Ο «αδύναμος κρίκος» του «αδύναμου κρίκου»…
Πριν από 14 ώρες
Ανακοινώθηκε τελικά με κάθε επισημότητα, περισσή θεατρικότητα και σκηνοθετική άποψη, η προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό οικονομικής στήριξης Ε.Ε – ΔΝΤ. Η κυβέρνηση βέβαια γνωρίζοντας τα αρνητικά αντανακλαστικά που ενεργοποιεί στους Έλληνες η αναφορά και μόνο του ΔΝΤ, κυρίως λόγω του ιστορικού του ρόλου και των επιπτώσεων στις οικονομικές δομές και την κοινωνική συνοχή των χωρών στις οποίες επενέβη, προσπάθησε να τονίσει το ρόλο της Ε.Ε. στη δημιουργία και λειτουργία του μηχανισμού. Τι στιγμή όμως που οι απεσταλμένοι του ΔΝΤ βρίσκονταν στη χώρα μας, καταγράφοντας τα δημοσιονομικά δεδομένα και προτείνοντας λύσεις που θα περιλαμβάνονται στο «συμβόλαιο» που θα υπογράψουμε μαζί τους πριν μας χορηγηθεί οποιοδήποτε ποσό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πεισθεί κανείς για την Ευρωπαϊκότητα της στήριξης.
Το επιμύθιο της αριστουργηματικής, προφητικής ταινίας του F.Lang «Μετρόπολις» ήταν ότι «ο μεσολαβητής ανάμεσα στο μυαλό και τα χέρια είναι η καρδιά». Με αυτό τον συμβολικό τρόπο ο δημιουργός ήθελε να τονίσει την ανάγκη κοινωνικής ευαισθησίας και συνεννόησης που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον εργοδότη και το εργατικό δυναμικό. Στον τόπο μας αυτή η αλληλεγγύη κατέληξε να αποτελεί έναν συντηρητικό μηχανισμό αποτροπής κάθε εκσυγχρονιστικής κίνησης, κάθε εξελικτικής πορείας που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται ότι δεν ωφέλησε ούτε τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η Ελλάδα είχε δυο «χρυσές» ευκαιρίες να αξιοποιήσει στην πορεία των τελευταίων 30 ετών. Την είσοδο της στην ΕΟΚ το 1980 και την συμμετοχή της στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης δυο δεκαετίες μετά (περίοδος που συνδυάστηκε και με την προσπάθεια οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων). Γεγονός είναι ότι όχι μόνο δεν τις εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αλλά τις διαχειρίστηκε με πρωτοφανή επιπολαιότητα και παντελή έλλειψη διορατικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρίτη «ευκαιρία» που μας επιβάλλεται από την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών και την οποία οφείλουμε πλέον να διαχειριστούμε αποδοτικά μέσα σε ένα πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων που ελέγχουμε πολύ λιγότερο από ότι παλαιότερα.
Ενόψει της αυριανής Συνόδου Κορυφής και της συζήτησης για το κατά πόσο και με ποιο τρόπο θα τεθεί θέμα οικονομικής ενίσχυσης της Ελλάδας μέσω ενός συγκροτημένου μηχανισμού στήριξης της δυνατότητας δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, όταν αυτές αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές με επιτόκια κοντά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι ευκαιρία να προσεγγίσουμε και το θέμα της γενικότερης στρατηγικής της Ε.Ε., της ατζέντας «Ε.Ε. 2020» και της μετεξέλιξης και προσαρμογής του οράματος του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος στις σύγχρονες προκλήσεις. Η αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας καταδεικνύει πέρα από το αδιέξοδο της στρατηγικής της Λισσαβόνας, μια δεκαετία μετά την υιοθέτηση της, και το άτοπο της προσπάθειας επιβολής κοινών οικονομικών στόχων όταν λείπουν η ενιαία, συντονισμένη κεντρική διαχείριση και η πολιτική συνοχή που θα επιτρέψει την ειλικρινή καταγραφή των παραγωγικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων των χωρών, ώστε να προσαρμόζονται ανάλογα οι στόχοι, οι τρόποι επίτευξης τους και το απαιτούμενο χρονοδιάγραμμα.
Ενόψει της ανακοίνωσης του νέου επώδυνου πακέτου, φορολόγησης και μισθοδοτικών περικοπών αναφύεται και πάλι η σύγκρουση δυο αντίθετων πόλων αντίληψης της οικονομίας και της κοινωνίας. Η μονεταριστική, νεοφιλελεύθερη προσέγγιση αποζητά το όσο το δυνατόν αμεσότερο «συμμάζεμα» των δημοσιονομικών μεγεθών θεωρώντας τους μισθούς ως μια ελαστική κρατική δαπάνη που μπορεί εύκολα να συρρικνωθεί, και την έμμεση φορολόγηση υπηρεσιών και προϊόντων την πιο σίγουρη πηγή εσόδων, αφού αφορά την ευρεία κατανάλωση. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν πχ την αύξηση του ΦΠΑ ως μέσω μεσοπρόθεσμης ανάκαμψης της οικονομίας. Η λογική είναι ότι η μειωμένη κατανάλωση και ο φόβος για το αβέβαιο μέλλον θα αυξήσει την τάση για αποταμίευση. Θεωρούν ότι ενώ πρόσκαιρα θα μειωθεί η κατανάλωση επιτείνοντας την ύφεση, θα δοθεί η δυνατότητα φθηνού δανεισμού για τις τράπεζες από τους πολίτες (τα επιτόκια καταθέσεων όσο κι αν αυξηθούν δεν θα αγγίξουν το σχεδόν 8- 9% που δανείζονται από τις αγορές), κι έτσι θα μπορέσουν να δανείσουν φθηνότερα τις επιχειρήσεις δημιουργώντας ανάπτυξη.
Μετά τη συνάντηση Σαμαρά – Μπαρόζο και τις προτάσεις του πρώτου γα μορφές άμεσης τόνωσης της ρευστότητας της Ελληνικής αγοράς αλλά και την αναμενόμενη, παρά τις συνεχείς διαψεύσεις, χορήγηση πίστωσης στη χώρα μας μέσω αγοράς ομολόγων από μεγάλα Ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα με εγγύηση των εταίρων μας στην Ε.Ε., γίνεται και πάλι επίκαιρη η κατάθεση των 23 μέτρων – ανάσα για την τόνωση, της συρρικνούμενης (πιθανότατα και πάνω από 2%) Ελληνικής οικονομίας, από τη ΝΔ. Θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμη σε αυτή τη συγκυρία την αναλυτικότερη επεξήγηση τους, την εμβάθυνση της αναζωογονητικής επίδρασης τους στην αναθέρμανση θεμελιωδών τομέων της αγοράς και τις συνολικότερες θετικές συνέπειες για την καθημερινότητα πολιτών και επαγγελματιών.