Δεν χρειαζόταν η
επιβεβαίωση από τις δηλώσεις του Γιούνκερ για να σιγουρευτούμε σχετικά με το
εύρος της επιβάρυνσης από το νέο σύστημα ΦΠΑ. Μόνο αφελείς
ενστερνίζονταν τις επιπόλαιες δηλώσεις του Βαρουφάκη για ασυγκράτητη παλίρροια
ανάπτυξης που θα δημιουργήσουν οι μεταβολές στους συντελεστές και θα
παρασύρει την τρεκλίζουσα οικονομία. Άλλοι πάλι απλά παρίσταναν ότι
αποδέχονταν τις γραφικές του αναλύσεις γιατί επιθυμούν να συνεχίσουν το ταξίδι
του νου στους αισιόδοξους αιθέρες όπου ακόμα υπάρχουν δικαιολογίες την
εσφαλμένη επιλογή των προηγούμενων εκλογών.
Όποιο από τα
προβαλλόμενα σενάρια κι αν προσέγγιζες τεχνικά αποδεικνυόταν ότι σκοπός των
αλλαγών είναι αποκλειστικά η αύξηση των κρατικών εσόδων με τρόπο που θα επιτρέπει
στην κυβέρνηση να διακηρρύσει ότι δεν άγγιξε απευθείας μισθούς και συντάξεις.
Με μια λογική κοντινή στην πληθωριστική αντίληψη προηγούμενων δεκαετιών
όπου η ψευδαίσθηση του χρήματος κάλυπτε ψυχολογικά μέρος του ροκανίσματος των
εισοδημάτων, θεωρείται προτιμότερη η έμμεση αύξηση των τιμών, που στα
περισσότερα προϊόντα θα είναι μεγαλύτερη της αύξησης του ΦΠΑ λόγω της επιβάρυνσης
του λειτουργικού και παραγωγικού κόστους.
Ακόμα κι αν το
συνολικό βάρος για την οικονομία δεν έφθανε στο 1% του ΑΕΠ (1,8 δις)
όπως μας ενημέρωσε ο Γιούνκερ, το πλήγμα για τους ρυθμούς ανάπτυξης και την
ανεργία θα ήταν καίριο. Μόνο το μέτρο του ΦΠΑ θα καθυστερήσει κατά
τουλάχιστον 0,8% την ανάκαμψη ενώ το συνολικό πακέτο των 5 δις μέτρων μαζί
με τον περιορισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 4 δις (που θα παρουσιαστεί
ως κορυφαία επιτυχία!) ο οποίος θα προκύψει ως φυσικό επακόλουθο της
οικονομικής καχεξίας κι όχι ως Ευρωπαϊκό δώρο θα απορροφήσουν τέσσερις
ολόκληρες αναπτυξιακές μονάδες στέλνοντας μας σε ξεκάθαρη ύφεση 1-1,5%.
Βέβαια ο
συμβολισμός του συγκεκριμένου ποσού είναι εξαιρετικά ισχυρός. 1% του ΑΕΠ
προβλεπόταν ότι θα έφθανε μέσα στην επόμενη διετία ο ΕΝΦΙΑ και περίπου
σε αυτό το ποσό (1,5 δις) υπολογιζόταν με βάση προεκλογικές δηλώσεις του Παππά
το ύφος του νέου φόρου ακινήτων που κάποια στιγμή το 2016 θα μας παρουσιάσει ο
ΣΥΡΙΖΑ. Πως μπορείς να αποφύγεις τον συνειρμό και να μην αναφωνήσεις
«καλωσόρισες νέε ΕΝΦΙΑ!».
Διατηρώντας προς
το παρόν αναλλοίωτο τον υπάρχοντα ΕΝΦΙΑ και προσθέτοντας στο φορολογικό
οπλοστάσιο του έναν «αναβαθμισμένο» ΦΠΑ με αντίστοιχα έσοδα ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε
το αδιανόητο. Να δημιουργήσει ένα εισπρακτικό κλώνο του ΕΝΦΙΑ
επιβαρύνοντας κατά μέσο όρο κάθε ελληνική οικογένεια με πάνω από 500 ευρώ
ετησίως μόνο από το ΦΠΑ και σχεδόν 1500 ευρώ από το σύνολο των μέτρων. Περιττή
κάθε σύγκριση με την προηγούμενη επιβάρυνση λίγων εκατοντάδων εκατομμυρίων από
την αύξηση του ΦΠΑ στα ξενοδοχεία που αφού δεν θα συνδυάζονταν με άνοδο
στο ενεργειακό και άλλα κόστη θα υπήρχε η δυνατότητα να απορροφηθεί σε κάποιο βαθμό
από την αγορά.
Δεν είμαι βέβαιος
ότι αυτός ο «νέος ΕΝΦΙΑ» θα τύχει της ίδιας σθεναρής αντίδρασης από την
κοινωνία. Το γεγονός ότι θα «δαγκώνει» μέρα με τη μέρα τον οικογενειακό
προϋπολογισμό αργώντας να κάνει εμφανή τα σημάδια που προκαλεί, σε συνδυασμό με
την ανάγκη εξορθολογισμού κάθε παράταιρης ιδέας που προκύπτει από την
κοινωνική κόπωση πέντε δύσκολων ετών και την προσπάθεια κάθε ψηφοφόρου να
πείσει τον εαυτό του ότι η θετική σκέψη μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη
προφητεία, αρκούν για να κάμψουν τις αντιστάσεις πολλών.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η συμφωνία που
όλο πλησιάζει κι όλο ξεμακραίνει με κεντρικό ζητούμενο μια μεταρρύθμιση στο ΦΠΑ
που θα επιβαρύνει τα νοικοκυριά με σχεδόν έναν ακόμα ΕΝΦΙΑ.
Η Ζωή
Κωνσταντοπούλου δίνει παραστάσεις εντός κι εκτός κοινοβουλίου σκορπώντας
απλόχερα χαμόγελα, ημικρανίες και θεσμική αναταραχή σε όποιον τολμήσει να
αμφισβητήσει τις μεθόδους της κι ο Βαρουφάκης αρέσκεται στην ψηφιακή καταγραφή
του πολιτικού πορνό που βιώνει στα Eurogroup!
Η ΝΔ μπρος σε μια
απόφαση που θα διαχωρίζει την μη στήριξη μιας συμφωνίας εμφανώς χειρότερης από
τη δική της από την προοπτική της χώρας σε περίπτωση που προκύψει θέμα νέας
κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Όλα αυτά στο
«Φρενοκομείο» με τον Κώστα Μανίκα την Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio. Εκεί που η
σοβαρότητα βρίσκει καταφύγιο ακόμα και στη σάτιρα!
Η εξαγγελία για σκίσιμο
του μνημονίου με έναν νόμο δεν ήταν σχήμα λόγου. Ήταν σχήμα επιλόγου της
πολυετούς συναισθηματικής φόρτισης μιας ολόκληρης κοινωνίας γι’ αυτό και
ξεπερνούσε το πρόσχωμα του ορθολογισμού και μετατρέπονταν σε ανέκφραστη ελπίδα
ανακούφισης στα μύχια της σκέψης ακόμα και των πιο δύσπιστων σε προεκλογικές
υποσχέσεις. Η ανάκληση της ως κομματική επικοινωνιακή υπερβολή συμβατή
με την εκλογικά αναγκαία επαναστατική έγερση των μαζών όχι μόνο δεν επαρκεί ως
δικαιολογία αλλά τουναντίον επιτείνει το παράλογο που διέπει πολλές από τις
κυβερνητικές δράσεις.
Τι άλλο από σχήμα
(α)λόγου είναι η επάνοδος στην ύφεση που επανέρχεται με καλπασμό αλόγου
και η αύξηση της ανεργίας; Πως αλλιώς εκτός από σχήμα παραλόγου να
χαρακτηρίσεις τα νέα φορολογικά μέτρα όταν επιχειρείται να παρουσιαστούν
ως προκαλούντα... παλίρροια ανάπτυξης, την διατήρηση του ΕΝΦΙΑ και της ειδικής
εισφοράς αλληλεγγύης (ακυρώνοντας ακόμα και κοινοβουλευτικά ψηφισμένες μειώσεις
από το 2014!) ή το στράγγισμα των ταμειακών αποθεμάτων από κάθε πιθανή
πηγή χωρίς καμία σιγουριά για το αν και πότε θα αναπληρωθούν;
Δυστυχώς το σχήμα
παραλόγου δεν περιορίζεται στα οικονομικά ζητήματα. Επεκτείνεται μέρα με τη
μέρα σε πιο θεσμικά θέματα όπως η λειτουργία του κοινοβουλίου, το εκπαιδευτικό
στίγμα και η ποιότητα της ασφάλειας, ο διπλωματικός προσανατολισμός. Από τον
εξευμενισμό των μέχρι χθες κατακριτέων ΠΝΠ και τις πολιτικές ή
συμπεριφορικές υπερβάσεις της ΠτΒ έως την απόρριψη της αριστείας, το
οραματικό πισωγύρισμα των Πανεπιστημίων και την αντιμετώπιση της ασφάλειας των
πολιτών ή της λαθρομετανάστευσης με ιδεοληπτική αγκύλωση, η κυβερνητική
καθημερινότητα βρίθει από υπερβολές, παρορμητισμούς, αφέλειες και
αδημιούργητες ασάφειες.
Η αμετροέπεια των
αυτοκρατορικών διαταγμάτων της Ζωής Κωνσταντοπούλου συναντά την υπεροψία των
αντισυμβατικών γραφικοτήτων του Γιάνη Βαρουφάκη συνιστώντας ένα δυναμικό μίγμα
σοβαροφανούς ελαφρότητας και ελαφρότατης σοβαροφάνειας. Η αίσθηση απόλυτης
εξουσίας διαρρηγνύει τις σχέσεις με τον εσωτερικό συμβιβασμό και απελευθερώνει
τον απρόσβλητο εγωκεντρισμό ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος αδιαμφισβήτητης
αυθεντίας. Κάπου εκεί τελειώνει η ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα και επιβάλλεται η
ταυτόχρονα διασκεδαστική και εκνευριστική επικινδυνότητα της περιθωριακής γραφικότητας.
Φαντάζει ως
φυσική κατάληξη όλων αυτών η καταφυγή σε ανίερες και άτοπες αντιπαραβολές
των σημερινών οικονομικών δυσκολιών και των δεδομένων συνεπειών κάθε
εναλλακτικής επιλογής με την υπερήφανη αυτοθυσία των προγόνων μας απέναντι στον
ταπεινωτικό θάνατο από τον εχθρό. Το προσωπικό διανοητικό Κούγκι αποκτά
διαστάσεις εθνικού σχήματος παραλόγου ταυτίζοντας τις πρόσκαιρες οικονομικές
πληγές με την ακαριαία σφαγή και την ηρωική αυτοχειρία με τον αργό διπλό
θάνατο (οικονομικό και διπλωματικό) της πολιτικής σύγκρουσης.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έξι συναπτά
χρόνια ύφεσης, Λίγο ακόμα και θα κλείναμε επτά χρόνια υφεσιακής φαγούρας
αλλά το 2014 ήρθε με νωχελικούς ρυθμούς να ανατρέψει την καταθλιπτική εικόνα
δίνοντας την πρώτη ετήσια αισιόδοξη αναστροφή του κλίματος, με τρία τρίμηνα
θετικού πρόσημου το τελευταίο μάλιστα από τα οποία άγγιζε το 2% (που
σημαίνει ότι ήδη είχε ξεπεραστεί και ο σκόπελος του θετικού ρυθμού στο
ονομαστικό ΑΕΠ που ήταν το τελευταίο αποκούμπι της Βαρουφάκειας ανάλυσης).
Αυτή η θετική
εξέλιξη δεν έρχεται να αναιρέσει τα σχεδιαστικά λάθη του αρχικού μνημονίου
ούτε να αφαιρέσει από τις πλάτες των Ελληνικών κυβερνήσεων την διαχρονική μεταρρυθμιστική
αναβλητικότητα, αν και τα τελευταία δυο χρόνια έγιναν άλματα βελτίωσης της
ανταγωνιστικότητας και της λειτουργίας του κράτους σε σχέση με τους
συνηθισμένους αναποφάσιστους ρυθμούς.
Το πρώτο τρίμηνο
είναι αποκαλυπτικό της ιδεοληπτικής αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ για την
οικονομία. Μέσα στην διαπραγματευτική ασάφεια, για να καταπνιγεί εκτονωτικά η συσσωρευμένη
κοινωνική πίεση από την λιτότητα παρόλο που η κατάληξη θα είναι μια σκληρή
συμφωνία, πνίγηκαν και οι πρώτες αναπτυξιακές ανάσες. Πέρα από το αιωρούμενο
μέλλον της χώρας, την ανάκαμψη παρέσυραν οι διφορούμενες δηλώσεις για
τις ιδιωτικοποιήσεις, η ανυπαρξία παραγωγικού πλάνου, η έλλειψη προβλέψεων για φορολογικές
ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις (όπως είχαν ανακοινωθεί από την προηγούμενη
κυβέρνηση).
Το αποτέλεσμα δεν
ήταν απλώς η συρρίκνωση του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ούτε
βέβαια η απειροελάχιστη βελτίωση σε σχέση με το βαριά υφεσιακό 1ο
τρίμηνο του 2014 αποτελεί θετική είδηση. Η μεγάλη απώλεια, και σε επίπεδο
κλίματος, προέρχεται από το ότι εξανεμίστηκε η αναπτυξιακή ορμή που
προέβλεπαν όλες οι σχετικές εκθέσεις (Alpha, Eurobank) και ανέβαζαν έως και σε 2,2% τον στόχο.
Σε αυτό
προστίθενται και οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις με την αύξηση του ΦΠΑ
που θα ανεβάσει το ενεργειακό αλλά και το συνολικό κόστος παραγωγής των
εταιρειών, την διατήρηση του ΕΝΦΙΑ και της εισφοράς αλληλεγγύης (χωρίς
τις προβλεπόμενες περικοπές), δίχως να αποκλείονται ειδικές εισφορές επί των
τραπεζικών συναλλαγών ή και άλλες εκπλήξεις!
Περιχαρής ο υπ.
Οικονομικών προαναγγέλλει παλίρροια ανάπτυξης με την αναμόρφωση των
συντελεστών ΦΠΑ που με αυτάρεσκο ύφος... «αποκάλυψε» ότι κορυφαίος
Ευρωπαίος αξιωματούχος την βρήκε τρομερή ιδέα (μήπως δεν κατάλαβε το φλεγματικό
Βορειοευρωπαϊκό χιούμορ;) για να έρθουν ανακοινώσεις που αναιρούν τις προθέσεις
για διπλό ΦΠΑ ανάλογα με το αν οι συναλλαγές γίνονται με μετρητά ή πλαστικό
χρήμα και χωρίς κανείς να έχει διευκρινίσει αν τα είδη διατροφής θα πάνε
όλα στο 9% ή μόνο τα πολύ βασικά (αυγά, γάλα, ψωμί έλεγε ο ίδιος ο Βαρουφάκης
πριν λίγες ημέρες!).
Αναρωτιέται
κανείς τι είδους παλίρροια θα είναι αυτή όταν η αύξηση του ΦΠΑ είναι σε προϊόντα
και υπηρεσίες ανελαστικής κατανάλωσης όπως εστίαση και ΔΕΚΟ ενώ η μείωση σε
καινούρια ακίνητα, αυτοκίνητα, ένδυση, υπόδηση και υπηρεσίες απείρως πιο
ελαστικής ζήτησης. Άλλωστε οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με 23% ΦΠΑ δεν
άνθιζαν τα τελευταία χρόνια, μάλλον εξαϋλώθηκαν για να καλυφθούν βασικές
ανάγκες και φορολογικές υποχρεώσεις, ώστε να προκύψει σημαντική περίσσεια
εισοδήματος από την μείωση του ΦΠΑ που θα μετατραπεί σε κατανάλωση
προϊόντων του χαμηλότερου συντελεστή.
Η συντριπτική
πλειοψηφία του μικρομεσαίου εισοδήματος κατευθύνονταν ήδη σε αυτά και
τώρα ο οικογενειακός προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί σημαντικά αφού πέρα από την
αύξηση του ΦΠΑ θα υποστούν και την άνοδο του επιχειρηματικού λειτουργικού
κόστους που ήδη περιέγραψα. Το πιθανότερο είναι η τιμή βασικών προϊόντων
και υπηρεσιών να αυξηθεί περισσότερο από την αύξηση του ΦΠΑ και μεγάλο μέρος
της μείωσης των υπολοίπων να απορροφηθεί από το ανεβασμένο παραγωγικό κόστος.
Εκτός κι αν
πιστεύει κανείς ότι οι αλλαγές στο ΦΠΑ δεν γίνονται για να αυξηθούν τα
δημόσια έσοδα ή ότι η διευρυμένη χρήση πλαστικού χρήματος, που βοηθά κυρίως
στην απευθείας είσπραξη του ΦΠΑ, θα περιορίσει την παραοικονομία σε ένα απαίδευτο
μάλιστα ψηφιακά κοινό;
Υ.Γ. 1. Η
κυβέρνηση κατορθώνει με μια απόφαση να αποδεκατίσει τον τουρισμό, έναν
από τους ελάχιστους εναπομείναντες αναπτυξιακούς εθνικούς πρωταθλητές, και να αποτελειώσει
τις κατασκευές κατεβάζοντας το ΦΠΑ στα καινούρια ακίνητα (όταν υπάρχει
μηδενική οικοδομική δραστηριότητα) ενώ ταυτόχρονα τον ανεβάζει για τα παλαιά
και για όλες τις υπηρεσίες ανακαίνισης.
Υ.Γ. 2. Αν ισχύει
η πρόταση της Κομισιόν για 5 δις νέων μέτρων ώστε να επιτευχθεί πλεόνασμα
μόλις 0,75% (πάνω από 3% για μετά το 2017 που μάλλον τότε δεν θα
θεωρείται από τον ΣΥΡΙΖΑ καταστροφικός
στόχος!) το μόνο σίγουρο είναι ότι η ύφεση θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν
δεδομένη για το 2015. Χρησιμοποιώντας τους πιο συντηρητικούς πολλαπλασιαστές,
στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βρισκόμαστε στο απόλυτο μηδέν με πιθανότερο το
αρνητικό πρόσημο ίσως και πάνω από –1%.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όταν προκύπτουν ανάγκες
δανεισμού σε προσωπικό επίπεδο θεωρείται δεδομένο ότι θα απευθυνθείς
πρώτιστα στους πολύ δικούς σου ανθρώπους ώστε να αποφύγεις την διάδοση των
δυσκολιών σου στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και την καταφυγή (αν κι εφόσον
είναι δυνατή) σε πιο θεσμικές πηγές με αυξημένο κόστος. Στα κράτη ισχύει μάλλον
η αντίστροφη πορεία. Οι οικονομικές σου επιδόσεις είναι γνωστές σε όλους
γιατί ο δανεισμός σου προέρχεται, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από τις πιο
«ανώνυμες» αγορές κι αν κι εφόσον περιέλθεις σε εξαιρετικά αδύναμη κατάσταση
προστρέχεις προς πιο κοντινούς προορισμούς, εγχώριους και διακρατικούς.
Στην Ελλάδα
έχουμε μια γενικότερη τάση προς το περπάτημα του κάβουρα γι’ αυτό και
κατορθώσαμε ταυτόχρονα να κλείσουμε με τους εταίρους μια ακριβή αρχική συμφωνία
με 5,25% που προσαρμόστηκε κάπως στην πραγματικότητα 1,5 χρόνο μετά και να
αναπαράγουμε με πίστη και ένταση την ύπαρξη μαγικών πόρων που θα λύσουν
άμεσα με εύκολο και ανώδυνο τρόπο όλα τα προβλήματα.
Από την μετοχή
της τράπεζας της Ανατολίας και τον Σώρρα, τους υδρογονάνθρακες
που πριν καν ολοκληρώσουμε τις μελέτες για την ύπαρξη τους τιτλοποιούσαμε
(νοητικά!) τα μελλοντικά έσοδα μέχρι και το λεπτό ηθικά ζήτημα των γερμανικών
αποζημιώσεων που φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε ως λύση την καταγραφή των
ποσών στον προϋπολογισμό και τη χρήση τους για τη δημιουργία επενδυτικής
τράπεζας.
Βέβαια μόνιμες
επωδοί παρέμεναν η άκριτη Ρωσολαγνεία χωρίς αίσθηση διπλωματικής
στρατηγικής, το «φάντασμα» της Κίνας που ουδέποτε ασχολήθηκε με τα
χρηματοδοτικά μας ζητήματα αλλά και σποραδικές αναφορές σε πρόσδεση μας στο
δολάριο. Ένα συνονθύλευμα αντιφατικών προθέσεων και στόχων όπου θεωρούμε
πως θα πάρουμε από όλους ότι μας βολεύει ακόμα κι αν τα συμφέροντα που
εξυπηρετούν οι επιλογές συγκρούονται μεταξύ τους.
Κι αν πιστέψαμε
ότι η εφευρετικότητα μας εξαντλήθηκε ήρθε η αναπτυξιακή τράπεζα των
αναπτυσσόμενων οικονομιών να αναπτερώσει το ηθικό όσων αρέσκονται σε από
μηχανής σωτήρες. Θα βρούμε τα «τούβλα» που μας λείπουν στα… τούβλα (BRICS); Τι κι αν ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν
πρόκειται να λειτουργήσει πριν το 2016; Τι κι αν σκοπός της είναι η αναπτυξιακή
στήριξη των μελών της (που χρειάζονται 10 δις για την ένταξη τους σε αυτή)
κι όχι η δημοσιονομική κάλυψη; Τι κι αν αυτό ουσιαστικά σημαίνει επιλεκτική
τοποθέτηση σε επενδυτικά πλάνα αντίστοιχα των σημερινών ιδιωτικοποιήσεων; Τι κι
αν τα μέλη της έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές άρα κι ο
δανεισμός των μη μελών δεν θα είναι φθηνός και χωρίς όρους;
Τίποτα από όλα
αυτά δεν μας πτοεί. Ούτε λόγος να γίνεται βέβαια για την διατάραξη του
εθνικού προσανατολισμού και την ταύτιση με ένα ετερόκλητο σύνολο χωρών που
οι ανάγκες και οι επιδιώξεις τους
ελάχιστα προσομοιάζουν με τις δικές μας. Ζούμε τον νέο μύθο μας και κανείς δεν
θα μας τον διαταράξει πριν φτάσουμε στην τελευταία του σελίδα και αντιληφθούμε
το κακό τέλος. Ίσως όμως ούτε και τότε να ενοχληθούμε γιατί μπορεί στο
μεταξύ να έχουμε εφεύρει το επόμενο
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ένα Eurogroup καλών προθέσεων και μηδενικού αποτελέσματος
επισκιάζεται από την ύφεση που επιστρέφει.
Με
διαπραγματευτικά όπλα την χαλαρότητα του φρέντο και τα τηλεοπτικά σόου των
υπουργών για τις επαναπροσλήψεις στο δημόσιο καταλήγουμε να ψάχνουμε την σωτηρία
στο νέο μύθο των «τούβλων» (BRICS).
Κι όσο εμείς
διοργανώνουμε φεστιβάλ υπέρ της κάνναβης και πανηγυρίζουμε την επάνοδο της ΕΡΤ
στο σουρεαλιστικό παρελθόν της, το τρίπτυχο Τουρκίας, Αλβανίας και Σκοπίων
θέτουν τις βάσεις για νέα αναταραχή στα Βαλκάνια.
Δεν υπήρξα ποτέ
ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης επιλεκτικών στιγμιότυπων της καθημερινής
δράσης των πολιτικών προσώπων, από αυτά τα αρκούντως γραφικά που κατά
καιρούς συμβαίνουν σε όλους μας, για να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με την
διοικητική επάρκεια τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το τηλεοπτικό σκηνικό με τον
Φλαμπουράρη και το κλειστό καλαμάκι του φρέντο θα μπορούσε να εκληφθεί
ως ένα ευχάριστο, ευτράπελο γεγονός αν δεν ερχόταν ως ένας ακόμα κρίκος σε μια
ατελείωτη σειρά συμβάντων για να επιβεβαιώσει, για πολλοστή φορά, την χαλαρότητα
διαχείρισης ως θεωρητικό θέσφατο.
Από την πρώτη
στιγμή ανάληψης της εξουσίας, η κυβερνητική λογική «θα δούμε...» δεν ήταν μόνο
ένα εργαλείο διαπραγματευτικής αντίστασης στηριγμένο στο δημοσιονομικό
πλεόνασμα και τα ταμειακά διαθέσιμα αλλά μια εκτενέστατη αντίληψη απώθησης των
δύσκολων αποφάσεων στο αχανές μέλλον λες και με έναν μαγικό τρόπο θα
κατόρθωναν να εξαλειφθούν όλοι οι παράγοντες που εξαρχής δεν επέτρεπαν την
τροπή των εξελίξεων με βάση τις δικές μας επιθυμίες.
Από την δημιουργική
ασάφεια του Βαρουφάκη που φτάνει μέχρι τις παραλίες της Αίγινας και την
μονοδιάστατη ερμηνεία της συμφωνίας «γέφυρας» που μετά την μεταφράζουμε ως
Ευρωπαϊκό εκβιασμό έως την χρηματοδοτική στρατηγική του «βλέποντας και
κάνοντας» και την επάνοδο σε υφεσιακό περιβάλλον με νέα αύξηση ανεργίας, η
κυβέρνηση επέλεξε την χρονοτριβή, την καθυστέρηση, την αναβολή κάθε
δύσκολης απόφασης με πρόσχημα την «επαναστατική» ανελαστικότητα της ουτοπικής
περηφάνιας.
Η αναβλητικότητα
περιορίζεται σε οτιδήποτε αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής
ακριβώς επειδή το αρχικό πλάνο στηρίζονταν πρωτίστως στην εσωτερική
επικοινωνιακή διαχείριση προσπαθώντας να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της πλατιάς συναισθηματικής
κοινωνικής εγρήγορσης. Εξαντλήθηκαν τα διαπραγματευτικά όρια χωρίς απτά
θετικά αποτελέσματα για να δημιουργηθεί ένα απόθεμα συγκρουσιακής ανοχής
από τους πολίτες τέτοιο που να επιτρέπει την ευκολότερη και ηρωικότερη αποδοχή
μιας σκληρής τελικής συμφωνίας.
Σε όλη την υπόλοιπη
θεματολογία (ασφάλεια, δικαιοσύνη, παιδεία, δημόσια διοίκηση) διοχετεύθηκε
η καταπιεσμένη ιδεολογική δυναμική παρασύροντας κάθε υπόνοια εκσυγχρονιστικής
παρέμβασης των τελευταίων δεκαετιών. Ο στόχος προφανής. Να καλυφθεί το κενό
«επαναστατικής» κουλτούρας στον χώρο της οικονομικής πολιτικής με
ακραιφνείς ιδεοληψίες επί όλων των άλλων ζητημάτων.
Κάπου εκεί
μπλέχτηκε η εκπαιδευτική εμμονή στα ‘80ς με τις εθνεγερτικές φιέστες των ‘60ς
και η δικαιοσύνη της ανομίας και της τρομοκρατίας με τις ρουσφετολογικές
κρατικές δομές και τον νεποτισμό. Το κλειστό καλαμάκι του φρέντο και η
άνεση με την οποία ο υπουργός δεν αναβάλει τη ρουφηξιά δροσιάς ούτε για χάρη
των τηλεοπτικών παραθύρων δεν αποτελεί πλέον ένα τυχαίο χιουμοριστικό διάλειμμα
αλλά παίρνει θέση συμβολικής παρέμβασης και λάβαρου απαξιωτικής νοοτροπίας.
Δημοκρατία της μπουρμπουλήθρας!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη, Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ
Πολιτικά κόμματα και ρόλος τους στη σύγχρονη δημοκρατία.
Η εξέλιξη της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι γεγονός, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γένεση και εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων. Πολλοί ισχυρίζονται μάλιστα, πως η σύγχρονη δημοκρατία παρά τις επιμέρους θεσμικές διευθετήσεις, είναι «κομματική δημοκρατία»1. Ο εκδημοκρατισμός του νομικού μορφώματος το οποίο αποκαλείται Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μετά από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, έχει σε μεγάλο βαθμό στηριχθεί στη συγκρότηση και την προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος κομμάτων. Το γεγονός αυτό άλλωστε ενισχύεται από τη διάταξη 138Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην οποία αναφέρεται, ότι «Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση στο πλαίσιο της Ένωσης. Συμβάλλουν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης»
Η ύπαρξη λοιπόν των κομμάτων και ειδικότερα η γέννηση τους και η εξέλιξη τους είναι απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτική ελευθερία στα πλαίσια των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με το συνταγματικό μάλιστα δίκαιο να χαρακτηρίζεται κατά τον καθηγητή Μαυριά ως το δίκαιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Περαιτέρω ο καθηγητής Κ. Χρυσόγονος συσχετίζει το πολίτευμα της δημοκρατίας με τα κόμματα και τον ρόλο αυτών μέσα σε αυτό υποστηρίζοντας πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο το οποίο ενώνει τα άτομα σε ομάδες, ήτοι τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαθέτουν υποδομή, οργάνωση, ιδεολογικό στίγμα και εκφράζουν πλουραλισμό ιδεών και συμφερόντων, ενώ το καθένα έχει ως αποστολή τη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος, μίας πρότασης για την άσκηση εξουσίας. Στο ίδιο πλαίσιο ο ως άνω υποστηρίζει, πως τα πολιτικά κόμματα επιτελούν έναν στοιχειώδη ρόλο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς συνιστούν τον αναγκαίο διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Διαπιστώνει μάλιστα πως είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά. Το γεγονός ότι είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά έχει ωθήσει πολλούς σήμερα να υποστηρίζουν, ότι το σύγχρονο κομματικό κράτος αποτελεί μια εκλογικευμένη μορφή εμφάνισης της άμεσης δημοκρατίας στο εξαπλωμένο γεωγραφικά κράτος της εποχής μας.
Κατά τον καθηγητή Μ. Σπουρδαλάκη αυτά συνιστούν θεσμούς με διττή φύση, αφού από τη μία μεριά είναι παράγοντες πολιτικής εκπροσώπησης, ενώ από την άλλη αποτελούν θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Στα κόμματα διακρίνονται τρία επίπεδα δράσης: α) το κόμμα στην εξουσία, β) το κόμμα στο κοινωνικό πεδίο με τα μέλη, τους ψηφοφόρους και τις οργανώσεις κινητοποίησης και γ) το κόμμα ως οργανωμένη παρουσία στους κοινωνικούς θεσμούς. Μια διάκριση πάλι ως προς τα κόμματα μπορεί να γίνει μεταξύ: α) κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, β) κομμάτων (εξουσίας), που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ευελπιστούν ότι σύντομα θα ανέλθουν στην εξουσία και γ) μικρότερων κομμάτων, που δεν μετέχου νάμεσα στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας, αλλά την επηρεάζουν με έμμεσο κυρίως τρόπο.
Συμπεραίνεται λοιπόν πως τα κόμματα δεν είναι τίποτε άλλο από οργανώσεις οι οποίες σύμφωνα με τη γνώμη πολλών συνταγματολόγων δρουν ως ανεξάρτητοι μεσίτες ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εκφραστεί ο λαός, ήτοι η λαϊκή ετυμηγορία, ή οποία είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος κατά το Σύνταγμα μας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε τα κόμματα με το κράτος και να θεωρήσουμε αυτά ως μια μορφή πολιτειακών οργάνων. Κατά τον καθηγητή Κ. Χρυσόγονο η διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους λειτουργία οφείλει κατά το Σύνταγμα να επιτελείται με αφετηρία την κοινωνία και προορισμό το κράτος, δηλαδή το κόμμα οφείλει να συνιστά μηχανισμό πολιτικής χειραφέτησης και όχι χειραγώγησης. Η δε Νομολογία ακολουθεί την γνώμη της θεωρίας ως προς αυτήν την κρίση. Ενδεικτική είναι η απόφαση του ΣτΕ όπου δια της 1282/1992 απόφασης του1 έκρινε, πως ούτε «από το άρθρο 29 Συντ. ούτε από καμία άλλη διάταξη του Συντάγματος μπορεί να συναχθεί, ότι στα πολιτικά κόμματα επιφυλάσσεται αρμοδιότητα πολιτειακού οργάνου όπως η αρμοδιότητα που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στο εκλογικό σώμα», καθώς και η απόφαση του ΣτΕ 944/1999 (ΤοΣ 1999 σ.614 επ.11) δια της οποίας αποφαίνεται ότι «Τα κόμματα είναι πολιτικές οργανώσεις σαφώς διακεκριμένες του κράτους και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκφράζουν τη βούληση αυτού.» Η εν λόγω βέβαια απόφαση προχωρεί ένα βήμα πάρα πέρα καθώς αποφαίνεται ότι «…Κατά ταύτα τα πολιτικά κόμματα δεν δύνανται να υποδεικνύουν μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων του κράτους…», μια κρίση για την οποία έχει γίνει πολλή συζήτηση στις μέρες μας τόσο από πολιτικούς, κομματικούς παράγοντες, δημοσιογράφους κ.α.
Υπό τα γερμανικά αυτήν τη φορά δεδομένα τα κόμματα δεν ανήκουν πάντως στα ανώτατα κρατικά όργανα. Αντίθετα, είναι ελεύθερα σχηματισμένες ομάδες με ρίζες στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, που καλούνται να συμβάλουν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού και να επιδράσουν στο επίπεδο της θεσμοποιημένης υπόστασης του κράτους, για το λόγο ότι τα ίδια δεν ανήκουν στο επίπεδο αυτό1. Η ταύτιση ενός κόμματος με κρατικό όργανο αρμόζει μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως πχ το άρθρο 6 του σοβιετικού Συντάγματος του 1977, το οποίο ανακήρυσσε το Κουμμουνιστικό Κόμμα σε πυρήνα του πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.
Προσδιορίζοντας ετυμολογικά τώρα τη λέξη "πολιτικό κόμμα" θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως πολιτικό κόμμα «κάθε συλλογικότητα η οποία εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιας κοινωνικής ομάδας, έχει πρόγραμμα βασισμένο στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνικής τάξης ή/και της κοινωνικής ομάδας στην οποία αναφέρεται, δρα με πολιτική τακτική και στρατηγική και σαν στόχο έχει την εφαρμογή του προγράμματος του, δια μέσω άσκησης της κεντρικής εξουσίας».
Στο ίδιο πλαίσιο κατά τον καθηγητή και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ε. Βενιζέλο η πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας προϋποθέτει την πολιτική οργάνωση του εκλογικού σώματος, ο δε δημοκρατικός μάλιστα χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη και δράση των πολιτικών κομμάτων, ήτοι τον λεγόμενο πολυκομματισμό. Το κόμμα μάλιστα προέκυψε κατά αυτόν στην κοινοβουλευτική και εκλογική πρακτική ως αναγκαία συνέπεια του αντιπροσωπευτικού συστήματος αποκτώντας τη σημερινή του μορφή μετά την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας. Υποστηρίζει μάλιστα, πως η έννομη τάξη αντιμετώπισε καταρχήν το κόμμα ως παράνομο και εχθρικό φαινόμενο, που αποτελούσε αντικείμενο μάλλον του ποινικού παρά του συνταγματικού δικαίου, στη συνέχεια το αντιμετώπισε απλώς «ύποπτο», αλλά πάντως αναγκαίο και πολύ αργότερα αναγκάστηκε να το αποδεχτεί και να το ρυθμίσει στο επίπεδο της κοινής εκλογικής νομοθεσίας και του κανονισμού της Βουλής, γιατί ούτε οι εκλογικές διαδικασίες, ούτε η λειτουργία του κοινοβουλίου μπορούσαν να οργανωθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη ως βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης το κόμμα.
Συμπεραίνουμε εκ των ως άνω, ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως αυτή, που ισχύει σήμερα στη χώρα μας, τα πολιτικά κόμματα, τα οποία όπως αναφέρθηκε είναι κοινωνικοί οργανισμοί διαφορετικοί από το κράτος, επιτελούν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών εκφράζοντας πάνω από όλα την λαϊκή ετυμηγορία, δηλ τη βούληση του κυρίαρχου λαού.
Το δικαιώμα ίδρυσης κομμάτων και συμμετοχής σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία.
Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 εδ. ά του Συντάγματος : «Οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.». Δυνάμει αυτής της συνταγματικής διάταξης κατοχυρώνεται το δικαίωμα ελεύθερης ίδρυσης πολιτικών κομμάτων και ελεύθερης συμμετοχής σε αυτά και έχει ως υποκείμενο τον κάθε Έλληνα πολίτη που έχει το εκλογικό δικαίωμα. Ως προς τη φύση του δε είναι πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα ενεργητικής συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας (status activus) 17. Κατά τον Ε. Βενιζέλο το πολιτικό αυτό δικαίωμα αφενός εξειδικεύει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος στην οποία διασφαλίζεται το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ενώ εμμέσως θεωρείται ως προϋπόθεση ουσιαστικής και αποτελεσματικής άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Αυτό συνάγεται και από το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο׃ «πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν(προφανώς επειδή δεν συμπλήρωσαν το όριο της εκλογικής ηλικίας) μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.» Το Σύνταγμα λοιπόν από τη μια μεριά αναγνωρίζει και τυποποιεί τις κομματικές νεολαίες, από την άλλη αποσυνδέει τη λειτουργία και την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στα πολιτικά κόμματα από την απλή και τυπική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Περαιτέρω στο άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται υπό την αρνητική της όψη η ελευθερία της μη συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα.
Μεγάλη συζήτηση στη θεωρία έχει προκαλέσει το γεγονός ότι εφόσον το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, αν ωστόσο αυτά δεσμεύονται να τηρούν εσωκομματική δημοκρατία. Η αλήθεια είναι ότι ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει όσο γίνεται περισσότερο τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εμφάνιση, την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων, αποφεύγοντας κάθε επέμβαση στην ελευθερία τους και γι’ αυτό δεν υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη νόμου για τη ρύθμιση της εσωκομματικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Αντικείμενο λοιπόν αυτού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν είναι απλώς η αποχή του κράτους από επεμβάσεις, όπως συμβαίνει με τα ατομικά-αμυντικά δικαιώματα στα πλαίσια μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης σφαίρας δικαιωμάτων, αλλά η διασφάλιση της ενεργούς συμμετοχής του πολίτη στο σχηματισμό της πολιτειακής βούλησης. Καθίσταται προφανές ότι δια του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα ο πολίτης έχει έμμεσα τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κρίσιμες διαδικασίες ανάδειξης άμεσων κρατικών οργάνων (βουλή- κυβέρνηση) και κατά συνέπεια να συμμετάσχει στη χάραξη της πολιτικής του κράτους και άσκησης εξουσίας. Τα κόμματα λοιπόν επιτελούν λειτουργία διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθώς και μεταξύ διαφορετικών κρατικών οργάνων, όπως είναι το εκλογικό σώμα και η Βουλή, προκειμένου δε να επιτύχουν τον ρόλο τους αυτό απολαμβάνουν κρατικών χρηματοδοτήσεων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος. Ενδεικτικά αναφέρω, πως το Σύνταγμα αναθέτει ρητά στα κόμματα καθοριστικό ρόλο για το σχηματισμό της κυβέρνησης (άρθρα 37 παρ. 2-3), ενώ ρυθμίζει και εσωκομματικά ζητήματα για την περίπτωση που κάποιο κόμμα δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις σχετικές ευθύνες του λόγω προβλήματος ηγεσίας (άρθρα 37 παρ.4 και 38 παρ. 2).
Ο ρόλος των κομμάτων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κατοχυρώνεται και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα 68 παρ. 3 (σύνθεση επιτροπών και τμημάτων Βουλής ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων) και 73 παρ. 4 (ειδικά διαδικαστικά δικαιώματα για τους αρχηγούς ή εκπροσώπους των κομμάτων). Γενικότερα δεν νοούνται σήμερα καν βουλευτικές εκλογές χωρίς κόμματα.
Να σημειωθεί δε ότι το σημερινό άρθρο 29 είχε συμπεριληφθεί αρχικά στο άρθρο 12 του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στις διατάξεις σχετικά με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (αμέσως μετά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, στο οποίο αναφερόταν το άρθρο 11 του σχεδίου) και τελικά μεταφέρθηκε όχι τυχαία στο τρίτο μέρος του Συντάγματος (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας) και ειδικότερα στο Α Τμήμα (Σύναξη της Πολιτείας) με τη σημερινή αρίθμηση.
Το δικαίωμα λοιπόν κατά το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα κατοχυρώνει θεσμικά αυτά με το να τα αναγάγει κατά τον καθηγητή Χρυσόγονο σε «συνταγματικό θεσμό». Όπως ήδη σημειώθηκε τα πολιτικά κόμματα διαμεσολαβούν και εκφράζουν τη θέληση του λαού, ενώ συγχρόνως συμμετέχουν στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η θεσμική αυτή λειτουργία των κομμάτων υπηρετεί εξ’ ορισμού την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο το Σύνταγμα δεν περιέχει ορισμό του πολιτικού κόμματος, ούτε επιβάλλει συνταγματικούς περιορισμούς ή δικαστικά ελεγχόμενους σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, ενώ δεν υιοθετεί τη δυνατότητα της δικαστικής απαγόρευσης πολιτικού κόμματος, η οποία απασχόλησε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 29 στο πλαίσιο της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, ερχόμενο σε αντίθεση προς το γερμανικό πρότυπο, που αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι λόγοι που προφανώς αυτό συμβαίνει είναι κατά τον Ε. Βενιζέλο κυρίως ιστορικοί και αναφέρονται στο γεγονός, ότι η ελληνική νομοθεσία και η ελληνική ιστορική εμπειρία έχουν να επιδείξουν μια μακροχρόνια εχθρότητα απέναντι στο φαινόμενο του πολιτικού κόμματος με αποκορύφωμα τη μετεμφυλιακή απαγόρευση του Κ.Κ.Ε, η οποία μόλις το 1974 ήρθη κατόπιν πρωτοβουλίας του Κων. Καραμανλή με την πτώση της δικτατορίας του 1967-1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα μας δεν προβλέπει σε αντίθεση με άλλα συνταγματικά κείμενα δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικού κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η συνταγματική δημοκρατία θα ερχόταν σε αντίθεση με το ιστορικό, πολιτικό και φιλοσοφικό νόημα της ίδιας της δημοκρατικής ιδεολογίας, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία σκέψης και έκφρασης των «αντιφρονούντων»28, αλλά και τη δυνατότητα εναλλαγής των πολιτικών δυνάμεων. Άλλωστε κατά τον καθ. Αντ. Μανιτάκη στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες τα Συντάγματα έχουν αναλάβει την αποστολή να θέτουν και να εγγυώνται τους όρους της δυνατότητας κοινής συμβίωσης και όχι όπως παλιά την πραγματοποίηση ενός προκαθορισμένου σχεδίου πολιτικής συμβίωσης, που ήταν επιδίωξη και στόχος της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής δύναμης, ενώ ακόμη και στην περίπτωση που αντανακλούν την πολιτική ιδεολογία της κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, όπως ακριβώς συνέβη με το Σύνταγμα του 1975 και την αναθεώρηση του το 1986, τα Συντάγματα στην πράξη εξασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία ανταγωνιστικών δυνάμεων, συμφερόντων και ιδεών.
Ας δούμε στο σημείο αυτό τη στάση της νομολογίας απέναντι στο δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, που συμφωνεί με τη θεωρία όπως αναπτύχθηκε ως άνω. Ενδεικτικά αναφέρω την υπ’ αρ. 590/2009 απόφασης του ΑΠ (δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), όπου στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων «…Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιλήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους … Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος. Από τις πιο πάνω όμως διατάξεις δεν αποκλείεται να διαλύεται ένα κόμμα πολιτικό εκούσια με απόφαση του αρμόδιου καταστατικού οργάνου του, το οποίο θα ορίσει και τις αναγκαίες διαδικασίες "εκκαθάρισης"…» Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και άλλες αποφάσεις στη Νομολογία όπως η 1535/2009 του ΣτΕ, η 4656/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η 131/1988 ΜΠρΛαρ, δια των οποίων προκύπτει, πως στα ελληνικά δικαστήρια επικρατεί η άποψη, ότι τα κόμματα αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, λογίζονται ως φορείς πολιτικής δραστηριότητας, κρίνοντας μάλιστα η νομολογία πως πρόκειται για ιδιόμορφα νομικά πρόσωπα.
Συμπεραίνουμε, ότι η Γ Ελληνική Δημοκρατία είναι κομματική δημοκρατία, διότι τα κόμματα απέτρεψαν άλλες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και επιτελούσαν την καθοριστική λειτουργία κοινωνικής ενσωμάτωσης, η οποία δεν είναι πια η βία των κατασταλτικών μηχανισμών της προ του 74 περιόδου, αλλά η πελατειακή διανομή προνομίων (για την οποία ευελπιστώ γίνει εκτενής αναφορά σε άλλο άρθρο μου).
Όλες οι παραπομπές του κειμένου παρατίθενται στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.constitutionalism.gr/site/wp-content/uploads/2015/05/Kritsikis_politika-kommata.pdf
Πολιτικά κόμματα και ρόλος τους στη σύγχρονη δημοκρατία.
Η εξέλιξη της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι γεγονός, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γένεση και εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων. Πολλοί ισχυρίζονται μάλιστα, πως η σύγχρονη δημοκρατία παρά τις επιμέρους θεσμικές διευθετήσεις, είναι «κομματική δημοκρατία»1. Ο εκδημοκρατισμός του νομικού μορφώματος το οποίο αποκαλείται Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μετά από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, έχει σε μεγάλο βαθμό στηριχθεί στη συγκρότηση και την προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος κομμάτων. Το γεγονός αυτό άλλωστε ενισχύεται από τη διάταξη 138Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην οποία αναφέρεται, ότι «Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση στο πλαίσιο της Ένωσης. Συμβάλλουν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης»
Η ύπαρξη λοιπόν των κομμάτων και ειδικότερα η γέννηση τους και η εξέλιξη τους είναι απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτική ελευθερία στα πλαίσια των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με το συνταγματικό μάλιστα δίκαιο να χαρακτηρίζεται κατά τον καθηγητή Μαυριά ως το δίκαιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Περαιτέρω ο καθηγητής Κ. Χρυσόγονος συσχετίζει το πολίτευμα της δημοκρατίας με τα κόμματα και τον ρόλο αυτών μέσα σε αυτό υποστηρίζοντας πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο το οποίο ενώνει τα άτομα σε ομάδες, ήτοι τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαθέτουν υποδομή, οργάνωση, ιδεολογικό στίγμα και εκφράζουν πλουραλισμό ιδεών και συμφερόντων, ενώ το καθένα έχει ως αποστολή τη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος, μίας πρότασης για την άσκηση εξουσίας. Στο ίδιο πλαίσιο ο ως άνω υποστηρίζει, πως τα πολιτικά κόμματα επιτελούν έναν στοιχειώδη ρόλο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς συνιστούν τον αναγκαίο διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Διαπιστώνει μάλιστα πως είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά. Το γεγονός ότι είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά έχει ωθήσει πολλούς σήμερα να υποστηρίζουν, ότι το σύγχρονο κομματικό κράτος αποτελεί μια εκλογικευμένη μορφή εμφάνισης της άμεσης δημοκρατίας στο εξαπλωμένο γεωγραφικά κράτος της εποχής μας.
Κατά τον καθηγητή Μ. Σπουρδαλάκη αυτά συνιστούν θεσμούς με διττή φύση, αφού από τη μία μεριά είναι παράγοντες πολιτικής εκπροσώπησης, ενώ από την άλλη αποτελούν θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Στα κόμματα διακρίνονται τρία επίπεδα δράσης: α) το κόμμα στην εξουσία, β) το κόμμα στο κοινωνικό πεδίο με τα μέλη, τους ψηφοφόρους και τις οργανώσεις κινητοποίησης και γ) το κόμμα ως οργανωμένη παρουσία στους κοινωνικούς θεσμούς. Μια διάκριση πάλι ως προς τα κόμματα μπορεί να γίνει μεταξύ: α) κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, β) κομμάτων (εξουσίας), που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ευελπιστούν ότι σύντομα θα ανέλθουν στην εξουσία και γ) μικρότερων κομμάτων, που δεν μετέχου νάμεσα στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας, αλλά την επηρεάζουν με έμμεσο κυρίως τρόπο.
Συμπεραίνεται λοιπόν πως τα κόμματα δεν είναι τίποτε άλλο από οργανώσεις οι οποίες σύμφωνα με τη γνώμη πολλών συνταγματολόγων δρουν ως ανεξάρτητοι μεσίτες ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εκφραστεί ο λαός, ήτοι η λαϊκή ετυμηγορία, ή οποία είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος κατά το Σύνταγμα μας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε τα κόμματα με το κράτος και να θεωρήσουμε αυτά ως μια μορφή πολιτειακών οργάνων. Κατά τον καθηγητή Κ. Χρυσόγονο η διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους λειτουργία οφείλει κατά το Σύνταγμα να επιτελείται με αφετηρία την κοινωνία και προορισμό το κράτος, δηλαδή το κόμμα οφείλει να συνιστά μηχανισμό πολιτικής χειραφέτησης και όχι χειραγώγησης. Η δε Νομολογία ακολουθεί την γνώμη της θεωρίας ως προς αυτήν την κρίση. Ενδεικτική είναι η απόφαση του ΣτΕ όπου δια της 1282/1992 απόφασης του1 έκρινε, πως ούτε «από το άρθρο 29 Συντ. ούτε από καμία άλλη διάταξη του Συντάγματος μπορεί να συναχθεί, ότι στα πολιτικά κόμματα επιφυλάσσεται αρμοδιότητα πολιτειακού οργάνου όπως η αρμοδιότητα που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στο εκλογικό σώμα», καθώς και η απόφαση του ΣτΕ 944/1999 (ΤοΣ 1999 σ.614 επ.11) δια της οποίας αποφαίνεται ότι «Τα κόμματα είναι πολιτικές οργανώσεις σαφώς διακεκριμένες του κράτους και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκφράζουν τη βούληση αυτού.» Η εν λόγω βέβαια απόφαση προχωρεί ένα βήμα πάρα πέρα καθώς αποφαίνεται ότι «…Κατά ταύτα τα πολιτικά κόμματα δεν δύνανται να υποδεικνύουν μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων του κράτους…», μια κρίση για την οποία έχει γίνει πολλή συζήτηση στις μέρες μας τόσο από πολιτικούς, κομματικούς παράγοντες, δημοσιογράφους κ.α.
Υπό τα γερμανικά αυτήν τη φορά δεδομένα τα κόμματα δεν ανήκουν πάντως στα ανώτατα κρατικά όργανα. Αντίθετα, είναι ελεύθερα σχηματισμένες ομάδες με ρίζες στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, που καλούνται να συμβάλουν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού και να επιδράσουν στο επίπεδο της θεσμοποιημένης υπόστασης του κράτους, για το λόγο ότι τα ίδια δεν ανήκουν στο επίπεδο αυτό1. Η ταύτιση ενός κόμματος με κρατικό όργανο αρμόζει μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως πχ το άρθρο 6 του σοβιετικού Συντάγματος του 1977, το οποίο ανακήρυσσε το Κουμμουνιστικό Κόμμα σε πυρήνα του πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.
Προσδιορίζοντας ετυμολογικά τώρα τη λέξη "πολιτικό κόμμα" θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως πολιτικό κόμμα «κάθε συλλογικότητα η οποία εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιας κοινωνικής ομάδας, έχει πρόγραμμα βασισμένο στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνικής τάξης ή/και της κοινωνικής ομάδας στην οποία αναφέρεται, δρα με πολιτική τακτική και στρατηγική και σαν στόχο έχει την εφαρμογή του προγράμματος του, δια μέσω άσκησης της κεντρικής εξουσίας».
Στο ίδιο πλαίσιο κατά τον καθηγητή και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ε. Βενιζέλο η πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας προϋποθέτει την πολιτική οργάνωση του εκλογικού σώματος, ο δε δημοκρατικός μάλιστα χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη και δράση των πολιτικών κομμάτων, ήτοι τον λεγόμενο πολυκομματισμό. Το κόμμα μάλιστα προέκυψε κατά αυτόν στην κοινοβουλευτική και εκλογική πρακτική ως αναγκαία συνέπεια του αντιπροσωπευτικού συστήματος αποκτώντας τη σημερινή του μορφή μετά την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας. Υποστηρίζει μάλιστα, πως η έννομη τάξη αντιμετώπισε καταρχήν το κόμμα ως παράνομο και εχθρικό φαινόμενο, που αποτελούσε αντικείμενο μάλλον του ποινικού παρά του συνταγματικού δικαίου, στη συνέχεια το αντιμετώπισε απλώς «ύποπτο», αλλά πάντως αναγκαίο και πολύ αργότερα αναγκάστηκε να το αποδεχτεί και να το ρυθμίσει στο επίπεδο της κοινής εκλογικής νομοθεσίας και του κανονισμού της Βουλής, γιατί ούτε οι εκλογικές διαδικασίες, ούτε η λειτουργία του κοινοβουλίου μπορούσαν να οργανωθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη ως βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης το κόμμα.
Συμπεραίνουμε εκ των ως άνω, ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως αυτή, που ισχύει σήμερα στη χώρα μας, τα πολιτικά κόμματα, τα οποία όπως αναφέρθηκε είναι κοινωνικοί οργανισμοί διαφορετικοί από το κράτος, επιτελούν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών εκφράζοντας πάνω από όλα την λαϊκή ετυμηγορία, δηλ τη βούληση του κυρίαρχου λαού.
Το δικαιώμα ίδρυσης κομμάτων και συμμετοχής σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία.
Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 εδ. ά του Συντάγματος : «Οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.». Δυνάμει αυτής της συνταγματικής διάταξης κατοχυρώνεται το δικαίωμα ελεύθερης ίδρυσης πολιτικών κομμάτων και ελεύθερης συμμετοχής σε αυτά και έχει ως υποκείμενο τον κάθε Έλληνα πολίτη που έχει το εκλογικό δικαίωμα. Ως προς τη φύση του δε είναι πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα ενεργητικής συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας (status activus) 17. Κατά τον Ε. Βενιζέλο το πολιτικό αυτό δικαίωμα αφενός εξειδικεύει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος στην οποία διασφαλίζεται το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ενώ εμμέσως θεωρείται ως προϋπόθεση ουσιαστικής και αποτελεσματικής άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Αυτό συνάγεται και από το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο׃ «πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν(προφανώς επειδή δεν συμπλήρωσαν το όριο της εκλογικής ηλικίας) μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.» Το Σύνταγμα λοιπόν από τη μια μεριά αναγνωρίζει και τυποποιεί τις κομματικές νεολαίες, από την άλλη αποσυνδέει τη λειτουργία και την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στα πολιτικά κόμματα από την απλή και τυπική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Περαιτέρω στο άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται υπό την αρνητική της όψη η ελευθερία της μη συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα.
Μεγάλη συζήτηση στη θεωρία έχει προκαλέσει το γεγονός ότι εφόσον το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, αν ωστόσο αυτά δεσμεύονται να τηρούν εσωκομματική δημοκρατία. Η αλήθεια είναι ότι ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει όσο γίνεται περισσότερο τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εμφάνιση, την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων, αποφεύγοντας κάθε επέμβαση στην ελευθερία τους και γι’ αυτό δεν υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη νόμου για τη ρύθμιση της εσωκομματικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Αντικείμενο λοιπόν αυτού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν είναι απλώς η αποχή του κράτους από επεμβάσεις, όπως συμβαίνει με τα ατομικά-αμυντικά δικαιώματα στα πλαίσια μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης σφαίρας δικαιωμάτων, αλλά η διασφάλιση της ενεργούς συμμετοχής του πολίτη στο σχηματισμό της πολιτειακής βούλησης. Καθίσταται προφανές ότι δια του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα ο πολίτης έχει έμμεσα τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κρίσιμες διαδικασίες ανάδειξης άμεσων κρατικών οργάνων (βουλή- κυβέρνηση) και κατά συνέπεια να συμμετάσχει στη χάραξη της πολιτικής του κράτους και άσκησης εξουσίας. Τα κόμματα λοιπόν επιτελούν λειτουργία διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθώς και μεταξύ διαφορετικών κρατικών οργάνων, όπως είναι το εκλογικό σώμα και η Βουλή, προκειμένου δε να επιτύχουν τον ρόλο τους αυτό απολαμβάνουν κρατικών χρηματοδοτήσεων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος. Ενδεικτικά αναφέρω, πως το Σύνταγμα αναθέτει ρητά στα κόμματα καθοριστικό ρόλο για το σχηματισμό της κυβέρνησης (άρθρα 37 παρ. 2-3), ενώ ρυθμίζει και εσωκομματικά ζητήματα για την περίπτωση που κάποιο κόμμα δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις σχετικές ευθύνες του λόγω προβλήματος ηγεσίας (άρθρα 37 παρ.4 και 38 παρ. 2).
Ο ρόλος των κομμάτων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κατοχυρώνεται και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα 68 παρ. 3 (σύνθεση επιτροπών και τμημάτων Βουλής ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων) και 73 παρ. 4 (ειδικά διαδικαστικά δικαιώματα για τους αρχηγούς ή εκπροσώπους των κομμάτων). Γενικότερα δεν νοούνται σήμερα καν βουλευτικές εκλογές χωρίς κόμματα.
Να σημειωθεί δε ότι το σημερινό άρθρο 29 είχε συμπεριληφθεί αρχικά στο άρθρο 12 του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στις διατάξεις σχετικά με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (αμέσως μετά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, στο οποίο αναφερόταν το άρθρο 11 του σχεδίου) και τελικά μεταφέρθηκε όχι τυχαία στο τρίτο μέρος του Συντάγματος (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας) και ειδικότερα στο Α Τμήμα (Σύναξη της Πολιτείας) με τη σημερινή αρίθμηση.
Το δικαίωμα λοιπόν κατά το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα κατοχυρώνει θεσμικά αυτά με το να τα αναγάγει κατά τον καθηγητή Χρυσόγονο σε «συνταγματικό θεσμό». Όπως ήδη σημειώθηκε τα πολιτικά κόμματα διαμεσολαβούν και εκφράζουν τη θέληση του λαού, ενώ συγχρόνως συμμετέχουν στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η θεσμική αυτή λειτουργία των κομμάτων υπηρετεί εξ’ ορισμού την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο το Σύνταγμα δεν περιέχει ορισμό του πολιτικού κόμματος, ούτε επιβάλλει συνταγματικούς περιορισμούς ή δικαστικά ελεγχόμενους σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, ενώ δεν υιοθετεί τη δυνατότητα της δικαστικής απαγόρευσης πολιτικού κόμματος, η οποία απασχόλησε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 29 στο πλαίσιο της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, ερχόμενο σε αντίθεση προς το γερμανικό πρότυπο, που αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι λόγοι που προφανώς αυτό συμβαίνει είναι κατά τον Ε. Βενιζέλο κυρίως ιστορικοί και αναφέρονται στο γεγονός, ότι η ελληνική νομοθεσία και η ελληνική ιστορική εμπειρία έχουν να επιδείξουν μια μακροχρόνια εχθρότητα απέναντι στο φαινόμενο του πολιτικού κόμματος με αποκορύφωμα τη μετεμφυλιακή απαγόρευση του Κ.Κ.Ε, η οποία μόλις το 1974 ήρθη κατόπιν πρωτοβουλίας του Κων. Καραμανλή με την πτώση της δικτατορίας του 1967-1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα μας δεν προβλέπει σε αντίθεση με άλλα συνταγματικά κείμενα δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικού κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η συνταγματική δημοκρατία θα ερχόταν σε αντίθεση με το ιστορικό, πολιτικό και φιλοσοφικό νόημα της ίδιας της δημοκρατικής ιδεολογίας, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία σκέψης και έκφρασης των «αντιφρονούντων»28, αλλά και τη δυνατότητα εναλλαγής των πολιτικών δυνάμεων. Άλλωστε κατά τον καθ. Αντ. Μανιτάκη στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες τα Συντάγματα έχουν αναλάβει την αποστολή να θέτουν και να εγγυώνται τους όρους της δυνατότητας κοινής συμβίωσης και όχι όπως παλιά την πραγματοποίηση ενός προκαθορισμένου σχεδίου πολιτικής συμβίωσης, που ήταν επιδίωξη και στόχος της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής δύναμης, ενώ ακόμη και στην περίπτωση που αντανακλούν την πολιτική ιδεολογία της κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, όπως ακριβώς συνέβη με το Σύνταγμα του 1975 και την αναθεώρηση του το 1986, τα Συντάγματα στην πράξη εξασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία ανταγωνιστικών δυνάμεων, συμφερόντων και ιδεών.
Ας δούμε στο σημείο αυτό τη στάση της νομολογίας απέναντι στο δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, που συμφωνεί με τη θεωρία όπως αναπτύχθηκε ως άνω. Ενδεικτικά αναφέρω την υπ’ αρ. 590/2009 απόφασης του ΑΠ (δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), όπου στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων «…Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιλήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους … Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος. Από τις πιο πάνω όμως διατάξεις δεν αποκλείεται να διαλύεται ένα κόμμα πολιτικό εκούσια με απόφαση του αρμόδιου καταστατικού οργάνου του, το οποίο θα ορίσει και τις αναγκαίες διαδικασίες "εκκαθάρισης"…» Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και άλλες αποφάσεις στη Νομολογία όπως η 1535/2009 του ΣτΕ, η 4656/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η 131/1988 ΜΠρΛαρ, δια των οποίων προκύπτει, πως στα ελληνικά δικαστήρια επικρατεί η άποψη, ότι τα κόμματα αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, λογίζονται ως φορείς πολιτικής δραστηριότητας, κρίνοντας μάλιστα η νομολογία πως πρόκειται για ιδιόμορφα νομικά πρόσωπα.
Συμπεραίνουμε, ότι η Γ Ελληνική Δημοκρατία είναι κομματική δημοκρατία, διότι τα κόμματα απέτρεψαν άλλες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και επιτελούσαν την καθοριστική λειτουργία κοινωνικής ενσωμάτωσης, η οποία δεν είναι πια η βία των κατασταλτικών μηχανισμών της προ του 74 περιόδου, αλλά η πελατειακή διανομή προνομίων (για την οποία ευελπιστώ γίνει εκτενής αναφορά σε άλλο άρθρο μου).
Όλες οι παραπομπές του κειμένου παρατίθενται στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.constitutionalism.gr/site/wp-content/uploads/2015/05/Kritsikis_politika-kommata.pdf

Μια συμφωνία που αφήνει
πίσω της την προοπτική τμηματικών καταβολών και περνά στο μαστίγο ενός νέου
μνημονίου με φορολογικές επιβαρύνσεις, ύφεση και ανεργία.
Μια Βουλή των
προπηλακισμών, των θεσμικών παρεκτροπών και μια οικονομία ταυτόχρονα χωρίς...
γκαρσόνια και αφεντικά!
Μια κοινωνία
ανάμεσα στην αγωνία για την εκτέλεση του Ρουβά στον «Άξιον Εστί» και την
αποφυλάκιση του εκτελεστή Ξηρού με τα «θεολογικά» φορτισμένα βραχιολάκια.
Το «Φρενοκομείο»
με τον Κώστα Μανίκα κι αυτή την Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio αναλαμβάνει την ανάρρωση από τα πλήγματα
του παραλογισμού.
Κακώς βιαστήκαμε
να περιγελάσουμε το σαρδάμ του πρωθυπουργού με τον νεποτισμό. Ο τρόπος
με τον οποίο η κυβερνητική πλειοψηφία σπεύδει να αποδείξει ότι εξουσία και
ρουσφέτι είναι σύμφυτες έννοιες, συνδυάζεται ομαλά με έναν νεολογισμό όπως ο
νε(ο)ποτισμός που εκστόμισε προεκλογικά ο Τσίπρας. Είναι τόσο νεοπαγές το μοντέλο
τακτοποίησης ημετέρων σε δημόσια αξιώματα που δικαιολογεί την εξεύρεση ενός
καινούριου ορισμού για να περιγράψει το φαινόμενο.
Ένα από τα βασικά
σημεία κριτικής για όλη την πορεία της μεταπολίτευσης ήταν η γενικευμένη
αναξιοκρατία. Η επιλογή στελεχών στο στενό κυβερνητικό χώρο αλλά και στην
ευρύτερη δημόσια διοίκηση γίνονταν από μια περιορισμένου εύρους «γυάλα»
κομματικών στελεχών, πολιτευτών και συγγενικών ή φιλικών προσώπων που κάποια
από αυτά δεν διέθεταν ούτε τα ελάχιστα απαραίτητα γνωστικά και εμπειρικά
προσόντα για να καλύψουν τις ανάγκες των αρμοδιοτήτων τους.
Είχαμε συνηθίσει
τόσες δεκαετίες οι «τακτοποιήσεις» να αφορούν κυρίως την προσπάθεια των παλαιότερων
να εισάγουν την επόμενη γενιά (παιδιά, ανίψια) στη δημόσια διαχείριση.
Αυτή την περίοδο βιώσαμε εκτός από το αντίστροφο (παιδικά «δώρα» προς τους
γονείς, τύπου Ζωής Κωνσταντοπούλου!) και μια θερμή προσωπική συντροφικότητα
που δεν φείδεται αξιωμάτων και παράβλεψης της νομοτυπίας για να αποδείξει το
βάθος και το εύρος της!
Δεν έχουν συμβεί
ποτέ στην ελληνική ιστορία τόσο μαζικές τοποθετήσεις ζευγαριών στον
κρατικό μηχανισμό. Δεν υπάρχει προηγούμενο τόσων πολλών παραχωρήσεων δημοσίων
θώκων ελέω ενδοοικογενειακής στήριξης. Τη στιγμή μάλιστα που με την
απαγόρευση, από τον Σαμαρά, της τοποθέτησης συγγενών ως συμβούλων των βουλευτών
και με την λειτουργία της ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ, από τον Παπανδρέου, είχαν αρχίσει με
καθυστέρηση και νωχελικότητα να μπαίνουν οι βάσεις για ακόμα πιο τολμηρά βήματα
προς την αποδέσμευση από τον νεποτισμό.
Βήματα που πολλοί
ανέμεναν ότι μια καινούρια κυβέρνηση που διατείνονταν ότι δεν διαθέτει τις συνηθισμένες
αγκυλώσεις του συστήματος θα τα έκανε με γοργό ρυθμό. Αποδείχτηκε όμως για
πολλοστή φορά ότι ο στίχος της Λίνας Νικολακοπούλου «στο βάθος το ζηλεύουμε
αυτό που ρεζιλεύουμε» βρίσκει στο εγχώριο υποκριτικό πολιτικό σκηνικό
την μέγιστη εκπλήρωση του.
Η κατάκτηση της
εξουσίας μπορεί να προβάλλεται ως το μέσο για την ανατροπή δομών και συμπεριφορών
αλλά καθυποτάσσεται στην ακόρεστη ανάγκη για αξιοποίηση της ώστε να αποκομίσει
τα μεγαλύτερα οφέλη ένας στενός πυρήνας καρεκλοκένταυρων και ο περίγυρος
του. Άλλωστε μια «επανάσταση» για να είναι επιτυχημένη πρέπει να προασπίσει
πρώτα απ’ όλα την συνοχή και την αποτελεσματικότητα της «ομάδας κρούσης»!
Μόνο οι ταγμένοι
να... ματώσουν για τον υψηλό σκοπό δύναται να σταθούν στο ύψος των
περιστάσεων. Γι’ αυτό και μπρος στην «θρησκευτική» υπηρέτηση του κοινού στόχου
η αξιοκρατία περνά σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει να είμαστε ταγμένοι στον αγώνα
με... οικογενειακή προσήλωση όλοι όσοι θα υπηρετήσουμε το καθεστώς. Και ποιος
διαθέτει αυτή την «γενετική» ιδεολογική ταύτιση καλύτερα από την φυσική
οικογένεια; Με μητέρα την εξουσία και πατέρα τον ωφελιμισμό έρχονται τα παιδιά
της «σύγκρουσης» να μας σώσουν!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όταν η Χαρούλα
Αλεξίου έντυνε με τη δυναμικά μελωδική της φωνή τον στίχο «η πιο καλή γκαρσόνα
είμαι εγώ, γιατί με τέχνη όλους τους κερνώ», που μουσικά περιβάλλονταν από μια
περίσσεια χαράς, το κέφι αποτελούσε το κομβικό σημείο που μετατρέπει την
όλη διαδικασία σε κάτι παραπάνω από μια απλή σωματική κίνηση και μια διανοητική
πρόθεση. Η γκαρσόνα του τραγουδιού είναι το πρότυπο του ακάματου εργάτη
που έχει αποδεχτεί την αριστεία της εξειδίκευσης όπως την παρουσίασε ο Πλάτωνας
δια στόματος Σωκράτη στην Πολιτεία.
Δεν αγκομαχά ως στερημένη
από όνειρα και στόχους. Δεν υποτιμά το ρόλο της καλύπτοντας τον με ταξικές
διαφορές. Δεν αναζητεί διέξοδο από την «ποινή που εκτίει», ούτε υπολειτουργεί
βαριεστημένη από την κακοτυχία! Μεταφέρει το δικό της κέφι στον πελάτη και τον
κάνει κοινωνό της θετικής διάθεσης της συνεπαίρνοντας τον σε μια
εμπειρική μέθεξη που καταλήγει σε καταναλωτικό όργιο.
Η αναφορά
Βούτση στον δήθεν καταναγκασμό των ξένων που μας «υποβαθμίζει» σε γκαρσόνια
θύμισε σε πολλούς την ταυτόσημη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου την δεκαετία του
’80. Η σύλληψη της σκέψης μπορεί να ήταν παρόμοια (άλλωστε οι αντιγραφές και οι
κακοπαιγμένες μιμήσεις του πρώιμου ΠΑΣΟΚ είναι στην ημερήσια διάταξη!)
αλλά αρθρώνονταν σε ένα περιβάλλον περίκλειστων και υπερπροστατευμένων
οικονομικών δομών όπου κάποιοι παρίσταναν με έπαρση ότι μπορούσαν να πορευθούν
αγνοώντας το παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο που δημιουργούνταν. Κι αν έλεγες
αφελή την προσέγγιση απέναντι στο τότε ερχόμενο οικονομικό τσουνάμι μόνο ως
γραφική μπορείς να εκλάβεις τη σημερινή αντίδραση μετά την επίγνωση δυο
δεκαετιών.
Το χειρότερο όλων
δεν είναι η προφανής ταξικότητα και το ελιτίστικο ύφος της δήλωσης. Ούτε
εκφράζει την γενικότερη απέχθεια στην χειρονακτική εργασία. Άλλωστε στους ρομαντικούς
νοσταλγούς του παρελθόντος, από το οποίο κρατούν επιλεκτικά μια πολύ περιορισμένη
και εξευγενισμένη εικόνα, δεν λείπει η ρωμαλέα πρωτογενής παραγωγή άλλο αν
την αντιλαμβάνονται ως σχεδόν αποκλειστικά τροφοδοτική εργασία αποκομμένη από
τις διεθνείς ανταγωνιστικές εξελίξεις.
Το πρόβλημα τους
είναι ότι η προσφορά υπηρεσιών προς ξένους περιγράφεται ως δουλική,
υποχωρητική. Στα πλαίσια της δεδομένης συλλογικής διπολικότητας ο «περήφανος»
«Μέγας Αλέξανδρος» που κρύβεται μέσα μας επαναστατεί απέναντι στον
κατατρεγμένο, από τις θεωρούμενες συνωμοσίες τρίτων, «Νίκο Ξανθόπουλο». Δεν
καταδέχεται να υπηρετεί κανέναν! Λες και δεν έχει αποδείξει την διοικητική
του επάρκεια; Λαγός την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του! Ειδικά όταν
προέρχεται από επαγγελματίες κηφήνες που άμεσα ή έμμεσα τρέφονται από τον
κόπο του κάθε γκαρσονιού.
Μετά από όλα αυτά
τι νόημα έχουν οι επικλήσεις στην εκμετάλλευση των ανταγωνιστικών
πλεονεκτημάτων κάθε οικονομίας (στην Ελλάδα ο τουρισμός και η ναυτιλία) ή
την υπενθύμιση των βασικών αρχών του Ρικάρντο (του οικονομολόγου όχι του
πιλότου της F1!) ακόμα κι αν αυτές επιδέχονται
προσαρμογής στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Μπροστά στην ανεξιχνίαστη
περηφάνια καμιά θεωρία προερχόμενη μάλιστα από κατάπτυστα καπιταλιστικά
χείλη δεν πρόκειται να μας παραπλανήσει! «Στο πιάτο κι ο μεζές, μαρίδα και
τυρί». Την δηλητηρίαση από την ανάμειξη των δυο να προσέχουμε!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος

Μια ενδιάμεση
συμφωνία που γκρεμίζει από μόνη της την γεφυροποιό διάσταση της αφού αφήνει
ανοιχτά για τον Ιούνιο όλα τα κορυφαία ζητήματα.
Οι ΠΝΠ κατέλαβαν
την λειτουργία και της «επαναστατικής» κυβέρνησης που τις εξοβέλιζε ακόμα κι
όταν χρησιμοποιούνταν για να προωθηθούν ταχύτατα θετικές για το κοινωνικό
σύνολο αποφάσεις.
Ο Ξηρός
αποφυλακίζεται μετ’ επαίνων και οι ΗΠΑ μας ξαναβάζουν στη λίστα των χωρών με
διεθνείς τρομοκράτες. Αλλά εμείς δεν σκάμε. Έχουμε το πορτραίτο του Βελουχιώτη
να ευλογεί το υπουργικό έργο και μια Παιδεία που αναζητεί το μέλλον της
νεολαίας στο παρελθόν και το 1982.
Από το ευτράπελο
στο δραματικό. Από το τραγελαφικό στο υπερεπείγον. Από το ασαφές στο πιο
συγκεκριμένο (;). Ο κατατρεγμένος Γιάνης (λέγε με Ρούσβελτ) που εκτός από το ν
της νηφαλιότητας απώλεσε και το σ της σοβαρότητας και τα μετέτρεψε με
δημιουργική ασάφεια στο ν του ναρκισσισμού και το σ του στρουθοκαμηλισμού.
Ο διαπραγματευτής Ευκλείδης που φορτώνεται με το βάρος της ταχύτατης εύρεσης
ενός θεωρήματος που δεν θα γκρεμίζεται κάτω από το βάρος της υποτείνουσας ενώ
θα επιτυγχάνει εκθετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Όταν ο
παραλληλισμός με κορυφαίες ιστορικές προσωπικότητες αποτελεί το έσχατο
καταφύγιο της έπαρσης δεν μπορεί παρά να μετατρέπεται στη σταγόνα που
ξεχειλίζει το ποτήρι της πολιτικής ανοχής. Η ασάφεια δεν διεύρυνε δημιουργικά
το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αντιθέτως στένεψε απελπιστικά το περιθώριο
επικοινωνίας ειδικά επειδή χρησιμοποιήθηκε με ισχυρές δόσεις ειρωνικής
επιβολής και υποτίμησης των συνομιλητών.
Ο Ρούσβελτ
εκφώνησε πριν 8 δεκαετίες έναν λόγο καταπέλτη κατά των πολεμοχαρών της εποχής
του και όσων αντιδρούσαν στο New Deal που σχεδίασε. Μόνο που ο Αμερικανός Πρόεδρος
διέθετε δημοσιονομική και νομισματική ελευθερία, το ευρύτερο οικονομικό
περιβάλλον κινούνταν μέσα σε ένα κλειστό μοντέλο μακριά από το σημερινό
παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, οι αποφάσεις του ήταν απλές κυβερνητικές
επιλογές όχι η κατάληξη των αντιθέσεων των διευρυμένων δυσλειτουργικών σχημάτων
ενός κοινού νομίσματος.
Ο Βαρουφάκης, συνεπής
στον κυβερνητικό μικρομεγαλισμό, ταυτίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα, σε μια
ιστορική περίοδο άλλων πολιτικών και οικονομικών χαρακτηριστικών από τις
σημερινές και τοποθετεί τον εαυτό του σε κοινή θέση με τον ηγέτη μιας
υπερδύναμης που είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει το πρόγραμμα του με βάση την
λαϊκή εντολή. Ολοκλήρωσε την εικόνα του κατατρεγμένου, «αποκαλύπτοντας» ότι
υπέγραψε μια συμφωνία στην οποία του υποσχέθηκαν προφορικά ενισχυμένη
τραπεζική ρευστότητα ενώ στο επίσημο κείμενο διευκρινίζεται πλήρως ότι οι
όποιες οικονομικές διευκολύνσεις συνδυάζονται με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης
του ελληνικού προγράμματος.
Η «επαναστατική»
περηφάνια λύγισε. Ο «έντιμος» συμβιβασμός ξεκίνησε από τον παραγκωνισμό του
Γιάνη. Η συνεννόηση με τους εταίρους πέρασε μέσα από την επιβολή κυβερνητικών
αλλαγών. Ο ρητορικά και διανοητικά ευφάνταστος Βαρουφάκης, παραχωρεί τα
διαπραγματευτικά σκήπτρα σε κάποιον λιγότερο προκλητικά οξυδερκή και εξόφθαλμα,
περίτεχνα συγκρουσιακό.
Ο Τσακαλώτος
υποτίθεται ότι εκπροσωπεί μια πιο συμβατή, με τις Ευρωπαϊκές απαιτήσεις,
πολιτική παρουσία επειδή δεν διαθέτει το θηριώδες ταμπεραμέντο του Βαρουφάκη.
Διακατέχεται όμως από γνήσιες μαρξιστικές ιδέες, δεν απορρίπτει ακραίες
επιλογές ούτε φυσικά έρχεται να υπηρετήσει διαφορετικές προτεραιότητες.
Βέβαια η τελική
συμφωνία θα κριθεί σε υψηλότατο πολιτικό επίπεδο και αυτό που μοιάζει να αρκεί
προς το παρόν είναι η επικοινωνιακή αποφόρτιση. Μήπως όμως έχει φτάσει
κι αυτή σε τέτοιο επίπεδο ώστε να επηρεάζει καταλυτικά και τα όρια ενός χρονικά
πιεστικού τελικού αποτελέσματος;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ο σαδομαζοχισμός
και η απόλαυση που κάποιοι αποκομίζουν από αυτόν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κι
ως μια άναρθρη προσπάθεια αυτοτιμωρίας. Ειδικά στην πολιτική οι αναφορές
σε υπομονετικούς υπερασπιστές ενός ιδεολογήματος που δηλώνουν διατεθειμένοι να
υποστούν κάθε οδυνηρή συνέπεια στο όνομα του «Ευαγγελίου» θα είχε μια
ενδιαφέρουσα ρομαντική διάσταση αν δεν υπέκρυπτε ότι οι επιπτώσεις κάθε
απόφασης αφορούν κυρίως τις ζωές των πολλών και πολύ λιγότερο αυτές των εξουσιαστών.
Την ίδια στιγμή
που παριστάνουν τους ηρωικά ανεκτικούς στον μαρτυρικό πόνο για το όνομα
της «αποκαλυπτικής» αλήθειας βιάζονται να κρυφτούν πίσω από την λαϊκή συναίνεση
που συνήθως υποκλέπτουν με ισχυρές δόσεις συναισθηματικού εξαναγκασμού και μελλοντικής
παραδεισολογίας που καθαγιάζει κάθε πρόσκαιρη κακουχία. Η αξιοπρέπεια του
πόνου αλείφεται με επαρκείς δόσεις δογματισμού και ο ρεαλισμός
εξοστρακίζεται ως νοσηρό μικρόβιο «επιζήμιας» αναμόχλευσης της ορθολογικής
αφύπνισης.
Η κυβέρνηση, μετά
από ασίγαστες περιπλανήσεις σε πιθανές εναλλακτικές επιλογές, στην περίπτωση παροδικής
ή οριστικής ρήξης με τους εταίρους, κατέληξε σε μια ολίγον σαδομαζοχιστική
προσέγγιση που ποντάρει στον πιθανό πόνο που θα προκληθεί και στους άλλους από
τη δική σου δεδομένη θυσία. Το Plan B της τελευταίας στιγμής έχει να κάνει αποκλειστικά
με την ιώβεια υπομονή που θα πρέπει να υποδείξουμε στις κακουχίες όσο,
υποτίθεται, θα γενικεύονται οι αντίστοιχες πληγές στα σώματα και των τιμωρών
μας.
Όσο
αποτελεσματική θα φάνταζε μια τέτοια παράτολμη επιλογή στις αρχές του 2010, με
τις γερμανικές και τις γαλλικές τράπεζες τρομοκρατημένες από την έκθεση τους
στα ελληνικά ομόλογα, άλλο τόσο ανεδαφική μοιάζει η αναμονή μιας ευρωπαϊκής
κατάρρευσης στις σημερινές συνθήκες. Οι αγορές έχουν λίγο, πολύ
προεξοφλήσει ένα Grexit οπότε οι όποιες αναταραχές θα είναι
πρόσκαιρες και ελεγχόμενες. Το χρέος μας είναι πλέον κυρίως διακρατικό άρα και
απαιτητό με πλειάδα τρόπων ανεξαρτήτως προθέσεων μονομερής διαγραφής
του.
Η ΕΚΤ αξιοποιεί
την ποσοτική χαλάρωση για να εκμηδενίσει το κόστος δανεισμού των
περισσότερων μελών της Ευρωζώνης οπότε μια μικρή αύξηση τους δεν θα φέρει
σοβαρές επιπτώσεις σε κανέναν. Το υποτιμημένο ευρώ ενισχύει τον
εξαγωνικό προσανατολισμό της Ε.Ε. και η παγκόσμια οικονομία όσο κι αν
ταρακουνηθεί από την αποδοχή ότι τα κοινά νομίσματα δεν είναι άτρωτα δεν
πρόκειται να καταρρεύσει κάτω από την περιθωριοποίηση της Ελλάδας.
Ίσως πιο ισχυρό
θα μπορούσε να αποδειχτεί το γεωστρατηγικό χαρτί αλλά κατορθώσαμε κι
αυτό να το εντάξουμε στη συνολική σαδομαζοχιστική αντίληψη. Αντί να κάνουμε
κατανοητά τα αμοιβαία πλεονεκτήματα και να δώσουμε υποσχέσεις για την ενίσχυση
της υπάρχουσας συμμαχικής θέσης μας, προτιμήσαμε μια εχθρική αντιμετώπιση
συνδυάζοντας την ανυπακοή με την αναζήτηση νέων ετεροβαρών και ασύνδετων
μεταξύ τους συμμαχιών.
Η αρχική ασάφεια
που διέπονταν από τη λογική του «δεν βαριέσαι, θα δούμε τι θα γίνει»,
αντικαταστάθηκε από την σαφή αλλά ανυπολόγιστα πιο μαζοχιστική στάση «θα
πονέσουμε αλλά θα πονέσουν κι άλλοι». Ο ηδονισμός του πόνου όσο υπαρκτό
κεφάλαιο κι αν αποτελεί στην ερωτική φιλολογία άλλο τόσο ανύπαρκτη τεχνική
είναι στο πολιτικό παιχνίδι. Εκτός αν κάποιοι θέλουν ηθελημένα να μπλέξουν τα
δυο πεδία!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Είτε χρεοκοπήσεις
με ηρωικό παρορμητισμό, είτε συμβιβαστείς με τον Ευρωπαϊκό καταναγκασμό,
το εκπαιδευτικό μοντέλο που ως χώρα θα επιλέξεις να προωθήσεις θα προσδιορίσει
το αξιακό μονοπάτι στο οποίο θα κινηθείς τα επόμενα χρόνια. Οι
εκπαιδευτικές επιλογές θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος, την ισχύ και τη
μονιμότητα της θεσμικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης. Τα πρώτα
δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης δίνουν την εντύπωση ενός εντυπωσιακού
πισωγυρίσματος, μιας ιδεολογικής νοσταλγίας που επιχειρεί να επαναφέρει τις βασικές
εκπαιδευτικές αρχές στο «επαναστατικό» 1982…
Το 1982
σηματοδοτούσε το ξετύλιγμα μιας καταπιεσμένης «προοδευτικότητας» και
συνδυάστηκε με έναν εκπαιδευτικό νόμο που μετέτρεπε το Πανεπιστήμιο σε οχυρό
ιδεοληπτικών μειοψηφιών, ορμητήριο αντιεξουσιαστών, έρμαιο μπαχαλάκηδων. Η
κοινωνική ανοχή, ακόμα και η γενικευμένη συμπάθεια προς μια νεολαία – δυναμικό
αμφισβητία, μετέτρεψε το άσυλο σε εκκολαπτήριο ανομίας και τρομοκρατικών
σχεδιασμών. Ο συντεχνιασμός, φοιτητικός και καθηγητικός, καταδυνάστευε κάθε
δημιουργική πρωτοβουλία.
Τι κι αν εκείνη
την περίοδο οι φιλελεύθερες ιδέες κέρδιζαν σιγά, σιγά την φοιτητική πλειοψηφία;
Το διοικητικό σύστημα, όπως αυτό είχε δομηθεί από τον τότε εκπαιδευτικό
νόμο, και το φοιτητικό κατεστημένο που έλεγχαν τις λειτουργικές δομές επέβαλαν
επί δεκαετίες το αξιακό τους πλαίσιο και δημιουργούσαν τις συνθήκες για την
ανυπαρξία κάθε ουσιαστικού εκσυγχρονισμού σε όλα τα επίπεδα (διοικητικά,
μαθησιακά, ερευνητικά).
Χρειάστηκαν
τριάντα χρόνια και μια πρωτοφανώς διευρυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία
για να επιτευχθούν θεμελιώδη ρήγματα σε μια απρόσβλητη φιλοσοφία από τις
συνήθεις κυβερνητικές πλειοψηφίες. Το άσυλο επανήλθε στην εξυπηρέτηση του
αρχικού του σκοπού, η εκλογή των Πρυτανικών αρχών αποσυνδέθηκε από τη
συνδικαλιστική διαπλοκή διδασκόντων – διδασκόμενων, η διοίκηση μεταφέρθηκε σε πιο
επαρκή γνωστικά συμβούλια, απαλείφθηκε η παγκόσμια πρωτοτυπία της
αιωνιότητας της ιδιότητας του φοιτητή.
Δυστυχώς στην
κρίσιμη χρονική καμπή, που τίθεται επιτακτικά το ερώτημα της συνέχισης της
Ευρωπαϊκής μας παρουσίας, βρέθηκε στα ηνία του υπ. Παιδείας ένας ακραιφνής
εκπρόσωπος της φιλοσοφίας του 1982. Δίχως να χάσει χρόνο επανέφερε όλες
τις ρυθμίσεις που είχαν καταργηθεί, αναβιώνοντας ένα περιβάλλον συμβατό με την αντι-αριστεία
που εξαρχής μας έδειξε ότι πρεσβεύει.
Επιπρόσθετα
εκδήλωσε την πρόθεση να καταργήσει τα αγγλόφωνα τμήματα των ΑΕΙ. Ποιος
έχει ανάγκη, σε μια ανταγωνιστική, παγκοσμιοποιημένη κατάσταση να εκμεταλλευτεί
τα πλεονεκτήματα του και να προσελκύσει τον μέγιστο αριθμό φοιτητών από το
εξωτερικό; Εμείς δεν θα γίνουμε δέσμιοι της αγγλοσαξονικής εκπαιδευτικής
εμπορευματοποίησης, ούτε θα προσαρμόσουμε τα προγράμματα μας στις σύγχρονες
απαιτήσεις! Άλλωστε για αυτό δεν προτιμούμε να σπρώχνουμε στην μετανάστευση
προς Δυσμάς χιλιάδες φοιτητές μας αντί να παραδεχτούμε την προσφορά της
ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;
Η νέα εποχή
που όλοι προσδοκούμε για αυτή τη χώρα δεν πρόκειται να προκύψει από ένα σύστημα
Παιδείας που αναπαράγει ότι πιο πεπαλαιωμένο, πιο αναχρονιστικό, πιο
αντιδραστικό. Η αχαλίνωτη ελευθεριότητα, η μαθησιακή χαλαρότητα, η
διοικητική κομματοκρατία μόνο ως στοιχεία ρήξης με το σαθρό παρελθόν, που
έχτισε το τείχος της κρίσης που τώρα γκρεμίζεται απειλώντας να μας συνθλίψει,
δεν μπορεί να εκληφθεί. Ποια γενικότερη ελπίδα αναζητούμε με την Παιδεία
να οδεύει πίσω στο 1982;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος

Ένα διαρκές φλερτ με την χρεοκοπία, τα IOU και κάθε περίτεχνη ιδέα αναβολής του μοιραίου που εξωραΐζεται και παραπέμπεται σε λαϊκή αναβάπτιση.
Μια επιτροπή λογιστικού ελέγχου του χρέους με ακτιβιστές και οικονομολόγους με πέδιλα, απονομιμοποιημένης λειτουργίας και παραπλανητικής μικροκομματικής στόχευσης.
Αβρότητες Τσίπρα – Παπανδρέου με φόντο μια νέα κυβερνητική πλειοψηφία.
Μόνο μερικά από τα θέματα που πραγματεύτηκε κι αυτή την Παρασκευή 1-3 μμ το "Φρενοκομείο" με τον Κώστα Μανίκα στον iD Radio.
Τι κι αν η
μεταρρυθμιστική και δημοσιονομική συμφωνία με τους εταίρους μοιάζει να
βρίσκεται στον αέρα; Τι κι αν η πραγματική οικονομία φυλλορροεί κάτω από
την ασφυκτική πίεση της κρεμάλας μιας νέας διαπραγματευτικής ύφεσης; Στην
κυβέρνηση φόρεσαν τα μεγάλα κόκκινα γυαλιά κι όλα σινεμά τα βλέπουν, όπως λέει
και το άσμα! Λιάζονται στο εκτυφλωτικό φως της απατηλής ιδεοληψίας τους
και πλατσουρίζουν σαν απρόσεκτα παιδιά στο μεταναστευτικό κύμα και την
αυξανόμενη παλίρροια της ανομίας που απειλεί να τους πνίξει.
Μπορεί η ελληνική
κοινωνία να περιμένει με αγωνία τις εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό μέτωπο και να
αναρωτιέται αν τελικά θα καταστεί δυνατό να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις
τον Μάιο ή θα καταλήξουμε σε τμηματικές καταβολές και χρήση ανταλλακτικών
κουπονιών, δεν αδιαφορεί όμως για την εικόνα αποδιάρθρωσης τόσο στην διαφύλαξη
της έννομης τάξης όσο και στην αναχαίτιση των μεταναστευτικών ροών που
θέριεψαν μετά τις χαλαρές και δήθεν φιλόστοργες κυβερνητικές προτροπές προς τους
πρόσφυγες από τη Συρία.
Με το ιδεολογικό
αντηλιακό ανά χείρας και το πλατύ θεωρητικό καπέλο να αποκρύπτει σημαντικό
μέρος της αλήθειας, επιτρέποντας μια επιλεκτική αίσθηση πραγματικότητας. Ακούν
τους ήχους των ατέρμονων αντιεξουσιαστικών καταλήψεων ως περαστικούς γλάρους.
Αντιλαμβάνονται ως παροδικό συνωστισμό στην παραλία την μαζική απόβαση
παράνομων μεταναστών, που με ευκολία χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως πολιτικοί
πρόσφυγες, για να επιχειρηθεί η προώθηση τους στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Γνωρίζουν όμως
ότι η νομοτυπία των υπογεγραμμένων διεθνών συμβάσεων θα επιβάλλει την
άμεση επάνοδο τους στην Ελλάδα ή την αποβολή μας από τη συνθήκη Σένγκεν και την
αυτόματη μετατροπή μας σε τριτοκοσμική χώρα με επιβολή εξονυχιστικών ελέγχων
διαβατηρίων από όλο τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Γι’ αυτό και ταχύτατα
ανασκεύασαν την αρχική ουτοπική δήλωση προσαρμόζοντας την σε πιο ορθολογικά
πλαίσια χωρίς όμως και πάλι να δίδεται κάποια λύση ούτε για την ασφάλεια των
Ελλήνων πολιτών, ούτε για τους ίδιους τους μετανάστες.
Μια επιλογή αντίστοιχης
θεσμικής φαιδρότητας με την πρόθεση για ενοποίηση των υπουργείων
Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης συνθέτοντας μια παγκοσμίως πρωτότυπη δομή
συνδιαχείρισης του κρατικού διώκτη και του τιμωρού. Μια σκέψη που μάλλον
εγκαταλείφθηκε οριστικά κάτω από τον αδυσώπητο ρεαλισμό της διαρθρωτικής
και επιχειρησιακής αντίφασης.
Μήπως αντί η
κυβέρνηση να γεμίζει με κούφιο αέρα ένα κατεστραμμένο πίσω λάστιχο που
διατηρεί το «αυτοκίνητο» σε ασταθή πορεία στέλνοντας το στον τοίχο μέσα σε
σφυρίγματα αδιαφορίας, να σταματήσει την ιλιγγιώδη πορεία προς την ασάφεια
για να αποκαταστήσει τις βασικές δομικές βλάβες ενός συστήματος που και οι
ίδιοι σιγά, σιγά (βλέπε παρεμβάσεις Πανούση) αρχίζουν να συνειδητοποιούν τα
αδιέξοδα και την αναποτελεσματικότητα του;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Τα χρονικά περιθώρια όλο και στενεύουν. Οι
μέρες που απομένουν για προκύψει συμφωνία στο μεταρρυθμιστικό πακέτο και
τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας διαγράφονται η μια μετά την άλλη από τον
τοίχο του χρηματοδοτικού «κελιού». Αντί όμως να εντείνονται οι προσπάθειες ώστε
οι κυβερνητικές προτάσεις να διαθέτουν τον μέγιστο δυνατό ρεαλισμό και την οικονομική
αποτελεσματικότητα που θα πείσουν τους εταίρους να αποδεσμεύσουν τα
απολύτως απαραίτητα για την εγχώρια ρευστότητα κεφάλαια, επιδίδεται σε έναν
αγώνα αποπροσανατολιστικών και άκαιρων κινήσεων που ενώ χαίρουν την
εκτίμησης ή της ανοχής μεγάλου μέρους της κοινωνίας επί της ουσίας φέρνουν την
μεταρρυθμιστική μας χρεοκοπία..
Πως αλλιώς να εξηγήσεις το γεγονός ότι ενώ
τα περισσότερα από τα μέτρα που προτάθηκαν είναι μονοδιάστατης επίδρασης
και αφήνουν δυσαναπλήρωτο κενό για την επόμενη χρονιά ή στηρίζονται σε ασαφείς
γενικεύσεις για την επιτυχία πρωτοβουλιών που θα αποκαλύψουν περίπου 12-15
δις «μαύρου» χρήματος μέσα στο επόμενο οκτάμηνο, επελέγη αυτό το κρίσιμο
διάστημα για να αρχίσουν τις λειτουργίες δυο κοινοβουλευτικές επιτροπές και
με τη δομή και τη στόχευση τους κυρίως εξυπηρετούν τους εσωτερικούς και
εσωκομματικούς σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ;
Η εξεταστική για το μνημόνιο
ξεκίνησε με την επίγνωση ότι δεν πρόκειται να αποδώσει παραγεγραμμένες ποινικές
ευθύνες που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να εξευρεθούν σε καθαρά πολιτικές
αποφάσεις για τις οποίες οι υπεύθυνοι κρίνονται από το εκλογικό σώμα. Άλλωστε
μια πλήρης και με ψυχραιμία καταγραφή των εξελίξεων που διαχρονικά
οδήγησαν τη χώρα σε δημοσιονομικά, διαρθρωτικά και ανταγωνιστικά ατοπήματα αλλά
και του εξαρχής, έγκαιρου ή μη, τρόπου αντιμετώπισης της κρίσης που μας έφερε επαίτη
στα σκαλοπάτια του ΔΝΤ μπορεί να γίνει μόνο με μια σχετική απόσταση από τα
γεγονότα.
Προσωπικά θα την ανέμενα μετά την
ολοκλήρωση του υπάρχοντος προγράμματος, το πέρασμα στην πιστοληπτική γραμμή
και την οριστική επάνοδο στις αγορές. Αυτός όμως ο σχεδιασμός έχει πλέον
ανατραπεί, οπότε η συζήτηση για το όλο θέμα μετατρέπεται σε εργαλείο
ανούσιων κομματικών διαξιφισμών που δίνει και διεθνώς της εικόνα μιας βαθιά
διχασμένης χώρας. Με ένα σμπάρο δυο νεκρά «τρυγόνια». Εσωτερικός
αποπροσανατολισμός και διεθνής εξευτελισμός.
Αντίστοιχης ή και ακόμα πιο αφαιρετικής
αντίληψης είναι η πρωτοβουλία για την σύσταση επιτροπής λογιστικού ελέγχου
του χρέους που κανείς δεν μας έχει εξηγήσει τι ακριβώς θα προσφέρει στην
βελτίωση της διάρθρωσης του. Μια επιτροπή με αμφιβόλου κύρους άτομα από κάθε
γωνία του πλανήτη που δεν διαθέτει καμιά διεθνή νομιμοποίηση διαγραφής
του χρέους πέρα από μια απομονωτική μονομερή κίνηση στην οποία έτσι κι αλλιώς
θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε χωρίς την ανάγκη πομπωδών συνεδριάσεων.
Η πολιτική διαχείριση του δημοσίου
χρήματος δεν ποινικοποιείται από ανούσιες επιτροπές που το μόνο που θα
μπορούσαν να επιδιώξουν, αν δεν διαπνέονταν από μικροκομματικό αέρα, θα ήταν
μια ειλικρινής καταγραφή των πιθανότατα εσφαλμένων πολιτικών επιλογών
χωρίς όμως να μπορεί να τους αποδώσει χαρακτηριστικά αθέμιτης, νομικά
επιλήψιμης διάστασης. Γνωρίζουν καλά οι κυβερνητικοί παράγοντες ότι διεθνώς οι
όποιες περιορισμένες διαγραφές χρέους προέκυψαν μόνο για τη δράση
απολυταρχικών καθεστώτων χωρίς αυτό να σημαίνει, για να μην πω με αυτό ως
προϋπόθεση, την προσφυγή στο ΔΝΤ. Άλλωστε το παραδέχτηκε ο ίδιος ο Γ.
Βαρουφάκης.
Το ρολόι για την επιβίωση της χώρας
χτυπά αντίστροφα με επίμονο και όλο και πιο έντονο τρόπο. Εύχομαι η επιλογή
ορισμένων να συνδυάσουν την μεταρρυθμιστική χρεοκοπία της δημιουργικής ασάφειας
με κοινοβουλευτικές φιέστες επικοινωνιακής παραπλάνησης να μην σηματοδοτεί και
την ολοκληρωτική εθνική χρεοκοπία.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος














