και
την μαύρη τρύπα του αντιεξουσιαστικού λόγου του.
Από την άλλη η ετεροχρονισμένη αντιμνημονιακή σαπουνόφουσκα της βραδινής
ψηφοφορίας ήρθε να κλείσει με κλαυσίγελο μια μοναδική κοινοβουλευτική εμπειρία.
Μετά από μερικές εβδομάδες όπου στην Ελλάδα ανακαλύψαμε και πάλι την
πυρίτιδα (πως κατηγοριοποιείται το γάλα, ποιος είναι ο ρόλος των
φαρμακείων, πως λειτουργεί ο ανταγωνισμός κλπ) οι διαφοροποιήσεις προέκυψαν ως αντικατοπτρισμός
προσωπικών απωθημένων κι εμμονών (άντε και εκλογικής αγυρτείας) παρά ως
συνειδητή και κυρίως συνεπής πολιτική στάση. Ουαί υμίν...!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Το πόσο απροετοίμαστη, χωρίς γραμμές άμυνας και πλάνο αξιοποίησης των όποιων πλεονεκτημάτων (πχ την τότε μεγάλη διασπορά ελληνικών ομολόγων σε Γερμανικές κι Ελβετικές τράπεζες, πριν προλάβουν να ξεφορτωθούν μεγάλο μέρος τους προς την ΕΚΤ!) ήταν η ελληνική κυβέρνηση κατά τη διαπραγμάτευση του αρχικού μνημονίου είναι γνωστό. Όπως επίσης είναι δεδομένο ότι η ολοκλήρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής δημιουργεί τις συνθήκες για επανατοποθέτηση της χώρας στη σκακιέρα των εξελίξεων.
Ο Σαμαράς κλήθηκε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας τη στιγμή που η αξιοπιστία της είχε φθάσει στο ναδίρ, μετά τις δημοψηφισματικές ανησυχίες του Παπανδρέου, κι αφού μεσολάβησε το «τεχνοκρατικό» πείραμα Παπαδήμου που απλά διαχειρίστηκε την αστάθεια χωρίς να παίρνει ιδιαίτερες πολιτικές πρωτοβουλίες.
Σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς μεταρρυθμιστικής καθυστέρησης, αποφυγής αξιολόγησης του δημόσιου τομέα και αναβολής ιδιωτικοποιήσεων και αναπτυξιακών κινήσεων, η έκφραση διαρθρωτικής συνέπειας από τη νέα κυβέρνηση έβρισκε διστακτικούς τους εταίρους μας που αδυνατούσαν να αποδεχτούν ακόμα και τη μείωση υπουργικών κονδυλίων ως ισοδύναμο στις περαιτέρω εισοδηματικές περικοπές!
Η στρατηγική απόφαση Σαμαρά ήταν να διαχειριστεί τα αδιέξοδα που κληρονόμησε με τον πιο άμεσο κι αποτελεσματικό τρόπο, ώστε η χώρα να αποκτήσει ξανά αξιοπιστία, διαπραγματευτική ισχύ και πρόσβαση στις αγορές. Την επίτευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής στο ελάχιστο δυνατό διάστημα, ακόμα κι αν κάποια από τα μέσα που θα χρησιμοποιούνταν τον έβρισκαν θεωρητικά και ιδεολογικά αντίθετο, όπως η υψηλή φορολόγηση και οι περικοπές εισοδημάτων. Στο ίδιο χρονικό διάστημα θα προωθούνταν η αναδιάρθρωση του κράτους και η βελτίωση του επενδυτικού πλαισίου, ώστε η στροφή στα πλεονάσματα να συμβάδιζε με την τάση ανάκαμψης της πραγματικής οικονομίας.
Μέσα σε λίγους μήνες άρχισαν να καταγράφονται τα πρώτα πλεονασματικά σημάδια και σε ενάμιση χρόνο βρισκόμαστε, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρονιά, μπροστά στην πλήρη υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων με το πρωτογενές πλεόνασμα να προσεγγίζει το 1 δις, το συνολικό έλλειμμα να οδηγείται κάτω κι από το Ευρωπαϊκό όριο του 3% και την ύφεση να περιορίζεται σημαντικά περισσότερο από τον αρχικό στόχο!
Όλα αυτά βέβαια όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός με την ανεργία να αναρριχάται στο ιλιγγιώδες 27% και την επαναφορά της ρευστότητας στην αγορά να καθυστερεί μερικούς μήνες λόγω των τεχνικών δυσκολιών στην ανακεφαλαιοποίηση, τη συγκέντρωση ιδίων κεφαλαίων και τη συγχώνευση των τραπεζών.
Το 2014 θα είναι η «πραγματικά» πρώτη χρονιά του Αντώνη Σαμαρά στο βαθμό που με τη δημοσιονομική αυτοτέλεια απαλλάσσεται από τα βαρίδια του παρελθόντος και θα επιχειρήσει την οριστική ανατροπή του σκηνικού σε όλα τα επίπεδα και την απαρχή μιας νέας περιόδου. Την ρύθμιση του χρέους σε βιώσιμη λογική, την επάνοδο στις αγορές, την ανακούφιση των ασθενέστερων, την αναστροφή της υπερφορολόγησης, τη θεσμική και παραταξιακή ανασύσταση.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Διατυπώθηκε στο δημόσιο διάλογο έντονα η απορία, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να καταθέσει πρόταση μομφής λίγες εβδομάδες πριν την ψήφιση του προϋπολογισμού, μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας που έτσι κι αλλιώς αποκτά κάθε χρόνο τη μορφή μιας άτυπης ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Ούτε υπήρξε κάποια συνταρακτική εξέλιξη που να αλλάζει τα πολιτικά δεδομένα, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε να διατυπώσει κάποια ρηξικέλευθη νέα πρόταση, ούτε φυσικά το θέμα της ΕΡΤ, ξεφτισμένο χρονικά και τελειωμένο λειτουργικά και πολιτικά, δικαιολογούσαν μια τέτοια πρωτοβουλία.
Η απάντηση είναι πολύ πιο απλή και πιο πεζή από όσο ίσως μπορεί να υποθέσει κάποιος. Στον ΣΥΡΙΖΑ αρχίζουν να συνειδητοποιούν πλήρως ότι ο χρονικός ορίζοντας επιβίωσης τους, με αυτή τη μορφή εκλογικής «φούσκας», είναι περιορισμένος στο επόμενο εξάμηνο. Ένα χρονικό όριο που ευτυχώς για την Κουμουνδούρου περιλαμβάνει εκλογικές αναμετρήσεις τις οποίες θα μπορεί ακόμα να διαχειριστεί με τη σημερινή ρητορική, ειδικά αν η τελική απόφαση για τη ρύθμιση του χρέους πάει για μετά τις ευρωεκλογές.
Στην Κουμουνδούρου ελπίζουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα που υπό ιδανικές συνθήκες δεν θα τους έδινε απλά την πρώτη θέση αλλά ταυτόχρονα μια σαφή διαφορά από τη ΝΔ και κυρίως ένα ποσοστό που να υπερβαίνει το 30% ως σοβαρό δείγμα κυβερνησιμότητας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον θεωρούν ότι μια άμεση νέα πρόταση μομφής (ακριβώς έξι μήνες μετά την τωρινή) αμέσως μετά την εκλογική μάχη θα μπορούσε να δημιουργήσει ενδοκυβερνητικό ζήτημα και κοινωνικό κλίμα αμφισβήτησης της κυβερνητικής σταθερότητας που θα μπορούσε να οδηγήσει ταχύτατα σε εθνικές εκλογές.
Κάπου εδώ βέβαια τελειώνει και το παραμύθι της ασάφειας του επαναστατικού αντιμνημονιακού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Αν το ένα και μοναδικό σενάριο στο οποίο επενδύουν δεν ευοδωθεί (το πιθανότερο με βάση όλες τις έως σήμερα δημοσκοπήσεις) το καλοκαίρι του 2014 θα σημάνει την αρχή της αντίστροφης πορείας για το κόμμα του κ.Τσίπρα. Ο θυμικός οίστρος που περιγράφει το παρελθόν, αγνοεί το παρόν, και υποθάλπει το μέλλον δεν θα αρκεί για να λειτουργήσει ως συνεκτική ουσία σε ένα τόσο ετερόκλητο θίασο.
Όταν λοιπόν το «παιχνίδι» περάσει οριστικά και αμετάκλητα σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, η ένδεια του ΣΥΡΙΖΑ θα αποκαλύπτει μέρα με τη μέρα την πραγματικότητα που αρκετοί πολίτες προσποιούνται ότι αγνοούν στη θεμιτή προσπάθεια τους να μετατρέψουν την οργή τους για τη βαριά εσωτερική υποτίμηση που έχει υποστεί η χώρα σε οποιαδήποτε μορφής αντίδραση (συνήθως όχι και την πιο δημιουργική). Ότι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και παραμένει μια αριστερά των περιθωριακών κινημάτων, των μετα-κομμουνιστικών αγκυλώσεων, των συντεχνιακών συμφερόντων και του αντιαναπτυξιακού κρατισμού.
Όταν δημοσιονομικά θα είμαστε μια απολύτως ισορροπημένη χώρα, όταν το βάρος των ετήσιων τόκων για την εξυπηρέτηση του χρέους θα έχει μειωθεί σε απολύτως εξυπηρετήσιμα επίπεδα (κάτω των 5 δις ανά έτος), όταν από το ερχόμενο καλοκαίρι εμφανιστεί επιτέλους θετικό αναπτυξιακό πρόσημο, όταν τα πρώτα πλεονάσματα αρχίζουν να γίνονται στοχευμένες δράσεις άμβλυνσης κοινωνικών αδικιών, η συζήτηση θα μετατοπίζεται μέρα με τη μέρα, σχεδόν αποκλειστικά σε δυο αλληλένδετα ζητήματα, τον περιορισμό της ανεργίας και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Δυστυχώς όμως για το ΣΥΡΙΖΑ οι θέσεις του σε αυτά τα θέματα είναι ακόμα πιο θολές από το μύθευμα του άμεσου σκισίματος του μνημονίου χωρίς παράπλευρες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες για τη χώρα. με το οποίο επιχειρούσε να θέλξει ένα κομμάτι της, ταλαιπωρημένης από τις εισοδηματικές περικοπές, ελληνικής κοινωνίας.
Όταν αδυνατείς να περιγράψεις ακόμα και την ιδανική, για σένα ως κομματικό φορέα, ιδιωτική επένδυση περιοριζόμενος στην άρνηση κάθε επιχειρηματικού σχεδίου, όταν αναφέρεσαι σε δημόσιες επενδύσεις μετατρέποντας ξανά το κράτος σε ένα αδηφάγο, γραφειοκρατικό και διεφθαρμένο επιχειρηματία που καταπνίγει τη δημιουργικότητα των πολιτών, όταν επιμένεις στο αντιπαραγωγικό μοντέλο των προσλήψεων στο δημόσιο που εξέθρεψε τη νωθρότητα και το πελατειακό σύστημα, όταν δεν έχεις σχέδιο για το παραγωγικό μέλλον της χώρας φοβούμενος τον διεθνή ανταγωνισμό και την ελεύθερη αγορά, το μόνο που δεν μπορείς να προσφέρεις είναι όραμα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και την αξιοποίηση του ανθρώπινου και φυσικού δυναμικού της χώρας.
Ο χρόνος για το ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να μετρά αντίστροφα γι’ αυτό και βιάζεται να εξαντλήσει τα τελευταία του όπλα στο παιχνίδι καθυστερήσεων που κάνει με τις εξελίξεις. Ελπίζει στο χαρτί των ευρωεκλογών αλλά από ότι δείχνει η συστράτευση του κόσμου στα επανειλημμένα καλέσματα της ηγεσίας του για εξέγερση, με αποκορύφωμα τη... μεγαλειώδη συνάθροιση των 1000 ατόμων έξω από τη βουλή τη βραδιά της ψηφοφορίας για την πρόταση μομφής, η κοινωνία γυρνά επιδεικτικά την πλάτη στον απροσχημάτιστο λαϊκισμό.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Δεν είχε σταματήσει και ποτέ η παραφιλολογία για πιθανά νέα μετρά το 2014, αλλά ήρθαν οι αντιφατικές δηλώσεις Ευρωπαίων και εγχώριων αξιωματούχων να εντείνουν τη σχετική συζήτηση και να επιτείνουν την ασάφεια. Είναι ίσως η πρώτη φορά, από τη στιγμή που η χώρα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης, που η μάχη για την τρόικα μοιάζει προκαταβολικά χαμένη κι αυτό γιατί υπάρχει μια σημαντική ειδοποιός διαφορά. Ποτέ ξανά δεν υπήρξε ταυτόχρονα και καλύτερη δημοσιονομική απόδοση από τα προβλεπόμενα και πρωτογενές πλεόνασμα.
Ο προϋπολογισμός του 2013 προέβλεπε έλλειμμα και ύφεση γύρω στο 4,5%. Είναι πλέον δεδομένο ότι κανένας από τους δυο δείκτες δεν θα είναι σε αυτό το ύψος. Δεν θα βρίσκονται καν στο επίπεδο που συμφωνήθηκε πριν ένα μήνα με τη τρόικα, βάσει των έως τότε στοιχείων. Η ύφεση λοιπόν δεν θα είναι ούτε καν στο 4% (με τα τουριστικά έσοδα να οδεύουν πάνω από τα 12 δις και την εισπραξιμότητα των φόρων να ξεπερνά το 80%, το πιθανότερο είναι να περιοριστεί στο 3,5%), το έλλειμμα θα πέσει σε ανάλογα μεγέθη και το πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να είναι και διπλάσιο των 350 εκ. που ανακοινώθηκαν.
Το δεδομένο ήταν ότι υπήρχαν δημοσιονομικά μέτρα προς διευκρίνιση για την τριετία 2014-2016 με βάση τις αρχικές προβλέψεις, που έχουν όμως ξεπεραστεί μειώνοντας σημαντικά το εύρος των όποιων παρεμβάσεων. Επίσης ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι αυτές οι παρεμβάσεις αφορούσαν διαρθρωτικές κινήσεις εξοικονόμησης δημοσίων δαπανών όπως ο εξορθολογισμός του ιατροφαρμακευτικού κόστους και της λειτουργίας των ασφαλιστικών ταμείων κι όχι εισοδηματικές περικοπές.
Το όλο θέμα διογκώνεται περισσότερο για διαδικαστικούς παρά για ουσιαστικούς λόγους. Τα τελικά δημοσιονομικά στοιχεία για το 2013 δεν θα είναι γνωστά πριν τον επόμενο Μάρτιο, άρα και η προσυμφωνημένη διευκόλυνση στην αποπληρωμή του χρέους δεν μπορεί να επισημοποιηθεί πιο πριν. Όπως δεν μπορεί, έως τις τότε στατιστικές ανακοινώσεις, να θεωρείτε δεδομένο το εύρος της περαιτέρω δημοσιονομικής προσαρμογής, ακόμα κι αν δεν υπήρχε η προοπτική τοκοχρεολυτικής ελάφρυνσης. Άλλωστε το εναπομένον έλλειμμα αφορά αποκλειστικά την εξυπηρέτηση του χρέους.
Η σημερινή συζήτηση λοιπόν κινείται κάπου ανάμεσα στην υποκρισία και τον αυτισμό από πλευράς τρόικας. Ενώ γνωρίζουν ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις του 2013 θα είναι καλύτερες των προβλέψεων εμμένουν στην τυπική τεχνοκρατική ανάλυση με βάση ξεπερασμένα στοιχεία. Ενώ γνωρίζουν ότι υποχρεούνται πλέον να προχωρήσουν σε ρύθμιση για το χρέος, που θα σήμαινε άμεση κάλυψη του δημοσιονομικού κενού, κρύβονται πίσω από το τυπικό χρονοδιάγραμμα για να μιλήσουν για νέα μέτρα, τα οποία ακόμα κι αν προωθούνταν θα έπρεπε να ανακληθούν σε λίγους μήνες όταν θα προέκυπτε δημοσιονομικό ισοδύναμο από την μείωση των τόκων!
Η τυπολατρία, όταν μάλιστα αγγίζει τα όρια του τραγελαφικού, δεν μπορεί να υπερκεράσει την πολιτική ουσία κι εκεί η τρόικα γνωρίζει ότι έχει χάσει τη μάχη. Ότι κι αν αναγραφεί στον προϋπολογισμό για το 2014 τελεί υπό την αίρεση των αποφάσεων για το χρέος. Αν είχαν προαποφασίσει το εύρος της ρύθμισης (ο τρόπος είναι δευτερεύων και πιο τεχνικό θέμα), πολιτικά θα επέτρεπε να περιληφθεί ως κονδύλι μείωσης τόκων στο προσχέδιο του 2014, έστω και διαζευκτικά με νέα μέτρα (ουσιαστικά πλασματικά κι ανύπαρκτα για την περίπτωση που τελικά δεν υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα το 2013).
Άρα αν κάποιοι επιμένουν να παριστάνουν ότι κινούμαστε σε παράλληλα σύμπαντα που δεν επικοινωνούν μέσω μιας κοινώς αποδεκτής πραγματικότητας, κι αφού δεν μπορούν να παρακρατήσουν το 1 δις της τελευταίας δόσης που έχει ήδη εγκριθεί, ας περιμένουν τις τελικές αποφάσεις μετά την οριστικοποίηση των στοιχείων για το 2013 κι ας επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όταν η στιγμιαία τεχνική οπτική θα αρχίσει και πάλι να συμβαδίζει με την πολιτική ουσία!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το τελευταίο διάστημα όσο πάνε και πληθαίνουν οι «αποκαλύψεις» από πλευράς ΔΝΤ για τις λάθος εκτιμήσεις στο αρχικό πρόγραμμα για την Ελλάδα (στις οποίες όμως δεν καταλογίζουν και μεγάλες ευθύνες για την αποτυχία των προβλέψεων!) αλλά και οι συνεχείς ενστάσεις για τον τρόπο διαχείρισης του ελληνικού χρέους. Ορισμένοι βιάζονται να πέσουν στη «φιλόστοργη» αγκαλιά του ΔΝΤ με αναφιλητά χαράς, λησμονώντας τη διάρθρωση των πολιτικών που διαχρονικά ενστερνίζεται, δαιμονοποιώντας αποκλειστικά την Ε.Ε. για τις αστοχίες, τους περιορισμούς και τις εμμονές της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Το ΔΝΤ μόνιμος υπερασπιστής μιας χρονικά πιεστικής εσωτερικής υποτίμησης (αν και όλα τα ιστορικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι τόσο μεγάλες προσαρμογές όπως η δική μας, απαιτούσαν το διπλάσιο χρόνο από τον εκτιμώμενο, όταν μάλιστα έχεις να διαχειριστείς μια παραγωγική βάση με εξόφθαλμους ανορθολογισμούς στην καθετοποίηση της), αρνείται να παραδεχτεί ότι οι υποεκτιμήσεις του για το ύψος της ύφεσης εξηγούνται μόνο κατά ένα βαθμό από τις εγχώριες μεταρρυθμιστικές καθυστερήσεις. Το προσεγγίσαμε εκτενώς στο "«Τα «λάθη», οι πολλαπλασιαστές και οι... πολιτικές υποδιαιρέσεις!"
Από την άλλη η Ε.Ε. αδυνατεί να ξεπεράσει τις εμμονές της για τον τιμωρητικό ηθικό κίνδυνο, τον οποίο από θεμιτό μέσο συμμόρφωσης μετέτρεψε σε αέναο πνιγηρό καταναγκασμό. Συνδυαζόμενος με την έλλειψη διορατικότητας και την ετεροχρονισμένη αντίδραση, με βάση τα αποτελέσματα της κάθε καθυστερημένης προηγούμενης απόφασης, δεν επέτρεψε την αντιμετώπιση των προβλημάτων με μια ολιστική, αποτελεσματική προσέγγιση.
Και το ΔΝΤ θα μπορούσε με την τεχνογνωσία του να έχει αναγνώσει εγκαίρως τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εγχειρήματος (νομισματικές, διοικητικές και παραγωγικές) δίνοντας εξαρχής οκταετή περίοδο προσαρμογής και η Ε.Ε. θα μπορούσε να έχει αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για την στήριξη της ελληνικής οικονομίας.
Περαιτέρω μείωση του επιτοκίου της ΕΚΤ όταν ο Ευρωπαϊκός πληθωρισμός κινείται μακριά από το 2%, ώστε να αυξηθεί η μονεταριστική βάση άρα η ρευστότητα στην αγορά και τελικά να επιτευχθεί η πιο ισόρροπη δημιουργική καταστροφή με μεταφορά πόρων από τον τομέα των υπηρεσιών στην παραγωγική διαδικασία. Αλλά και ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης στον εύρωστο Βορρά ώστε να βελτιωθεί άρδην το ισοζύγιο πληρωμών των πιο αδύναμων οικονομιών με την ενίσχυση των εξαγωγών τους (όταν μάλιστα το σκληρό ευρώ πειρορίζει τη δυναμική των.εκτός Ε.Ε. εξαγωγών)
Όσον αφορά το ζήτημα του χρέους η υποκρισία ξεχειλίζει κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Οι μεν πεφωτισμένοι του ΔΝΤ προσπαθούν να μας πείσουν ότι ήταν δυνατό ένα εθελοντικό κούρεμα του ιδιωτικού τομέα πριν καν αρχίσει το πρόγραμμα προσαρμογής, όταν οι ίδιοι διαβεβαίωναν ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας θα είναι άμεση, επαναφέροντας την στις αγορές από τις αρχές του 2012! Ποιον νομίζουν ότι θα έπειθαν να δεχθεί ένα τεράστιο «κούρεμα» στην επένδυση του, όταν προέβλεπαν τόσο σύντομη ανάκτηση της αξίας των χαρτοφυλακίων τους;
Ούτε φυσικά θυμάται κανείς τους αξιωματούχους του ΔΝΤ να αναπτύσσουν κανένα καινοφανές σχέδιο προστασίας κι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, που θα πληγώνονταν καίρια από το «κούρεμα» βυθίζοντας στην ύφεση ολόκληρη την Ευρώπη, κάνοντας τελικά ακόμα πιο δύσκολη την ανάκαμψη και της Ελλάδας.
Βέβαια και η προσπάθεια της Ευρώπης να πείσει τον εαυτό της ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, δεν ήταν λιγότερο υποκριτική. Μια έγκαιρη στοχευμένη παρέμβαση με αποδοχή του αδιεξόδου και επιχείρηση μετατροπής του ελληνικού χρέους σε μια λογιστικά τακτοποιημένη μακροχρόνια πίστωση (ακόμα και τα 50 χρόνια που συζητιούνται σήμερα μπορεί να είναι μικρό διάστημα!), θα ήταν ικανή να περιορίσει το ετήσιο βάρος εξυπηρέτησης του χρέους, δίνοντας περιθώριο για αξιοποίηση μέρους αυτού του οφέλους για αναπτυξιακές δράσεις (από τη στιγμή που ο χρονικός ορίζοντας για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων θα παρέμενε οκταετής).
Τελικά πάντως στη ζωή τα πάντα κρίνονται στην πράξη. Οι θεωρητικές αναλύσεις αποποίησης ευθύνης ή αφ’ υψηλού ανάλυσης πιθανών κινήσεων σε έναν ιδεατό κόσμο που θα σου έδινε πλήρη ελευθερία επιλογής είναι χρήσιμες ακαδημαϊκές συζητήσεις, δεν παράγουν όμως απτό πολιτικό αποτέλεσμα, ούτε διορθώνουν τα λάθη του παρελθόντος.
Η Ελλάδα έχει μια δεύτερη ευκαιρία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης (η πρώτη χάθηκε το Μάιο του 2010) και αυτή οφείλει να εκμεταλλευτεί για την απομείωση της τοκοχρεολυτικής επιβάρυνσης και την ενίσχυση πολιτικών στήριξης της απασχόλησης. Οι λοιπές βαρύγδουπες ή μη, προσεγγίσεις κινούνται στη σφαίρα της μικροπολιτικής, ιστορικής ή «τσάι και συμπάθεια» φιλολογίας!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος











