
Μια συμφωνία που
σαν αποτέλεσμα καθυστερήσεων φορτώνει όλο και περισσότερο τον λογαριασμό για τα
νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Ένας πρωθυπουργός
που επιχειρεί να δικαιολογηθεί προσποιούμενος ακόμη ότι φέρνει το τέλος της
λιτότητας σε συσκευασία άνω των 8 δισ. ευρώ.
Η ΠτΒ διαγράφει
(νοητικά) σχεδόν όλο το δημόσιο χρέος με απόφαση της μη θεσμικής επιτροπής
ελέγχου του, του τάγματος των ξυπόλυτων ειδικών.
Η κοινωνία
υπερασπίζεται μαζικά την συνέχιση της Ευρωπαϊκής πορείας συνειδητοποιώντας ότι
αυτό είναι το μόνο υπαρκτό πεδίο διεκδικήσεων. Μας μιλά για τις συγκεντρώσεις
με τίτλο «Μένουμε Ευρώπη» ο άνθρωπος που ξεκίνησε την οργάνωση των εκδηλώσεων
μέσω facebook ο κ. Άγγελος Φραγκόπουλος (από το 1.38.45
έως το 1.51.23 της εκπομπής).
Μέναμε Ευρώπη
πολύ πριν υπάρξει η Ε.Ε. και η ΟΝΕ. Μένουμε Ευρώπη γιατί, έτσι κι αλλιώς,
αποτελούμε συστατικό γεωγραφικό και ιστορικό στοιχείο αυτής της ηπείρου.
Μόνο που οι απαραίτητες δηλώσεις εθνικής ταυτοποίησης δεν αρκούν για να
καλύψουν τις πολυεπίπεδες απαιτήσεις του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου σκηνικού.
Πλέον Μένουμε Ευρώπη και επειδή στα πλαίσια του ανηλεή συναλλαγματικού πολέμου,
της αναδιανομής της οικονομικής ισχύος με τις αναδυόμενες δυνάμεις να διεκδικούν
την πρωτοκαθεδρία, χώρες όπως η Ελλάδα έχουν ανάγκη των πλεονεκτημάτων που
προσφέρουν ή εν δυνάμει μπορούν να προσφέρουν οι υπερεθνικοί θεσμοί.
Δεν είναι
απαραίτητο να αναπτύξω ξανά τα επιχειρήματα στήριξης της Ευρωπαϊκής πορείας
ή της ένταξης στο ευρώ. Η κοινωνία σθεναρά τάσσεται υπέρ και των δυο σε
συντριπτικά ποσοστά που αγγίζουν το 80% ακόμα και σε αυτή την δύσκολη
οικονομική συγκυρία που με ευκολία αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι
για να φορτώσουμε κάθε αμαρτία σχετική με την κρίση. Είναι γεγονός ότι το ευρώ
δημιουργήθηκε χωρίς τις δομές που χρειαζόταν και η Ελλάδα εισήλθε σε αυτό χωρίς
να διαθέτει την μεταρρυθμιστική πληρότητα για να ανταποκριθεί στις
απαιτήσεις του.
Οι πάντες όμως
αναγνωρίζουν πλέον, ακόμα και οι περισσότεροι από όσους αντιτάχθηκαν στο αρχικό
Ευρωπαϊκό όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι το μοναδικό οικονομικό
και διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να οικοδομήσει ένα
σταθερό και βιώσιμο μέλλον, είναι το Ευρωπαϊκό. Μέσα από μια δυναμική
διαδικασία όπου γίνονται και λάθη, αποφάσεις καθυστερούν, δομές
αποδεικνύονται δυσλειτουργικές αλλά ταυτόχρονα δίνονται και λύσεις που
αποτρέπουν ακόμα πιο επώδυνες εξελίξεις, προκύπτουν κοινές πολιτικές που
στηρίζουν την ανάπτυξη, την απασχόληση.
Οι εκδηλώσεις
«Μένουμε Ευρώπη» δεν προέκυψαν ως ανάγκη καθαγιασμού κάθε μνημονιακού
λάθους. Άλλωστε οι εσφαλμένες αρχικές εκτιμήσεις με τους υποτιμημένους δημοσιονομικούς
πολλαπλασιαστές ή την δυνατότητα επίτευξης της προσαρμογής και επανόδου
στις αγορές μέσα σε δυο χρόνια, όπως τις επισημαίναμε από το 2009, έχουν γίνει
πλέον αποδεκτές από το ίδιο το ΔΝΤ. Ούτε απέκτησαν αυτές οι συγκεντρώσεις
ανεπανάληπτη μαζικότητα επειδή κάποιοι επιθυμούν την άνευ όρων παράδοση στους όρους
των δανειστών.
Τουναντίον μάλλον
προσπαθούν να αφυπνίσουν όσους πιστεύουν ότι με την πεντάμηνη
διαπραγματευτική καθυστέρηση της δημιουργικής ασάφειας, το απόλυτο «πάγωμα»
της οικονομικής δραστηριότητας και την κατάληξη σε συνταγές, που πριν λίγους
μήνες είχαμε φτάσει στο σημείο να μπορούμε να τις αποφύγουμε, όπως η υπερφορολόγηση
των πολιτών ή η «ποινικοποίηση» της επιχειρηματικής δράσης, μπορούμε να
ελπίζουμε σε ένα πιο πρόσφορο μέλλον, σε μια πραγματικά καλύτερη Ελλάδα.
Μένουμε Ευρώπη
γιατί διεκδικούμε για την Ελλάδα την θέση που της αρμόζει στο Ευρωπαϊκό στερέωμα.
Μιας θέσης δημιουργίας, ευθύνης, αποφασιστικότητας. Μιας Ελλάδας που δεν
θεωρεί τον δημόσιο τομέα αποκούμπι προσωπικών φιλοδοξιών. Δεν αντιμετωπίζει το
κοινωνικό κράτος ως ψηφοθηρικό εργαλείο. Δεν φθονεί την επιτυχία και την
επιχειρηματική πρωτοβουλία. Δεν αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες όπως
η ασφάλεια των πολιτών, η ιδεολογικά ακηδεμόνευτη Παιδεία, η στιβαρή θεσμική
λειτουργία και η δημοκρατική ανοχή.
Μένουμε Ευρώπη
επειδή, πέρα από επιμέρους διαφωνίες, η συντριπτική πλειοψηφία των
Ελλήνων αναγνωρίζουμε ότι αν τολμήσεις να εγκαταλείψεις το μοναδικό υπαρκτό
«γήπεδο» διεκδικήσεων για να πλεύσεις σε άγνωστες ανοιχτές θάλασσες
γεμάτες υφάλους και σκυλόψαρα, όπως μεγάλο μέρος κυβερνητικών παραγόντων
προτείνει πλέον ανοικτά, ή επιλέξεις την στιγμή που η αρνητική πορεία των
τελευταίων ετών άρχιζε να αντιστρέφεται, πολιτικές που αναπαράγουν την ύφεση
και δεν επιλύουν χρόνια κοινωνικά ζητήματα όπως το ασφαλιστικό, το μόνο που θα
κατορθώσεις είναι να στείλεις οριστικά την χώρα στην ξέρα της οικονομικής
και διπλωματικής απομόνωσης.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη,
Δικηγόρος, Υποψήφιος ΔΝ.
Είναι γνωστό πως πλέον στη χώρα μας υπάρχουν αυτοί που θέλουν να μείνουμε στην Ευρώπη, οι λεγόμενοι Ευρωπαϊστές και αυτοί, που αμφισβητούν την παραμονή μας στην Ευρώπη, οι λεγόμενοι Ευρωσκεπτικιστές. Φυσικά αυτή η διάκριση των πολιτών, αν δούμε και τα αποτελέσματα των πρόσφατων Ευρωπαϊκών Εκλογών, δεν υπάρχει μόνο στη χώρα μας, αλλά πλέον σε όλη την Ευρώπη. Κινήματα από την κοινωνία αρχικά όπως οι Podemos μετεξελίχθηκαν σε κόμματα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν έχω σκοπό όμως με το παρόν άρθρο μου να μακρηγορήσω και να σας κουράσω μιας ο χώρος φιλοξενίας είναι περιορισμένος (ευχαριστώ για άλλη μια φορά τον διαχειριστή του μπλογκ και πολύ δραστήριο φίλο Κώστα Μανίκα) και οι απαντήσεις στα περισσότερα ως άνω ερωτήματα, που όλους μας ταλανίζουν έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης και συζήτησης όλα αυτά τα κρίσιμα χρόνια πολιτών, επιστημόνων (νομικών, οικονομολόγων κτλ), πολιτικών, επίσημων φορέων και ο καθένας μας λίγο ή πολύ πια έχει πλέον εξάγει κάποια συμπεράσματα. Ωστόσο θα ήθελα δια του παρόντος να προβληματιστούμε γύρω από τις ομιλίες κάποιων μεγάλων Ελλήνων ηγετών, που με τα θετικά και τα αρνητικά τους χάραξαν αναμφισβήτητα την πορεία αυτού του τόπου.
Έχοντας τα λόγια των δύο αυτών ηγετών ως πολιτική παρακαταθήκη στο μυαλό μας πρέπει όλοι να αναλογιστούμε ότι η Ευρώπη είτε το θέλουμε είτε όχι είναι το σπίτι μας, είναι η οικογένεια μας. Όμως σίγουρα η Ευρώπη αυτή δεν έχει καμία σχέση ή προφανώς ελάχιστη με την Ευρώπη, που οραματίστηκαν οι θεμελιωτές της και μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες μεταξύ των οποίων οι Αντενάουερ, Ντε Γκωλ, Μητεραν, Κωνσταντίνος Καραμανλής κτλ., οι οποίοι οραματίστηκαν μια Ευρώπη της Αλληλεγγύης, του Ανθρωπισμού, της Ισοτιμίας, της Δικαιοσύνης, της Ευημερίας, της Ανάπτυξης. Σήμερα κάποιοι θέλουν να επιβάλουν μια Ευρώπη των Δύο ταχυτήτων, μια Ευρώπη της Υποτέλειας στα πλαίσια πάντα της αυτονόμησης του «νεοφιλελευθέρου του Μινώταυρου»[4]. Θα τους αφήσουμε ή θα τους διευκολύνουμε με την τυχόν έξοδο μας;;; Φυσικά ΟΧΙ! Θα μείνουμε στην Ευρώπη και θα αγωνιστούμε με κάθε τρόπο να την αλλάξουμε και να την επαναφέρουμε στα οράματα των ιδρυτών της και στις αξίες που πράγματι ενσαρκώνει το ευρωπαϊκό όραμα…
Δικηγόρος, Υποψήφιος ΔΝ.
Βλέποντας την μεγαλειώδη συγκέντρωση στο
Σύνταγμα στις 18/6/2015 με αίτημα των Διαδηλωτών να μείνει η χώρα μας στην
Ευρώπη, μιας και ένεκα της πολύμηνης διαπραγμάτευσης και της μη ύπαρξης
συμφωνίας εγκυμονεί ως την ώρα, που γράφεται το παρόν, ο κίνδυνος αποχώρησης
και εξόδου της χώρα μας από αυτήν (Grexit)
γεννήθηκαν στο μυαλό μου κάποια ερωτήματα σχετικά με το αν αξίζει να μείνουμε
στην Ευρώπη. Αξίζει άραγε να μείνουμε στην Ευρώπη και αν ναι σε ποια
Ευρώπη; Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια
ως γνωστό βιώνει δυστυχώς μια πρωτοφανή οικονομική και δημοσιονομική κρίση.
Όλοι αναρωτιόμαστε γιατί εντέλει να
υφιστάμεθα τόσα δεινά ως λαός, γιατί να υποφέρουμε, γιατί να υποβαθμίζεται το
βιοτικό μας επίπεδο και γιατί να οδηγούμαστε σε τέτοια φτωχοποίηση; Ποιο είναι
το κόστος για όλα αυτά;
Είναι γνωστό πως πλέον στη χώρα μας υπάρχουν αυτοί που θέλουν να μείνουμε στην Ευρώπη, οι λεγόμενοι Ευρωπαϊστές και αυτοί, που αμφισβητούν την παραμονή μας στην Ευρώπη, οι λεγόμενοι Ευρωσκεπτικιστές. Φυσικά αυτή η διάκριση των πολιτών, αν δούμε και τα αποτελέσματα των πρόσφατων Ευρωπαϊκών Εκλογών, δεν υπάρχει μόνο στη χώρα μας, αλλά πλέον σε όλη την Ευρώπη. Κινήματα από την κοινωνία αρχικά όπως οι Podemos μετεξελίχθηκαν σε κόμματα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν έχω σκοπό όμως με το παρόν άρθρο μου να μακρηγορήσω και να σας κουράσω μιας ο χώρος φιλοξενίας είναι περιορισμένος (ευχαριστώ για άλλη μια φορά τον διαχειριστή του μπλογκ και πολύ δραστήριο φίλο Κώστα Μανίκα) και οι απαντήσεις στα περισσότερα ως άνω ερωτήματα, που όλους μας ταλανίζουν έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης και συζήτησης όλα αυτά τα κρίσιμα χρόνια πολιτών, επιστημόνων (νομικών, οικονομολόγων κτλ), πολιτικών, επίσημων φορέων και ο καθένας μας λίγο ή πολύ πια έχει πλέον εξάγει κάποια συμπεράσματα. Ωστόσο θα ήθελα δια του παρόντος να προβληματιστούμε γύρω από τις ομιλίες κάποιων μεγάλων Ελλήνων ηγετών, που με τα θετικά και τα αρνητικά τους χάραξαν αναμφισβήτητα την πορεία αυτού του τόπου.
Αναφέρομαι αρχικά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή
ή άλλως Εθνάρχη, ο οποίος σε ομιλία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 12.6.1976[1]
ανέφερε χαρακτηριστικά «…Η Ελλάς
πολιτικά, αμυντικά, οικονομικά ανήκει στη Δύση. Διαπραγματεύεται την ένταξη του
στην Ευρώπη, γιατί κατοχυρώνει τη δημοκρατία της ενισχύει την ασφάλεια
επιταχύνει την οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη…». Ο Μανδραβέλης σε
άρθρο του στην Καθημερινή αναφέρει πως ήταν τέτοιο «το όραμα και η επιμονή, που έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ και όχι η
απαίτηση της ελληνικής κοινωνίας»[2].
Από την άλλη μεριά ο Ανδρέας Παπανδρέου, του οποίου ουδέποτε υπήρξα
θιασώτης, σε ομιλία του στη Σύνοδο Κορυφής στις Κάννες το 1995[3],
ανέφερε χαρακτηριστικά «…Πάμε σε ένα
είδος συρρίκνωσης της εθνικής δύναμης, αλλά όχι στο βωμό μιας συλλογικής δημοκρατικής διαδικασίας,
στο βωμό των κρίσεων και συμφερόντων… μηδενοποίηση των δημοκρατικών κυβερνήσεων
οι οποίες δεν θα μπορούν να παίξουν δημοκρατικό ρόλο, αλλά θα υπόκεινται στις
κατευθύνσεις, που δίνει το διευθυντήριο». Ωστόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου
αναγνώρισε και αυτός με τη σειρά του, ότι η θέση μας είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση
και πρόβαλε την ανάγκη να δώσουμε μάχες για να την αλλάξουμε., αν και κάποια
χρόνια νωρίτερα για λόγους λαϊκισμού και στείρας αντιπολίτευσης διακήρυττε
εναντίον της με τα γνωστά σε όλους μας συνθήματα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο
Συνδικάτο»
Έχοντας τα λόγια των δύο αυτών ηγετών ως πολιτική παρακαταθήκη στο μυαλό μας πρέπει όλοι να αναλογιστούμε ότι η Ευρώπη είτε το θέλουμε είτε όχι είναι το σπίτι μας, είναι η οικογένεια μας. Όμως σίγουρα η Ευρώπη αυτή δεν έχει καμία σχέση ή προφανώς ελάχιστη με την Ευρώπη, που οραματίστηκαν οι θεμελιωτές της και μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες μεταξύ των οποίων οι Αντενάουερ, Ντε Γκωλ, Μητεραν, Κωνσταντίνος Καραμανλής κτλ., οι οποίοι οραματίστηκαν μια Ευρώπη της Αλληλεγγύης, του Ανθρωπισμού, της Ισοτιμίας, της Δικαιοσύνης, της Ευημερίας, της Ανάπτυξης. Σήμερα κάποιοι θέλουν να επιβάλουν μια Ευρώπη των Δύο ταχυτήτων, μια Ευρώπη της Υποτέλειας στα πλαίσια πάντα της αυτονόμησης του «νεοφιλελευθέρου του Μινώταυρου»[4]. Θα τους αφήσουμε ή θα τους διευκολύνουμε με την τυχόν έξοδο μας;;; Φυσικά ΟΧΙ! Θα μείνουμε στην Ευρώπη και θα αγωνιστούμε με κάθε τρόπο να την αλλάξουμε και να την επαναφέρουμε στα οράματα των ιδρυτών της και στις αξίες που πράγματι ενσαρκώνει το ευρωπαϊκό όραμα…
[2] Άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή, «Η κληρονομία ενός
ηγέτη», 7/6/2015
[3] Απόσπασμα της ομιλίας υπάρχει και στο Youtube
[4]Βλ αναλυτικά Παυλοπουλος. Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος, Η αποστολή του
Θησέα, μια επιβεβλημένη απάντηση των θεσμών στην οικονομική κρίση; Εκδόσεις
Λιβάνη 2014.
Από την πρώτη
στιγμή πίστευα ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έστω και την ύστατη ώρα, θα
επιτευχθεί μια συμφωνία με τους εταίρους. Όταν μάλιστα το εσωτερικής
κατανάλωσης επικοινωνιακό όπλο που ακούει στο όνομα Βαρουφάκης εξάντλησε τη
δυναμική του και ουσιαστικά τον απέσυραν από την διαπραγμάτευση το θεώρησα ως
την καλύτερη επιβεβαίωση μιας πορείας που θα έχει κάποια κατάληξη. Φαίνεται
όμως ότι ο κυβερνητικός σχεδιασμός αναλώνεται τόσο στην επικοινωνιακή και
θυμική διαχείριση της κοινωνίας που έχουν αποφασίσει να εξαντλήσουν και το
τελευταίο δευτερόλεπτο παραμένοντας απορροφημένοι στην συντήρηση μιας δήθεν
ηρωικής στάσης.
Σε αυτή τη λογική
εντάσσεται και η ανάδειξη ενός ανύπαρκτου νούμερου όσων αφορά τις οικονομικές
συνέπειες ενός Grexit. Το 1 τρισ. που αρχικά προέκυψε ως
παρερμηνεία μιας αναφοράς σε άρθρο του Munchau στους FT αναπαράχθηκε ως ευαγγελική ρήση ενώ όλοι
γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Είναι δεδομένο ότι η
αναταραχή για το ευρώ θα είναι σημαντική και οι άμεσες συναλλαγματικές πιέσεις
υπολογίσιμες, όπως είναι σίγουρο ότι θα επηρεαστεί αρνητικά το κόστος δανεισμού
των χωρών της Ευρωζώνης.
Τίποτα από όλα
αυτά όμως δεν θα σημάνει το τέλος του ευρώ, ούτε ένα τόσο υπέρογκο κόστος όπως
διαρρέουν κυβερνητικοί κύκλοι ειδικά σε μια περίοδο που η δυνατότητα παρέμβασης
της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων έχει αυξηθεί και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει
μια διεύρυνση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης για μερικούς μήνες, ώσπου να
κατευναστούν οι αντιδράσεις των αγορών.
Αν όμως όντως
φυσάει στην άκρη του γκρεμού που φτάσαμε και η ατυχία ενός παροδικού ανέμου
χρειάζεται δευτερόλεπτα για να φέρει το ανέγκλητο, ολοσχερές ατύχημα; Αν στην
προσπάθεια να φέρουμε την κατάσταση στο απροχώρητο, σε μια φάση που είτε ήδη θα
έχει βιώσει ο Έλληνας πρωτόγνωρες καταστάσεις όπως οι έλεγχοι κεφαλαίου είτε θα
αισθανθεί ως πολύ πιθανή αυτή την προοπτική, γλιστρήσει από τα χέρια μας η
μπάλα και σπάσει οριστικά το πολύτιμο βάζο της Ευρωπαϊκής πορείας;
Αν το μπλοφάρισμα
των εταίρων, όπως βλέπει τη στάση τους ο Βαρουφάκης, αποδειχτεί αληθινή απειλή
όταν μάλιστα επισταμένα κατορθώνουμε να διαρρηγνύουμε με υπερφίαλες και
επιπόλαιες δηλώσεις τις σχέσεις με πρόσωπα και έθνη, διαχρονικούς μας
συμμάχους; Αν οι επιπτώσεις μιας διαρκούς αναβολής της απόφασης είναι απείρως
μεγαλύτερες για εμάς όπως ήδη αποδεικνύεται από την οικτρή κατάσταση της
ελληνικής οικονομία και τη συνεχή διαρροή καταθέσεων;
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει
να κατανοήσει ότι το σκεπτικό πως ωθώντας προς τα πίσω μια απόφαση μέσα σε
κλίμα δημιουργικής ασάφειας θα αύξανε τις πιθανότητες μιας καλύτερης συμφωνίας
καταρρίφθηκε από το δεδομένο της οικονομικής δυσπραγίας που περιορίζει τα
κρατικά έσοδα και αυξάνει την ανάγκη νέων μέτρων. Αφού δεν κατόρθωσε καβαλώντας
το αρχικό κύμα θετικής προδιάθεσης, εντός κι εκτός χώρας, να πετύχει όσα ήταν
δυνατό υπό τις παρούσες συνθήκες τώρα το μόνο που κατορθώνει είναι ή να
οδηγείται σε μια όλο και πιο ετεροβαρή, πιο σκληρή συμφωνία ή απλά να
καθυστερεί το μοιραίο;
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Την μια θεωρούμε
δεδομένη την παράταση του προγράμματος που θα σκίζαμε την βραδιά των εκλογών,
την άλλη οι διαπραγματευτές αποχωρούν από το τραπέζι και προετοιμάζονται για τα
χειρότερα.
Η κυβέρνηση
χρησιμοποιεί ως τελευταία αναχώματα υποκριτικών «κόκκινων» γραμμών τις αυξήσεις
στα τιμολόγια της ΔΕΗ και την διατήρηση του ΕΚΑΣ.
Η πρόταση του
ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος θα ήταν χρήσιμη περισσότερο ως ανέκδοτο παρά ως μελετημένη
πρωτοβουλία.
Η Βουλή κινείται
σε ρυθμούς 4/4 αλά Καμμένο και μη άφθονης αστυνομικής διούρησης αλά
Κωνσταντοπούλου και η νέα ΕΡΤ έρχεται να επιβεβαιώσει τον προπαγανδιστικό της
ρόλο.
Αφού επί αρκετά
χρόνια προσπαθούσαν από το ΣΥΡΙΖΑ να μας πείσουν ότι η μόνη λύση για το πελώριο
ελληνικό δημόσιο χρέος είναι ένα γενναίο «κούρεμα» το οποίο θα
επιτυγχάνονταν με συμφωνία των εταίρων (πως άραγε;), και κάποιοι παρέμεναν
σταθεροί στην ακόμα πιο δυναμική μονομερή διαγραφή του ήρθε η ανάληψη της
εξουσίας να επαναφέρει τη συζήτηση σε πιο ορθολογικά πλαίσια. Οι
διαγραφές παραπέμφθηκαν σε μια φαιδρή επιτροπή ελέγχου του χρέους χωρίς διεθνή
αξιοπιστία και καμιά θεσμική δικαιοδοσία μάλλον μόνο για να ικανοποιηθεί η ακόρεστη
ανάγκη επαναστατικής προβολής της Ζωής Κωνσταντοπούλου.
Αποκαλύφθηκε
λοιπόν πριν λίγες μέρες από τους FT η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναδιάρθρωση του χρέους. Μια
πρόταση που κινείται κυρίως στο επίπεδο που κάλυπτε ήδη η Ευρωπαϊκή απόφαση του
Νοεμβρίου του 2012 για παραμετρικές αλλαγές (αύξηση χρόνου αποπληρωμής και
μείωση επιτοκίων). Προσθέτει όμως και κάποιες ενδιαφέρουσες έως και... «ανέκδοτες»
απόψεις που αν πραγματικά ελπίζουν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν αποδεκτές
από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς τότε ή αγνοούν τον τρόπο λειτουργίας και τις αρχές
του ή μπερδεύουν την θεωρητική ανάλυση με την πρακτική
πολιτικοοικονομική απόφαση.
Για τα 27 δισ.
ευρώ προς την ΕΚΤ προτείνεται η απορρόφηση τους από τον ESM κι η αποπληρωμή τους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα
και με χαμηλότερα επιτόκια. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση αλλά λησμονείται ότι όταν
πριν χρόνια προτάθηκε πχ. να αφαιρεθεί από το ελληνικό χρέος έστω ένα μέρος των
ποσών που δόθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών η απάντηση ήταν
ότι σχετικές παρεμβάσεις δεν αφορούν χώρες σε υπάρχοντα προγράμματα αλλά ότι
δημιουργήθηκε ένα οπλοστάσιο ικανό να αποτρέψει μελλοντικές τραπεζικές κρίσεις.
Άλλωστε μια
τέτοια απόφαση για την Ελλάδα θα εγείρει αμέσως ανάλογες απαιτήσεις από την
Ισπανία με πολύ μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό κόστος. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι
η τότε άρνηση για ένα παρόμοιο θέμα μπορεί σήμερα να μετατραπεί σήμερα σε
θετική αντίδραση όταν η ΕΚΤ είναι πολύ πιστή στην τήρηση του καταστατικού
της και δεν δέχεται παρακάμψεις και απώλεια κερδών γιατί αποτελεί έμμεση
δημοσιονομική στήριξη σε χώρες που απαγορεύεται;
Η πρόωρη
αποπληρωμή του ΔΝΤ που είχε διαρρεύσει ως πρόθεση και της προηγούμενης
κυβέρνησης είναι μια τακτική που ακολούθησαν με επιτυχία κι άλλες χώρες που
ακολούθησαν πρόγραμμα προσαρμογής αλλά όλες τους στηρίχτηκαν στην δυνατότητα
άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές. Ακόμα και η κυβερνητική πρόταση
στηρίζεται στο ότι τα 2/3 των χρεών προς το ΔΝΤ θα προέλθουν από κεφάλαια της
αγοράς ή... νέο δάνειο από τους «τοκογλύφους»! Ανέκδοτο πολύ καλύτερο κι
από αυτά με τον Τοτό!
Για τα διμερή
δάνεια προς άλλες Ευρωπαϊκές χώρες επαναφέρει το γνωστό δίδυμο επιλογών. Τα
αέναα ομόλογα και τα ομόλογα με ρήτρα ανάπτυξης. Εξηγήσαμε και τότε ότι τα
πρώτα είναι κυρίως ένα επιχειρηματικό εργαλείο απελπισίας κι όχι σύγχρονη
διακρατική πρακτική και τα άλλα εμπεριέχουν τον κίνδυνο, αν εκτελεστούν όπως τα
αντιλαμβάνονται όλοι πλην ημών, να βρεθούμε με τεράστιες πληρωμές όταν
αυξηθεί σημαντικά το ΑΕΠ μας επειδή θα πρέπει να προστεθούν και τα ποσά που
θα έχουμε καθυστερήσει λόγω μειωμένων πληρωμών τα προηγούμενα υφεσιακά χρόνια.
Το πιθανότερο
είναι οι εταίροι μας να αποδεχτούν μια μεγάλη επιμήκυνση αποπληρωμής που
μπορεί να ξεπερνά τα 50 χρόνια ακόμα και να αγγίζει και τα 100 αλλά υπό πολύ
συγκεκριμένες και αδιαπραγμάτευτες μεταρρυθμιστικές και δημοσιονομικές
προϋποθέσεις.
Τέλος για τα
δάνεια του EFSF ύψους 144 δισ. ευρώ προτείνεται μια
πρωτοφανής καινοτομία αντάξια της δημιουργικής ασάφειας με την οποία είναι
σίγουρο ότι θα ευθυμήσουν και οι σοβαροφανείς Ευρωπαίοι. Να διαγραφεί
σταδιακά το μισό χρέος και να πληρωθεί το υπόλοιπο με διπλάσιο επιτόκιο του
σημερινού (5%)!
Αν η λύση για το
ελληνικό χρέος βρισκόταν στο να διατηρήσουμε το ίδιο επίπεδο ετήσιων τόκων αλλά
να επιστρέψουμε πολύ λιγότερο κεφάλαιο τόκων τότε γιατί να μην προτείνουμε τον δεκαπλασιασμό
του επιτοκίου με σταδιακή διαγραφή του 90% του χρέους για να καταστήσουμε
περιχαρείς τον Λαφαζάνη, την Κωνσταντοπούλου και το λοιπό λόμπι της διαγραφής; Get serious πριν να είναι
πολύ αργά και προτείνεται λύσεις συμβατές με τους Ευρωπαϊκούς και την κοινή λογική
κι αφήστε τις ευφάνταστες Βαρουφάκιες εξυπνάδες για τις ακαδημαϊκές
αίθουσες.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Το «ένα πουκάμισο αδειανό», στο οποίο
αναφέρονταν ο ποιητής, θα ταίριαζε γάντι αν κάποιος αναζητούσε την πιο
κατάλληλη περιγραφή για τον υποτιθέμενο τελειωτικό αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ να
περισώσει οτιδήποτε από τις ξεθωριασμένες κόκκινες γραμμές. Η κυβέρνηση
παλεύει να πείσει την κοινωνία ότι δίνει μάχη χαρακωμάτων, αφού έχει αποδεχθεί
έναν ΦΠΑ με επιπρόσθετη επιβάρυνση ανάλογη ενός νέου ΕΝΦΙΑ και
εξοντωτικές ειδικές εισφορές σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, για να
αποφευχθεί η ακριβότερη ενέργεια και η έλλειψη στήριξης στους
χαμηλοσυνταξιούχους.
Στην πραγματικότητα κανένα από τα δυο
«μέτωπα» δεν ανταποκρίνεται σε υπαρκτό συγκρουσιακό αντικείμενο. Στα
πλαίσια μιας δεδομένα ετεροβαρούς συμφωνίας αναζητούνταν στοιχεία που να αφορούν
πλατιά λαϊκά στρώματα και ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες για να προβληθούν ως
αντιστασιακή παντιέρα. Μόνο που ούτε τα τιμολόγια της ΔΕΗ, ούτε η
εξάλειψη κάθε στήριξης στα χαμηλά εισοδήματα αποτελούν αδιαπραγμάτευτο σημείο
της όποιας συμφωνίας, ούτε καν έχουν να προσφέρουν σημαντικό δημοσιονομικό ή
άλλο όφελος.
Ευρωπαϊκή απαίτηση αποτελεί το άνοιγμα
της αγοράς ενέργειας και η εξυγίανση της ΔΕΗ με πώληση ενός υγιούς μέρους
της και όχι η διαρκής αύξηση του κόστους για τους καταναλωτές που θα έχει δυο
αποτελέσματα επί της ουσίας αντίθετα με τις επιδιώξεις όλων. Είναι γνωστό ότι
επί δεκαετίες τα οικιακά τιμολόγια διατηρούνταν χαμηλά με μια λογική
πολιτικάντικης επιδότησης ενώ επιβαρύνονταν δυσανάλογα υψηλά οι επιχειρήσεις. Ο
απαραίτητος εξορθολογισμός είναι δυνατό να επιτευχθεί με τρόπο που δεν
θα αγγίξει, σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, ούτε τα νοικοκυριά.
Στόχος δεν μπορεί να είναι η διατήρηση της
ίδιας επιχειρηματικής δομής με κάλυψη των διογκούμενων εταιρικών
ελλειμμάτων μέσω αύξησης των τιμών αλλά η πλήρης αναδιοργάνωση, ο λειτουργικός
ανασχεδιασμός της ΔΕΗ και η μερική ιδιωτικοποίηση της, ώστε η νέα εταιρεία να
επιβιώσει απέναντι στις ελκυστικές τιμές των εναλλακτικών παρόχων
διατηρώντας και η ίδια χαμηλές χρεώσεις. Αλλιώς η ίδια η ιδιωτικοποίηση θα είναι
ένα δύσκολο εγχείρημα αφού κανείς επενδυτής δεν θα θέλει να φορτωθεί μια
επιχείρηση με ακριβό και μη ανταγωνιστικό προϊόν.
Το ΕΚΑΣ, από την άλλη, δημιουργήθηκε ως
μια αναδιανεμητική παρέμβαση κοινωνικής δικαιοσύνης απέναντι σε άτομα
που για διάφορους λόγους κατέληγαν στα στερνά τους να διαβιώνουν σε συνθήκες
πλήρους εξαθλίωσης. Βέβαια στην εκτέλεση της αυτή η προσπάθεια δεν απέφυγε
τυπικούς ελληνικούς ανορθολογισμούς που αναιρούσαν μέρος του αρχικού σκεπτικού,
αφού βρίσκονταν να θεωρούνται δικαιούχοι άτομα που ήταν καταφανέστατο ότι δεν
είχαν ανάγκη αυτού του βοηθήματος.
Είχε ήδη αρχίσει να εκτυλίσσεται ένα
σχέδιο επαναπροσδιορισμού αυτής της δράσης με την εισαγωγή του ελάχιστου
εγγυημένου εισοδήματος που ξεκαθάριζε το τοπίο όσων είχαν ουσιαστική κι όχι
πλασματική ανάγκη οικονομικής στήριξης. Η ύπαρξη του ΕΚΑΣ ως διαπραγματευτικό
αγκάθι ξεπερνιέται σχετικά εύκολα με την μετονομασία και την λειτουργία του
με δικαιότερο τρόπο (μέσω συγκεκριμένων και καλύτερα ελεγχόμενων όρων
παροχής)που δεν θα το στερεί από όσους βρίσκονται σε κατάσταση πενίας αλλά θα
περιορίζει την οριζόντια και σε κάποιες περιπτώσεις υποκριτική χρήση του.
Είναι λοιπόν πολύ πιο απλή, από όσο
προσπαθεί να μας δείξει η κυβέρνηση, η δυνατότητα υπέρβασης αυτών των
διαφωνιών που δικαιούμαστε να θεωρούμε ότι προβάλλονται με τόση επίταση ως
το τελευταίο επικοινωνιακό ανάχωμα ώστε να παρουσιαστούν ως διαπραγματευτικά
κέρδη μαζί με την ρύθμιση του χρέους (που δεν θα διαφέρει ουσιαστικά από την
εδώ και 2,5 χρόνια προδιαγεγραμμένη παραμετρική παρέμβαση) και την στρεβλή
προβολή της δήθεν επιτυχίας των μειωμένων πλεονασμάτων που μας σπρώχνουν με το
χρηματοδοτικό κενό που δημιουργούν σε νέο μακροχρόνιο μνημόνιο. Ματαίως!
Υ.Γ. Ακόμα και στο θέμα του ΦΠΑ
φαντάζει απίθανο να μην υπάρξει ειδικός χαμηλός συντελεστής τουλάχιστον για τα
φάρμακα αφού θα σημάνει την κατάρρευση των ταμείων λόγω αυξημένου
κόστους συμμετοχής.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Επετειακό "Φρενοκομείο". Ένας χρόνος ραδιοφωνικής τρέλας, "ψυχοθεραπείας" για τα λογικά και παράλογα στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία, δεν είναι αρκετός. Τον γιορτάσαμε αναπολώντας στιγμές, παίζοντας αγαπημένες ξένες και ελληνικές μελωδίες, μοιράζοντας δώρα στους ακροατές.
Σε μια μέρα που ομαδοποιούμε τις δόσεις προς το ΔΝΤ και εξατομικεύουμε τις επιπτώσεις των νέων φορολογικών μέτρων, ο Κώστας Μανίκας επιλέγει αυτή την Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio να συνδυάσει την πολιτική παράνοια των ημερών με τις ευχάριστες ραδιοφωνικές εμπειρίες μιας ολόκληρης χρονιάς.
Σε μια μέρα που ομαδοποιούμε τις δόσεις προς το ΔΝΤ και εξατομικεύουμε τις επιπτώσεις των νέων φορολογικών μέτρων, ο Κώστας Μανίκας επιλέγει αυτή την Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio να συνδυάσει την πολιτική παράνοια των ημερών με τις ευχάριστες ραδιοφωνικές εμπειρίες μιας ολόκληρης χρονιάς.
Μέσα σε κάτι παραπάνω από τέσσερις μήνες η
εκλογική μοίρα της ρητορικής και συναισθηματικής μνημονιακής απέκδυσης
μας έφερε αντιμέτωπους με σχήματα λόγου και συμπεριφορικές νόρμες που δεν
κινούνταν μόνο στον ιντριγκαδόρικο κόσμο του αντισυμβατικού. Η αλαζονεία, η
υπεροψία, η εξουσιομανία, η υπερφίαλη ελαφρότητα και η σαφήνεια της ασάφειας
ήταν ένα ελάχιστο δείγμα δημιουργικής παραπλάνησης της κοινωνίας κι ως
τέτοιο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό με τη μορφή του απευκταίου υποδείγματος.
Σε αυτά όμως προστέθηκαν και οι αναμενόμενες
ιδεοληπτικές εμμονές που μετέτρεψαν τον δημόσιο διάλογο σε μια μάχη
αποτροπής του ρεαλισμού, σε μια ιδεολογική ρεβάνς που εκτείνεται σε όλο το
εύρος των ζητημάτων. Από την οικονομία όπου τίθενται ερωτήματα που ουσιαστικά
αφορούν το 2010 και αναζητούνται ανύπαρκτες απαντήσεις στο 2015, αναπαράγοντας
γοργά το τότε σκηνικό, μέχρι τον μακροπρόθεσμο διπλωματικό σχεδιασμό που
αντιμετωπίζεται ως βραχυπρόθεσμη τακτοποίηση γεγονότων. Από την χαλαρή δημόσια
τάξη έως την εξισωτική εκπαίδευση.
Μια χωματερή ανερμάτιστων ιδεοληψιών
πνίγει στη δυσωδία της τιμωρητικής αυθεντίας της κάθε φωνή διαφωνούντα.
Επιζητεί πιστοποιητικά φρονημάτων, εχέγγυα καλλιτεχνικής επαναστατικής
συνέπειας, κούρδισμα και ταυτοποίηση κάθε σκέψης με την αδιαμφισβήτητη
μοναδική αλήθεια που πρεσβεύει. Τα «σκουπίδια» δεν επιχειρείται να
κρυφτούν. Προβάλλονται ως δημοκρατικό κεκτημένο αυτοδιάθεσης και κατακτούν την
δική τους ξεχωριστή θέση στο κυβερνητικό οπλοστάσιο.
Η μετατροπή του Ελληνικού σε... διαμετακομιστικό
κόμβο σκουπιδιών δεν είναι παρά το αποκορύφωμα μιας τυφλότητας πολύ πιο
σημαντικής από αυτή της όρασης. Την τυφλότητα του νου που συμβιβάζεται με το
ελάχιστο επειδή απεχθάνεται τις συνέπειες του μέγιστου. Το όραμα μιας ελληνικής
Ριβιέρα δεν συνάδει με τον μίζερο εθνικό καταναγκασμό. Γι’ αυτό και η
ολοκλήρωση του δεν αποκλείεται να σκοντάψει σε πολεοδομικές αναιρέσεις
αντίστοιχες του Αστέρα Βουλιαγμένης βολεύοντας πίσω από την υποκρισία μιας
Αττικής ακτογραμμής καταπατημένης από την... ολιγαρχία, το μήνυμα της δημόσιας
περιουσιακής απαξίωσης.
Το κυβερνητικό χωνευτήρι ιδεολογικών
παρεκκλίσεων πολτοποιεί κάθε δημιουργική προσπάθεια χωρίς ενοχές, θέτοντας
ως προμετωπίδα των επιλογών της την αξιακή ισοπέδωση της ουσιαστικής διαφορετικότητας.
Όλα αυτά βέβαια δεν θα είχαν και ιδιαίτερη σημασία για τους περισσότερους
πολίτες (εθισμένους στο φθόνο του πλούτου και την δαιμονοποίηση του
κεφαλαίου) αν δεν αποτελούσαν κεντρική στόχευση σε μια περίοδο όπου η χώρα
χάνει το τρένο της ανάκαμψης προσποιούμενη ότι διαπραγματεύεται με τους
εταίρους ενώ επί της ουσίας αναπροσαρμόζει τους στόχους στα οικτρά
οικονομικά δεδομένα των τελευταίων μηνών.
Το χαμένο τρένο που ο Βαρουφάκης
χαρακτηρίζει πρόσκαιρο κόστος χωρίς βέβαια να εξηγεί πως και πότε θα καλυφθεί
αφού δεν προβλέπονται πουθενά υψηλότεροι, από το προβλεπόμενο, ρυθμοί
ανάπτυξης για κανένα από τα επόμενα χρόνια.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Κάποιες στιγμές αισθάνεσαι ότι ορισμένοι
ασχολούνται περισσότερο από το αν θα καταλήξει η κυβέρνηση σε μια βιώσιμη
λύση με την στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην όποια
συμφωνία. Σαν το δεύτερο μέρος μιας παράστασης που η αρχή της
εκτυλίχθηκε το 2010 με την προσφυγή της χώρας στην τρόικα.
Και τότε κάποιοι παρέβλεπαν ότι η στήριξη
της συμφωνίας (ακόμα κι επί της αρχής) αποτελεί άτυπη ψήφο εμπιστοσύνης
στους κυβερνητικούς χειρισμούς όλης της προηγούμενης περιόδου κι ότι αν
προέκυπτε κυβερνητική αστάθεια μόνο τότε θα επιβάλλονταν η παρέμβαση της
αντιπολίτευσης όχι για να στηρίξει την συγκεκριμένη συμφωνία αλλά να συμβάλλει
μέσα από ένα νέο κυβερνητικό σχήμα στην ανάσχεση των λαθών που αυτή
περιελάμβανε. Οι ομοιότητες των δυο περιόδων εξαντλούνται κάπου εδώ. Η
ουσία και το ζητούμενο της είναι πασίδηλα διαφορετικό όπως διαφοροποιημένη
οφείλει να είναι και η μετά την συμφωνία στάση της ΝΔ.
Το 2010 η χώρα βρέθηκε στο χείλος της
ασύντακτης χρεοκοπίας επειδή η αντίδραση της απέναντι στην κλιμακούμενη
κρίση και τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό δεν περιελάμβανε την άμεση αξιολόγηση
των κρατικών δομών (το ίδιο το δημόσιο θα ήταν αδύνατο να αξιολογήσει τον
εαυτό του άρα αυτή η εργασία έπρεπε να έχει δοθεί σε εξειδικευμένη ιδιωτική
εταιρεία διεθνούς κύρους) και την περικοπή όσων θα αποδεικνύονταν περιττοί, σε
συνδυασμό με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της χρονιάς από τις
αγορές (ακόμα κι αν το «σκούπισμα» των διαθέσιμων ποσών σήμαινε τον πρόσκαιρο
αυτόβουλο αποκλεισμό μας από αυτές).
Σήμερα δεν υπάρχει δημοσιονομική
εκτροπή κι ακριβώς στηριζόμενος σε αυτή την «υγεία» κατορθώνει ο ΣΥΡΙΖΑ να
παριστάνει επί 4 μήνες ότι διαπραγματεύεται τοποθετώντας την οικονομία σε
κρυοπαγική κατάσταση. Οι αγορές μας είχαν καλωσορίσει από πέρσι κι αν είχε
κλείσει εγκαίρως η συμφωνία και συμμετείχαμε πλέον στο πρόγραμμα ποσοτικής
χαλάρωσης της ΕΚΤ η οριστική επάνοδος μας σε αυτές θα ήταν προ των
πυλών.
Ακόμα και κάποιος που διαφωνούσε το 2010
με την άρνηση της ΝΔ να υπερψηφίσει την συμφωνία επειδή αμφισβητούσε την
δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης του επίμαχου επταμήνου μετά τις εκλογές του
2009, σήμερα δεν διαθέτει ούτε αυτό το ελάχιστο επιχείρημα όταν απέναντι στην
νέα συμφωνία θα υπάρχει πάντα ως απτό συγκρίσιμο μέγεθος το πλαίσιο της
δικής της συμφωνίας που θα αποδεικνύει την χειροτέρευση των δεδομένων.
Το πραγματικό ζήτημα για την ΝΔ δεν
βρίσκεται στη στάση της απέναντι στην συμφωνία την οποία ήδη περιέγραψα
(καταψήφιση αν επιβεβαιωθούν οι αρνητικές διαρροές και, εφόσον προκύψει θέμα,
στήριξη μιας νέας κυβέρνησης με διαφορετικές προτεραιότητες) αλλά πως θα
χειριστεί τον αντιπολιτευτικό της λόγο στο πιθανότερο σενάριο της αποδοχής
της με ελάχιστες κυβερνητικές απώλειες.
Το στοίχημα θα είναι να επαναφέρει στο
προσκήνιο με επίταση, ταυτόχρονα τεχνοκρατικά αλλά και ευρέως αντιληπτά
επιχειρήματα, τους λόγους για τους οποίους το δικό της σχέδιο για τα
επόμενα χρόνια οδηγούσε σε πολλαπλάσιους ρυθμούς ανάπτυξης, ταχύτατη
αποκλιμάκωση της ανεργίας, μεγαλύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις για όλους
(νοικοκυριά και επιχειρήσεις) με ανώτατους φορολογικούς συντελεστές στο 33% και
15% αντίστοιχα, κατάργηση της ειδικής εισφοράς, περιορισμό τους ΕΝΦΙΑ στο 1%
του ΑΕΠ όσο περίπου θα κοστίσει η «μεταρρύθμιση» του ΣΥΡΙΖΑ στο ΦΠΑ που
αποδεικνύεται ένας δεύτερος επιπρόσθετος ΕΝΦΙΑ.
Όλα αυτά είναι απαραίτητο να συνδυαστούν
με τη συνεχή αποκάλυψη των ιδεοληπτικών κυβερνητικών αντιλήψεων, σε μια
σειρά από θέματα όπως η Παιδεία, η δημόσια ασφάλεια, η μετανάστευση, η
εξωτερική πολιτική, με τρόπο που γκρεμίζουν κάθε έννοια αστικής και
εκσυγχρονιστικής αντίληψης, με ένα πλάνο ριζικής κομματικής ανασυγκρότησης
με νέες αλληλοεξαρτούμενες δομές (από το τοπικό έως το κορυφαίο επίπεδο) που
ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και την ανάδειξη στελεχών που
αντιπροσωπεύουν αυτό το πρότυπο ώστε ο λόγος τους να γίνεται δεκτός από μια
κοινωνία που κλείνει τα αυτιά της σε καθετί που αντιλαμβάνεται ως
παλαιοκομματικό.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Την γράφουμε την
συμφωνία με... το αριστερό άλλα όλοι οι εταίροι μας γράφουν, μας τηλεφωνούν
αλλά σε τελικό κείμενο δεν καταλήγουν.
Ο Τσίπρας έχει
μετατραπεί σε εσωκομματική μειοψηφία αφού για δεύτερη φορά αποδέχεται οι υπέρ
του ψήφοι στην ΚΕ να αποτελούν τη σχετική κι όχι την κανονική πλειοψηφία.
Ο Φίλης με ύφος
βολεμένου επαναστάτη προσβάλλει την νεολαία που μαστίζεται από την ανεργία και
δεν έχει τη διάθεση να χάσει το μεροκάματο της για να ικανοποιήσει τις
ιδεοληψίες του.
Ο Μαζιώτης
τρομοκρατεί μια ανασφαλή κοινωνία που βλέπει τα τρόλει να λαμπαδιάζουν στις
αθηναϊκές λεωφόρους.
Ο Παύλος Κώνστας
(Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων της ΟΝΝΕΔ) μας εξηγεί πως οι γενοκτονίες Ποντίων και
Αρμενίων επανέρχονται στο Ευρωπαϊκό προσκήνιο.
Δεν χρειαζόταν η
επιβεβαίωση από τις δηλώσεις του Γιούνκερ για να σιγουρευτούμε σχετικά με το
εύρος της επιβάρυνσης από το νέο σύστημα ΦΠΑ. Μόνο αφελείς
ενστερνίζονταν τις επιπόλαιες δηλώσεις του Βαρουφάκη για ασυγκράτητη παλίρροια
ανάπτυξης που θα δημιουργήσουν οι μεταβολές στους συντελεστές και θα
παρασύρει την τρεκλίζουσα οικονομία. Άλλοι πάλι απλά παρίσταναν ότι
αποδέχονταν τις γραφικές του αναλύσεις γιατί επιθυμούν να συνεχίσουν το ταξίδι
του νου στους αισιόδοξους αιθέρες όπου ακόμα υπάρχουν δικαιολογίες την
εσφαλμένη επιλογή των προηγούμενων εκλογών.
Όποιο από τα
προβαλλόμενα σενάρια κι αν προσέγγιζες τεχνικά αποδεικνυόταν ότι σκοπός των
αλλαγών είναι αποκλειστικά η αύξηση των κρατικών εσόδων με τρόπο που θα επιτρέπει
στην κυβέρνηση να διακηρρύσει ότι δεν άγγιξε απευθείας μισθούς και συντάξεις.
Με μια λογική κοντινή στην πληθωριστική αντίληψη προηγούμενων δεκαετιών
όπου η ψευδαίσθηση του χρήματος κάλυπτε ψυχολογικά μέρος του ροκανίσματος των
εισοδημάτων, θεωρείται προτιμότερη η έμμεση αύξηση των τιμών, που στα
περισσότερα προϊόντα θα είναι μεγαλύτερη της αύξησης του ΦΠΑ λόγω της επιβάρυνσης
του λειτουργικού και παραγωγικού κόστους.
Ακόμα κι αν το
συνολικό βάρος για την οικονομία δεν έφθανε στο 1% του ΑΕΠ (1,8 δις)
όπως μας ενημέρωσε ο Γιούνκερ, το πλήγμα για τους ρυθμούς ανάπτυξης και την
ανεργία θα ήταν καίριο. Μόνο το μέτρο του ΦΠΑ θα καθυστερήσει κατά
τουλάχιστον 0,8% την ανάκαμψη ενώ το συνολικό πακέτο των 5 δις μέτρων μαζί
με τον περιορισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 4 δις (που θα παρουσιαστεί
ως κορυφαία επιτυχία!) ο οποίος θα προκύψει ως φυσικό επακόλουθο της
οικονομικής καχεξίας κι όχι ως Ευρωπαϊκό δώρο θα απορροφήσουν τέσσερις
ολόκληρες αναπτυξιακές μονάδες στέλνοντας μας σε ξεκάθαρη ύφεση 1-1,5%.
Βέβαια ο
συμβολισμός του συγκεκριμένου ποσού είναι εξαιρετικά ισχυρός. 1% του ΑΕΠ
προβλεπόταν ότι θα έφθανε μέσα στην επόμενη διετία ο ΕΝΦΙΑ και περίπου
σε αυτό το ποσό (1,5 δις) υπολογιζόταν με βάση προεκλογικές δηλώσεις του Παππά
το ύφος του νέου φόρου ακινήτων που κάποια στιγμή το 2016 θα μας παρουσιάσει ο
ΣΥΡΙΖΑ. Πως μπορείς να αποφύγεις τον συνειρμό και να μην αναφωνήσεις
«καλωσόρισες νέε ΕΝΦΙΑ!».
Διατηρώντας προς
το παρόν αναλλοίωτο τον υπάρχοντα ΕΝΦΙΑ και προσθέτοντας στο φορολογικό
οπλοστάσιο του έναν «αναβαθμισμένο» ΦΠΑ με αντίστοιχα έσοδα ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε
το αδιανόητο. Να δημιουργήσει ένα εισπρακτικό κλώνο του ΕΝΦΙΑ
επιβαρύνοντας κατά μέσο όρο κάθε ελληνική οικογένεια με πάνω από 500 ευρώ
ετησίως μόνο από το ΦΠΑ και σχεδόν 1500 ευρώ από το σύνολο των μέτρων. Περιττή
κάθε σύγκριση με την προηγούμενη επιβάρυνση λίγων εκατοντάδων εκατομμυρίων από
την αύξηση του ΦΠΑ στα ξενοδοχεία που αφού δεν θα συνδυάζονταν με άνοδο
στο ενεργειακό και άλλα κόστη θα υπήρχε η δυνατότητα να απορροφηθεί σε κάποιο βαθμό
από την αγορά.
Δεν είμαι βέβαιος
ότι αυτός ο «νέος ΕΝΦΙΑ» θα τύχει της ίδιας σθεναρής αντίδρασης από την
κοινωνία. Το γεγονός ότι θα «δαγκώνει» μέρα με τη μέρα τον οικογενειακό
προϋπολογισμό αργώντας να κάνει εμφανή τα σημάδια που προκαλεί, σε συνδυασμό με
την ανάγκη εξορθολογισμού κάθε παράταιρης ιδέας που προκύπτει από την
κοινωνική κόπωση πέντε δύσκολων ετών και την προσπάθεια κάθε ψηφοφόρου να
πείσει τον εαυτό του ότι η θετική σκέψη μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη
προφητεία, αρκούν για να κάμψουν τις αντιστάσεις πολλών.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Η συμφωνία που
όλο πλησιάζει κι όλο ξεμακραίνει με κεντρικό ζητούμενο μια μεταρρύθμιση στο ΦΠΑ
που θα επιβαρύνει τα νοικοκυριά με σχεδόν έναν ακόμα ΕΝΦΙΑ.
Η Ζωή
Κωνσταντοπούλου δίνει παραστάσεις εντός κι εκτός κοινοβουλίου σκορπώντας
απλόχερα χαμόγελα, ημικρανίες και θεσμική αναταραχή σε όποιον τολμήσει να
αμφισβητήσει τις μεθόδους της κι ο Βαρουφάκης αρέσκεται στην ψηφιακή καταγραφή
του πολιτικού πορνό που βιώνει στα Eurogroup!
Η ΝΔ μπρος σε μια
απόφαση που θα διαχωρίζει την μη στήριξη μιας συμφωνίας εμφανώς χειρότερης από
τη δική της από την προοπτική της χώρας σε περίπτωση που προκύψει θέμα νέας
κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Όλα αυτά στο
«Φρενοκομείο» με τον Κώστα Μανίκα την Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio. Εκεί που η
σοβαρότητα βρίσκει καταφύγιο ακόμα και στη σάτιρα!
Η εξαγγελία για σκίσιμο
του μνημονίου με έναν νόμο δεν ήταν σχήμα λόγου. Ήταν σχήμα επιλόγου της
πολυετούς συναισθηματικής φόρτισης μιας ολόκληρης κοινωνίας γι’ αυτό και
ξεπερνούσε το πρόσχωμα του ορθολογισμού και μετατρέπονταν σε ανέκφραστη ελπίδα
ανακούφισης στα μύχια της σκέψης ακόμα και των πιο δύσπιστων σε προεκλογικές
υποσχέσεις. Η ανάκληση της ως κομματική επικοινωνιακή υπερβολή συμβατή
με την εκλογικά αναγκαία επαναστατική έγερση των μαζών όχι μόνο δεν επαρκεί ως
δικαιολογία αλλά τουναντίον επιτείνει το παράλογο που διέπει πολλές από τις
κυβερνητικές δράσεις.
Τι άλλο από σχήμα
(α)λόγου είναι η επάνοδος στην ύφεση που επανέρχεται με καλπασμό αλόγου
και η αύξηση της ανεργίας; Πως αλλιώς εκτός από σχήμα παραλόγου να
χαρακτηρίσεις τα νέα φορολογικά μέτρα όταν επιχειρείται να παρουσιαστούν
ως προκαλούντα... παλίρροια ανάπτυξης, την διατήρηση του ΕΝΦΙΑ και της ειδικής
εισφοράς αλληλεγγύης (ακυρώνοντας ακόμα και κοινοβουλευτικά ψηφισμένες μειώσεις
από το 2014!) ή το στράγγισμα των ταμειακών αποθεμάτων από κάθε πιθανή
πηγή χωρίς καμία σιγουριά για το αν και πότε θα αναπληρωθούν;
Δυστυχώς το σχήμα
παραλόγου δεν περιορίζεται στα οικονομικά ζητήματα. Επεκτείνεται μέρα με τη
μέρα σε πιο θεσμικά θέματα όπως η λειτουργία του κοινοβουλίου, το εκπαιδευτικό
στίγμα και η ποιότητα της ασφάλειας, ο διπλωματικός προσανατολισμός. Από τον
εξευμενισμό των μέχρι χθες κατακριτέων ΠΝΠ και τις πολιτικές ή
συμπεριφορικές υπερβάσεις της ΠτΒ έως την απόρριψη της αριστείας, το
οραματικό πισωγύρισμα των Πανεπιστημίων και την αντιμετώπιση της ασφάλειας των
πολιτών ή της λαθρομετανάστευσης με ιδεοληπτική αγκύλωση, η κυβερνητική
καθημερινότητα βρίθει από υπερβολές, παρορμητισμούς, αφέλειες και
αδημιούργητες ασάφειες.
Η αμετροέπεια των
αυτοκρατορικών διαταγμάτων της Ζωής Κωνσταντοπούλου συναντά την υπεροψία των
αντισυμβατικών γραφικοτήτων του Γιάνη Βαρουφάκη συνιστώντας ένα δυναμικό μίγμα
σοβαροφανούς ελαφρότητας και ελαφρότατης σοβαροφάνειας. Η αίσθηση απόλυτης
εξουσίας διαρρηγνύει τις σχέσεις με τον εσωτερικό συμβιβασμό και απελευθερώνει
τον απρόσβλητο εγωκεντρισμό ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος αδιαμφισβήτητης
αυθεντίας. Κάπου εκεί τελειώνει η ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα και επιβάλλεται η
ταυτόχρονα διασκεδαστική και εκνευριστική επικινδυνότητα της περιθωριακής γραφικότητας.
Φαντάζει ως
φυσική κατάληξη όλων αυτών η καταφυγή σε ανίερες και άτοπες αντιπαραβολές
των σημερινών οικονομικών δυσκολιών και των δεδομένων συνεπειών κάθε
εναλλακτικής επιλογής με την υπερήφανη αυτοθυσία των προγόνων μας απέναντι στον
ταπεινωτικό θάνατο από τον εχθρό. Το προσωπικό διανοητικό Κούγκι αποκτά
διαστάσεις εθνικού σχήματος παραλόγου ταυτίζοντας τις πρόσκαιρες οικονομικές
πληγές με την ακαριαία σφαγή και την ηρωική αυτοχειρία με τον αργό διπλό
θάνατο (οικονομικό και διπλωματικό) της πολιτικής σύγκρουσης.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Έξι συναπτά
χρόνια ύφεσης, Λίγο ακόμα και θα κλείναμε επτά χρόνια υφεσιακής φαγούρας
αλλά το 2014 ήρθε με νωχελικούς ρυθμούς να ανατρέψει την καταθλιπτική εικόνα
δίνοντας την πρώτη ετήσια αισιόδοξη αναστροφή του κλίματος, με τρία τρίμηνα
θετικού πρόσημου το τελευταίο μάλιστα από τα οποία άγγιζε το 2% (που
σημαίνει ότι ήδη είχε ξεπεραστεί και ο σκόπελος του θετικού ρυθμού στο
ονομαστικό ΑΕΠ που ήταν το τελευταίο αποκούμπι της Βαρουφάκειας ανάλυσης).
Αυτή η θετική
εξέλιξη δεν έρχεται να αναιρέσει τα σχεδιαστικά λάθη του αρχικού μνημονίου
ούτε να αφαιρέσει από τις πλάτες των Ελληνικών κυβερνήσεων την διαχρονική μεταρρυθμιστική
αναβλητικότητα, αν και τα τελευταία δυο χρόνια έγιναν άλματα βελτίωσης της
ανταγωνιστικότητας και της λειτουργίας του κράτους σε σχέση με τους
συνηθισμένους αναποφάσιστους ρυθμούς.
Το πρώτο τρίμηνο
είναι αποκαλυπτικό της ιδεοληπτικής αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ για την
οικονομία. Μέσα στην διαπραγματευτική ασάφεια, για να καταπνιγεί εκτονωτικά η συσσωρευμένη
κοινωνική πίεση από την λιτότητα παρόλο που η κατάληξη θα είναι μια σκληρή
συμφωνία, πνίγηκαν και οι πρώτες αναπτυξιακές ανάσες. Πέρα από το αιωρούμενο
μέλλον της χώρας, την ανάκαμψη παρέσυραν οι διφορούμενες δηλώσεις για
τις ιδιωτικοποιήσεις, η ανυπαρξία παραγωγικού πλάνου, η έλλειψη προβλέψεων για φορολογικές
ελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις (όπως είχαν ανακοινωθεί από την προηγούμενη
κυβέρνηση).
Το αποτέλεσμα δεν
ήταν απλώς η συρρίκνωση του ΑΕΠ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ούτε
βέβαια η απειροελάχιστη βελτίωση σε σχέση με το βαριά υφεσιακό 1ο
τρίμηνο του 2014 αποτελεί θετική είδηση. Η μεγάλη απώλεια, και σε επίπεδο
κλίματος, προέρχεται από το ότι εξανεμίστηκε η αναπτυξιακή ορμή που
προέβλεπαν όλες οι σχετικές εκθέσεις (Alpha, Eurobank) και ανέβαζαν έως και σε 2,2% τον στόχο.
Σε αυτό
προστίθενται και οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις με την αύξηση του ΦΠΑ
που θα ανεβάσει το ενεργειακό αλλά και το συνολικό κόστος παραγωγής των
εταιρειών, την διατήρηση του ΕΝΦΙΑ και της εισφοράς αλληλεγγύης (χωρίς
τις προβλεπόμενες περικοπές), δίχως να αποκλείονται ειδικές εισφορές επί των
τραπεζικών συναλλαγών ή και άλλες εκπλήξεις!
Περιχαρής ο υπ.
Οικονομικών προαναγγέλλει παλίρροια ανάπτυξης με την αναμόρφωση των
συντελεστών ΦΠΑ που με αυτάρεσκο ύφος... «αποκάλυψε» ότι κορυφαίος
Ευρωπαίος αξιωματούχος την βρήκε τρομερή ιδέα (μήπως δεν κατάλαβε το φλεγματικό
Βορειοευρωπαϊκό χιούμορ;) για να έρθουν ανακοινώσεις που αναιρούν τις προθέσεις
για διπλό ΦΠΑ ανάλογα με το αν οι συναλλαγές γίνονται με μετρητά ή πλαστικό
χρήμα και χωρίς κανείς να έχει διευκρινίσει αν τα είδη διατροφής θα πάνε
όλα στο 9% ή μόνο τα πολύ βασικά (αυγά, γάλα, ψωμί έλεγε ο ίδιος ο Βαρουφάκης
πριν λίγες ημέρες!).
Αναρωτιέται
κανείς τι είδους παλίρροια θα είναι αυτή όταν η αύξηση του ΦΠΑ είναι σε προϊόντα
και υπηρεσίες ανελαστικής κατανάλωσης όπως εστίαση και ΔΕΚΟ ενώ η μείωση σε
καινούρια ακίνητα, αυτοκίνητα, ένδυση, υπόδηση και υπηρεσίες απείρως πιο
ελαστικής ζήτησης. Άλλωστε οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με 23% ΦΠΑ δεν
άνθιζαν τα τελευταία χρόνια, μάλλον εξαϋλώθηκαν για να καλυφθούν βασικές
ανάγκες και φορολογικές υποχρεώσεις, ώστε να προκύψει σημαντική περίσσεια
εισοδήματος από την μείωση του ΦΠΑ που θα μετατραπεί σε κατανάλωση
προϊόντων του χαμηλότερου συντελεστή.
Η συντριπτική
πλειοψηφία του μικρομεσαίου εισοδήματος κατευθύνονταν ήδη σε αυτά και
τώρα ο οικογενειακός προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί σημαντικά αφού πέρα από την
αύξηση του ΦΠΑ θα υποστούν και την άνοδο του επιχειρηματικού λειτουργικού
κόστους που ήδη περιέγραψα. Το πιθανότερο είναι η τιμή βασικών προϊόντων
και υπηρεσιών να αυξηθεί περισσότερο από την αύξηση του ΦΠΑ και μεγάλο μέρος
της μείωσης των υπολοίπων να απορροφηθεί από το ανεβασμένο παραγωγικό κόστος.
Εκτός κι αν
πιστεύει κανείς ότι οι αλλαγές στο ΦΠΑ δεν γίνονται για να αυξηθούν τα
δημόσια έσοδα ή ότι η διευρυμένη χρήση πλαστικού χρήματος, που βοηθά κυρίως
στην απευθείας είσπραξη του ΦΠΑ, θα περιορίσει την παραοικονομία σε ένα απαίδευτο
μάλιστα ψηφιακά κοινό;
Υ.Γ. 1. Η
κυβέρνηση κατορθώνει με μια απόφαση να αποδεκατίσει τον τουρισμό, έναν
από τους ελάχιστους εναπομείναντες αναπτυξιακούς εθνικούς πρωταθλητές, και να αποτελειώσει
τις κατασκευές κατεβάζοντας το ΦΠΑ στα καινούρια ακίνητα (όταν υπάρχει
μηδενική οικοδομική δραστηριότητα) ενώ ταυτόχρονα τον ανεβάζει για τα παλαιά
και για όλες τις υπηρεσίες ανακαίνισης.
Υ.Γ. 2. Αν ισχύει
η πρόταση της Κομισιόν για 5 δις νέων μέτρων ώστε να επιτευχθεί πλεόνασμα
μόλις 0,75% (πάνω από 3% για μετά το 2017 που μάλλον τότε δεν θα
θεωρείται από τον ΣΥΡΙΖΑ καταστροφικός
στόχος!) το μόνο σίγουρο είναι ότι η ύφεση θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν
δεδομένη για το 2015. Χρησιμοποιώντας τους πιο συντηρητικούς πολλαπλασιαστές,
στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βρισκόμαστε στο απόλυτο μηδέν με πιθανότερο το
αρνητικό πρόσημο ίσως και πάνω από –1%.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Όταν προκύπτουν ανάγκες
δανεισμού σε προσωπικό επίπεδο θεωρείται δεδομένο ότι θα απευθυνθείς
πρώτιστα στους πολύ δικούς σου ανθρώπους ώστε να αποφύγεις την διάδοση των
δυσκολιών σου στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και την καταφυγή (αν κι εφόσον
είναι δυνατή) σε πιο θεσμικές πηγές με αυξημένο κόστος. Στα κράτη ισχύει μάλλον
η αντίστροφη πορεία. Οι οικονομικές σου επιδόσεις είναι γνωστές σε όλους
γιατί ο δανεισμός σου προέρχεται, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από τις πιο
«ανώνυμες» αγορές κι αν κι εφόσον περιέλθεις σε εξαιρετικά αδύναμη κατάσταση
προστρέχεις προς πιο κοντινούς προορισμούς, εγχώριους και διακρατικούς.
Στην Ελλάδα
έχουμε μια γενικότερη τάση προς το περπάτημα του κάβουρα γι’ αυτό και
κατορθώσαμε ταυτόχρονα να κλείσουμε με τους εταίρους μια ακριβή αρχική συμφωνία
με 5,25% που προσαρμόστηκε κάπως στην πραγματικότητα 1,5 χρόνο μετά και να
αναπαράγουμε με πίστη και ένταση την ύπαρξη μαγικών πόρων που θα λύσουν
άμεσα με εύκολο και ανώδυνο τρόπο όλα τα προβλήματα.
Από την μετοχή
της τράπεζας της Ανατολίας και τον Σώρρα, τους υδρογονάνθρακες
που πριν καν ολοκληρώσουμε τις μελέτες για την ύπαρξη τους τιτλοποιούσαμε
(νοητικά!) τα μελλοντικά έσοδα μέχρι και το λεπτό ηθικά ζήτημα των γερμανικών
αποζημιώσεων που φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε ως λύση την καταγραφή των
ποσών στον προϋπολογισμό και τη χρήση τους για τη δημιουργία επενδυτικής
τράπεζας.
Βέβαια μόνιμες
επωδοί παρέμεναν η άκριτη Ρωσολαγνεία χωρίς αίσθηση διπλωματικής
στρατηγικής, το «φάντασμα» της Κίνας που ουδέποτε ασχολήθηκε με τα
χρηματοδοτικά μας ζητήματα αλλά και σποραδικές αναφορές σε πρόσδεση μας στο
δολάριο. Ένα συνονθύλευμα αντιφατικών προθέσεων και στόχων όπου θεωρούμε
πως θα πάρουμε από όλους ότι μας βολεύει ακόμα κι αν τα συμφέροντα που
εξυπηρετούν οι επιλογές συγκρούονται μεταξύ τους.
Κι αν πιστέψαμε
ότι η εφευρετικότητα μας εξαντλήθηκε ήρθε η αναπτυξιακή τράπεζα των
αναπτυσσόμενων οικονομιών να αναπτερώσει το ηθικό όσων αρέσκονται σε από
μηχανής σωτήρες. Θα βρούμε τα «τούβλα» που μας λείπουν στα… τούβλα (BRICS); Τι κι αν ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν
πρόκειται να λειτουργήσει πριν το 2016; Τι κι αν σκοπός της είναι η αναπτυξιακή
στήριξη των μελών της (που χρειάζονται 10 δις για την ένταξη τους σε αυτή)
κι όχι η δημοσιονομική κάλυψη; Τι κι αν αυτό ουσιαστικά σημαίνει επιλεκτική
τοποθέτηση σε επενδυτικά πλάνα αντίστοιχα των σημερινών ιδιωτικοποιήσεων; Τι κι
αν τα μέλη της έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές άρα κι ο
δανεισμός των μη μελών δεν θα είναι φθηνός και χωρίς όρους;
Τίποτα από όλα
αυτά δεν μας πτοεί. Ούτε λόγος να γίνεται βέβαια για την διατάραξη του
εθνικού προσανατολισμού και την ταύτιση με ένα ετερόκλητο σύνολο χωρών που
οι ανάγκες και οι επιδιώξεις τους
ελάχιστα προσομοιάζουν με τις δικές μας. Ζούμε τον νέο μύθο μας και κανείς δεν
θα μας τον διαταράξει πριν φτάσουμε στην τελευταία του σελίδα και αντιληφθούμε
το κακό τέλος. Ίσως όμως ούτε και τότε να ενοχληθούμε γιατί μπορεί στο
μεταξύ να έχουμε εφεύρει το επόμενο
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Ένα Eurogroup καλών προθέσεων και μηδενικού αποτελέσματος
επισκιάζεται από την ύφεση που επιστρέφει.
Με
διαπραγματευτικά όπλα την χαλαρότητα του φρέντο και τα τηλεοπτικά σόου των
υπουργών για τις επαναπροσλήψεις στο δημόσιο καταλήγουμε να ψάχνουμε την σωτηρία
στο νέο μύθο των «τούβλων» (BRICS).
Κι όσο εμείς
διοργανώνουμε φεστιβάλ υπέρ της κάνναβης και πανηγυρίζουμε την επάνοδο της ΕΡΤ
στο σουρεαλιστικό παρελθόν της, το τρίπτυχο Τουρκίας, Αλβανίας και Σκοπίων
θέτουν τις βάσεις για νέα αναταραχή στα Βαλκάνια.
Δεν υπήρξα ποτέ
ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης επιλεκτικών στιγμιότυπων της καθημερινής
δράσης των πολιτικών προσώπων, από αυτά τα αρκούντως γραφικά που κατά
καιρούς συμβαίνουν σε όλους μας, για να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με την
διοικητική επάρκεια τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το τηλεοπτικό σκηνικό με τον
Φλαμπουράρη και το κλειστό καλαμάκι του φρέντο θα μπορούσε να εκληφθεί
ως ένα ευχάριστο, ευτράπελο γεγονός αν δεν ερχόταν ως ένας ακόμα κρίκος σε μια
ατελείωτη σειρά συμβάντων για να επιβεβαιώσει, για πολλοστή φορά, την χαλαρότητα
διαχείρισης ως θεωρητικό θέσφατο.
Από την πρώτη
στιγμή ανάληψης της εξουσίας, η κυβερνητική λογική «θα δούμε...» δεν ήταν μόνο
ένα εργαλείο διαπραγματευτικής αντίστασης στηριγμένο στο δημοσιονομικό
πλεόνασμα και τα ταμειακά διαθέσιμα αλλά μια εκτενέστατη αντίληψη απώθησης των
δύσκολων αποφάσεων στο αχανές μέλλον λες και με έναν μαγικό τρόπο θα
κατόρθωναν να εξαλειφθούν όλοι οι παράγοντες που εξαρχής δεν επέτρεπαν την
τροπή των εξελίξεων με βάση τις δικές μας επιθυμίες.
Από την δημιουργική
ασάφεια του Βαρουφάκη που φτάνει μέχρι τις παραλίες της Αίγινας και την
μονοδιάστατη ερμηνεία της συμφωνίας «γέφυρας» που μετά την μεταφράζουμε ως
Ευρωπαϊκό εκβιασμό έως την χρηματοδοτική στρατηγική του «βλέποντας και
κάνοντας» και την επάνοδο σε υφεσιακό περιβάλλον με νέα αύξηση ανεργίας, η
κυβέρνηση επέλεξε την χρονοτριβή, την καθυστέρηση, την αναβολή κάθε
δύσκολης απόφασης με πρόσχημα την «επαναστατική» ανελαστικότητα της ουτοπικής
περηφάνιας.
Η αναβλητικότητα
περιορίζεται σε οτιδήποτε αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής
ακριβώς επειδή το αρχικό πλάνο στηρίζονταν πρωτίστως στην εσωτερική
επικοινωνιακή διαχείριση προσπαθώντας να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της πλατιάς συναισθηματικής
κοινωνικής εγρήγορσης. Εξαντλήθηκαν τα διαπραγματευτικά όρια χωρίς απτά
θετικά αποτελέσματα για να δημιουργηθεί ένα απόθεμα συγκρουσιακής ανοχής
από τους πολίτες τέτοιο που να επιτρέπει την ευκολότερη και ηρωικότερη αποδοχή
μιας σκληρής τελικής συμφωνίας.
Σε όλη την υπόλοιπη
θεματολογία (ασφάλεια, δικαιοσύνη, παιδεία, δημόσια διοίκηση) διοχετεύθηκε
η καταπιεσμένη ιδεολογική δυναμική παρασύροντας κάθε υπόνοια εκσυγχρονιστικής
παρέμβασης των τελευταίων δεκαετιών. Ο στόχος προφανής. Να καλυφθεί το κενό
«επαναστατικής» κουλτούρας στον χώρο της οικονομικής πολιτικής με
ακραιφνείς ιδεοληψίες επί όλων των άλλων ζητημάτων.
Κάπου εκεί
μπλέχτηκε η εκπαιδευτική εμμονή στα ‘80ς με τις εθνεγερτικές φιέστες των ‘60ς
και η δικαιοσύνη της ανομίας και της τρομοκρατίας με τις ρουσφετολογικές
κρατικές δομές και τον νεποτισμό. Το κλειστό καλαμάκι του φρέντο και η
άνεση με την οποία ο υπουργός δεν αναβάλει τη ρουφηξιά δροσιάς ούτε για χάρη
των τηλεοπτικών παραθύρων δεν αποτελεί πλέον ένα τυχαίο χιουμοριστικό διάλειμμα
αλλά παίρνει θέση συμβολικής παρέμβασης και λάβαρου απαξιωτικής νοοτροπίας.
Δημοκρατία της μπουρμπουλήθρας!
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη, Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ
Πολιτικά κόμματα και ρόλος τους στη σύγχρονη δημοκρατία.
Η εξέλιξη της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι γεγονός, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γένεση και εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων. Πολλοί ισχυρίζονται μάλιστα, πως η σύγχρονη δημοκρατία παρά τις επιμέρους θεσμικές διευθετήσεις, είναι «κομματική δημοκρατία»1. Ο εκδημοκρατισμός του νομικού μορφώματος το οποίο αποκαλείται Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μετά από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, έχει σε μεγάλο βαθμό στηριχθεί στη συγκρότηση και την προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος κομμάτων. Το γεγονός αυτό άλλωστε ενισχύεται από τη διάταξη 138Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην οποία αναφέρεται, ότι «Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση στο πλαίσιο της Ένωσης. Συμβάλλουν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης»
Η ύπαρξη λοιπόν των κομμάτων και ειδικότερα η γέννηση τους και η εξέλιξη τους είναι απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτική ελευθερία στα πλαίσια των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με το συνταγματικό μάλιστα δίκαιο να χαρακτηρίζεται κατά τον καθηγητή Μαυριά ως το δίκαιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Περαιτέρω ο καθηγητής Κ. Χρυσόγονος συσχετίζει το πολίτευμα της δημοκρατίας με τα κόμματα και τον ρόλο αυτών μέσα σε αυτό υποστηρίζοντας πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο το οποίο ενώνει τα άτομα σε ομάδες, ήτοι τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαθέτουν υποδομή, οργάνωση, ιδεολογικό στίγμα και εκφράζουν πλουραλισμό ιδεών και συμφερόντων, ενώ το καθένα έχει ως αποστολή τη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος, μίας πρότασης για την άσκηση εξουσίας. Στο ίδιο πλαίσιο ο ως άνω υποστηρίζει, πως τα πολιτικά κόμματα επιτελούν έναν στοιχειώδη ρόλο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς συνιστούν τον αναγκαίο διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Διαπιστώνει μάλιστα πως είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά. Το γεγονός ότι είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά έχει ωθήσει πολλούς σήμερα να υποστηρίζουν, ότι το σύγχρονο κομματικό κράτος αποτελεί μια εκλογικευμένη μορφή εμφάνισης της άμεσης δημοκρατίας στο εξαπλωμένο γεωγραφικά κράτος της εποχής μας.
Κατά τον καθηγητή Μ. Σπουρδαλάκη αυτά συνιστούν θεσμούς με διττή φύση, αφού από τη μία μεριά είναι παράγοντες πολιτικής εκπροσώπησης, ενώ από την άλλη αποτελούν θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Στα κόμματα διακρίνονται τρία επίπεδα δράσης: α) το κόμμα στην εξουσία, β) το κόμμα στο κοινωνικό πεδίο με τα μέλη, τους ψηφοφόρους και τις οργανώσεις κινητοποίησης και γ) το κόμμα ως οργανωμένη παρουσία στους κοινωνικούς θεσμούς. Μια διάκριση πάλι ως προς τα κόμματα μπορεί να γίνει μεταξύ: α) κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, β) κομμάτων (εξουσίας), που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ευελπιστούν ότι σύντομα θα ανέλθουν στην εξουσία και γ) μικρότερων κομμάτων, που δεν μετέχου νάμεσα στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας, αλλά την επηρεάζουν με έμμεσο κυρίως τρόπο.
Συμπεραίνεται λοιπόν πως τα κόμματα δεν είναι τίποτε άλλο από οργανώσεις οι οποίες σύμφωνα με τη γνώμη πολλών συνταγματολόγων δρουν ως ανεξάρτητοι μεσίτες ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εκφραστεί ο λαός, ήτοι η λαϊκή ετυμηγορία, ή οποία είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος κατά το Σύνταγμα μας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε τα κόμματα με το κράτος και να θεωρήσουμε αυτά ως μια μορφή πολιτειακών οργάνων. Κατά τον καθηγητή Κ. Χρυσόγονο η διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους λειτουργία οφείλει κατά το Σύνταγμα να επιτελείται με αφετηρία την κοινωνία και προορισμό το κράτος, δηλαδή το κόμμα οφείλει να συνιστά μηχανισμό πολιτικής χειραφέτησης και όχι χειραγώγησης. Η δε Νομολογία ακολουθεί την γνώμη της θεωρίας ως προς αυτήν την κρίση. Ενδεικτική είναι η απόφαση του ΣτΕ όπου δια της 1282/1992 απόφασης του1 έκρινε, πως ούτε «από το άρθρο 29 Συντ. ούτε από καμία άλλη διάταξη του Συντάγματος μπορεί να συναχθεί, ότι στα πολιτικά κόμματα επιφυλάσσεται αρμοδιότητα πολιτειακού οργάνου όπως η αρμοδιότητα που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στο εκλογικό σώμα», καθώς και η απόφαση του ΣτΕ 944/1999 (ΤοΣ 1999 σ.614 επ.11) δια της οποίας αποφαίνεται ότι «Τα κόμματα είναι πολιτικές οργανώσεις σαφώς διακεκριμένες του κράτους και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκφράζουν τη βούληση αυτού.» Η εν λόγω βέβαια απόφαση προχωρεί ένα βήμα πάρα πέρα καθώς αποφαίνεται ότι «…Κατά ταύτα τα πολιτικά κόμματα δεν δύνανται να υποδεικνύουν μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων του κράτους…», μια κρίση για την οποία έχει γίνει πολλή συζήτηση στις μέρες μας τόσο από πολιτικούς, κομματικούς παράγοντες, δημοσιογράφους κ.α.
Υπό τα γερμανικά αυτήν τη φορά δεδομένα τα κόμματα δεν ανήκουν πάντως στα ανώτατα κρατικά όργανα. Αντίθετα, είναι ελεύθερα σχηματισμένες ομάδες με ρίζες στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, που καλούνται να συμβάλουν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού και να επιδράσουν στο επίπεδο της θεσμοποιημένης υπόστασης του κράτους, για το λόγο ότι τα ίδια δεν ανήκουν στο επίπεδο αυτό1. Η ταύτιση ενός κόμματος με κρατικό όργανο αρμόζει μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως πχ το άρθρο 6 του σοβιετικού Συντάγματος του 1977, το οποίο ανακήρυσσε το Κουμμουνιστικό Κόμμα σε πυρήνα του πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.
Προσδιορίζοντας ετυμολογικά τώρα τη λέξη "πολιτικό κόμμα" θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως πολιτικό κόμμα «κάθε συλλογικότητα η οποία εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιας κοινωνικής ομάδας, έχει πρόγραμμα βασισμένο στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνικής τάξης ή/και της κοινωνικής ομάδας στην οποία αναφέρεται, δρα με πολιτική τακτική και στρατηγική και σαν στόχο έχει την εφαρμογή του προγράμματος του, δια μέσω άσκησης της κεντρικής εξουσίας».
Στο ίδιο πλαίσιο κατά τον καθηγητή και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ε. Βενιζέλο η πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας προϋποθέτει την πολιτική οργάνωση του εκλογικού σώματος, ο δε δημοκρατικός μάλιστα χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη και δράση των πολιτικών κομμάτων, ήτοι τον λεγόμενο πολυκομματισμό. Το κόμμα μάλιστα προέκυψε κατά αυτόν στην κοινοβουλευτική και εκλογική πρακτική ως αναγκαία συνέπεια του αντιπροσωπευτικού συστήματος αποκτώντας τη σημερινή του μορφή μετά την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας. Υποστηρίζει μάλιστα, πως η έννομη τάξη αντιμετώπισε καταρχήν το κόμμα ως παράνομο και εχθρικό φαινόμενο, που αποτελούσε αντικείμενο μάλλον του ποινικού παρά του συνταγματικού δικαίου, στη συνέχεια το αντιμετώπισε απλώς «ύποπτο», αλλά πάντως αναγκαίο και πολύ αργότερα αναγκάστηκε να το αποδεχτεί και να το ρυθμίσει στο επίπεδο της κοινής εκλογικής νομοθεσίας και του κανονισμού της Βουλής, γιατί ούτε οι εκλογικές διαδικασίες, ούτε η λειτουργία του κοινοβουλίου μπορούσαν να οργανωθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη ως βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης το κόμμα.
Συμπεραίνουμε εκ των ως άνω, ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως αυτή, που ισχύει σήμερα στη χώρα μας, τα πολιτικά κόμματα, τα οποία όπως αναφέρθηκε είναι κοινωνικοί οργανισμοί διαφορετικοί από το κράτος, επιτελούν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών εκφράζοντας πάνω από όλα την λαϊκή ετυμηγορία, δηλ τη βούληση του κυρίαρχου λαού.
Το δικαιώμα ίδρυσης κομμάτων και συμμετοχής σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία.
Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 εδ. ά του Συντάγματος : «Οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.». Δυνάμει αυτής της συνταγματικής διάταξης κατοχυρώνεται το δικαίωμα ελεύθερης ίδρυσης πολιτικών κομμάτων και ελεύθερης συμμετοχής σε αυτά και έχει ως υποκείμενο τον κάθε Έλληνα πολίτη που έχει το εκλογικό δικαίωμα. Ως προς τη φύση του δε είναι πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα ενεργητικής συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας (status activus) 17. Κατά τον Ε. Βενιζέλο το πολιτικό αυτό δικαίωμα αφενός εξειδικεύει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος στην οποία διασφαλίζεται το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ενώ εμμέσως θεωρείται ως προϋπόθεση ουσιαστικής και αποτελεσματικής άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Αυτό συνάγεται και από το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο׃ «πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν(προφανώς επειδή δεν συμπλήρωσαν το όριο της εκλογικής ηλικίας) μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.» Το Σύνταγμα λοιπόν από τη μια μεριά αναγνωρίζει και τυποποιεί τις κομματικές νεολαίες, από την άλλη αποσυνδέει τη λειτουργία και την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στα πολιτικά κόμματα από την απλή και τυπική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Περαιτέρω στο άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται υπό την αρνητική της όψη η ελευθερία της μη συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα.
Μεγάλη συζήτηση στη θεωρία έχει προκαλέσει το γεγονός ότι εφόσον το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, αν ωστόσο αυτά δεσμεύονται να τηρούν εσωκομματική δημοκρατία. Η αλήθεια είναι ότι ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει όσο γίνεται περισσότερο τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εμφάνιση, την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων, αποφεύγοντας κάθε επέμβαση στην ελευθερία τους και γι’ αυτό δεν υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη νόμου για τη ρύθμιση της εσωκομματικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Αντικείμενο λοιπόν αυτού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν είναι απλώς η αποχή του κράτους από επεμβάσεις, όπως συμβαίνει με τα ατομικά-αμυντικά δικαιώματα στα πλαίσια μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης σφαίρας δικαιωμάτων, αλλά η διασφάλιση της ενεργούς συμμετοχής του πολίτη στο σχηματισμό της πολιτειακής βούλησης. Καθίσταται προφανές ότι δια του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα ο πολίτης έχει έμμεσα τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κρίσιμες διαδικασίες ανάδειξης άμεσων κρατικών οργάνων (βουλή- κυβέρνηση) και κατά συνέπεια να συμμετάσχει στη χάραξη της πολιτικής του κράτους και άσκησης εξουσίας. Τα κόμματα λοιπόν επιτελούν λειτουργία διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθώς και μεταξύ διαφορετικών κρατικών οργάνων, όπως είναι το εκλογικό σώμα και η Βουλή, προκειμένου δε να επιτύχουν τον ρόλο τους αυτό απολαμβάνουν κρατικών χρηματοδοτήσεων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος. Ενδεικτικά αναφέρω, πως το Σύνταγμα αναθέτει ρητά στα κόμματα καθοριστικό ρόλο για το σχηματισμό της κυβέρνησης (άρθρα 37 παρ. 2-3), ενώ ρυθμίζει και εσωκομματικά ζητήματα για την περίπτωση που κάποιο κόμμα δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις σχετικές ευθύνες του λόγω προβλήματος ηγεσίας (άρθρα 37 παρ.4 και 38 παρ. 2).
Ο ρόλος των κομμάτων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κατοχυρώνεται και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα 68 παρ. 3 (σύνθεση επιτροπών και τμημάτων Βουλής ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων) και 73 παρ. 4 (ειδικά διαδικαστικά δικαιώματα για τους αρχηγούς ή εκπροσώπους των κομμάτων). Γενικότερα δεν νοούνται σήμερα καν βουλευτικές εκλογές χωρίς κόμματα.
Να σημειωθεί δε ότι το σημερινό άρθρο 29 είχε συμπεριληφθεί αρχικά στο άρθρο 12 του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στις διατάξεις σχετικά με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (αμέσως μετά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, στο οποίο αναφερόταν το άρθρο 11 του σχεδίου) και τελικά μεταφέρθηκε όχι τυχαία στο τρίτο μέρος του Συντάγματος (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας) και ειδικότερα στο Α Τμήμα (Σύναξη της Πολιτείας) με τη σημερινή αρίθμηση.
Το δικαίωμα λοιπόν κατά το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα κατοχυρώνει θεσμικά αυτά με το να τα αναγάγει κατά τον καθηγητή Χρυσόγονο σε «συνταγματικό θεσμό». Όπως ήδη σημειώθηκε τα πολιτικά κόμματα διαμεσολαβούν και εκφράζουν τη θέληση του λαού, ενώ συγχρόνως συμμετέχουν στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η θεσμική αυτή λειτουργία των κομμάτων υπηρετεί εξ’ ορισμού την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο το Σύνταγμα δεν περιέχει ορισμό του πολιτικού κόμματος, ούτε επιβάλλει συνταγματικούς περιορισμούς ή δικαστικά ελεγχόμενους σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, ενώ δεν υιοθετεί τη δυνατότητα της δικαστικής απαγόρευσης πολιτικού κόμματος, η οποία απασχόλησε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 29 στο πλαίσιο της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, ερχόμενο σε αντίθεση προς το γερμανικό πρότυπο, που αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι λόγοι που προφανώς αυτό συμβαίνει είναι κατά τον Ε. Βενιζέλο κυρίως ιστορικοί και αναφέρονται στο γεγονός, ότι η ελληνική νομοθεσία και η ελληνική ιστορική εμπειρία έχουν να επιδείξουν μια μακροχρόνια εχθρότητα απέναντι στο φαινόμενο του πολιτικού κόμματος με αποκορύφωμα τη μετεμφυλιακή απαγόρευση του Κ.Κ.Ε, η οποία μόλις το 1974 ήρθη κατόπιν πρωτοβουλίας του Κων. Καραμανλή με την πτώση της δικτατορίας του 1967-1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα μας δεν προβλέπει σε αντίθεση με άλλα συνταγματικά κείμενα δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικού κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η συνταγματική δημοκρατία θα ερχόταν σε αντίθεση με το ιστορικό, πολιτικό και φιλοσοφικό νόημα της ίδιας της δημοκρατικής ιδεολογίας, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία σκέψης και έκφρασης των «αντιφρονούντων»28, αλλά και τη δυνατότητα εναλλαγής των πολιτικών δυνάμεων. Άλλωστε κατά τον καθ. Αντ. Μανιτάκη στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες τα Συντάγματα έχουν αναλάβει την αποστολή να θέτουν και να εγγυώνται τους όρους της δυνατότητας κοινής συμβίωσης και όχι όπως παλιά την πραγματοποίηση ενός προκαθορισμένου σχεδίου πολιτικής συμβίωσης, που ήταν επιδίωξη και στόχος της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής δύναμης, ενώ ακόμη και στην περίπτωση που αντανακλούν την πολιτική ιδεολογία της κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, όπως ακριβώς συνέβη με το Σύνταγμα του 1975 και την αναθεώρηση του το 1986, τα Συντάγματα στην πράξη εξασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία ανταγωνιστικών δυνάμεων, συμφερόντων και ιδεών.
Ας δούμε στο σημείο αυτό τη στάση της νομολογίας απέναντι στο δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, που συμφωνεί με τη θεωρία όπως αναπτύχθηκε ως άνω. Ενδεικτικά αναφέρω την υπ’ αρ. 590/2009 απόφασης του ΑΠ (δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), όπου στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων «…Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιλήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους … Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος. Από τις πιο πάνω όμως διατάξεις δεν αποκλείεται να διαλύεται ένα κόμμα πολιτικό εκούσια με απόφαση του αρμόδιου καταστατικού οργάνου του, το οποίο θα ορίσει και τις αναγκαίες διαδικασίες "εκκαθάρισης"…» Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και άλλες αποφάσεις στη Νομολογία όπως η 1535/2009 του ΣτΕ, η 4656/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η 131/1988 ΜΠρΛαρ, δια των οποίων προκύπτει, πως στα ελληνικά δικαστήρια επικρατεί η άποψη, ότι τα κόμματα αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, λογίζονται ως φορείς πολιτικής δραστηριότητας, κρίνοντας μάλιστα η νομολογία πως πρόκειται για ιδιόμορφα νομικά πρόσωπα.
Συμπεραίνουμε, ότι η Γ Ελληνική Δημοκρατία είναι κομματική δημοκρατία, διότι τα κόμματα απέτρεψαν άλλες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και επιτελούσαν την καθοριστική λειτουργία κοινωνικής ενσωμάτωσης, η οποία δεν είναι πια η βία των κατασταλτικών μηχανισμών της προ του 74 περιόδου, αλλά η πελατειακή διανομή προνομίων (για την οποία ευελπιστώ γίνει εκτενής αναφορά σε άλλο άρθρο μου).
Όλες οι παραπομπές του κειμένου παρατίθενται στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.constitutionalism.gr/site/wp-content/uploads/2015/05/Kritsikis_politika-kommata.pdf
Πολιτικά κόμματα και ρόλος τους στη σύγχρονη δημοκρατία.
Η εξέλιξη της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι γεγονός, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γένεση και εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων. Πολλοί ισχυρίζονται μάλιστα, πως η σύγχρονη δημοκρατία παρά τις επιμέρους θεσμικές διευθετήσεις, είναι «κομματική δημοκρατία»1. Ο εκδημοκρατισμός του νομικού μορφώματος το οποίο αποκαλείται Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μετά από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, έχει σε μεγάλο βαθμό στηριχθεί στη συγκρότηση και την προοπτική ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού συστήματος κομμάτων. Το γεγονός αυτό άλλωστε ενισχύεται από τη διάταξη 138Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην οποία αναφέρεται, ότι «Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση στο πλαίσιο της Ένωσης. Συμβάλλουν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης»
Η ύπαρξη λοιπόν των κομμάτων και ειδικότερα η γέννηση τους και η εξέλιξη τους είναι απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτική ελευθερία στα πλαίσια των αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με το συνταγματικό μάλιστα δίκαιο να χαρακτηρίζεται κατά τον καθηγητή Μαυριά ως το δίκαιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Περαιτέρω ο καθηγητής Κ. Χρυσόγονος συσχετίζει το πολίτευμα της δημοκρατίας με τα κόμματα και τον ρόλο αυτών μέσα σε αυτό υποστηρίζοντας πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο το οποίο ενώνει τα άτομα σε ομάδες, ήτοι τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαθέτουν υποδομή, οργάνωση, ιδεολογικό στίγμα και εκφράζουν πλουραλισμό ιδεών και συμφερόντων, ενώ το καθένα έχει ως αποστολή τη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος, μίας πρότασης για την άσκηση εξουσίας. Στο ίδιο πλαίσιο ο ως άνω υποστηρίζει, πως τα πολιτικά κόμματα επιτελούν έναν στοιχειώδη ρόλο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς συνιστούν τον αναγκαίο διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Διαπιστώνει μάλιστα πως είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά. Το γεγονός ότι είναι αδιανόητη η διενέργεια βουλευτικών εκλογών χωρίς αυτά έχει ωθήσει πολλούς σήμερα να υποστηρίζουν, ότι το σύγχρονο κομματικό κράτος αποτελεί μια εκλογικευμένη μορφή εμφάνισης της άμεσης δημοκρατίας στο εξαπλωμένο γεωγραφικά κράτος της εποχής μας.
Κατά τον καθηγητή Μ. Σπουρδαλάκη αυτά συνιστούν θεσμούς με διττή φύση, αφού από τη μία μεριά είναι παράγοντες πολιτικής εκπροσώπησης, ενώ από την άλλη αποτελούν θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Στα κόμματα διακρίνονται τρία επίπεδα δράσης: α) το κόμμα στην εξουσία, β) το κόμμα στο κοινωνικό πεδίο με τα μέλη, τους ψηφοφόρους και τις οργανώσεις κινητοποίησης και γ) το κόμμα ως οργανωμένη παρουσία στους κοινωνικούς θεσμούς. Μια διάκριση πάλι ως προς τα κόμματα μπορεί να γίνει μεταξύ: α) κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, β) κομμάτων (εξουσίας), που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ευελπιστούν ότι σύντομα θα ανέλθουν στην εξουσία και γ) μικρότερων κομμάτων, που δεν μετέχου νάμεσα στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας, αλλά την επηρεάζουν με έμμεσο κυρίως τρόπο.
Συμπεραίνεται λοιπόν πως τα κόμματα δεν είναι τίποτε άλλο από οργανώσεις οι οποίες σύμφωνα με τη γνώμη πολλών συνταγματολόγων δρουν ως ανεξάρτητοι μεσίτες ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εκφραστεί ο λαός, ήτοι η λαϊκή ετυμηγορία, ή οποία είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος κατά το Σύνταγμα μας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε τα κόμματα με το κράτος και να θεωρήσουμε αυτά ως μια μορφή πολιτειακών οργάνων. Κατά τον καθηγητή Κ. Χρυσόγονο η διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους λειτουργία οφείλει κατά το Σύνταγμα να επιτελείται με αφετηρία την κοινωνία και προορισμό το κράτος, δηλαδή το κόμμα οφείλει να συνιστά μηχανισμό πολιτικής χειραφέτησης και όχι χειραγώγησης. Η δε Νομολογία ακολουθεί την γνώμη της θεωρίας ως προς αυτήν την κρίση. Ενδεικτική είναι η απόφαση του ΣτΕ όπου δια της 1282/1992 απόφασης του1 έκρινε, πως ούτε «από το άρθρο 29 Συντ. ούτε από καμία άλλη διάταξη του Συντάγματος μπορεί να συναχθεί, ότι στα πολιτικά κόμματα επιφυλάσσεται αρμοδιότητα πολιτειακού οργάνου όπως η αρμοδιότητα που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στο εκλογικό σώμα», καθώς και η απόφαση του ΣτΕ 944/1999 (ΤοΣ 1999 σ.614 επ.11) δια της οποίας αποφαίνεται ότι «Τα κόμματα είναι πολιτικές οργανώσεις σαφώς διακεκριμένες του κράτους και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκφράζουν τη βούληση αυτού.» Η εν λόγω βέβαια απόφαση προχωρεί ένα βήμα πάρα πέρα καθώς αποφαίνεται ότι «…Κατά ταύτα τα πολιτικά κόμματα δεν δύνανται να υποδεικνύουν μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων του κράτους…», μια κρίση για την οποία έχει γίνει πολλή συζήτηση στις μέρες μας τόσο από πολιτικούς, κομματικούς παράγοντες, δημοσιογράφους κ.α.
Υπό τα γερμανικά αυτήν τη φορά δεδομένα τα κόμματα δεν ανήκουν πάντως στα ανώτατα κρατικά όργανα. Αντίθετα, είναι ελεύθερα σχηματισμένες ομάδες με ρίζες στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, που καλούνται να συμβάλουν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού και να επιδράσουν στο επίπεδο της θεσμοποιημένης υπόστασης του κράτους, για το λόγο ότι τα ίδια δεν ανήκουν στο επίπεδο αυτό1. Η ταύτιση ενός κόμματος με κρατικό όργανο αρμόζει μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως πχ το άρθρο 6 του σοβιετικού Συντάγματος του 1977, το οποίο ανακήρυσσε το Κουμμουνιστικό Κόμμα σε πυρήνα του πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.
Προσδιορίζοντας ετυμολογικά τώρα τη λέξη "πολιτικό κόμμα" θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως πολιτικό κόμμα «κάθε συλλογικότητα η οποία εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα ή συμφέροντα κάποιας κοινωνικής ομάδας, έχει πρόγραμμα βασισμένο στην ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνικής τάξης ή/και της κοινωνικής ομάδας στην οποία αναφέρεται, δρα με πολιτική τακτική και στρατηγική και σαν στόχο έχει την εφαρμογή του προγράμματος του, δια μέσω άσκησης της κεντρικής εξουσίας».
Στο ίδιο πλαίσιο κατά τον καθηγητή και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ε. Βενιζέλο η πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας προϋποθέτει την πολιτική οργάνωση του εκλογικού σώματος, ο δε δημοκρατικός μάλιστα χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι συνυφασμένος με την ύπαρξη και δράση των πολιτικών κομμάτων, ήτοι τον λεγόμενο πολυκομματισμό. Το κόμμα μάλιστα προέκυψε κατά αυτόν στην κοινοβουλευτική και εκλογική πρακτική ως αναγκαία συνέπεια του αντιπροσωπευτικού συστήματος αποκτώντας τη σημερινή του μορφή μετά την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας. Υποστηρίζει μάλιστα, πως η έννομη τάξη αντιμετώπισε καταρχήν το κόμμα ως παράνομο και εχθρικό φαινόμενο, που αποτελούσε αντικείμενο μάλλον του ποινικού παρά του συνταγματικού δικαίου, στη συνέχεια το αντιμετώπισε απλώς «ύποπτο», αλλά πάντως αναγκαίο και πολύ αργότερα αναγκάστηκε να το αποδεχτεί και να το ρυθμίσει στο επίπεδο της κοινής εκλογικής νομοθεσίας και του κανονισμού της Βουλής, γιατί ούτε οι εκλογικές διαδικασίες, ούτε η λειτουργία του κοινοβουλίου μπορούσαν να οργανωθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη ως βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης το κόμμα.
Συμπεραίνουμε εκ των ως άνω, ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως αυτή, που ισχύει σήμερα στη χώρα μας, τα πολιτικά κόμματα, τα οποία όπως αναφέρθηκε είναι κοινωνικοί οργανισμοί διαφορετικοί από το κράτος, επιτελούν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών εκφράζοντας πάνω από όλα την λαϊκή ετυμηγορία, δηλ τη βούληση του κυρίαρχου λαού.
Το δικαιώμα ίδρυσης κομμάτων και συμμετοχής σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία.
Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 εδ. ά του Συντάγματος : «Οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.». Δυνάμει αυτής της συνταγματικής διάταξης κατοχυρώνεται το δικαίωμα ελεύθερης ίδρυσης πολιτικών κομμάτων και ελεύθερης συμμετοχής σε αυτά και έχει ως υποκείμενο τον κάθε Έλληνα πολίτη που έχει το εκλογικό δικαίωμα. Ως προς τη φύση του δε είναι πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα ενεργητικής συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας (status activus) 17. Κατά τον Ε. Βενιζέλο το πολιτικό αυτό δικαίωμα αφενός εξειδικεύει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος στην οποία διασφαλίζεται το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ενώ εμμέσως θεωρείται ως προϋπόθεση ουσιαστικής και αποτελεσματικής άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Αυτό συνάγεται και από το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο׃ «πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν(προφανώς επειδή δεν συμπλήρωσαν το όριο της εκλογικής ηλικίας) μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.» Το Σύνταγμα λοιπόν από τη μια μεριά αναγνωρίζει και τυποποιεί τις κομματικές νεολαίες, από την άλλη αποσυνδέει τη λειτουργία και την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στα πολιτικά κόμματα από την απλή και τυπική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Περαιτέρω στο άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται υπό την αρνητική της όψη η ελευθερία της μη συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα.
Μεγάλη συζήτηση στη θεωρία έχει προκαλέσει το γεγονός ότι εφόσον το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, αν ωστόσο αυτά δεσμεύονται να τηρούν εσωκομματική δημοκρατία. Η αλήθεια είναι ότι ο συντακτικός νομοθέτης αποφεύγει όσο γίνεται περισσότερο τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εμφάνιση, την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων, αποφεύγοντας κάθε επέμβαση στην ελευθερία τους και γι’ αυτό δεν υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη νόμου για τη ρύθμιση της εσωκομματικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Αντικείμενο λοιπόν αυτού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν είναι απλώς η αποχή του κράτους από επεμβάσεις, όπως συμβαίνει με τα ατομικά-αμυντικά δικαιώματα στα πλαίσια μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης σφαίρας δικαιωμάτων, αλλά η διασφάλιση της ενεργούς συμμετοχής του πολίτη στο σχηματισμό της πολιτειακής βούλησης. Καθίσταται προφανές ότι δια του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα ο πολίτης έχει έμμεσα τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κρίσιμες διαδικασίες ανάδειξης άμεσων κρατικών οργάνων (βουλή- κυβέρνηση) και κατά συνέπεια να συμμετάσχει στη χάραξη της πολιτικής του κράτους και άσκησης εξουσίας. Τα κόμματα λοιπόν επιτελούν λειτουργία διαμεσολαβητική μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθώς και μεταξύ διαφορετικών κρατικών οργάνων, όπως είναι το εκλογικό σώμα και η Βουλή, προκειμένου δε να επιτύχουν τον ρόλο τους αυτό απολαμβάνουν κρατικών χρηματοδοτήσεων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του Συντάγματος. Ενδεικτικά αναφέρω, πως το Σύνταγμα αναθέτει ρητά στα κόμματα καθοριστικό ρόλο για το σχηματισμό της κυβέρνησης (άρθρα 37 παρ. 2-3), ενώ ρυθμίζει και εσωκομματικά ζητήματα για την περίπτωση που κάποιο κόμμα δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις σχετικές ευθύνες του λόγω προβλήματος ηγεσίας (άρθρα 37 παρ.4 και 38 παρ. 2).
Ο ρόλος των κομμάτων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κατοχυρώνεται και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα 68 παρ. 3 (σύνθεση επιτροπών και τμημάτων Βουλής ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων) και 73 παρ. 4 (ειδικά διαδικαστικά δικαιώματα για τους αρχηγούς ή εκπροσώπους των κομμάτων). Γενικότερα δεν νοούνται σήμερα καν βουλευτικές εκλογές χωρίς κόμματα.
Να σημειωθεί δε ότι το σημερινό άρθρο 29 είχε συμπεριληφθεί αρχικά στο άρθρο 12 του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στις διατάξεις σχετικά με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (αμέσως μετά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, στο οποίο αναφερόταν το άρθρο 11 του σχεδίου) και τελικά μεταφέρθηκε όχι τυχαία στο τρίτο μέρος του Συντάγματος (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας) και ειδικότερα στο Α Τμήμα (Σύναξη της Πολιτείας) με τη σημερινή αρίθμηση.
Το δικαίωμα λοιπόν κατά το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα κατοχυρώνει θεσμικά αυτά με το να τα αναγάγει κατά τον καθηγητή Χρυσόγονο σε «συνταγματικό θεσμό». Όπως ήδη σημειώθηκε τα πολιτικά κόμματα διαμεσολαβούν και εκφράζουν τη θέληση του λαού, ενώ συγχρόνως συμμετέχουν στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η θεσμική αυτή λειτουργία των κομμάτων υπηρετεί εξ’ ορισμού την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο το Σύνταγμα δεν περιέχει ορισμό του πολιτικού κόμματος, ούτε επιβάλλει συνταγματικούς περιορισμούς ή δικαστικά ελεγχόμενους σκοπούς στα πολιτικά κόμματα, ενώ δεν υιοθετεί τη δυνατότητα της δικαστικής απαγόρευσης πολιτικού κόμματος, η οποία απασχόλησε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 29 στο πλαίσιο της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, ερχόμενο σε αντίθεση προς το γερμανικό πρότυπο, που αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι λόγοι που προφανώς αυτό συμβαίνει είναι κατά τον Ε. Βενιζέλο κυρίως ιστορικοί και αναφέρονται στο γεγονός, ότι η ελληνική νομοθεσία και η ελληνική ιστορική εμπειρία έχουν να επιδείξουν μια μακροχρόνια εχθρότητα απέναντι στο φαινόμενο του πολιτικού κόμματος με αποκορύφωμα τη μετεμφυλιακή απαγόρευση του Κ.Κ.Ε, η οποία μόλις το 1974 ήρθη κατόπιν πρωτοβουλίας του Κων. Καραμανλή με την πτώση της δικτατορίας του 1967-1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα μας δεν προβλέπει σε αντίθεση με άλλα συνταγματικά κείμενα δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικού κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η συνταγματική δημοκρατία θα ερχόταν σε αντίθεση με το ιστορικό, πολιτικό και φιλοσοφικό νόημα της ίδιας της δημοκρατικής ιδεολογίας, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία σκέψης και έκφρασης των «αντιφρονούντων»28, αλλά και τη δυνατότητα εναλλαγής των πολιτικών δυνάμεων. Άλλωστε κατά τον καθ. Αντ. Μανιτάκη στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες τα Συντάγματα έχουν αναλάβει την αποστολή να θέτουν και να εγγυώνται τους όρους της δυνατότητας κοινής συμβίωσης και όχι όπως παλιά την πραγματοποίηση ενός προκαθορισμένου σχεδίου πολιτικής συμβίωσης, που ήταν επιδίωξη και στόχος της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής δύναμης, ενώ ακόμη και στην περίπτωση που αντανακλούν την πολιτική ιδεολογία της κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, όπως ακριβώς συνέβη με το Σύνταγμα του 1975 και την αναθεώρηση του το 1986, τα Συντάγματα στην πράξη εξασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη μέσα στην κοινωνία ανταγωνιστικών δυνάμεων, συμφερόντων και ιδεών.
Ας δούμε στο σημείο αυτό τη στάση της νομολογίας απέναντι στο δικαίωμα ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, που συμφωνεί με τη θεωρία όπως αναπτύχθηκε ως άνω. Ενδεικτικά αναφέρω την υπ’ αρ. 590/2009 απόφασης του ΑΠ (δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), όπου στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων «…Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιλήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους … Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος. Από τις πιο πάνω όμως διατάξεις δεν αποκλείεται να διαλύεται ένα κόμμα πολιτικό εκούσια με απόφαση του αρμόδιου καταστατικού οργάνου του, το οποίο θα ορίσει και τις αναγκαίες διαδικασίες "εκκαθάρισης"…» Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και άλλες αποφάσεις στη Νομολογία όπως η 1535/2009 του ΣτΕ, η 4656/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η 131/1988 ΜΠρΛαρ, δια των οποίων προκύπτει, πως στα ελληνικά δικαστήρια επικρατεί η άποψη, ότι τα κόμματα αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, λογίζονται ως φορείς πολιτικής δραστηριότητας, κρίνοντας μάλιστα η νομολογία πως πρόκειται για ιδιόμορφα νομικά πρόσωπα.
Συμπεραίνουμε, ότι η Γ Ελληνική Δημοκρατία είναι κομματική δημοκρατία, διότι τα κόμματα απέτρεψαν άλλες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και επιτελούσαν την καθοριστική λειτουργία κοινωνικής ενσωμάτωσης, η οποία δεν είναι πια η βία των κατασταλτικών μηχανισμών της προ του 74 περιόδου, αλλά η πελατειακή διανομή προνομίων (για την οποία ευελπιστώ γίνει εκτενής αναφορά σε άλλο άρθρο μου).
Όλες οι παραπομπές του κειμένου παρατίθενται στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.constitutionalism.gr/site/wp-content/uploads/2015/05/Kritsikis_politika-kommata.pdf














