Μετάφραση

English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Αρχείο

You Are Here: Home - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ , ΕΛΛΑΔΑ , ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - Ένα «επιχειρηματικό» πλάνο για τη χώρα...

Το επιμύθιο της αριστουργηματικής, προφητικής ταινίας του F.Lang «Μετρόπολις» ήταν ότι «ο μεσολαβητής ανάμεσα στο μυαλό και τα χέρια είναι η καρδιά». Με αυτό τον συμβολικό τρόπο ο δημιουργός ήθελε να τονίσει την ανάγκη κοινωνικής ευαισθησίας και συνεννόησης που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον εργοδότη και το εργατικό δυναμικό. Στον τόπο μας αυτή η αλληλεγγύη κατέληξε να αποτελεί έναν συντηρητικό μηχανισμό αποτροπής κάθε εκσυγχρονιστικής κίνησης, κάθε εξελικτικής πορείας που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται ότι δεν ωφέλησε ούτε τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η Ελλάδα είχε δυο «χρυσές» ευκαιρίες να αξιοποιήσει στην πορεία των τελευταίων 30 ετών. Την είσοδο της στην ΕΟΚ το 1980 και την συμμετοχή της στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης δυο δεκαετίες μετά (περίοδος που συνδυάστηκε και με την προσπάθεια οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων). Γεγονός είναι ότι όχι μόνο δεν τις εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αλλά τις διαχειρίστηκε με πρωτοφανή επιπολαιότητα και παντελή έλλειψη διορατικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρίτη «ευκαιρία» που μας επιβάλλεται από την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών και την οποία οφείλουμε πλέον να διαχειριστούμε αποδοτικά μέσα σε ένα πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων που ελέγχουμε πολύ λιγότερο από ότι παλαιότερα.

Τα πρώτα χρόνια συμμετοχής μας στην ΕΟΚ αναλώθηκαν σε μια ευδαιμονική κατασπατάληση πόρων θεωρώντας ότι στα πλαίσια μιας κλειστής οικονομίας, όπως σε μεγάλο βαθμό παραμένει η Ελληνική, αλλά και μιας περιορισμένης, σε ένταση και χρόνο, αλληλεπίδρασης των διεθνών οικονομιών, η επίπλαστη ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μέσω της άκρατης παροχολογίας ήταν ιεραρχικά πιο σημαντική από τον εκσυγχρονισμό και την πλήρη αναδιοργάνωση του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Ένας τόπος με πολλαπλάσιο αγροτικό τομέα από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο και μια κυρίως πρωτογενή οικονομία, σε μια περίοδο ευρύτατων διεθνών ανακατατάξεων και φιλελεύθερων αλλαγών, επένδυσε ελάχιστα στην αναβάθμιση των οικονομικών της δομών και περιορίστηκε σε κομματικοδίαιτο μοίρασμα επιδοτήσεων με μηδαμινή απορρόφηση σε βασικές υποδομές, αθρόες προσλήψεις ανειδίκευτων δημοσίων υπαλλήλων και άκρατο δανεισμό πολύ πάνω από αυτό που άντεχε η οικονομία με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξης της. Αυτή τη λογική πλήρωσαν μετά το 1985 με το σφιχτότερο δημοσιονομικό πρόγραμμα δεκαετιών, ακριβώς αυτοί οι κοινωνικά παραγκωνισμένοι που αισθάνθηκαν παροδικά ευεργετημένοι από τις λαϊκίστικες πρακτικές.

Το επόμενο μεγάλο εθνικό στοίχημα, της ένταξης μας στην Ευρωζώνη με όλες τις θετικές συνέπειες για τη νομισματική σταθερότητα της χωράς, σε συνδυασμό με την ανάληψη των Ολυμπιακών του 2004 με τις υποδομές και τη διεθνή προβολή που τη συνόδευαν, μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για να υπερκεραστούν οι παθογένειες του παρελθόντος σπρώχνοντας επιτέλους τη χώρα σε μια πιο συνετή κι αποτελεσματική πορεία. Πέρα όμως από μια θεαματική ρητορική εκσυγχρονιστική προσέγγιση, οι πρακτικές επιλογές αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων περιπλεγμένες στις ισορροπίες με το λαϊκίστικο παρελθόν και τις προκλήσεις του μέλλοντος, με το πρώτο να αποδεικνύεται συχνά πιο ανθεκτικό από όσο κάποιοι υπολόγιζαν. Οι Ολυμπιακές υποδομές προχώρησαν με προφανή προχειρότητα, περιβαλλοντικές παραχωρήσεις που υποβάθμισαν την πόλη και με έλλειψη μακρόπνοου σχεδιασμού εκμετάλλευσης τους που δεν οδήγησε στην αναμενόμενη διαρκή προσέλκυση επενδυτών και ποιοτικών τουριστών. Η είσοδο μας στο ευρώ επετεύχθη, παρά τις συνεχιζόμενες θυσίες των πολιτών, μετά από εκτεταμένες λογιστικές αλχημείες, το θεωρητικό, άμεσο χρηματιστηριακό κέρδος κι ο αφειδέστατος καταναλωτικός δανεισμός αποτέλεσε, μετά τις προσλήψεις στο δημόσιο, τη νέα κοινωνική ευδαιμονία, ενώ ταυτόχρονα ο κρατικός δανεισμός συνέχιζε σε ρυθμούς υψηλότερους από τους εξαιρετικούς ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας του 3-5% επί σχεδόν μια δεκαετία, καταδεικνύοντας την πλήρη αδυναμία μας έστω να συγκρατήσουμε τις δημόσιες δαπάνες, πόσο δε μάλλον να προωθήσουμε κάποιες από τις επί δεκαετίες καθυστερούσες διαρθρωτικές αλλαγές.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση ήρθε να αποκαλύψει με εντονότερο τρόπο τους διαχρονικούς ανορθολογισμούς της Ελληνικής οικονομίας, φέρνοντας μας επιτακτικά ενώπιον των ευθυνών μας. Η τρίτη ευκαιρία μας επιβάλλεται από τις περιστάσεις κι αναδεικνύει με τον ποιο ανάγλυφο τρόπο τις «αμαρτίες» που προσπαθούσαμε με σαθρές και συχνά αφελείς δικαιολογίες να κρύψουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η οικονομία μας διατηρώντας πολλές «σοσιαλίζουσες» αγκυλώσεις (προστατευτισμό, ενισχυμένο κρατικό ρόλο, διευρυμένη διαφθορά, ισχυρά κομματικά συνδικάτα, απαρχαιωμένη εκπαίδευση κλπ), συντήρησε, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, ένα υβριδικό μοντέλο με επιφανειακή φιλελεύθερη υφή που υπέκρυπτε ένα βαθύ, ισχυρό υπόστρωμα αδιέξοδης αριστερόστοφης ιδεολογίας που διαποτίζει το κοινωνικό σύνολο πέρα από υποτιθέμενες ιδεολογικές καταβολές. Οι τραγωδίες των συνεχών πολέμων, ο Εμφύλιος, η μεταπολεμική ανέχεια συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας συναισθηματικής προσέγγισης για την οικονομία που ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να εκπληρώσει το στόχο της διατηρήθηκε σχεδόν αναλλοίωτη ως οραματικός καθοδηγητής της πολιτικής σκέψης. Οι γειτονικές μας πρώην σοσιαλιστικές χώρες ήταν ίσως πιο τυχερές από εμάς σε αυτόν τον τομέα. Αν και πλήρωσαν ακριβά και πολυεπίπεδα την προσχώρηση τους στο κομουνιστικό «στρατόπεδο», εκτόνωσαν σε μεγάλο βαθμό τις συναισθηματικές τους προκαταλήψεις και ιδεοληψίες και τώρα δείχνουν πιο συνειδητοποιημένες στην προσαρμογή τους στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον.

Η χώρα έχει πλέον ανάγκη, πέρα από κινήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής, τα όρια κοινωνικής αντοχής των οποίων θα πρέπει να επανεξετάσει η κυβέρνηση, συγκράτησης των επιτοκίων δανεισμού και της προώθησης διαρθρωτικών αλλαγών, ένα συγκροτημένο μακρόπνοο «επιχειρηματικό» πλάνο για το μέλλον του τόπου. Όσο κι αν οι προτεραιότητες, οι μηχανισμοί και η συνολική λειτουργία μιας χώρας μπορεί να μην ταυτίζονται με αυτές μιας οποιασδήποτε εταιρίας, υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές που οφείλουμε επιτέλους να ακολουθήσουμε. Η στρατηγική τοποθέτηση μας στο διεθνές σκηνικό, πρέπει να γίνει με βάση την ειλικρινή καταγραφή του πλουτοπαραγωγικού και ανθρώπινου δυναμικού με ταυτόχρονη αναγνώριση των πλεονεκτημάτων μας (γεωστρατηγικών, γεωλογικών, περιβαλλοντολογικών, ιστορικών, πολιτισμικών κλπ).

Το επόμενο βήμα, βασισμένοι στα παραπάνω στοιχεία, είναι η αξιολόγηση της αποδοτικότητας κάθε τομέα ώστε να υπάρξει η ιεράρχηση που θα επιτρέψει να δοθεί προτεραιότητα σε επενδύσεις που θα αποδώσουν άμεσα πολλαπλά οφέλη για την ανάπτυξη της χώρας. Για να προσελκύσουμε όμως νέες επενδύσεις θα πρέπει να περιορίσουμε το συστημικό και μη κίνδυνο, του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, γεγονός που σημαίνει ότι συγκροτούνται επίλεκτες ομάδες εσωτερικού ελέγχου των δημοσίων υπηρεσιών για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, απλοποιούνται οι διαδικασίες έναρξης, λειτουργίας και επιδότησης επιχειρήσεων με γενικευμένη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών για ελαχιστοποίηση της άμεσης επαφής πολίτη – κράτους (άρα και τον περιορισμό του «γρηγορόσημου»), κατάρτιση «αναπτυξιακού νόμου» με κάποιου είδους πρόβλεψη για αδυναμία άμεσης κατάργησης από την επόμενη κυβέρνηση (να αναθεωρούνται απλά όσα άρθρα πρέπει να συγχρονιστούν με τις εξελίξεις) ώστε να δίνεται μακρόπνοη προοπτική σε κάθε επένδυση, σταθερό φορολογικό σύστημα που θα δίνει επιπλέον κίνητρα σε επενδύσεις στους τομείς υψηλής αποδοτικότητας έως και πλήρεις απαλλαγές για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας μιας εταιρίας, εφόσον επανεπενδύεται ένα σημαντικό ποσοστό των κερδών, πλήρες άνοιγμα αγορών κι επαγγελμάτων με ταυτόχρονη ίδρυση ανεξάρτητης υπηρεσίας υψηλού κύρους για τον συνεχή έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας οριζόντια και κυρίως κάθετα, ώστε να αποκαλυφθούν πλήρως οι ανορθολογισμοί που αυξάνουν υπέρμετρα το κόστος προϊόντων κι υπηρεσιών και να παταχθεί η παρασιτική λειτουργία των καρτέλ και των κάθε λογής μεσαζόντων. Η οικονομία των αναγκών που ανέφερε ο κ.Τσίπρας μπορεί να αποτελεί μια ουτοπία στις παγκοσμιοποιημένες αγορές όπου ο πολίτης, ιδιαίτερα ο εισοδηματικά ασθενέστερος, επιλέγει με μόνο κριτήριο την τιμή κυρίως όσον αφορά τα βασικά προϊόντα (inferior products) κι όχι την ποιότητα ή τη χώρα προέλευσης, αλλά ο εξορθολογισμός της παραγωγικής αλυσίδας μπορεί να συμπιέσει τις τιμές σε επίπεδα που η ντόπια παραγωγή θα είναι αρκετά ανταγωνιστική, ώστε να προτιμηθεί και λόγω υψηλότερης ποιότητας. Φυσικά θεμελιώδη ρόλο για την επιτυχία ενός συγκροτημένου επιχειρηματικού πλάνου έχει η δια βίου, ευέλικτη, συνεχώς προσαρμοζόμενη στις νέες απαιτήσεις εκπαίδευση μέσα από ένα σύστημα που θα στηρίζεται στις αρχές και τους στόχους που αναπτύξαμε στην ανάρτηση http://maxitikoi-polites.blogspot.com/2010/04/cayenne.html

Σταδιακά θα πρέπει να προχωρήσουμε όχι μόνο σε περιορισμό της άμεσης φορολόγησης αλλά και μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, ώστε να τονωθεί η εσωτερική κατανάλωση. Κυρίως όμως οφείλουμε να προωθήσουμε πολιτικές που θα τονώσουν τους βασικούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας.

α) Μείωση φόρου μεταβίβασης στα ακίνητα, περιορισμό του κεφαλικού ΦΜΑΠ (με αυτή τη λογική θα έπρεπε για κάθε απόκτημα από το ήδη φορολογηθέν εισόδημα μας να φορολογούμαστε επιπρόσθετα!!), πλήρης απαλλαγή τόκων στεγαστικών δανείων για απόκτηση 1ης κατοικίας, ισχυρά κίνητρα σε όλους για ανακαίνιση κι ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, προώθηση οικιστικής ανάπτυξης σε τουριστικές περιοχές, είναι κάποια από τα μέτρα που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους επαγγελματίες της οικοδομής που ήδη μειώθηκαν κατά 40000 άτομα!!

β) Δραστική μείωση του ΦΠΑ για τις τουριστικές υπηρεσίες, επιτάχυνση προγραμμάτων για τη χρήση ΑΠΕ από τουριστικές μονάδες, στοχευμένη κατασκευή συνεδριακών κέντρων & μουσείων, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής (ιστορικά, πολιτισμικά, επιστημονικά κλπ), κι ενδυνάμωση του αγροτουρισμού σε συνδυασμό με συγκεκριμένες, κατά τόπους, δραστηριότητες που συνάδουν στο φυσικό περιβάλλον.

γ) Αναβάθμιση του ρόλου λιμανιών & αεροδρομίων (με παραχώρηση χρήσης σε ιδιώτες) που θα τα μετατρέψει σε επιχειρηματικούς κι εμπορικούς κόμβους, αναδιάρθρωση της ναυπηγικής δραστηριότητας, κίνητρα για την αύξηση του υπό Ελληνική σημαία στόλου ιδιαίτερα σε υπό ανάπτυξη τομείς της ναυτιλίας.

Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος

Share


0 σχόλια

Leave a Reply

SYNC BLOGS