Όταν το 2009 η ΝΔ
επέλεξε να κάνει μια ιστορική στροφή προς τις ανοικτές δημοκρατικές
διαδικασίες καθιστώντας την κοινωνία τον υπέρτατο κριτή, όπως θα έπρεπε να
συμβαίνει σε κάθε κομματικό οργανισμό, άνοιξε μια πύλη για τον μετασχηματισμό
της παράταξης με βάση τη συμμετοχικότητα και την πολυσυλλεκτικότητα. Οι υπολογισμοί,
οι τακτικισμοί, οι εσωστρεφείς αντιλήψεις αφέθηκαν οριστικά στο παρελθόν
δημιουργώντας τις αρχικές προϋποθέσεις για την απαγκίστρωση από ξεπερασμένες
εξουσιαστικές αντιλήψεις και την μετάβαση στην εποχή της διαρκούς διαδραστικότητας
και της κοινωνικής αναζωογόνησης.
Οι πρωτόγνωρες
πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την πλήρη ανάπτυξη
εκείνης της προοπτικής αφού οι πιεστικές μνημονιακές προτεραιότητες δεν
άφηναν και πολύ χώρο για οργανωτικές και άλλες κομματικές καινοτομίες. Σήμερα
όμως η ανάγκη για την συγκροτημένη άρθρωση της Νέας Μεταπολίτευσης
επιστρέφει πιο επιτακτική από ποτέ. Μια ακόμα αλλαγή ηγεσίας χωρίς την συνοδεία
ενός ιδεολογικού, οργανωτικού και στελεχιακού επαναπροσδιορισμού,
προσαρμόζοντας τις διαχρονικές αξίες, τις δομές και το πολιτικό προσωπικό στις
απαιτήσεις που θέτει η ανάγκη για ένα μεταμνημονιακό όραμα, θα μπορούσε
να αποτελέσει την απλή διεκπεραίωση μιας τυπικότητας στα πλαίσια των προσωπικών
φιλοδοξιών.
Η ΝΔ καθορίστηκε
από τον ιδρυτή της ως μια παράταξη που καλύπτει ολόκληρο τον χώρο από την
παραδοσιακή δεξιά μέχρι το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Η ετεροβαρής μετακίνηση
προς τη μια ή την άλλη πλευρά διχάζει την βάση και αφήνει πάντα περιθώριο για
την δημιουργία νέων σχηματισμών. Η αξιακή συνεκτικότητα αυτού του χώρου
είναι δεδομένη γιατί διέπεται από τον πυρήνα των αστικών ιδανικών για
ελευθερία, δημοκρατία, ασφάλεια, αλληλεγγύη.
Η επικαιροποίηση
των επιμέρους θέσεων και η προσαρμογή των πρακτικών στα σημερινά και
μελλοντικά δεδομένα δεν διαφοροποιεί την ουσία των βασικών ιδεών. Η φιλελεύθερη
οικονομία και το λειτουργικό, επιτελικό κράτος είναι πλέον παγκόσμιο
κεκτημένο. Η δημοκρατικότητα και η αξιοσύνη δεν μπορούν να μένουν κενό
γράμμα αλλά οφείλουν να αποτελούν καθοδηγητή κάθε κομματικής και πολιτικής
επιλογής. Η εθνική συνείδηση και η διασφάλιση της τάξης είναι
προαπαιτούμενο κάθε ομαλής πολιτικοοικονομικής εξέλιξης. Η αλληλεγγύη
δεν είναι μέσο μικροκομματικής συναλλαγής με τον πολίτη αλλά εργαλείο
εξασφάλισης της αξιοπρέπειας και παροχής ευκαιριών προσωπικής ανάπτυξης.
Η αναδόμηση
της παράταξης δεν μπορεί να γίνει με μεταπολιτευτικούς όρους ισόρροπης
«εξυπηρέτησης» ομάδων ή μέσω μιας τυφλής ηλικιακής υπέρβασης που δεν θα
ανταποκρίνεται σε ένα αντίστοιχο υπόβαθρο, ούτε θα προκύπτει ως το επιστέγασμα
ενός σύγχρονου οικοδομήματος. Το πραγματικό ζητούμενο είναι μια παράταξη με
σαφές στίγμα, που καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της κεντροδεξιάς με σεβασμό στις
αξιακές παρακαταθήκες και αναγκαίες πινελιές εκσυγχρονισμού στο λόγο και το
ύφος, και δεν παρασύρεται από προεκλογικές απαιτήσεις και πρόσκαιρα
ιδεολογήματα.
Το όποιο πρόσωπο
κληθεί να ηγηθεί αυτής της νέας προσπάθειας, ανεξάρτητα από το αν συμβολικά θα
ολοκληρωθεί με αλλαγή ονόματος και συμβόλων, θα πρέπει να αποτελεί τον υπηρέτη
αλλά και τον μπροστάρη μιας νέας συλλογικότητας γύρω από αυθύπαρκτες
κοινωνικές δυνάμεις και προσωπικότητες με αυτόνομη σκέψη. Μιας συλλογικότητας
που θα σέβεται και θα εκτιμά αξιοκρατικά την προσφορά των μελών και των
στελεχών της ανοίγοντας το δρόμο για την πραγματική ανανέωση της πολιτικής
ζωής.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Μόλις ο Τσίπρας
αποφάσισε να αποδεχτεί την σκληρή συμφωνία που του πρότειναν στη Σύνοδο Κορυφής
χρησιμοποιώντας μάλιστα ως βασικό επιχείρημα τις καταστροφικές επιπτώσεις
ενός Grexit δεν ήταν λίγοι αυτοί που άρχισαν να
μιλούν για ολοκληρωτική στροφή στον ρεαλισμό που θα μπορούσε σε βάθος χρόνου
και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να τον μετατρέψει από αριστερό ριζοσπάστη
στο σοσιαλδημοκράτη ηγέτη που αναζητεί αυτός, ο κατακερματισμένος πλέον
χώρος, εδώ και χρόνια. Αντέχει όμως η πολιτική ιστορία και οι ιδεολογικές
προσλαμβάνουσες του Τσίπρα μια τέτοια ριζική μετάλλαξη;
Ένας άνθρωπος που
γαλουχήθηκε με τα μαρξιστικά διδάγματα και τις ιδεοληπτικές εμμονές περί
μοναδικής αλήθειας στις συνελεύσεις της ΚΝΕ διαθέτει την απαιτούμενη
ελαστικότητα σκέψης και πρωτοβουλιών ώστε να κατορθώσει το μεγάλο και οριστικό
πέρασμα από τον περιχαρακωμένο λόγο στην πιο διαλλακτική σκέψη και την πιο
επιλεκτική πράξη; Δίνουν οι μέχρι σήμερα κινήσεις του πρωθυπουργού τα
εχέγγυα μιας ειλικρινούς «μεταμέλειας» και της προσαρμογής στις απαιτήσεις
ενός νέου διευρυμένου και πολύ πιο απαιτητικού ρόλου;
Η στάση του μετά
τον συμβιβασμό στο θέμα της υπογραφής ενός νέου τριετούς προγράμματος
προσαρμογής αφήνουν θεμελιώδη ερωτηματικά σχετικά με το κατά πόσο διαθέτει την
δυνατότητα και κυρίως την βούληση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων
αναλαμβάνοντας πλήρως τις νέες του ευθύνες. Δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να
ζητήσει ένα συγνώμη από την κοινωνία που την παρέσυρε σε ένα μυθοπλαστικό
παιχνίδι αλλαγής ολόκληρης της Ευρωπαϊκής δομής εν μια νυκτί εξαιτίας της
επιθετικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έδειξε το σθένος που απαιτείται για να
αναγνωρίσεις την στήριξη της αντιπολίτευσης, ακόμα κι αν δεν ευθύνεται αυτή για
την διαρκή επιδείνωση των όρων της συμφωνίας. Δεν λύνει τον εσωκομματικό
γόρδιο δεσμό προσποιούμενος ότι συμπάσχει με τους συντρόφους του για το...
Ευρωπαϊκό πραξικόπημα!
Όσο δεν δίνει
ξεκάθαρες και αμετάκλητες απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα, τέτοιες που να τον
καθιστούν διακριτό πόλο εξουσίας, σε απόσταση από τους δραχμολάγνους και
τους «αρρωστημένα» κρατικοδίαιτους τόσο θα απομακρύνεται η πιθανότητα να
εκληφθεί από την κοινωνία ως ένας μεταρρυθμιστής ηγέτης ικανός να συσπειρώσει
πειστικά σχεδόν το σύνολο της κεντροαριστεράς. Όσο δρα νωχελικά και
ισορροπιστικά με κάθε ακραία και ιδεοληπτική άποψη τόσο καθυποτάσσει την
προοπτική να μετεξελιχθεί σε παραταξιακό ποιμένα στα αναχώματα του παρελθόντος
που τον βαραίνουν.
Όντως ο Τσίπρας
δεν διαθέτει ακόμα ούτε τις παρακαταθήκες, ούτε την πυγμή για να περάσει
στην επόμενη φάση. Συνθλίβει ακόμα την ανάγκη που εμφανίζεται μπροστά του για
χάρη της προστασίας του «ιερής» ιδεολογικής διαθήκης. Αν με την πάροδο του
χρόνου αρχίσει να απαλλάσσεται από ορισμένες από τις ενοχές και τις
αγκυλώσεις του, τότε ο δρόμος για την κατάληψη της κεντροαριστεράς θα είναι
ανοιχτός. Πόσο μάλιστα που η σημερινή διαίρεση του χώρου μετατρέψει τα κόμματα
που τον εκφράζουν σε παρακολουθητή των εξελίξεων και αδύναμα να θέσουν σε
σύντομο διάστημα θέματα ανάληψης της εξουσίας με πειστικό εναλλακτικό
πρόγραμμα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ίσως να είναι η
πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που μέσα σε ελάχιστους μήνες υπήρξαν πολιτικές
αποφάσεις που επιβάρυναν τόσο πολύ το οικονομικό περιβάλλον. Η χώρα
φορτώθηκε με 86 δισ. ευρώ νέο δάνειο, όταν ο προγραμματισμός ήταν να
χρηματοδοτηθούμε από την πιστοληπτική γραμμή των 11 δισ. από τα αδιάθετα
κεφάλαια της προηγούμενης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και τις αγορές στις
οποίες θα επανερχόμασταν δυναμικά μέσα στο 2015. Το χρέος έγινε ξανά μη
βιώσιμο όχι μόνο επειδή εκτοξεύτηκε από το 170% στο 200% του ΑΕΠ αλλά
κυρίως επειδή η προοπτική για μείωση του κάτω από το 120% σπρώχνεται στο πολύ
απώτερο μέλλον και οι ετήσιοι τόκοι ξαναγίνονται αβάσταχτοι.
Μια οικονομία που
«έτρεχε» με θετικό πρόσημο επί τρία συναπτά τρίμηνα το 2014 και όλες οι
προβλέψεις προμήνυαν ουσιαστική άνθιση της το 2015 με ρυθμούς 2,5-3%
ξαναβρέθηκε σε υφεσιακή κατρακύλα (που μπορεί να ξεπεράσει και το -3%) για να
ικανοποιήσει πρόσκαιρα την θυμική κοινωνική αφύπνιση και την δημιουργική
ασάφεια του Γιάνη που αποδείχτηκε ότι υπηρετούσε ένα σχέδιο που, εν αγνοία του
λαού, περιελάμβανε και την πιθανότητα χρεοκοπίας εντός του ευρώ και χρήσης IOU που μαθηματικά θα οδηγούσαν στην έξοδο από την
Ευρωζώνη.
Μια ολόκληρη χώρα
θύμα του θεωρητικού παιγνίου ενός επαρμένου καθηγητή και ενός
γοητευμένου, από την ρητορική και αναλυτική του δεινότητα, πρωθυπουργού.
Αμφότεροι παρασυρμένοι από την γοητεία της συγκρουσιακής ηδονής οδήγησαν
την κατάσταση σε μια φάση ρουά ματ για τους εταίρους δίνοντας τους την ευκαιρία
να εξαντλήσουν την δεδομένη τιμωρητική διάθεση τους εμποτισμένη από την
προτεσταντική υπαιτιότητα.
Οι έξι χαμένες
μονάδες στο ΑΕΠ, μόνο μέσα στο 2015, από μια υπερφίαλη, εγωπαθή προσέγγιση
λίγων μηνών δεν αποτελούν μια παροδική θυσία στο όνομα της αλλαγής πολιτικής
όπως διατείνονταν ο Βαρουφάκης. Όλοι οι ρυθμοί ανάπτυξης μέχρι το τέλος της
δεκαετίας θα κινηθούν κάτω από τις προσδοκίες ανεβάζοντας τις συνολικές
απώλειες σε πάνω από 12-13%. Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι ο
Γιάνης μας τρολάρει υπολογίζοντας την ύφεση των νέων μέτρων σε 11% του ΑΕΠ
τα οποία και καταψήφισε γιατί προφανώς τα δικά του 8 δισ. μέτρων θα είχαν
θετική επίπτωση στην οικονομία!
Όπως και το 2012
που μιλούσε για ύφεση 9% από τα τότε μέτρα και τελικά δεν ξεπέρασε το 3,8%, ο
κορυφαίος οικονομολόγος της Ευρωζώνης, όπως μας τον χαρακτήρισε μέσα στην
άγνοια του ο Τσίπρας, υπερεκτιμά τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή για να
βολεύει τα προαποφασισμένα συμπεράσματα του. Ο πολλαπλασιαστής είχε μεν
υπολογιστεί λαθεμένα από την τρόικα στο 0,5 (παραβλέποντας τους διοικητικούς
και παραγωγικούς ανορθολογισμούς της Ελλάδας) ξεπέρασε το 1,5 τα πρώτα
μνημονιακά χρόνια όταν ήταν ανύπαρκτοι οι μεταρρυθμιστικοί ρυθμοί ή δεν
είχαν προλάβει να αποδώσουν όσες ελάχιστες παρεμβάσεις είχαν προωθηθεί,
επανήλθε στο 0,8 την περίοδο Σαμαρά και θα μπορούσε να ξεφύγει πάλι ανοδικά αν
ακολουθούνταν η Βαρουφάκειος αντίληψη για νέα έκτακτη εισφορά στις
επιχειρήσεις. Το πιθανότερο είναι ο συντελεστής να κινηθεί κοντά στο 1 άρα
να δημιουργήσει 6-7% ύφεση.
Το μεγάλο
διακύβευμα παραμένει μετά από πέντε χρόνια μνημονιακών υποχρεώσεων η
μεταρρυθμιστική συνέπεια. Η κοινωνία, και ιδιαίτερα ο ιδιωτικός τομέας, έχει
πληρώσει δυσανάλογο βαρύ τίμημα γιατί επί τόσα χρόνια και εξαιτίας του ότι δεν
ολοκληρώσαμε την πλήρη αξιολόγηση δομών και προσώπων του δημοσίου ώστε
να διατηρηθούν μόνο όσα χρειάζονται και αποδίδουν έργο, δεν καταργήσαμε την
συντριπτική πλειοψηφία των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και τα συντεχνιακά
προνόμια, δεν καταλήξαμε σε ένα κατανοητό και σταθερό φορολογικό σύστημα,
δεν ανοίξαμε στον ανταγωνισμό αγορές και επαγγέλματα.
Μακάρι, έστω και
υπό τη δαμόκλειο σπάθη της τελευταίας ευκαιρίας πριν την οριστική
ασύντακτη χρεοκοπία, να πραγματοποιηθούν με διακομματική συναίνεση μια σειρά
από απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές που μπορούν να αλλάξουν άρδην το
τοπίο και να επαναφέρουν την χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά. Αλλιώς αυτό που
αποφύγαμε την τελευταία στιγμή αποδεχόμενοι πολλαπλάσια δημοσιονομικά μέτρα,
από τα μέχρι πριν λίγους μήνες απαραίτητα, δεν πρόκειται να αποτραπεί την
επόμενη φορά.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη, Δικηγόρου, Υποψήφιου ΔΝ
Τελευταία γινόμαστε μάρτυρες πολιτικών
καταστάσεων μοναδικών στην Μεταπολιτευτική ιστορία. Ποιος αγνοεί τις
πρόσφατες ψηφοφορίες στο Κοινοβούλιο, που με μεγάλες πλειοψηφίες εξουσιοδότησαν
τον πρωθυπουργό να διαπραγματευτεί τη συμφωνία με τους εταίρους, τις ψηφοφορίες
για την θέσπιση των προαπαιτούμενων, τα οποία κρίθηκαν αναγκαία από τους
δανειστές για τη μελλοντική σύναψη της συμφωνίας. Φυσικά οι ευρείες αυτές
πλειοψηφίες δεν σταματούν μόνο εκεί. Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνεται,
ότι η σημερινή Βουλή ψηφίζει και πράττει σε αντιστοιχία με την κοινωνία, της
οποίας η συντριπτική πλειοψηφία απαιτεί τη σύναψη συμφωνίας με τους εταίρους
και την παραμονή της χώρας μας στο ευρώ και στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης.
Μήπως λοιπόν όλες αυτές οι
καταστάσεις, προμηνύουν μελλοντικές εξελίξεις, που αδυνατούμε ή δεν θέλουμε να
δούμε; Είναι πλέον ξεκάθαρο, ότι η ευρεία πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας
θέλει την παραμονή της χώρας μας στην Ευρώπη. Εύλογα λοιπόν αναρωτιέμαι δια του
παρόντος για το αν ήρθε η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό, που η ελληνική κοινωνία
απαιτεί, δηλ. να γεννηθεί ένας νέος σχηματισμός ή ένα νέο κίνημα, όπως θέλετε
χαρακτηρίστε το, το οποίο θα εκφράζει την προαναφερθείσα απαίτηση της ελληνικής
κοινωνίας για διασφάλιση της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας μας. Φυσικά αυτό
δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με καλύτερο τρόπο από έναν νέο σχηματισμό και σε
μελλοντική φάση από ένα θεσμοθετημένο σύμφωνα με το νόμο κόμμα.
Αυτό το νέο μελλοντικό μόρφωμα, το
οποίο θα έχει γεννηθεί από την ίδια την κοινωνία για την κοινωνία, θα
απαρτίζεται ως επί το πλείστον από νέους, άφθαρτους ανθρώπους -επιστήμονες,
ελεύθερους επαγγελματίες, μισθωτούς κτλ, χωρίς βέβαια να αγνοείται η συνεισφορά
των πρεσβύτερων-, οι οποίοι ζουν στην κοινωνία, γνωρίζουν τα προβλήματα, έχουν
μεράκι και όρεξη να τα αντιμετωπίσουν. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να
συναθροισθούμε όλοι μαζί «ευρωπαϊκά» και να τα «αλλάξουμε» επιτέλους όλα στην
χώρα μας (πχ την παραγωγική δομή της χώρας, την έμφαση στον πρωτογενή τομέα,
τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις κτλ). Όραμα μας να εξαλείψουμε τις αντιφάσεις, που
παρουσιάζει σήμερα το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και την μετέωρη κατάσταση, στην οποία
βρίσκεται λόγω της οικονομικής ενοποίησης αυτού και όχι της πολιτικής.
Αντίπαλος του νέου εγχειρήματος ο λαϊκισμός, η ιδεοληψία, το φθαρμένο κομματικό
σύστημα (διατηρούμε ωστόσο το υγιές), οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις τόσο εντός όσο
και εκτός της χώρας!
Άλλωστε, ο Μαρξ ισχυρίστηκε ότι, «οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας». Μήπως ήρθε εντέλει η ώρα για τη δική μας «ευρωπαϊκή επανάσταση»;;;
Θυμήθηκα αυτές
τις μέρες (πως θα μπορούσα να τις ξεχάσω άλλωστε αφού κάθε μέρα αναπαράγονται
από τα κοινωνικά δίκτυα και κάθε λογής μέσα ενημέρωσης) μια από τις προφητείες
του γέροντα Παϊσιου που έλεγε «θα είναι σαν να έχεις τράπεζες αλλά δεν θα
έχεις». Μετά την ψηφοφορία στη Βουλή για τα προαπαιτούμενα της νέα συμφωνίας
αρχίζω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει πιο ταιριαστός παραλληλισμός για να
περιγράψει αυτά που συμβαίνουν. «Θα είναι σαν να έχεις κυβέρνηση...».
Ένα κόμμα διαιρεμένο
ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ιδεοληπτική καθαρότητα. Ένα κυβερνητικό
σχήμα χωρίς εντυπωσιακές αλλαγές σε πρόσωπα, με μετακινήσεις εντός, εκτός κι
επί τα αυτά. Κι αν το εσωκομματικό πεδίο αφορά πρωτίστως τον μικρόκοσμο των
συνιστωσών, η λειτουργικότητα και η αποδοτικότητα της κυβέρνησης καθορίζει το
μέλλον όλων μας. Αν ο Τσίπρας πιστεύει ότι διαθέτει τον χρόνο για να επουλώσει,
έστω και μερικώς, τις ενδοσυντροφικές διαμάχες, η χώρα δεν έχει κι άλλο
χρόνο να σπαταλήσει, ήδη πετάχτηκαν έξι μήνες ασάφειας με τις γνωστές οικτρές
συνέπειες, για να αποκτήσει στιβαρή διοίκηση και συνεκτική αντιμετώπιση των
προβλημάτων.
Ο πρωθυπουργός
οφείλει να δώσει επιτέλους πειστικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις
σχετικά με τον τρόπο που θέλει να κυβερνήσει. Δεν μπορεί απλά να κρύβεται για
μερικούς μήνες πίσω από την επιτακτική ανάγκη της ψήφισης κάποιων νόμων, ώστε
να ανοίξει ο κρουνός της Ευρωπαϊκής ρευστότητας, και μετά να επιχειρήσει να
δραπετεύσει θέτοντας νέα ψευδεπίγραφα διλήμματα στην κοινωνία.
Αν θεωρεί ότι εκτίει
ποινή θα έπρεπε να παραιτηθεί από την πρώτη στιγμή δηλώνοντας αδυναμία
να χειριστεί κάτι που ιδεολογικά τον ξεπερνά. Αλλιώς οφείλει με
αποφασιστικότητα να στηρίξει την απόφαση του και να επιδιώξει εκείνες τις κοινοβουλευτικές
συμμαχίες που θα του επιτρέψουν να εκτελέσει απρόσκοπτα και σε βάθος χρόνου
όλα τα απαραίτητα βήματα για να ανακτήσει η Ελλάδα την διεθνή αξιοπιστία, την οικονομική
και κοινωνική ισορροπία της.
Οτιδήποτε
ενδιάμεσο θα σημαίνει ότι συνεχίζει να κοροϊδεύει τους πάντες, εντός κι
εκτός χώρας, και το μόνο που τον αφορά είναι η διατήρηση της εσωκομματικής
συνοχής ώσπου να αποφευχθεί το απευκταίο, και μη διαχειρίσιμο από τον ίδιο,
εθνικό ατύχημα και μετά να απευθυνθεί στην κοινωνία για να αποκτήσει μια πιο
συμπαγή πλειοψηφία. Μόνο που σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον με τις
τράπεζες να διατηρούν για μήνες τους κεφαλαιακούς ελέγχους και όλους τους
οικονομικούς τομείς να έχουν βυθιστεί στον πάτο της απραξίας το μόνο που δεν
χρειάζεται ο τόπος είναι η αναταραχή μιας νέας διχαστικής εκλογικής αναμέτρησης
(το ζήσαμε ήδη με το ανούσιο δημοψήφισμα) που θα αυξήσει και πάλι τον παράγοντα
του πολιτικού ρίσκου που διώχνει επενδυτές και ακινητοποιεί την παραγωγική
μηχανή.
Αν ο Τσίπρας έχει
τη διάθεση εκτός από Συριζαίο ομαδάρχη και ισορροπιστή κομματάρχη να
μετατραπεί και σε πρωθυπουργό με ηγετικές ικανότητες θα πρέπει να αρχίσει να
σκέφτεται με ευρύτερους όρους και πιο μακροπρόθεσμους στόχους. Αλλιώς θα είναι
πρόδηλο ότι πέρα από πρόσκαιρες ρητορικές υπερβολές, απέναντι στο εθνικό
καθήκον προτάσσεται για μια ακόμα φορά η κομματική ευθύνη.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Υποστήριζα από
την πρώτη μετεκλογική στιγμή ότι η κατάληξη των πολύμηνων διαπραγματεύσεων
(ο Θεός να τις κάνει!) θα ήταν μια πολύ σκληρή συμφωνία κι όχι η ρήξη. Η
εξουσία αποτελεί πολύ ισχυρότερο συνεκτικό μύθο από ότι οι ιδεοληψίες για όσους
δεν τρέφονταν μόνο με πρόσκαιρες οραματικές ονειρώξεις αλλά βλέπουν τον
χρόνο ως συνοδοιπόρο σε μια μακρά πορεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της
κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Η σκληρότητα του αποτελέσματος ήταν
επίσης δεδομένη γιατί εξαρχής η δημιουργική ασάφεια λειτουργούσε
παρελκυστικά και αναχαιτιστικά τόσο για τις συνομιλίες όσο και για την πορεία
της οικονομίας φορτώνοντας, με κάθε μέρα καθυστέρησης, τον τελικό λογαριασμό.
Μέρα, μέρα χτίζονταν
η αναξιοπιστία με αντιφατικές δηλώσεις, πρωτοβουλίες γεμάτες έπαρση,
θεσμικές παρεκτροπές. Με την ψευδαίσθηση της διαπραγμάτευσης αφήσαμε να
κατρακυλούν τόσο τα επίπεδα εθνικής εμπιστοσύνης όσο και η οικονομική
δραστηριότητα χωρίς σαφείς εναλλακτικές λύσεις (πέρα από τις γνωστές,
ανύπαρκτες Ανατολίτικες συνδρομές) ως μέσο πίεσης. Καταλήξαμε την ύστατη ώρα σε
ένα τραπέζι συζητήσεων με την πλάτη στον τοίχο, ημιθανές τραπεζικό σύστημα
και αμελέτητα ισοδύναμα μέτρα.
Κι όμως ο Τσίπρας
δεν έδειξε στις δηλώσεις του μετά την Σύνοδο Κορυφής ότι έχει πλήρη συναίσθηση
των τεκταινομένων. Δεν διανοήθηκε να ζητήσει μια συγνώμη στην κοινωνία
που παρέσυρε με τους ανυπόστατους μαξιμαλισμούς του και την έσυρε ακόμα και σε
ένα κίβδηλο δημοψήφισμα χωρίς υπαρκτό ερώτημα. Συνέχισε με την ίδια έπαρση και
ύφος ισχυρού εξουσιαστή να παριστάνει ότι κατήγαγε περήφανη νίκη κι έρχεται
ως τροπαιοφόρος να αλλάξει τα πάντα στην Ελλάδα και την Ευρώπη! Ούτε μια λέξη
για τις αναγκαίες διακομματικές συναινέσεις ώστε να διασφαλιστεί, πέρα από
διαφωνίες και ευθύνες, η διατήρηση του Ευρωπαϊκού πλαισίου.
Επεσήμανα ότι η
αντιπολίτευση θα πρέπει να είναι επιφυλακτική στην όψιμη συναινετική τάση
και να ζητήσει με επίταση να υπάρξουν όλες οι προϋποθέσεις για μια αληθινά
καινούρια κυβερνητική περίοδο από την στιγμή που η υπάρχουσα χάνει την
κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μια κυβέρνηση με διαφορετικό σχήμα, πρόσωπα
και αλλαγές σε επιμέρους ζητήματα (πέρα από τα της συμφωνίας). Η αντιπολίτευση
δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στις ενοχικές εμμονές της που επιτάθηκαν με το
αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και να μετατραπεί σε βουβό ακολουθητή του
Τσίπρα στο όνομα της Ευρωπαϊκής συνοχής.
Αν η στροφή
Τσίπρα προς τον ορθολογισμό είναι ειλικρινής οφείλει να πιεστεί, αν ο ίδιος
δεν το κατανοεί, να προσαρμοστεί και εσωτερικά όπως το έπραξε και διεθνώς. Να αποδεχτεί
την ανεπάρκεια και να απευθυνθεί με όρους ισοτιμίας, ευγένειας και
συνεννόησης στα υπόλοιπα κόμματα που επιθυμούν να στηρίξουν μια προσπάθεια να
περισωθεί ότι άφησε πίσω της αναλλοίωτη η περήφανη εξάμηνη διαπραγμάτευση. Με προσπάθεια
ωραιοποίησης και στρουθοκαμηλικές κινήσεις δεν προσαρμόζεσαι στα νέα
δεδομένα απλά τα χρησιμοποιείς για να ξεφύγεις από την πραγματικότητα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ολοκληρώσαμε ένα δημοψήφισμα
χωρίς υπαρκτό ερώτημα που θα μείνει στην ιστορία ως μια διαδικασία που δεν
θα αφήσει πίσω της κανένα αποτέλεσμα. Αν το 1974 η κατάληξη ήταν η πολιτειακή
αλλαγή, το 2015 απορρίψαμε ένα ανύπαρκτο πρόγραμμα για να το επαναφέρουμε μόνοι
μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και τελικά να αποδεχτούμε ένα νέο,
πολυετές κι ακόμα πιο επώδυνο κι από αυτό. Τελικά το μαζικό ΟΧΙ δεν αφορούσε
ούτε τη λιτότητα, ούτε τον δανειακό πνιγμό αλλά την ίδια τη λογική και την
αξιοπιστία.
Η εσωτερική
θεωρία των παιγνίων προς την κοινωνία, που από την πρώτη στιγμή περιέγραφα
ως το πραγματικό πεδίο «διαπραγμάτευσης», εγκλώβισε τους πολίτες σε μια μάχη με
τους ανέμους που μόνο θετική κατάληξη δεν είχε, αφού προσάρμοσε τη ρητορική
στα «θέλω», αδιαφορώντας για τα «πρέπει». Μας έσπρωξε σε ένα κυνήγι
μαγισσών που δημιουργούσε μόνο ανώφελες αντιπαραθέσεις και σπάσιμο συμμαχιών.
Ανταλλάξαμε λίγα πρόσκαιρα ψήγματα συναισθηματικής ικανοποίησης με την
παρατεταμένη οικονομική καχεξία και τη διεθνή απομόνωση.
Οδηγούμαστε σε
μια συμφωνία απείρως χειρότερη των αρχικών δυνατοτήτων (θυμίζω ότι οι
πριν τις εκλογές απαιτήσεις των εταίρων ξεκίνησαν από 2,9 δισ. και
περιορίστηκαν 1,8 δισ.) αλλά έχουμε τόσο εθιστεί στην επαναστατική
συνθηματολογία που παριστάνουμε ότι θα πρόκειται για μια ανεπανάληπτη επιτυχία.
Οι κυβερνητικές αντιφάσεις μας έδεσαν στο άρμα της παρορμητικότητας και της
έπαρσης και μιας μικροπολιτικά win-win κατάστασης για το ΣΥΡΙΖΑ.
Αφού θα έχει εξαντλήσει
το διεκδικητικό απόθεμα, το νέο πρόγραμμα θα αποδοθεί σε όλους μας με μια
εθνοσωτήρια επίφαση που θα γίνει δεκτή με μια ανέκφραστη ανακούφιση ακόμα κι
από τους πολιτικούς αντιπάλους του. Ταυτόχρονα θα διατηρήσει και το πνεύμα της δήθεν
νίκης της ανυποχώρητης αίσθησης με μοναδικά όπλα τα προϋπάρχοντα εργαλεία
του αναπτυξιακού προγράμματος Γιούνκερ, της ποσοτικής χαλάρωσης Ντράγκι και
μιας προαποφασισμένης ρύθμισης για το χρέος.
Ήδη ο Τσίπρας
προσπάθησε με το συμβούλιο αρχηγών να καταστήσει συνένοχο όλο το πολιτικό
σύστημα ενώ την ίδια στιγμή συντηρεί με επικοινωνιακή αντεπίθεση μια εικόνα
διεκδικητικού και συγκρουσιακού ηγέτη. Αν επιβιώσει κοινοβουλευτικά, που είναι
και το πιθανότερο, θα έχει καταστήσει εαυτόν κυρίαρχο του παιχνιδιού με
την ελπίδα οι οικτρές συνέπειες της συμφωνίας του να διαπλεχθούν με τις θετικές
επιπτώσεις των προαναφερθέντων δράσεων και να παρουσιαστούν ως συνολική
διέξοδος για το ελληνικό πρόβλημα σε ένα κοινό που διψά για την παραπλάνηση.
Γι’ αυτό και η
αντιπολίτευση οφείλει να μην λειτουργήσει υπό το βάρος των συλλογικών
ενοχικών συνδρόμων για την εκλογική αποτυχία στο δημοψήφισμα και να μην
εκλάβει την αναμενόμενη αντανακλαστική αντίδραση της άρνησης στη λιτότητα ως
επιταγή συμπόρευσης με την κυβέρνηση και έμμεσης κάλυψης τόσο της εξάμηνης
καταστροφικής ασάφειας όσο και των τελικών αποτελεσμάτων της. Η πραγματική
πολιτική μάχη βρίσκεται ακριβώς στην, από εδώ και πέρα, υπεράσπιση οικονομικών
και κοινωνικών αρχών και αξιών που καταλύονται ολοκληρωτικά από τις εμμονές του
ΣΥΡΙΖΑ.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη,
Δικηγόρου, Υπ. ΔΝ
Πέντε χρόνια μετά την είσοδο της χώρας
στο Μνημόνιο βιώσαμε μία πρωτοφανή οικονομική κρίση, με μεγάλο τμήμα της
κοινωνίας να μένει άνεργο, ανασφάλιστο, να φτωχοποιείται και να εξαθλιώνεται.
Πολιτική αναταραχή επικράτησε, οι κυβερνήσεις αλλάζουν διαρκώς, τα Κοινωνικά
δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται, ενώ η ευρωπαϊκή πορεία
της χώρας ιδίως μετά το Δημοψήφισμα
διακινδύνευσε. Διχαστήκαμε σε Μνημονιακούς και Αντιμνημονιακούς,
αλληλοκατηγορηθήκαμε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς (λ.χ «γερμανοτσολιάς»,
«προδότης»), με συνέπεια να απειλείται σοβαρά ακόμη και η κοινωνική συνοχή της
χώρας. Αναμφίβολα, βιώσαμε έναν εμφύλιο σπαραγμό ανάλογο του εμφυλίου πολέμου.
Η πολιτική ηγεσία, δυστυχώς, για λόγους λαϊκισμού και κομματικού συμφέροντος
ουκ ολίγες φορές προκάλεσε όξυνση του διχασμού. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας κινδύνευσε, όταν πολιτικοί
απαξίωναν τους Ευρωπαίους εταίρους μας χαρακτηρίζοντας τους ως εκβιαστές,
τοκογλύφους κτλ. Με το πρόσφατο δε δημοψήφισμα οι Έλληνες διχάστηκαν βαθύτερα
σε Ευρωπαϊστές και Αντί-Ευρωπαϊστές.
Οφείλουμε να στείλουμε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τον ολέθριο λαϊκισμό της Μεταπολίτευσης, να γίνουμε ρεαλιστές και με ομοψυχία να κάνουμε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ώστε να προσελκύσουμε παραγωγικές επενδύσεις, που θα αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Επιτέλους, οφείλουμε να ωριμάσουμε, και να συνειδητοποιήσουμε ότι το δίλημμα είναι ένα πλέον: «Ευρώ ή ολική καταστροφή». Το τέλος του Διχασμού είναι στο χέρι μας. Θα το πράξουμε για το συμφέρον της χώρας ή θα ανατινάξουμε αυτήν;;;
Ειδικά στην
Ελλάδα ευδοκιμεί πολύ το άθλημα, θα μπορούσες να το πεις και εθνικό σπορ, με
τον εύληπτο τίτλο «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται». Ειδικότερα στην
πολιτική αντιπαράθεση ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι, που βρίσκονται συνήθως
ανάμεσα στους πιο ευεργετημένους, περιμένουν τη στιγμή της αποχώρησης ενός
ηγέτη για να εκφράσουν τις διαφωνίες ή τις εγωπαθείς προσωπικές επιδιώξεις
τους χρησιμοποιώντας την πιο αιχμηρή ρητορική που διαθέτουν, είναι ένα από τα
πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αμοραλισμού και οπορτουνισμού.
Ο Αντώνης Σαμαράς
εγκαταλείπει την αρχηγία της ΝΔ, μετά από κάτι παραπάνω από πεντέμιση
χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια περίοδο πυκνή σε ιστορικά γεγονότα, πλούσια σε
πολιτικές αποφάσεις, έντονη σε συναισθήματα. Υπήρξαν τρεις εθνικές εκλογικές
αναμετρήσεις, αντιπολιτευτικές και κυβερνητικές περίοδοι. Υπήρξαν κορυφαίες
εθνικές κινήσεις και αποτελέσματα όπως η δημοσιονομική εξυγίανση και η
μεταρρυθμιστική πρόθεση. Υπήρξαν και αναμενόμενα λάθη σε επικοινωνιακό
και στελεχιακό επίπεδο.
Οι οριστικοί
απολογισμοί γράφονται μόνο από την ιστορία και ιδιαίτερα μέσα σε αυτό το
κλίμα των απρόβλεπτων και αλληλοαναιρούμενων εξελίξεων όποιος βιάζεται να
κρίνει και κυρίως να αφορίσει μια ολόκληρη πορεία κρατώντας αποκλειστικά
το μέρος των γεγονότων που ικανοποιεί το προαποφασισμένο προσωπικό του σενάριο,
επιλέγει να υπηρετήσει μια κοντόφθαλμη και μικρόψυχη αντίληψη που δεν
φείδεται ευκαιριών αμαύρωσης σε οτιδήποτε δεν εξυπηρετεί τα διαχρονικά σχέδια
του.
Ο Σαμαράς θα
παραμείνει ο πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος της ΝΔ, από τον πρώτο μάλιστα
γύρο, από μια βάση 800 χιλιάδων μελών της παράταξης, νούμερο που είναι σχεδόν
απίθανο να επαναληφθεί. Εξέφρασε τις κοινωνικές ανησυχίες για τις βαθιά
υφεσιακές επιπτώσεις της λιτότητας προτείνοντας μια σειρά αναπτυξιακών και
δημοσιονομικών πρωτοβουλιών (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο επιτυχημένες
στη σύλληψη τους) χωρίς ποτέ όμως να αμφισβητήσει το Ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων
και τις υποχρεώσεις των διεθνών συμφωνιών της χώρας.
Στήριξε το
έθνος την πιο κρίσιμη
στιγμή, όταν βρίσκονταν στα όρια της κατάρρευσης, παίρνοντας και επώδυνες
αποφάσεις, που μπορεί να μην τον εξέφραζαν πλήρως, διατήρησαν όμως την Ελλάδα
στο Δυτικό κόσμο και οδήγησαν γρηγορότερα από τους αρχικούς σχεδιασμούς σε πλεονάσματα,
ανάκαμψη και αντιστροφή της ανοδικής πορείας της ανεργίας. Δεν αποκλείεται
να υπήρξε πρόωρη μεταρρυθμιστική κόπωση αλλά προωθήθηκαν και μεγάλες
διαρθρωτικές αλλαγές που δεν επιχειρήθηκαν επί δεκαετίες.
Σε προσωπικό
επίπεδο θα κρατήσω το αφοπλιστικό χαμόγελο του Σαμαρά. Αυτό που με τη
θερμότητα και την αγνότητα του κέρδιζε ακόμα κι όσους αμφισβητούσαν τις
πολιτικές επιλογές του. Θα κρατήσω και την αγάπη του για τον Ελύτη και
την ποίηση του με την ομορφιά του έθνους χαραγμένη σε λίγες συλλαβές. Αντώνης
Σαμαράς farewell...
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του έκτακτου συνεργάτη "Βλέποντας Δεξιά"
Μετά την 25η Ιανουαρίου, τα
παιχνίδια είναι πολύ συγκεκριμένα, οι στόχοι συγκεκριμένοι και ο τελικός σκοπός
άγνωστος. Η συνέχεια είναι αβέβαιη και το τέλος δεν θα είναι σίγουρα καλό. Θα
είναι οδυνηρό.
Το story jumper είχε δύο εμφανής στόχους και
έναν άγνωστο:
1. Τον Τσίπρα τον είχαν καθοδηγήσει να μην
κάτσει ΠΟΤΕ μαζί στο ίδιο τραπέζι με
τους "τοξικούς" Βενιζέλο και Σαμαρά.
2. Το πώς θα τελειώσουν τον Σαμαρά από την
ηγεσία της Ν.Δ. για να είναι ελεύθεροι.
Μέσα στο "παιχνίδι" αυτό
δημοσιογράφοι, πολιτικοί και από τη Ν.Δ. και δημοσκοπικές εταιρείες.
Οι ανεξάρτητοι λοιπόν δημοσιογράφοι έδιναν τη
"δική τους καθημερινή μάχη" για τους συγκεκριμένους
στόχους και σκοπούς. Άλλωστε, πώς θα μπορούσαν να λείψουν από τέτοια
"παιχνίδια" ;;
Επίσης, δε θα μπορούσε να απουσιάζει και η
συμμετοχή ατόμων από τη Νέα Δημοκρατία. Θυμηθείτε κάποιες επισκέψεις που
έγιναν, κάποιες παντελείς απουσίες από τη μάχη των καναλιών, καθώς και την
παντελή απουσία ακόμη και σαν ομιλητές σε εκδηλώσεις των κομματικών οργανώσεων.
Σε αυτό το παιχνίδι, δε θα μπορούσαν να
απουσιάζουν και οι εταιρείες μετρήσεων που έδιναν και αυτές τη "δική τους
μάχη" δείχνοντας μπροστά το ΝΑΙ για να μην απέχει του δημοψηφίσματος ο
Σαμαράς ο οποίος και το συζητούσε.
Όλοι είχαν στόχο και σκοπό.
Ο στόχος τους έχει επιτευχθεί και ο Σαμαράς
στις 5 Ιουλίου παραιτείται.
Γι’ αυτό και μόλις παραιτήθηκε ο Σαμαράς από
αρχηγός της Ν.Δ., τότε αμέσως έκανε συμβούλιο πολιτικών αρχηγών ο Τσίπρας.
Είπαμε δε θα καθόταν ΠΟΤΕ στο ίδιο τραπέζι με «τοξικούς».
Αυτός ήταν άλλωστε και ο ένας από τους δυο
στόχους του δημοψηφίσματος.
Όσον αφορά στον σκοπό, δεν τον
γνωρίζω.
Ας βάλει ο Θεός το χέρι του με τόση προδοσία,
συνωμοσία και διχασμό που έχουν κάνει και επιβάλει. Ποιοι ; Στην Ελλάδα είναι
γνωστοί, το από πού καθοδηγούνται ακόμα δεν το γνωρίζουμε.
Γράφει η Μαρία Λ. Παπαλουκά
Φοιτήτρια Διοίκησης Επιχειρήσεων, ΟΠΑ
Πρόεδρος Ο.Ν.ΝΕ.Δ. ΔΗΜ.Τ.Ο. Λιβαδειάς
«Ποιο ‘ναι πιο απάνω από τα λόγια; Η πράξη.»
Νίκος Καζαντζάκης
Φοιτήτρια Διοίκησης Επιχειρήσεων, ΟΠΑ
Πρόεδρος Ο.Ν.ΝΕ.Δ. ΔΗΜ.Τ.Ο. Λιβαδειάς
«Ποιο ‘ναι πιο απάνω από τα λόγια; Η πράξη.»
Νίκος Καζαντζάκης
Το δημοψήφισμα τελείωσε, η κάλπη μίλησε, ο ελληνικός λαός έδωσε την απάντησή του και όλοι μιλάμε πλέον για το νέο ξεκίνημα, το αποκαλούμενο – «Από Δευτέρα». Σε γραπτές και προφορικές τοποθετήσεις μου είχα επανειλημμένα μιλήσει για το ψευδεπίγραφο μήνυμα και άνευ ουσίας ερώτημα του δημοψηφίσματος, κάτι για το οποίο πλέον δεν έχει ουσία να σχολιάζω μιας και με τις «ευλογίες» του ΣτΕ το δημοψήφισμα διεξήχθη, και τώρα οφείλουμε να ερμηνεύσουμε την απάντηση, να πάρουμε το μήνυμα και να χαράξουμε γραμμή για το μέλλον.
Τι κι αν λοιπόν πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα, τι κι αν ο λαός έδωσε την, κατά κοινή ομολογία, «ηχηρή» απάντησή του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν δείχνεται ο απαραίτητος σεβασμός στην κρίση του, δυστυχώς η χώρα δεν έπαψε να διανύει στιγμές «ώρας μηδέν». Κι αυτό γιατί πολύ απλά πρέπει μέσα σε 48 ώρες, όχι για άλλο λόγο εκτός της συνεδρίασης της ερχόμενης Τρίτης του Eurogroup, να καταφέρει να επουλώσει τις πληγές μιας «εγχείρησης» , η οποία όσο κι αν δεν το θέλουμε, διχοτόμησε και τραυμάτισε την ομόνοια και σύμπνοια του ελληνικού λαού και βέβαια να χαραχθούν τα επόμενα βήματα για την επαναφορά της ομαλότητας (οικονομικό και χρηματοδοτικό επίπεδο) σε μια κοινωνία ήδη διχασμένη από πέντε και πλέον χρόνια ύφεσης και λιτότητας.
Ο Πρωθυπουργός, θα επαναλάβω, καλώς ή κακώς, «πέταξε» το μπαλάκι της επιλογής στον ελληνικό λαό και εκείνος με την σειρά του το έστειλε πίσω με ένα μήνυμα το οποίο αποδεικνύει πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει στα χέρια του ένα πεδίο λαμπρό, μετά από πέντε μήνες ουσιαστικά ανανέωσε το συμβόλαιό του με τον ελληνικό λαό, και οφείλει ν’ ανταποκριθεί επάξια στην εντολή του με προσοχή όμως σε μια ρήτρα: ίσως να είναι και η τελευταία του ευκαιρία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων! Τι έχει λοιπόν να κάνει ο Αλέξης Τσίπρας; Τίποτε άλλο από αυτό που αναφέρω στην εισαγωγή του άρθρου μου και έχει «υπογραμμίσει» ο Νίκος Καζαντζάκης, το πέρασμα από τα λόγια στην πράξη.
Το διάβα, το πέρασμα από τα λόγια στην πράξη για τον Αλέξη Τσίπρα, ως Πρωθυπουργό, και για την Ελλάδα είναι απλό και ταυτόχρονα σύνθετο. Πρέπει η Κυβέρνηση στο σύνολό της να καταφέρει να ξεπεράσει πρωτίστως τις δηλώσεις του εαυτού της για τα περί «Συντεταγμένης έξοδος από το ευρώ», «Το νόμισμα δεν είναι φετίχ» και άλλα τινά και σε δεύτερο βαθμό να πείσει τους Ευρωπαίους ότι το «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος δεν εκλαμβάνεται και δεν πρέπει να εκληφθεί ως αίτημα για έξοδο από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Οικογένεια ενώ βέβαια παράλληλα οφείλει να θέσει πλέον και σε εφαρμογή το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, των 11 δις ευρώ, το οποίο ο κόσμος αναμένει. Δυο ασύμβατα μεταξύ τους μέτρα και σταθμά προφανώς.
Αυτή τη στιγμή λοιπόν η Κυβέρνηση οφείλει να πάρει θέση ανάμεσα στην αλήθεια (τι μπορεί πραγματικά να γίνει) και το ψέμα (τα μεγάλα «Θα») το χρόνιο παιχνίδισε βάρος της Ελλάδας, από εθνικοσοσιαλιστές και φασίστες, οι οποίοι μόνο στην αναμπουμπούλα χαίρονται πρέπει να σταματήσει. Ν’ αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει δίλλημα δεξιά, αριστερά και κέντρο. Υπάρχει εθνική υποχρέωση. Ενώ το ίδιο που θα πρέπει όλοι να θέλουμε είναι η γενιά της σημερινής Ελλάδας να κάνει τα πουλιά να τραγουδούν νικητήρια για τη πατρίδα.
Είχε πει κάποτε σ’ ομιλία του στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής:
“[…] εμείς οι Έλληνες έχομεν την αδυναμία να λησμονούμε γρήγορα τους κινδύνους. Και να επιδιδώμεθα, πριν καλά-καλά περέλθουν, στην ικανοποίηση των κομματικών ή προσωπικών μας αδυναμιών. Έχομεν, επίσης, την κακήν συνήθεια, να καταστρέφωμε με τα ίδια μας τα χέρια, όσα με κόπους και θυσίες δημιουργήσαμε. Και το κάνουμε αυτό, όταν ακριβώς ευρισκόμεθα στα πρόθυρα της επιτυχίας…..
Την οδυνηρήν αυτήν αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει το 1920, το 1940 και, κατά έναν τρόπο, και το 1963. Όταν μετά την επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ έγραφε στην κυβέρνησή του: «Οι Έλληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάση». […]”
Την οδυνηρήν αυτήν αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει το 1920, το 1940 και, κατά έναν τρόπο, και το 1963. Όταν μετά την επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ έγραφε στην κυβέρνησή του: «Οι Έλληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάση». […]”
Μια τοποθέτηση που μαρτυρά πολλά, μια τοποθέτηση που δείχνει ότι η μόνο η πίστη και ελπίδα στην αλλαγή της ροής της ιστορίας μπορεί να μας σώσει. Κι αυτό γιατί για πολλά χρόνια οι Ελληνίδες και οι Έλληνες έζησαν στον παράδεισο της πλασματικής ανάπτυξης με τ’ απεριόριστα δανεικά σε ένα Κράτος διαφθοράς και βολέματος και δύσκολα μπορούν ν’ αποχωριστούν τη συνήθεια αυτή, τη χρονίζουσα εξάρτηση.
Η ελπίδα είναι σίγουρα δύναμη. Η φρούδα ελπίδα όμως είναι αυταπάτη. Πώς αυτό εξηγείται; Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι το παλιό πολιτικό σύστημα όπως είχε δομηθεί δε σβήνει εύκολα απ’ το χάρτη όταν βλέπει κανείς την Λούκα Κατσέλη και τον Δημήτρη Κουφοντίνα, κομμάτια ενός αμαρτωλού παρελθόντος ν’ αποτελούν πρότυπα και να συνδιαμορφώνουν το μέλλον της Ελλάδας. Εκείνοι που οικοδόμησαν την πυραμίδα της διαφθοράς μέσα απ’ τα ρουσφέτια και τη διαπλοκή ενισχύοντας την αναξιοκρατία είναι δύσκολο ως ανέφικτο να γίνουν οι εγγυητές της μείωσης της ανεργίας, του ελλείμματος, του χρέους, και να δημιουργήσουν ένα παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης, πόσο μάλλον ν’ αποφύγουν μια χρεοκοπία χρηματοοικοοικονομική όταν χρεοκόπησαν το ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Τα παραπάνω λόγια του Κ. Καραμανλή οφείλουν ν’ αφυπνίσουν τις συνειδήσεις όλων μας και δη εκείνων όσων δηλώνουν και είναι τιμητές του φιλελεύθερου ιδεώδους της μεγάλης παράταξης της ΝΔ και κυρίως όσων έχουν μια εμμονή, τη ζωντανή Ελλάδα περήφανη με ισχυρή θέση στο Παγκόσμιο χάρτη! Κάτι που πλέον φαντάζει μακρινό όνειρο όταν κατά χιλιάδες κατέφθαναν οι Τούρκοι στη Θράκη με λεωφορεία για να συμμετέχουν στο δημοψήφισμα με συγκεκριμένες γραμμές. Όταν οι Σκοπιανοί μας εύχονται με μήνυμά τους καλή χρεοκοπία. Όταν οι Βούλγαροι που ετοιμάζονται να μπουν στο ευρώ, κάνουν αγορές στη Θεσσαλονίκη με λεβ. Αυτές είναι οι εικόνες που δεν τιμούν την αξιοπρέπεια της πρώτης φοράς αριστερά Ελλάδας, με κίνδυνο την έξοδο από τους χρόνια συμμάχους και φίλους της Ευρωπαϊκής Οικογένειας.
Η μόνη παράταξη που μπορεί να υποστηρίξει τη φιλοευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας είναι η Νέα Δημοκρατία. Ως σύνολο, ως ιδεολογία. Ειδικά μετά την παραίτηση του Προέδρου Αντώνη Σαμαρά και τον ορισμό μεταβατικού προέδρου γίνεται πιο επιτακτική ανάγκη για ισχυροποίηση της με τη συμμετοχή όλων μας όπως έγινε το 2009 με τις πρωτόγνωρες εσωκομματικές διαδικασίες και το άνοιγμα του κόμματος προς την κοινωνία.
Ο Αντώνης Σαμαράς αναμφισβήτητα είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ιστορία της χώρας και της ΝΔ γιατί ένας ηγέτης ο πρώτος εκλεγμένος από το λαό στα κομματικά χρονικά των που εργαζόταν ακατάπαυστα για την πατρίδα του με ανιδιοτέλεια και προσωπικό κόστος και στάθηκε όρθιος όταν στη θέση του που πολλοί άλλοι θα λύγιζαν. Γιατί προέταξε το εθνικό συμφέρον, έναντι του κομματικού και όπως ο Κώστας Καραμανλής ,για πολλούς λόγους, γίνεται το εξιλαστήριο θύμα που ζητά μια οργισμένη κοινωνία. Γιατί ακόμα και αν κανείς δεν το συμπαθεί ή υποστηρίζει οφείλει να του αναγνωρίσει αυτό που εξακολουθεί να ισχύει ότι τον σέβεται κανείς πάρα πολύ για την εργατικότητά του και για το γεγονός ότι έβαλε την Ελλάδα σε μία τάξη σε μια πολύ δύσκολη χρονική περίοδο. Αυτό όμως δεν αναιρεί και αρκετά λάθη όσων αφορά κυρίως στα εσωτερικά της ΝΔ και γι’ αυτό το λόγο έκανε με ευσυνειδησία πίσω. Μπορεί να ήρθε η ώρα να παραιτηθεί απ’ το αξίωμα του, δεν ήρθε όμως η ώρα που η ιστορία θα τον δικαιώσει για τις επιλογές του.
Η επόμενη μέρα στη ΝΔ αφορά άμεσα και την επόμενη μέρα στη χώρα μας. Αν και γνωστό ότι μπορούμε να ξανασυνθέσουμε την Ελλάδα με μια ελιά, ένα αμπέλι κ ένα καράβι όλα αυτά γίνονται πιο ισχυρά όταν βρίσκονται υπό τη σκέπη της προστατευτικής ομπρέλας της Ευρώπης.
Η ΝΔ έχει αποδείξει ότι είναι πάντα παρούσα στις κρίσιμες εξελίξεις της χώρας.
Η Ελλάδα έχει δείξει ότι τα καταφέρνει.
Η ΝΔ θα συνεχίσει να είναι το φρένο στην κατρακύλα της χώρας.
Η Ελλάδα θα τα καταφέρει.
Μια εβδομάδα δημοψηφισματικής
αναμονής αρκούσε για να αποκαλύψει όλο το εύρος των πολιτικών, οικονομικών
και κοινωνικών αδιεξόδων στα οποία εγκλωβίστηκε η κυβέρνηση. Ξεκίνησε μια θεωρητικά
θεμιτή δημοκρατική διαδικασία χωρίς υποκείμενο, αντικείμενο και....
κατηγορούμενο! Το ερώτημα τίθεται επί μιας ανύπαρκτης συμφωνίας, με την χώρα
εκτός προγράμματος και τους πολίτες ανενημέρωτους για τις βραχυπρόθεσμες αλλά
κυρίως τις δυνητικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της μιας ή της άλλης
επιλογής.
Οι πολίτες
βιώνουν πρωτόγνωρες εμπειρίες όπως κεφαλαιακοί έλεγχοι, πρώτα σημάδια
ανεπάρκειας προϊόντων και φαρμάκων. Η οικονομία πέρασε από το «πάγωμα» των
προηγούμενων πέντε μηνών στην αποσύνθεση των αρχικών ελλείψεων πρώτων υλών και
της αδυναμίας εύρυθμων συναλλαγών. Η διεθνής εικόνα στιγματίστηκε μόνιμα
από την μη πληρωμή του ΔΝΤ και τις ταπεινωτικές δηλώσεις του Γ.Γ. του
Συμβουλίου της Ευρώπης για παράτυπο δημοψήφισμα, γεγονότα πρωτοφανή για μια ανεπτυγμένη
Δυτική χώρα.
Η κυβέρνηση
επιχειρεί να φέρει τον πολίτη πάνω από μια κάλπη αποκλειστικά με θυμική
προδιάθεση και λογική απέχθεια απέναντι στην λιτότητα, την οποία όμως η
ίδια αναπαράγει βυθίζοντας κάθε μέρα όλο και περισσότερο την οικονομία στην
ύφεση δημιουργώντας έτσι την ανάγκη για όλο και σκληρότερα δημοσιονομικά
μέτρα. Με τον ίδια ευκολία που υπέκλεψαν την εκλογική ψήφο του Ιανουαρίου
υποσχόμενοι φοροελαφρύνσεις και αυξήσεις εισοδημάτων, έρχονται σήμερα να
ζητήσουν νέα λευκή επιταγή για να πετύχουν υποτίθεται (πως και γιατί
άραγε;) καλύτερα διαπραγματευτικά αποτελέσματα.
Όσο αξιόπιστη
ήταν η προεκλογική απάντηση τους ότι ούτε δεν υπάρχει ούτε μια στο
εκατομμύριο πιθανότητα να μην δεχτούν οι εταίροι τις προτάσεις μας άλλο
τόσο τεκμηριωμένη είναι η υπόσχεση ότι ένα ενισχυμένο ΟΧΙ στο δημοψήφισμα
συμβάλλει την προοπτική συμφωνίας. Όσο ισχυρό εργαλείο αποδείχτηκε το
36,5% του ΣΥΡΙΖΑ, το 41% της κυβερνητικής πλειοψηφίας ή το 80% της αρχικής
αποδοχής της, άλλο τόσο δυνατό όπλο θα είναι το όποιο δημοψηφισματικό ποσοστό.
Από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο σεβασμός στην ελληνική λαϊκή ετυμηγορία
αδυνατίζει την ισχύ των Ευρωπαίων αξιωματούχων και των εκλογικών πλειοψηφιών
που οι ίδιοι εκπροσωπούν.
Ας πούμε λοιπόν
μερικές αυταπόδεικτες αλήθειες. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη προσυπογράψει το ΝΑΙ στη νέα
λιτότητα με πολλαπλάσια μέτρα που αφορούν κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση.
Όσο καθυστερεί την υπογραφή της συμφωνίας τόσο διευρύνει και μονιμοποιεί τη
σκληρότητα της και αντιστρέφει την αναπτυξιακή ροπή που είχε αρχίσει να
διαμορφώνεται και θα έδινε τη δυνατότητα για σταδιακή άρση μνημονιακών
αδικιών. Όσο διαπραγματεύεται πρωτίστως με το κομματικό κατεστημένο του, το
τραπεζικό σύστημα θα παραμένει κλειστό και οι καταθέσεις θα τίθενται σε
προοπτική αμφισβήτησης όντας εκτός κάλυψης ΕΚΤ.
Η ελληνική
κοινωνία είναι σταθερά προσηλωμένη στην Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και
δηλώνει κατά 75% υποστηρικτική στο ευρώ. Αν ο Τσίπρας δεν προετοιμάζει την
ηρωική έξοδο του, προφασιζόμενος μια αρνητική για τον ίδιο κατάληξη του
δημοψηφίσματος, θα είναι υπόλογος στο διηνεκές για το ότι ενέπλεξε τη
χώρα σε μια περιπέτεια χωρίς προφανή εθνικό στόχο δημιουργώντας ένα διχαστικό
κλίμα που μόνο χρήσιμο δεν είναι για την ανόρθωση του τόπου.
Το ΝΑΙ στη
λογική, το ΝΑΙ σε ένα υπαρκτό κι όχι σε ένα φαντασιακό μέλλον, το ΝΑΙ στην
εθνική ενότητα, στην κοινή προσπάθεια για απεμπλοκή από τον φαύλο κύκλο
της δημοσιονομικής αστάθειας, της υπερχρέωσης και την παραγωγική αναγέννηση δεν
θα προκύψει από στρουθοκαμηλικές μικροκομματικές κινήσεις όπως το άκαιρο
και άτοπο δημοψήφισμα του κ.Τσίπρα. Κι αυτό το ηχηρό μήνυμα ελπίζουμε να το
λάβει έγκαιρα ο πρωθυπουργός πριν του το στείλει εκκωφαντικά η κοινωνία...
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το δημοψήφισμα,
ακόμη κι αν τελικά δεν πραγματοποιηθεί, θα αποτελέσει την πολιτική λαιμητόμο
του Αλέξη Τσίπρα. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για το τελευταίο απομεινάρι της
εσωτερικής θεωρίας των παιγνίων του Βαρουφάκη που κατευθύνεται προς την
ανυποψίαστη και θυμική κοινωνία ή μια έμπνευση των κοντινότερων συμβούλων
του πρωθυπουργού αλλά με αυτή του την πρωτοβουλία άνοιξε μια πόρτα που ή θα
μείνει ανοιχτή φέρνοντας παγωμένο αέρα για τη χώρα ή θα κλείσει με κρότο
κλείνοντας απ’ έξω τον κυβερνητικό παροξυσμό.
Υποθέτω ότι
κάποιοι, οι ίδιοι που ανακάλυψαν το ανύπαρκτο 1 τρισ. των επιπτώσεων του
Grexit στην Ε.Ε., επένδυσαν σε μια αισθητή
αναταραχή των χρηματαγορών και την εκτόξευση του κόστους δανεισμού των εταίρων
μας ως μιας διαπραγματευτικής χρήσιμης «ποινής» που θα τους επιβάλαμε και στην
πίεση της οποίας θα υπέκυπταν προσφέροντας μας γη και ύδωρ. Βέβαια με τις βαρύγδουπες
δημοψηφισματικές ανακοινώσεις σχεδόν ξεχάσαμε ότι το κυβερνητικό «γη και
ύδωρ» είναι η κυβερνητική πρόταση υπερφολόγησης νοικοκυριών κι επιχειρήσεων με
8 δισ. που δεν το λες και περήφανη επαναστατική νίκη!
Βέβαια οι αγορές
δεν αντέδρασαν με τον αναμενόμενο από την κυβέρνηση τρόπο. Οι διακυμάνσεις
κρατήθηκαν στα πλαίσια των συνηθισμένων ημερήσιων διαφοροποιήσεων, το ευρώ
ενισχύθηκε μάλιστα έστω και ελάχιστα αντί να κατακρημνιστεί, τα επιτόκια
δανεισμού των Ευρωπαϊκών χωρών δεν είχαν σημαντικές μεταβολές. Το πρώτο μέρος
του φοβικού σχεδίου, αυτό προς το εξωτερικό, αποδείχτηκε υπερεκτιμημένο και
απολύτως ανυπόστατο.
Το δεύτερο μέρος
του σχεδίου στηρίζονταν στην διάχυση ενός φοβικού συνδρόμου στο εσωτερικό
με περιορισμό αναλήψεων, τμηματική καταβολή συντάξεων, αρχικά προβλήματα σε
προμήθεια προϊόντων κλπ. Ένα είδος προπλάσματος του περιβάλλοντος που θα έφερνε
μια οριστική ρήξη και έξοδος από το ευρώ. Οι πολίτες αντέδρασαν με περισσή
ψυχραιμία και δεν κατρακύλησαν προς τον παρελκυστικό διχασμό που
τεχνηέντως δημιούργησε η κυβέρνηση.
Έμεινε βέβαια το
άγχος και η κατήφεια για τις συνέπειες μιας αμετάκλητης σύγκρουσης αφού
κανείς δεν πείθεται από τις διαρκώς αυτοαναιρούμενες διαβεβαιώσεις για άνοιγμα
των τραπεζών από τη στιγμή που είναι γνωστό ότι από τη Δευτέρα και χωρίς
πρόγραμμα προσαρμογής διακόπτεται ο ELA και μένουν στο έλεος της τύχης τους αναγκαζόμενες να προχωρήσουν σε
εσωτερικό δανεισμό ή σε αλλαγή νομίσματος.
Αν ο Τσίπρας
προχωρήσει έστω και την ύστατη ώρα στην υπογραφή μιας συμφωνίας που θα
πλησιάζει πολύ στις δικές τους κάκιστες προτάσεις και θα περιλαμβάνει μια
αναφορά για τη ρύθμιση του χρέους που είναι δεδομένο ότι θα γίνει με τους
παραμετρικούς όρους που έχουν τεθεί από το 2012, θα έχει αποδειχτεί ένας αριβίστας,
οπορτουνιστής που δεν φείδεται επικοινωνιακών τεχνασμάτων για να διατηρήσει
τη θέση του.
Η ανακούφιση που
θα υπάρξει στην κοινωνία μπορεί να τον μετατρέψει παροδικά σε σωτήρα σύντομα
όμως και μόλις κατακάτσει η αναστάτωση του πρώτου σοκ θα εντυπωθεί στις ψυχές
μας ως ο πολιτικός εκείνος που χρησιμοποίησε τα ταπεινότερα πολιτικά εργαλεία
για να εγκλωβίσει τους πολίτες στο σχέδιο του θέτοντας σε αμφιβολία την
Ευρωπαϊκή μας πορεία και διαταράσσοντας την διεθνή αξιοπιστία και το κύρος
της χώρας.
Ακόμα κι αν δεν
ολοκληρωθεί το δημοψήφισμα και δεν υπερισχύσει το ΟΧΙ για να κρυφτεί πίσω από
τη δημοκρατική επίφαση της υφαρπαγής της ψήφου με ψευδεπίγραφο και
παραπλανητικό ερώτημα, η στάση των τελευταίων ημερών θα μετατραπεί στον
χειρότερο εφιάλτη του Αλέξη Τσίπρα. Έναν εφιάλτη που θα τον κουβαλάει ως την χειρότερη
παρακαταθήκη για όσο διάστημα συνεχίσει να έχει ρόλο στα κοινά.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη,
Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ
Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ
Τούτες τις κρίσιμες ώρες και λίγες ώρες
πριν ανοίξουν οι κάλπες για το περιβόητο δημοψήφισμα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί
σας κάποια ερωτήματα για τα οποία βέβαια θα κληθούμε να απαντήσουμε έστω και
ασυνείδητα όλοι εμείς, που θα ψηφίσουμε την Κυριακή. Αρχικά εκπλήσσομαι από το γεγονός, ότι μια
αριστερή κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή εντελώς ξαφνικά στο όνομα της επίκλησης
μιας δημοκρατικής διαδικασίας (δημοψήφισμα) ζητά την έκφραση της λαϊκής
βούλησης εκ νέου για να αποφανθεί επί ενός ερωτήματος στηριγμένο σε ένα
ανυπόγραφο σχέδιο, το οποίο αργότερα οι ίδιοι οι θεσμοί/Τρόικα απόσυραν. Άραγε
η πρώτη φορά αριστερά κυβέρνηση έτσι αντιλαμβάνεται τη Δημοκρατία ή χρησιμοποιεί
κατ’ επίφαση τη Δημοκρατία;;;
Περαιτέρω, αδίστακτα ωθεί τον κόσμο μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αποφανθεί
χωρίς καν να ξέρει επί τίνος θέματος καλείται να αποφασίσει, παρά σε κλίμα
«δημιουργικής ασάφειας» τον καλεί να αποφανθεί για το μέλλον όχι μόνο το δικό
του, αλλά και των επόμενων γενιών;;; Γιατί διενεργεί δημοψήφισμα στην τελική;;;
Τόσους μήνες που διαπραγματευόταν μήπως ΑΠΕΤΥΧΕ αλλά διστάζει να το
παραδεχτεί;;;
Επικαλείται τάχα η αριστερή κυβέρνηση,
ότι ωθείται σε αυτές τις ενέργειες γιατί τάχα θέλει να αλλάξει την Ευρώπη και
να την κάνει την Ευρώπη της Κοινωνικής Συνοχής, της Αλληλεγγύης και της
Δικαιοσύνης. Ειλικρινά, ξέρει αλήθεια τι πράττει;;; Ποιος αλήθεια δεν το θέλει
αυτό;;; Αλλά μέχρι τώρα τί κατόρθωσε η
πρώτη φορά Αριστερά Κυβέρνηση;;; Να απομονώσει την χώρα μας, να μην πληρώσουμε
το ΔΝΤ με ό,τι αυτό συνεπάγεται, να κινδυνεύουμε να μετατραπούμε σε
Τριτοκοσμική χώρα και φυσικά να
βιώσουμε πρωτοφανείς σκηνές εξαθλίωσης και μάλιστα με κυβέρνηση αριστερή.
Δυστυχώς ποιος αλήθεια ξέρει ακόμη τι μέλλει γενέσθαι (εφιαλτικά σενάρια
κουρέματος καταθέσεων);;;
Έτσι άραγε αντιλαμβάνεται η πρώτη φορά αριστερά κυβέρνηση την
αλλαγή της Ευρώπης;;; Έχει καταλάβει τι παγκόσμιο σύστημα νεοφιλελεύθερης
διακυβέρνησης επικρατεί;;; Ο κόσμος έχει συνειδητοποιήσει, ότι αλλάζει με
ΔΙΕΘΝΕΙΣ συμμαχίες και όχι με μονομερείς ενέργειες;;; Μήπως εντέλει
χρησιμοποίησε το δημοψήφισμα καταστρατηγώντας το Σύνταγμα (πχ ερώτημα
δημοσιονομικού χαρακτήρα) τάχα για να υφαρπάξει την ψήφο των πολιτών και να μας
γυρίσει στο δραχμή, ή μήπως για να εξυπηρετήσει τα δικά της κομματικά
συμφέροντα υπέρτερα των εθνικών, όπως εύστοχα ο υπουργός Τσακαλώτος με μεγάλη
ειλικρίνεια αποκάλυψε σήμερα ή μήπως γιατί μέσα στην κυβέρνηση επικράτησαν
ιδεοληπτικές φωνές;;; Άραγε πώς πιστεύει ότι με το ΌΧΙ, που επιζητά σφόδρα από
τον κόσμο, θα συμφωνήσει με τους εταίρους και δανειστές, όταν οι ίδιοι
ερμηνεύουν το ΌΧΙ ως ψήφος κατά της Ευρώπης και του Ευρώ;;;
Τι άραγε κατάφερε με το δημοψήφισμα οι
ιστορικοί του μέλλοντος σίγουρα θα αποφανθούν με περισσότερη αντικειμενικότητα
από μας. Σίγουρα κατάφερε να διχάσει τους έλληνες και αυτό δεν είναι ένα
ερώτημα, αλλά μία αλήθεια, που όλοι μας οφείλουμε να παραδεχτούμε ως
αντικειμενική. Όλα άλλωστε τα δημοψηφίσματα ιστορικά (πχ το δημοψήφισμα επί του
πολιτειακού ζητήματος) αυτό έχουν αποδείξει.
Ας
ευχηθούμε η Ελλάδα, η χώρα μας να μην μετατραπεί σε Ζιμπάμπουε όπως
προειδοποίησε ο Ευρωβουλευτής Χρυσόγονος και ας μην επαληθευτούν τα λόγια του
μεγάλου καθηγητή Τσουκαλά που πρόσφατα δήλωσε «Ας μη φτάσει ποτέ η ώρα εκείνη που θα λέμε πως «η στιγμή της
ελευθερίας μας ήταν χθες». Ας ψηφίσουμε ΝΑΙ στην Ελλάδα, ΝΑΙ στην Ευρώπη
και ΌΧΙ στον Τρίτο Κόσμο…
Εορτάζοντας τους πέντε
μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταλήγουμε σε μια συμφωνία που απέχει
παρασάγγας όχι μόνο από κάθε προεκλογική εξαγγελία τους αλλά κι από το πλαίσιο
δημιουργικής ασάφειας το οποίο υποτίθεται ότι έθετε η συμφωνία της 20ης
Φεβρουαρίου. Παρόλο όμως που έδωσαν έναν γοργό σάλτο πάνω από τις κόκκινες
γραμμές και βρέθηκαν στο άλλο άκρο της υπερφορολόγησης νοικοκυριών και
επιχειρήσεων, οφείλει καθένας μας να τους αναγνωρίσει ότι πέτυχαν να
εγκλωβίσουν την συζήτηση σε ένα διπλό προνομιακό για αυτούς πεδίο.
Από την μια, αυτή
η χρονικά κλιμακωτή υποχώρηση προς θέσεις που απάλειφαν κάθε αρχική
κυβερνητική υπόσχεση, δημιουργούσε όλο και μεγαλύτερη ανοχή σε επιλογές
ιδεολογικά ασύμβατες ειδικά με τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχτιζαν σταδιακά μια
επιχειρηματολογία που από την συμβολική μεταφορά ενός προϊόντος σε υψηλότερο
συντελεστή ΦΠΑ κατέληξε στον χαρακτηρισμό μακαρονιών και κονσερβών ως προϊόντων
πολυτελείας! Πέρασαν βήμα, βήμα από την προστασία μισθών και συντάξεων στην
έμμεση οριζόντια μείωση τους.
Η ειδική
εισφορά, η μείωση της οποίας κατά 30% καταψηφίστηκε από το ΣΥΡΙΖΑ
υποσχόμενος πλήρη κατάργηση, πλέον παρουσιάζεται ως αναδιανεμητικό εργαλείο! Η
φορολόγηση ακινήτων διατηρείται άθικτη έως και το 2016, οι ιδιωτικοποιήσεις έπαψαν
να αποτελούν ιδεολογικό ανάχωμα όπως και το άνοιγμα αγορών και
επαγγελμάτων.
Τα επικοινωνιακά
αντίδοτα στη σκληρή φορολόγηση των νοικοκυριών είναι η υψηλή φορολόγηση και
των επιχειρήσεων και η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που κάποιοι παριστάνουν
ότι δεν καταλαβαίνουν πως το αυτό το αυξημένο κόστος, ειδικά μέσα στην νέα
περίοδο ύφεσης, θα οδηγήσει τις εταιρείες είτε σε αύξηση τιμών, είτε σε
μισθολογικές μειώσεις, είτε σε απολύσεις.
Τι κι αν η σύγκριση
των τωρινών μέτρων (8 δισ.), όχι μόνο με το email Χαρδούβελη (900 εκ.) αλλά και με τις τότε απαιτήσεις των εταίρων (1,8
δισ.) αποδεικνύει την χαώδη διαφορά που δημιούργησε η οικονομική απραξία πέντε
μηνών; Τι κι αν τα μειωμένα πλεονάσματα δεν σημαίνουν λιγότερα μέτρα
αλλά τουναντίον αδυναμία αύξησης των κρατικών εσόδων από την ανύπαρκτη πλέον
ανάπτυξη και μετακύλιση βαρών στις πλάτες των πολιτών; Τι κι αν το αναπτυξιακό
πακέτο Γιουνκέρ ήταν προειλημμένη απόφαση (όπως κι αυτή για την
αναδιάρθρωση του χρέους) που όμως χρειάζεται ισχυρή μόχλευση από ιδιωτικά
κεφάλαια;
Μεγάλο μέρος της
κοινωνίας και του πολιτικού λόγου εγκλωβίστηκε στις υπαρκτές αντιφάσεις του
ΣΥΡΙΖΑ και «επένδυσε» στο σενάριο της ρήξης και της επιστροφής στην
δραχμή, ανοίγοντας χώρο για την πιο θετική αντιμετώπιση της κυβέρνησης για την
τεράστια μετατόπιση της προς φαινομενικά πιο ορθολογικές θέσεις. Η εμμονή με
την δραχμοκαταστροφή που θα υποχρεωτικά θα έφερνε η νέα κυβέρνηση, άφησε
περιθώρια για πιο χαλαρή αντιμετώπιση των κυβιστήσεων της και για την
δημιουργία μιας πιο θετικής διαπραγματευτικής εικόνας, εφόσον ολοκληρωθεί η
συμφωνία, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Όσο γρήγορα ξεπεράστηκαν
όλες οι κόκκινες γραμμές άλλο τόσο η δραχμοσυζήτηση αποπροσανατολίζει πλέον
τους πολίτες από μια κατ’ επίφαση Ευρωπαϊκή κυβερνητική στροφή. Όσο έντονα
ποδοπατήθηκαν οι υποσχέσεις στο βωμό της κυβερνησιμότητας και της
διατήρησης της εξουσίας, άλλο τόσο η πίστη ότι η ανικανότητα και η ιδεοληψία
τους θα φέρει υποχρεωτικά τη ρήξη ενισχύει το ανύπαρκτο Ευρωπαϊκό προφίλ του
ΣΥΡΙΖΑ ακόμα κι όταν αναγκάζεται να φέρει την χειρότερη δυνατή συμφωνία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος

Μια συμφωνία που
σαν αποτέλεσμα καθυστερήσεων φορτώνει όλο και περισσότερο τον λογαριασμό για τα
νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Ένας πρωθυπουργός
που επιχειρεί να δικαιολογηθεί προσποιούμενος ακόμη ότι φέρνει το τέλος της
λιτότητας σε συσκευασία άνω των 8 δισ. ευρώ.
Η ΠτΒ διαγράφει
(νοητικά) σχεδόν όλο το δημόσιο χρέος με απόφαση της μη θεσμικής επιτροπής
ελέγχου του, του τάγματος των ξυπόλυτων ειδικών.
Η κοινωνία
υπερασπίζεται μαζικά την συνέχιση της Ευρωπαϊκής πορείας συνειδητοποιώντας ότι
αυτό είναι το μόνο υπαρκτό πεδίο διεκδικήσεων. Μας μιλά για τις συγκεντρώσεις
με τίτλο «Μένουμε Ευρώπη» ο άνθρωπος που ξεκίνησε την οργάνωση των εκδηλώσεων
μέσω facebook ο κ. Άγγελος Φραγκόπουλος (από το 1.38.45
έως το 1.51.23 της εκπομπής).
Μέναμε Ευρώπη
πολύ πριν υπάρξει η Ε.Ε. και η ΟΝΕ. Μένουμε Ευρώπη γιατί, έτσι κι αλλιώς,
αποτελούμε συστατικό γεωγραφικό και ιστορικό στοιχείο αυτής της ηπείρου.
Μόνο που οι απαραίτητες δηλώσεις εθνικής ταυτοποίησης δεν αρκούν για να
καλύψουν τις πολυεπίπεδες απαιτήσεις του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου σκηνικού.
Πλέον Μένουμε Ευρώπη και επειδή στα πλαίσια του ανηλεή συναλλαγματικού πολέμου,
της αναδιανομής της οικονομικής ισχύος με τις αναδυόμενες δυνάμεις να διεκδικούν
την πρωτοκαθεδρία, χώρες όπως η Ελλάδα έχουν ανάγκη των πλεονεκτημάτων που
προσφέρουν ή εν δυνάμει μπορούν να προσφέρουν οι υπερεθνικοί θεσμοί.
Δεν είναι
απαραίτητο να αναπτύξω ξανά τα επιχειρήματα στήριξης της Ευρωπαϊκής πορείας
ή της ένταξης στο ευρώ. Η κοινωνία σθεναρά τάσσεται υπέρ και των δυο σε
συντριπτικά ποσοστά που αγγίζουν το 80% ακόμα και σε αυτή την δύσκολη
οικονομική συγκυρία που με ευκολία αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι
για να φορτώσουμε κάθε αμαρτία σχετική με την κρίση. Είναι γεγονός ότι το ευρώ
δημιουργήθηκε χωρίς τις δομές που χρειαζόταν και η Ελλάδα εισήλθε σε αυτό χωρίς
να διαθέτει την μεταρρυθμιστική πληρότητα για να ανταποκριθεί στις
απαιτήσεις του.
Οι πάντες όμως
αναγνωρίζουν πλέον, ακόμα και οι περισσότεροι από όσους αντιτάχθηκαν στο αρχικό
Ευρωπαϊκό όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι το μοναδικό οικονομικό
και διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να οικοδομήσει ένα
σταθερό και βιώσιμο μέλλον, είναι το Ευρωπαϊκό. Μέσα από μια δυναμική
διαδικασία όπου γίνονται και λάθη, αποφάσεις καθυστερούν, δομές
αποδεικνύονται δυσλειτουργικές αλλά ταυτόχρονα δίνονται και λύσεις που
αποτρέπουν ακόμα πιο επώδυνες εξελίξεις, προκύπτουν κοινές πολιτικές που
στηρίζουν την ανάπτυξη, την απασχόληση.
Οι εκδηλώσεις
«Μένουμε Ευρώπη» δεν προέκυψαν ως ανάγκη καθαγιασμού κάθε μνημονιακού
λάθους. Άλλωστε οι εσφαλμένες αρχικές εκτιμήσεις με τους υποτιμημένους δημοσιονομικούς
πολλαπλασιαστές ή την δυνατότητα επίτευξης της προσαρμογής και επανόδου
στις αγορές μέσα σε δυο χρόνια, όπως τις επισημαίναμε από το 2009, έχουν γίνει
πλέον αποδεκτές από το ίδιο το ΔΝΤ. Ούτε απέκτησαν αυτές οι συγκεντρώσεις
ανεπανάληπτη μαζικότητα επειδή κάποιοι επιθυμούν την άνευ όρων παράδοση στους όρους
των δανειστών.
Τουναντίον μάλλον
προσπαθούν να αφυπνίσουν όσους πιστεύουν ότι με την πεντάμηνη
διαπραγματευτική καθυστέρηση της δημιουργικής ασάφειας, το απόλυτο «πάγωμα»
της οικονομικής δραστηριότητας και την κατάληξη σε συνταγές, που πριν λίγους
μήνες είχαμε φτάσει στο σημείο να μπορούμε να τις αποφύγουμε, όπως η υπερφορολόγηση
των πολιτών ή η «ποινικοποίηση» της επιχειρηματικής δράσης, μπορούμε να
ελπίζουμε σε ένα πιο πρόσφορο μέλλον, σε μια πραγματικά καλύτερη Ελλάδα.
Μένουμε Ευρώπη
γιατί διεκδικούμε για την Ελλάδα την θέση που της αρμόζει στο Ευρωπαϊκό στερέωμα.
Μιας θέσης δημιουργίας, ευθύνης, αποφασιστικότητας. Μιας Ελλάδας που δεν
θεωρεί τον δημόσιο τομέα αποκούμπι προσωπικών φιλοδοξιών. Δεν αντιμετωπίζει το
κοινωνικό κράτος ως ψηφοθηρικό εργαλείο. Δεν φθονεί την επιτυχία και την
επιχειρηματική πρωτοβουλία. Δεν αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες όπως
η ασφάλεια των πολιτών, η ιδεολογικά ακηδεμόνευτη Παιδεία, η στιβαρή θεσμική
λειτουργία και η δημοκρατική ανοχή.
Μένουμε Ευρώπη
επειδή, πέρα από επιμέρους διαφωνίες, η συντριπτική πλειοψηφία των
Ελλήνων αναγνωρίζουμε ότι αν τολμήσεις να εγκαταλείψεις το μοναδικό υπαρκτό
«γήπεδο» διεκδικήσεων για να πλεύσεις σε άγνωστες ανοιχτές θάλασσες
γεμάτες υφάλους και σκυλόψαρα, όπως μεγάλο μέρος κυβερνητικών παραγόντων
προτείνει πλέον ανοικτά, ή επιλέξεις την στιγμή που η αρνητική πορεία των
τελευταίων ετών άρχιζε να αντιστρέφεται, πολιτικές που αναπαράγουν την ύφεση
και δεν επιλύουν χρόνια κοινωνικά ζητήματα όπως το ασφαλιστικό, το μόνο που θα
κατορθώσεις είναι να στείλεις οριστικά την χώρα στην ξέρα της οικονομικής
και διπλωματικής απομόνωσης.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος













