Ο «αδύναμος κρίκος» του «αδύναμου κρίκου»…
Πριν από 14 ώρες
Συχνά στις ιδιωτικές πολιτικές συζητήσεις προκύπτει το ερώτημα του ποιος ευθύνεται περισσότερο για την απαξίωση του πολιτικού σκηνικού, την γενικευμένη αδιαφορία στον πολιτικό λόγο, ιδιαίτερα των νεότερων γενιών, αλλά κυρίως για την ηθική αποσάθρωση που έφερε τη χώρα στη σημερινή οικονομική, κοινωνική και αξιακή κρίση. Είναι άραγε κυρίαρχες οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης που παρά την εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών δεν μπόρεσε να δώσει ένα σύγχρονο όραμα για το μέλλον του τόπου, σπαταλώντας άσκοπα τις χρυσές ευκαιρίες που υπήρξαν με την ένταξη στην Ε.Ε. και την είσοδο μας στην Ευρωζώνη; Ή τελικά οι πολιτικές μας επιλογές, τα πρόσωπα και τα προγράμματα που προτάξαμε εμείς οι πολίτες καταδεικνύουν ως γενεσιουργό αιτία την αδυναμία ή την ηθελημένη αντίσταση της κοινωνίας να προχωρήσει σε καινοτόμες κινήσεις; Το ερώτημα μοιάζει λίγο με τη γνωστή ρήση «η κότα έκανε το αυγό, ή το αυγό την κότα;»
Ανακοινώθηκε τελικά με κάθε επισημότητα, περισσή θεατρικότητα και σκηνοθετική άποψη, η προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό οικονομικής στήριξης Ε.Ε – ΔΝΤ. Η κυβέρνηση βέβαια γνωρίζοντας τα αρνητικά αντανακλαστικά που ενεργοποιεί στους Έλληνες η αναφορά και μόνο του ΔΝΤ, κυρίως λόγω του ιστορικού του ρόλου και των επιπτώσεων στις οικονομικές δομές και την κοινωνική συνοχή των χωρών στις οποίες επενέβη, προσπάθησε να τονίσει το ρόλο της Ε.Ε. στη δημιουργία και λειτουργία του μηχανισμού. Τι στιγμή όμως που οι απεσταλμένοι του ΔΝΤ βρίσκονταν στη χώρα μας, καταγράφοντας τα δημοσιονομικά δεδομένα και προτείνοντας λύσεις που θα περιλαμβάνονται στο «συμβόλαιο» που θα υπογράψουμε μαζί τους πριν μας χορηγηθεί οποιοδήποτε ποσό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πεισθεί κανείς για την Ευρωπαϊκότητα της στήριξης.
Το επιμύθιο της αριστουργηματικής, προφητικής ταινίας του F.Lang «Μετρόπολις» ήταν ότι «ο μεσολαβητής ανάμεσα στο μυαλό και τα χέρια είναι η καρδιά». Με αυτό τον συμβολικό τρόπο ο δημιουργός ήθελε να τονίσει την ανάγκη κοινωνικής ευαισθησίας και συνεννόησης που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον εργοδότη και το εργατικό δυναμικό. Στον τόπο μας αυτή η αλληλεγγύη κατέληξε να αποτελεί έναν συντηρητικό μηχανισμό αποτροπής κάθε εκσυγχρονιστικής κίνησης, κάθε εξελικτικής πορείας που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται ότι δεν ωφέλησε ούτε τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η Ελλάδα είχε δυο «χρυσές» ευκαιρίες να αξιοποιήσει στην πορεία των τελευταίων 30 ετών. Την είσοδο της στην ΕΟΚ το 1980 και την συμμετοχή της στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης δυο δεκαετίες μετά (περίοδος που συνδυάστηκε και με την προσπάθεια οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων). Γεγονός είναι ότι όχι μόνο δεν τις εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αλλά τις διαχειρίστηκε με πρωτοφανή επιπολαιότητα και παντελή έλλειψη διορατικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρίτη «ευκαιρία» που μας επιβάλλεται από την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών και την οποία οφείλουμε πλέον να διαχειριστούμε αποδοτικά μέσα σε ένα πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων που ελέγχουμε πολύ λιγότερο από ότι παλαιότερα.
Ενόψει της αυριανής Συνόδου Κορυφής και της συζήτησης για το κατά πόσο και με ποιο τρόπο θα τεθεί θέμα οικονομικής ενίσχυσης της Ελλάδας μέσω ενός συγκροτημένου μηχανισμού στήριξης της δυνατότητας δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, όταν αυτές αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές με επιτόκια κοντά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι ευκαιρία να προσεγγίσουμε και το θέμα της γενικότερης στρατηγικής της Ε.Ε., της ατζέντας «Ε.Ε. 2020» και της μετεξέλιξης και προσαρμογής του οράματος του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος στις σύγχρονες προκλήσεις. Η αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας καταδεικνύει πέρα από το αδιέξοδο της στρατηγικής της Λισσαβόνας, μια δεκαετία μετά την υιοθέτηση της, και το άτοπο της προσπάθειας επιβολής κοινών οικονομικών στόχων όταν λείπουν η ενιαία, συντονισμένη κεντρική διαχείριση και η πολιτική συνοχή που θα επιτρέψει την ειλικρινή καταγραφή των παραγωγικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων των χωρών, ώστε να προσαρμόζονται ανάλογα οι στόχοι, οι τρόποι επίτευξης τους και το απαιτούμενο χρονοδιάγραμμα.