Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές άκουγα τα εξ αμάξης από τους Νεοδημοκράτες φίλους μου, μόλις τολμούσα να αρθρώσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει τις εκλογές με 5%. Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι θα είναι μια κλειστή μάχη, με την κυβέρνηση αποδυναμωμένη μετά τον εσωκομματικό διχασμό και την ΝΔ ενωμένη, χωρίς εσωτερικές έριδες και δικαιωμένη από τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Πως θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλά ποσοστά ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ο ιστορικός του πυρήνας αυτονομήθηκε και το περιβάλλον που δημιούργησε για την κοινωνία δεν έχει καμιά σχέση με τις προεκλογικές εξαγγελίες του Ιανουαρίου;
Ακόμα και όταν τα δημοσκοπικά ευρήματα έδειχναν πλειοψηφικό μέρος των αναποφάσιστων να προέρχονται από το ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχε η προσδοκία ότι επειδή αποτελούνταν κυρίως από νέους και γυναίκες θα τρέπονταν μαζικά προς την αποχή διατηρώντας το τελικό αποτέλεσμα σε ελάχιστη διαφορά μεταξύ των δυο πρωτοπόρων. Η κεντροδεξιά βάση φάνταζε συμπαγής και αποφασισμένη να στηρίξει τον νέο προεκλογικό αγώνα.
Στην πράξη παραβλέπονταν μια πραγματικότητα που είχε να κάνει με πολύ βαθύτερα ενστικτώδη κίνητρα. Τα ευρύτατα λαϊκά στρώματα που συντάχθηκαν με το ΣΥΡΙΖΑ είτε επειδή άφησαν ελεύθερο να εκφραστεί, το καθημαγμένο στην ευδαιμονία της αστικοποίησης, αριστερό "DNA", είτε γιατί βρήκε τον νέο πόλο εξουσίας που θα υποθάλψει τις κρατικιστικές εμμονές του, δεν έστρεψαν την πλάτη στην κυβέρνηση ακόμα κι όταν αποφάσισε να "λερώσει" τα χέρια της με μνημονιακές υπογραφές.
Σημαντικό μέρος του γυναικείου πληθυσμού, με ένα είδος μητρικού φίλτρου, θέλησε να προστατέψει τον Τσίπρα ως εν δυνάμει αντισυμβατικό νεοσσό που ακόμα κι αν πρόσκαιρα υπέκυψε στις πιέσεις των ισχυρών πρέπει να του δοθεί ο χρόνος να αναδείξει τα συγκρουσιακά με το κατεστημένο χαρίσματα του. Αδιαφορούσαν αν το νέο που πρεσβεύει καλύπτεται με φθαρμένο μανδύα και ωραιοποιείται από ένα ασουλούπωτο μακιγιάζ. Συντηρούσαν αναλλοίωτη την φρέσκια εικόνα του πέρα από τις ιδεολογικές γρατσουνιές και τις επικοινωνιακές αστοχίες.
Η νεολαία από την άλλη στράφηκε σε ένα βαθμό προς την αποχή αλλά τελικά αυτό το γεγονός ισοφαρίστηκε από αντίστοιχη αποχή κεντροδεξιών ψηφοφόρων που δυσανασχέτησαν με τις χωρίς όρους σύμπλευση με τον ΣΥΡΙΖΑ που συνέχιζε να παριστάνει τον αναμάρτητο και να φορτώνει την ΝΔ με ευθύνες που δεν αναλογούσαν και μάλιστα με μια αποκλειστικότητα που έμοιαζε και η ίδια να αποδέχεται με διαρκές πρόσχημα την διατήρηση της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.
Όσο κι αν οι νεότεροι δεν πείθονταν απόλυτα για την πιστή αντιπροσώπευση του καινούριου από το Τσίπρα τον προτιμούσαν ως το πιο κοντινό πρότυπο, από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, σε αυτό που αναζητούσαν. Το αριστερό ένστικτο της επιβίωσης, που δηλώνει ότι δεν παραδίδει την εξουσία που με κόπο κατέκτησε και προτιμά να αποδεχτεί την πολιτική ήττα που υπέστη με την υπογραφή της νέας συμφωνίας διανθίζοντας την με τον αγώνα εναντίον ενός εσωτερικού μετώπου διαφθοράς, λειτούργησε στο μέγιστο βαθμό.
Υ.Γ. Για μια ακόμα φορά η αποχή, παρά το ότι αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο μιας εκλογικής διαδικασίας, αντιμετωπίζεται ως παρελκόμενο. Η κοινωνία έριξε μια ακόμα ισχυρή σταγόνα αδιαφορίας στο πολιτικό σύστημα κι αυτό την αντιμετωπίζει ως ψιχάλα. Όσο η αντίδραση στην απογοήτευση δεν περιλαμβάνει θεσμικές παρεμβάσεις για τον τρόπο οργάνωσης και στελέχωσης των κομμάτων, ανταπόκριση στις σύγχρονες ανάγκες και τα κοινωνικά ρεύματα, αυτή η ψιχάλα δεν θα αργήσει να γίνει μπόρα πλήρους απαξίωσης για τις δημοκρατικές διεργασίες με ότι θα σημαίνει αυτό για το μέλλον της χώρας.
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές άκουγα τα εξ αμάξης από τους Νεοδημοκράτες φίλους μου, μόλις τολμούσα να αρθρώσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει τις εκλογές με 5%. Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι θα είναι μια κλειστή μάχη, με την κυβέρνηση αποδυναμωμένη μετά τον εσωκομματικό διχασμό και την ΝΔ ενωμένη, χωρίς εσωτερικές έριδες και δικαιωμένη από τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Πως θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλά ποσοστά ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ο ιστορικός του πυρήνας αυτονομήθηκε και το περιβάλλον που δημιούργησε για την κοινωνία δεν έχει καμιά σχέση με τις προεκλογικές εξαγγελίες του Ιανουαρίου;
Ακόμα και όταν τα δημοσκοπικά ευρήματα έδειχναν πλειοψηφικό μέρος των αναποφάσιστων να προέρχονται από το ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχε η προσδοκία ότι επειδή αποτελούνταν κυρίως από νέους και γυναίκες θα τρέπονταν μαζικά προς την αποχή διατηρώντας το τελικό αποτέλεσμα σε ελάχιστη διαφορά μεταξύ των δυο πρωτοπόρων. Η κεντροδεξιά βάση φάνταζε συμπαγής και αποφασισμένη να στηρίξει τον νέο προεκλογικό αγώνα.
Στην πράξη παραβλέπονταν μια πραγματικότητα που είχε να κάνει με πολύ βαθύτερα ενστικτώδη κίνητρα. Τα ευρύτατα λαϊκά στρώματα που συντάχθηκαν με το ΣΥΡΙΖΑ είτε επειδή άφησαν ελεύθερο να εκφραστεί, το καθημαγμένο στην ευδαιμονία της αστικοποίησης, αριστερό "DNA", είτε γιατί βρήκε τον νέο πόλο εξουσίας που θα υποθάλψει τις κρατικιστικές εμμονές του, δεν έστρεψαν την πλάτη στην κυβέρνηση ακόμα κι όταν αποφάσισε να "λερώσει" τα χέρια της με μνημονιακές υπογραφές.
Σημαντικό μέρος του γυναικείου πληθυσμού, με ένα είδος μητρικού φίλτρου, θέλησε να προστατέψει τον Τσίπρα ως εν δυνάμει αντισυμβατικό νεοσσό που ακόμα κι αν πρόσκαιρα υπέκυψε στις πιέσεις των ισχυρών πρέπει να του δοθεί ο χρόνος να αναδείξει τα συγκρουσιακά με το κατεστημένο χαρίσματα του. Αδιαφορούσαν αν το νέο που πρεσβεύει καλύπτεται με φθαρμένο μανδύα και ωραιοποιείται από ένα ασουλούπωτο μακιγιάζ. Συντηρούσαν αναλλοίωτη την φρέσκια εικόνα του πέρα από τις ιδεολογικές γρατσουνιές και τις επικοινωνιακές αστοχίες.
Η νεολαία από την άλλη στράφηκε σε ένα βαθμό προς την αποχή αλλά τελικά αυτό το γεγονός ισοφαρίστηκε από αντίστοιχη αποχή κεντροδεξιών ψηφοφόρων που δυσανασχέτησαν με τις χωρίς όρους σύμπλευση με τον ΣΥΡΙΖΑ που συνέχιζε να παριστάνει τον αναμάρτητο και να φορτώνει την ΝΔ με ευθύνες που δεν αναλογούσαν και μάλιστα με μια αποκλειστικότητα που έμοιαζε και η ίδια να αποδέχεται με διαρκές πρόσχημα την διατήρηση της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.
Όσο κι αν οι νεότεροι δεν πείθονταν απόλυτα για την πιστή αντιπροσώπευση του καινούριου από το Τσίπρα τον προτιμούσαν ως το πιο κοντινό πρότυπο, από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, σε αυτό που αναζητούσαν. Το αριστερό ένστικτο της επιβίωσης, που δηλώνει ότι δεν παραδίδει την εξουσία που με κόπο κατέκτησε και προτιμά να αποδεχτεί την πολιτική ήττα που υπέστη με την υπογραφή της νέας συμφωνίας διανθίζοντας την με τον αγώνα εναντίον ενός εσωτερικού μετώπου διαφθοράς, λειτούργησε στο μέγιστο βαθμό.
Υ.Γ. Για μια ακόμα φορά η αποχή, παρά το ότι αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο μιας εκλογικής διαδικασίας, αντιμετωπίζεται ως παρελκόμενο. Η κοινωνία έριξε μια ακόμα ισχυρή σταγόνα αδιαφορίας στο πολιτικό σύστημα κι αυτό την αντιμετωπίζει ως ψιχάλα. Όσο η αντίδραση στην απογοήτευση δεν περιλαμβάνει θεσμικές παρεμβάσεις για τον τρόπο οργάνωσης και στελέχωσης των κομμάτων, ανταπόκριση στις σύγχρονες ανάγκες και τα κοινωνικά ρεύματα, αυτή η ψιχάλα δεν θα αργήσει να γίνει μπόρα πλήρους απαξίωσης για τις δημοκρατικές διεργασίες με ότι θα σημαίνει αυτό για το μέλλον της χώρας.
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη,
Δικηγόρου, Υπ. ΔΝ
Λίγες ώρες μετά τις εκλογές, στις οποίες η Ν.Δ γνώρισε νέα εκλογική ήττα μέσα μάλιστα σε λιγότερο από ένα χρόνο. Όσο θλιβερό και αν είναι για πολλούς μεταξύ των οποίων και για μένα τον γράφοντα το γεγονός αυτό, είναι ωστόσο μια πραγματικότητα την οποία πρέπει να αποδεχτούμε. Γεννάται λοιπόν τη δεδομένη χρονική στιγμή στον κάθε οπαδό, φίλο, απλό ψηφοφόρο κτλ του συγκεκριμένου κόμματος το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε η ΝΔ στην τρίτη κατά σειρά ήττα, αλλά και το ποια θα είναι η επόμενη μέρα αυτής.
Κατά την ταπεινή μου λοιπόν άποψη δεν κέρδισε ο Αλέξης. Ο Αλέξης άλλωστε δεν είναι ο χαρισματικός ηγέτης, που ανέλυσε εκτενέστερα ο μεγάλος κλασικός κοινωνιολόγος Μax Weber, όπως ήταν λ.χ ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος μόνο με ένα απλό νεύμα γοήτευε και συνάρπαζε τα πλήθη. Οι συγκυρίες ήταν αυτές, που του έδωσαν την νέα νίκη και όχι τόσο το εύρος της προσωπικότητας του. Κατά γενική ομολογία μέχρι τώρα δεν έχει κυβερνήσει. Τώρα όμως καλείται να το κάνει και να εφαρμόσει την πολιτική του τρίτου μνημονίου, που ο ίδιος υπέγραψε. Φαίνεται λοιπόν, ότι μπρος στην κάλπη ο μέσος ψηφοφόρος ψήφισε με το σκεπτικό να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο νέο παιδί μιας και αισθανόταν και όχι άδικα απογοητευμένος από το παλιό πολιτικό σύστημα, το οποίο πολλοί θεωρούν φθαρμένο.
Από την άλλη μεριά και η ίδια η ΝΔ συνέβαλε από τη μεριά της στην ήττα. Είναι γεγονός πως αυτή τα τελευταία χρόνια δεν έχει ανανεωθεί στο βαθμό που θα όφειλε. Πέραν ολίγων νέων υποψηφίων και φωτεινών πράγματι εξαιρέσεων στα ψηφοδέλτια, η ΝΔ δεν ανανεώθηκε σημαντικά. Αλήθεια πόσοι νέοι 30 έως 40 ετών αναδείχθηκαν ως πρωτοκλασάτα στελέχη της τα τελευταία χρόνια; Εύκολα κάποιος θα αντέτεινε, ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι. Μεγάλο λάθος μιας και σε αυτήν υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι, επιστήμονες ή όχι, μορφωμένοι, καταρτισμένοι και επιτυχημένοι στον επαγγελματικό στίβο, αλλά που δυστυχώς δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία. Η ΝΔ σε καμία περίπτωση δεν είναι «φθαρμένο» προϊόν όπως κάποιοι αβάσιμα και κακοπροαίρετα ισχυρίζονται. Για του λόγου το αληθές ας δει κάποιος το στελεχιακό δυναμικό της ΟΝΝΕΔ, το πιο ζωντανό άλλωστε κομμάτι της.
Γιατί λοιπόν τέτοια εγκληματικά λάθη; Μια πιθανή εξήγηση είναι το γεγονός, ότι ορισμένοι, ιδίως κομματικοί, βλέπουν την παράταξη ως φέουδο τους με αποτέλεσμα αντί να ωφελούν να την ζημιώνουν. Μία άλλη εξήγηση είναι ότι κάποιοι παλαιοκομματικοί ιδίως βλέπουν την πολιτική ως επάγγελμα και μάλιστα κλειστό με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουν τη συμμετοχή νέων ανθρώπων στην πολιτική. Πρέπει όμως η πολιτική να εκληφθεί ως επάγγελμα;
Ιστορικά η ΝΔ ως κόμμα λειτούργησε κατά την ίδρυση της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως προσωποπαγές αρχικά κόμμα. Στην πορεία όμως απέκτησε κομματική δομή, ιεραρχία, ενώ σταδιακά άρχισαν να διεξάγονται και τα πρώτα συνέδρια (συνέδριο Χαλκιδικής), που καθόρισαν το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα του κόμματος. Εξελίχτηκε δηλ. μέσα σε πολύ λίγα χρόνια από προσωποπαγές κόμμα σε κόμμα μαζικό, το οποίο προερχόταν από την κοινωνία και αυτήν υπηρετούσε σύμφωνα με την αποστολή άλλωστε που καθιερώνεται για τα κόμματα από το Σύνταγμα και τους νόμους. Τα τελευταία όμως χρόνια η ΝΔ έχασε την επαφή της με την κοινωνία. Το κόμμα δεν ήταν ανοιχτό στην κοινωνία, ή τουλάχιστον δεν ήταν ανοιχτό στον βαθμό που θα έπρεπε. Πόσες λχ κομματικές οργανώσεις, οι οποίες είναι το πρώτο κύτταρο του κόμματος στην κοινωνία, λειτουργούν σε όλη την επικράτεια; Αυτές δε, που εξακολουθούν να λειτουργούν πόσο έχουν ανανεωθεί με νέα άτομα ή εξακολουθούν να στελεχώνονται από τα ίδια παλαιοκομματικά στελέχη;
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να αλλάξουν όλα αυτά και να αντιμετωπισθούν οι όποιες παθογένειες παρουσιάστηκαν τα τελευταία ιδίως χρόνια στο κόμμα. Με την ανάδειξη νέου αρχηγού και μάλιστα από την βάση ως περίτρανη απόδειξη εσωκομματικής δημοκρατίας είναι ευκαιρία να αλλάξουν όλα. Η εσωκομματική δημοκρατία δεν πρέπει να μείνει μόνο στο στάδιο εκλογής αρχηγού. Αντίθετα πρέπει να επεκταθεί και στις κατώτερες δομές του κόμματος. Να προκηρυχτούν λχ άμεσα εκλογές σε όλες τις τοπικές οργανώσεις (όσες λειτουργούν) και να τεθεί όριο θητείας των μελών σε αυτές. Σε τελική φάση γιατί να μην τοποθετήσει η διοίκηση του κόμματος νέα καταξιωμένα στελέχη στις κομματικές δομές με περιορισμένη θητεία, που έχουν αναγνωσιμότητα στον τόπο τους, ώστε να λειτουργήσουν πραγματικά οι τοπικές και περιφερειακές κομματικές οργανώσεις (ΝΟΔΕ κτλ) και να ανταποκριθούν στον κομματικό τους ρόλο με απώτερο σκοπό να διατηρούν ανοιχτό το κόμμα στις τοπικές κοινωνίες να προσελκύουν νέα μέλη σε αυτό.
Τέλος, όποιος και αν είναι ο νέος αρχηγός του κόμματος δεν έχει πιστεύω τόσο σημασία η ηλικία, αλλά το κατά πόσο θα είναι νέος στη σκέψη και στη νοοτροπία. Σημασία δηλ. έχει το κατά πόσο ο νέος αρχηγός θα απαλλάξει το κόμμα από τα βαρίδια-φθαρμένα στελέχη και θα εξουδετερώσει την αντίληψη ορισμένων που βλέπουν το κόμμα ως φέουδο τους, καθώς και σε ποιο βαθμό θα καταφέρει να το στελεχώσει με νέους ανθρώπους, που έχουν όρεξη και μεράκι να προσφέρουν. Σε γενικές γραμμές το στοίχημα για αυτόν είναι ένα: Πώς θα κάνει και πάλι το κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία.
Άλλωστε, η ΝΔ είχε από τη γέννηση της σταθερό ιδεολογικό στίγμα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτή ήταν η πολιτική παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Σε αυτήν ακριβώς πρέπει να πατήσει ο νέος αρχηγός και να χτίσει ένα νέο ευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα, και να το αναγεννήσει, που τόσο έχουν ανάγκη οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι του, τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Άλλωστε μην λησμονούμε, ότι αυτή η παράταξη είναι καταδικασμένη να σώζει αυτήν τη χώρα. Το έχει κάνει πολλάκις στο παρελθόν. Δεν έχει ανάγκη λοιπόν η ΝΔ έναν «αντι-τρίπρα» ως αρχηγό όπως κάποιοι ισχυρίζονται. Ανάγκη έχει να βρει έναν νέο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ, αλλά επειδή τέτοιοι ηγέτες δύσκολα βγαίνουν, άλλα πράγματα πρέπει να γίνουν. Εν προκειμένω, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, ανανέωση, όρεξη και πολύ μα πολύ δουλεία. Η κρίση που διέρχεται το κόμμα είναι μία μοναδική ευκαιρία να αναγεννηθεί το κόμμα. Ας μην χαθεί, γιατί πιθανόν να είναι και η τελευταία…
Δικηγόρου, Υπ. ΔΝ
Λίγες ώρες μετά τις εκλογές, στις οποίες η Ν.Δ γνώρισε νέα εκλογική ήττα μέσα μάλιστα σε λιγότερο από ένα χρόνο. Όσο θλιβερό και αν είναι για πολλούς μεταξύ των οποίων και για μένα τον γράφοντα το γεγονός αυτό, είναι ωστόσο μια πραγματικότητα την οποία πρέπει να αποδεχτούμε. Γεννάται λοιπόν τη δεδομένη χρονική στιγμή στον κάθε οπαδό, φίλο, απλό ψηφοφόρο κτλ του συγκεκριμένου κόμματος το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε η ΝΔ στην τρίτη κατά σειρά ήττα, αλλά και το ποια θα είναι η επόμενη μέρα αυτής.
Κατά την ταπεινή μου λοιπόν άποψη δεν κέρδισε ο Αλέξης. Ο Αλέξης άλλωστε δεν είναι ο χαρισματικός ηγέτης, που ανέλυσε εκτενέστερα ο μεγάλος κλασικός κοινωνιολόγος Μax Weber, όπως ήταν λ.χ ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος μόνο με ένα απλό νεύμα γοήτευε και συνάρπαζε τα πλήθη. Οι συγκυρίες ήταν αυτές, που του έδωσαν την νέα νίκη και όχι τόσο το εύρος της προσωπικότητας του. Κατά γενική ομολογία μέχρι τώρα δεν έχει κυβερνήσει. Τώρα όμως καλείται να το κάνει και να εφαρμόσει την πολιτική του τρίτου μνημονίου, που ο ίδιος υπέγραψε. Φαίνεται λοιπόν, ότι μπρος στην κάλπη ο μέσος ψηφοφόρος ψήφισε με το σκεπτικό να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο νέο παιδί μιας και αισθανόταν και όχι άδικα απογοητευμένος από το παλιό πολιτικό σύστημα, το οποίο πολλοί θεωρούν φθαρμένο.
Από την άλλη μεριά και η ίδια η ΝΔ συνέβαλε από τη μεριά της στην ήττα. Είναι γεγονός πως αυτή τα τελευταία χρόνια δεν έχει ανανεωθεί στο βαθμό που θα όφειλε. Πέραν ολίγων νέων υποψηφίων και φωτεινών πράγματι εξαιρέσεων στα ψηφοδέλτια, η ΝΔ δεν ανανεώθηκε σημαντικά. Αλήθεια πόσοι νέοι 30 έως 40 ετών αναδείχθηκαν ως πρωτοκλασάτα στελέχη της τα τελευταία χρόνια; Εύκολα κάποιος θα αντέτεινε, ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι. Μεγάλο λάθος μιας και σε αυτήν υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι, επιστήμονες ή όχι, μορφωμένοι, καταρτισμένοι και επιτυχημένοι στον επαγγελματικό στίβο, αλλά που δυστυχώς δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία. Η ΝΔ σε καμία περίπτωση δεν είναι «φθαρμένο» προϊόν όπως κάποιοι αβάσιμα και κακοπροαίρετα ισχυρίζονται. Για του λόγου το αληθές ας δει κάποιος το στελεχιακό δυναμικό της ΟΝΝΕΔ, το πιο ζωντανό άλλωστε κομμάτι της.
Γιατί λοιπόν τέτοια εγκληματικά λάθη; Μια πιθανή εξήγηση είναι το γεγονός, ότι ορισμένοι, ιδίως κομματικοί, βλέπουν την παράταξη ως φέουδο τους με αποτέλεσμα αντί να ωφελούν να την ζημιώνουν. Μία άλλη εξήγηση είναι ότι κάποιοι παλαιοκομματικοί ιδίως βλέπουν την πολιτική ως επάγγελμα και μάλιστα κλειστό με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουν τη συμμετοχή νέων ανθρώπων στην πολιτική. Πρέπει όμως η πολιτική να εκληφθεί ως επάγγελμα;
Ιστορικά η ΝΔ ως κόμμα λειτούργησε κατά την ίδρυση της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως προσωποπαγές αρχικά κόμμα. Στην πορεία όμως απέκτησε κομματική δομή, ιεραρχία, ενώ σταδιακά άρχισαν να διεξάγονται και τα πρώτα συνέδρια (συνέδριο Χαλκιδικής), που καθόρισαν το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα του κόμματος. Εξελίχτηκε δηλ. μέσα σε πολύ λίγα χρόνια από προσωποπαγές κόμμα σε κόμμα μαζικό, το οποίο προερχόταν από την κοινωνία και αυτήν υπηρετούσε σύμφωνα με την αποστολή άλλωστε που καθιερώνεται για τα κόμματα από το Σύνταγμα και τους νόμους. Τα τελευταία όμως χρόνια η ΝΔ έχασε την επαφή της με την κοινωνία. Το κόμμα δεν ήταν ανοιχτό στην κοινωνία, ή τουλάχιστον δεν ήταν ανοιχτό στον βαθμό που θα έπρεπε. Πόσες λχ κομματικές οργανώσεις, οι οποίες είναι το πρώτο κύτταρο του κόμματος στην κοινωνία, λειτουργούν σε όλη την επικράτεια; Αυτές δε, που εξακολουθούν να λειτουργούν πόσο έχουν ανανεωθεί με νέα άτομα ή εξακολουθούν να στελεχώνονται από τα ίδια παλαιοκομματικά στελέχη;
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να αλλάξουν όλα αυτά και να αντιμετωπισθούν οι όποιες παθογένειες παρουσιάστηκαν τα τελευταία ιδίως χρόνια στο κόμμα. Με την ανάδειξη νέου αρχηγού και μάλιστα από την βάση ως περίτρανη απόδειξη εσωκομματικής δημοκρατίας είναι ευκαιρία να αλλάξουν όλα. Η εσωκομματική δημοκρατία δεν πρέπει να μείνει μόνο στο στάδιο εκλογής αρχηγού. Αντίθετα πρέπει να επεκταθεί και στις κατώτερες δομές του κόμματος. Να προκηρυχτούν λχ άμεσα εκλογές σε όλες τις τοπικές οργανώσεις (όσες λειτουργούν) και να τεθεί όριο θητείας των μελών σε αυτές. Σε τελική φάση γιατί να μην τοποθετήσει η διοίκηση του κόμματος νέα καταξιωμένα στελέχη στις κομματικές δομές με περιορισμένη θητεία, που έχουν αναγνωσιμότητα στον τόπο τους, ώστε να λειτουργήσουν πραγματικά οι τοπικές και περιφερειακές κομματικές οργανώσεις (ΝΟΔΕ κτλ) και να ανταποκριθούν στον κομματικό τους ρόλο με απώτερο σκοπό να διατηρούν ανοιχτό το κόμμα στις τοπικές κοινωνίες να προσελκύουν νέα μέλη σε αυτό.
Τέλος, όποιος και αν είναι ο νέος αρχηγός του κόμματος δεν έχει πιστεύω τόσο σημασία η ηλικία, αλλά το κατά πόσο θα είναι νέος στη σκέψη και στη νοοτροπία. Σημασία δηλ. έχει το κατά πόσο ο νέος αρχηγός θα απαλλάξει το κόμμα από τα βαρίδια-φθαρμένα στελέχη και θα εξουδετερώσει την αντίληψη ορισμένων που βλέπουν το κόμμα ως φέουδο τους, καθώς και σε ποιο βαθμό θα καταφέρει να το στελεχώσει με νέους ανθρώπους, που έχουν όρεξη και μεράκι να προσφέρουν. Σε γενικές γραμμές το στοίχημα για αυτόν είναι ένα: Πώς θα κάνει και πάλι το κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία.
Άλλωστε, η ΝΔ είχε από τη γέννηση της σταθερό ιδεολογικό στίγμα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτή ήταν η πολιτική παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Σε αυτήν ακριβώς πρέπει να πατήσει ο νέος αρχηγός και να χτίσει ένα νέο ευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα, και να το αναγεννήσει, που τόσο έχουν ανάγκη οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι του, τόσο έχει ανάγκη η χώρα. Άλλωστε μην λησμονούμε, ότι αυτή η παράταξη είναι καταδικασμένη να σώζει αυτήν τη χώρα. Το έχει κάνει πολλάκις στο παρελθόν. Δεν έχει ανάγκη λοιπόν η ΝΔ έναν «αντι-τρίπρα» ως αρχηγό όπως κάποιοι ισχυρίζονται. Ανάγκη έχει να βρει έναν νέο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ, αλλά επειδή τέτοιοι ηγέτες δύσκολα βγαίνουν, άλλα πράγματα πρέπει να γίνουν. Εν προκειμένω, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, ανανέωση, όρεξη και πολύ μα πολύ δουλεία. Η κρίση που διέρχεται το κόμμα είναι μία μοναδική ευκαιρία να αναγεννηθεί το κόμμα. Ας μην χαθεί, γιατί πιθανόν να είναι και η τελευταία…

Στο δεύτερο μέρος το μικρόφωνο δόθηκε σε δυο νέες γυναικείες παρουσίες στο ψηφοδέλτιο της Περιφέρειας Αττικής της ΝΔ. Την Ευρώπη Κοσμίδη και την Ευαγγελία Κοπανάκη.
Κάθε Παρασκευή 1-3 μμ στον iD Radio το "Φρενοκομείο" με τον Κώστα Μανίκα ανιχνεύει τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά παράλογα που μας περιτριγυρίζουν.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Οικονομολόγος - Ψυχολόγος
Η αμετροέπεια δεν
είναι απλά η έλλειψη μεσότητας με την Αριστοτελική προσέγγιση. Χαρακτηρίζει
συμπεριφορές και δραστηριότητες με το στίγμα της άμεσης ή κεκαλυμμένης έπαρσης
που πασχίζουν να αποδείξουν ότι δεν αποτελούν παρά μόνο την φυσιολογική έκφραση
μιας, μη κατανοητής στους υπολοίπους, υπερβολής. Η πολιτική βρίθει από
περιπτώσεις όπου εσκεμμένα τίθενται αμετροεπείς στόχοι γιατί η ψυχοδιεγερτική
τους διάσταση διατηρεί ζωντανή την οραματική φλόγα στους πολίτες ακόμα κι όταν οι
σπίθες έχουν χάσει οριστικά την ορμή τους.
Όλες οι πολιτικές
δυνάμεις έχουν κατά καιρούς και με διαφορετικούς τρόπους χρησιμοποιήσει αυτό το
εργαλείο στηρίζοντας τις ελπίδες για κατάκτηση και διατήρηση της εξουσίας στην
οριοθέτηση υψηλών προσδοκιών ώστε να παριστάνουν στην πορεία τους πληγωμένους
μαχητές που λύγισαν από τις αντιξοότητες κατά τη διάρκεια της προσπάθειας. Το
ίδιο έπραξε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που οι κορυφές που έθετε ως τρόπαιο δεν ήταν καν
δικές του. Διακήρυττε την κατάκτηση ενός ύψους, τις διαδρομές προς το οποίο και
τις τακτικές ανόδου δεν τις γνώριζε και εν πολλοίς προκαθορίζονταν από άλλους.
Γι' αυτό και κατέληξε χαμένος σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Σε αυτές τις
εκλογές αποδεσμευμένοι από εμμονές πίσω από τις οποίες κρύφτηκε η αντίσταση σε
κάθε αλλαγή, ελεύθεροι από μύθους που γίνονταν χαλάκι για να χωρέσουν κάθε
ιδεοληψία, μας δίνεται η μεγάλη ευκαιρία να δώσουμε μια τελειωτική απάντηση στο
αν μπορούμε να πορευτούμε με μετριοπάθεια, αναγνωρίζοντας λάθη όλων των
πλευρών, εγχώριων και εξωχώριων, χωρίς να παριστάνουμε ότι η αμφισβήτηση της
πραγματικότητας είναι ικανή να φέρει από μόνη της αναγκαίες βελτιώσεις πόσο
μάλλον ανατροπές.
Σε αυτή την
επιλογή μας θα κριθεί και η συλλογική μας αμετροέπεια. Θα πορευτούμε και πάλι
με την μετριότητα της πλαστής ελπίδας ή θα προτιμήσουμε την μετριοπάθεια των
μακροπρόθεσμων αλλά μόνιμων αποτελεσμάτων; Θα διαλέξουμε την μεθοδικότητα των
συγκροτημένων, κλιμακωτών δράσεων ή θα επιμείνουμε στον πρόσκαιρο καθησυχασμό
της δημιουργικής ασάφειας; Θα δοκιμάσουμε μια σύγχρονη αντίληψη για το κράτος
και την οικονομία ή θα αναμασήσουμε και πάλι ξεπερασμένες ιδεοληπτικές αναφορές
μέσα σε μια, κενή περιεχομένου, νέα συσκευασία.
Η μεταπολίτευση
δεν θα κλείσει ποτέ τον κύκλο της αν δεν εκπληρωθούν δυο απαραίτητες προϋποθέσεις.
Ο θεσμικός ανασχεδιασμός από την κυβερνητική έως την κομματική λειτουργία και η
υπέρβαση των ιδεολογικών τοτέμ με τα οποία πορευτήκαμε σφιχταγκαλιασμένοι επί
δεκαετίες. Θα εκμεταλλευτούμε αυτό το παράθυρο προς το μέλλον ή θα μείνουμε
αγκιστρωμένοι στο χθες που διαρκώς μεταμφιέζεται σε "νέο". Απάντηση
την Κυριακή στις κάλπες!
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οι βαρετές τηλεμαχίες των χλιαρών ερωτήσεων και των ακόμα πιο άνευρων απαντήσεων όχι μόνο δεν αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα των ομιλητών αλλά τουναντίον αποκρύπτουν, σε μεγάλο βαθμό, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα πραγματικά πλεονεκτήματα τους. Μια εμφανώς αμυντική στάση μπορεί να μην συνεγείρει τα πλήθη αλλά περιορίζει τις απώλειες, όπως και μια πιο επιθετική διάθεση δεν εξασφαλίζει κέρδη αν δεν χαλιναγωγηθεί και διοχετευθεί σε πολύ συγκεκριμένο και προνομιακό πεδίο.
Ο Τσίπρας προσπαθεί να αποτρέψει την ενδελεχή συζήτηση για το πως οδηγηθήκαμε στο 3ο μνημόνιο, κι αν αυτό μπορούσε να έχει αποφευχθεί, στολίζοντας το λόγο του με αυτοθυσιακές αναφορές ηρωικού παροξυσμού και οικονομικίστικους ανορθολογισμούς που δεν δικαιολογούν ούτε τον υπέρογκο δανεισμό, ούτε την μη αναγκαία νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ούτε τις οριζόντιες εισοδηματικές περικοπές και την νέα υπερφορολόγηση. Θεωρεί ότι η ηλικιακή νεότητα ως φυσικό πλεονέκτημα μπορεί να ταυτιστεί με την πολιτική καινοτομία και την ιδεολογική υπεροχή της υποτιθέμενης άμωμης, μοναδικής αριστερής αλήθειας.
Από την άλλη, η ΝΔ διαθέτει ένα επαρκές οπλοστάσιο τόσο σε οικονομικό όσο και σε αξιακό επίπεδο που πρέπει να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο κι αυτό είναι σίγουρο ότι δεν αναπτύσσεται πλήρως στα στενά πλαίσια ενός debate. Τα Ευρωπαϊκά στοιχεία, για το ποιες ήταν το 2014 οι απαιτήσεις της τρόικας για τα επόμενα χρόνια σε δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό επίπεδο και πως θα εξασφαλίζονταν αμφότερα, είναι δεδομένα όσο κι αν επιχειρούνται παραπλανητικές ερμηνείες.
Τα μέτρα δεν θα ξεπερνούσαν τα 2 δισ. για το 2015 (η μάχη δίνονταν για να περιοριστούν ακόμα περισσότερο) και το κενό για το 2016 ήταν σχεδόν ανύπαρκτο, ενώ οι δανειακές ανάγκες της επόμενης τριετίας, που θα καλύπτονταν από την πιστοληπτική γραμμή και τις αγορές, κυμαίνονταν γύρω στα 20-25 δισ. Η δε επενδυτική βελτίωση που είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται προσκρούει πλέον πάνω στην αγκυλωτική αποστροφή του ΣΥΡΙΖΑ για την επιχειρηματικότητα.
Όμως και στο αξιακό πλαίσιο δεν προκύπει από πουθενά το πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο νεποτισμός και το ρουσφέτι πήρε νέα εξελιγμένη μορφή βάζοντας στο επίκεντρο την τακτοποίηση έως και των ερωτικών συντρόφων. Αντίθετα, αν και πολλοί προσποιούνται ότι δεν το θυμούνται, ήταν η κυβέρνηση Σαμαρά που έφερε μεγάλες μειώσεις σε όλους τους αιρετούς, ειδική ρύθμιση για την μη τοποθέτηση συγγενών βουλευτών ως συνεργάτες τους και άλλες ανάλογες πρωτοβουλίες που έθεταν τις βάσεις για μια διαφορετική αντίληψη στο δημόσιο βίο.
Αντί για την αναζήτηση της ατάκας που θα γίνει ο πρωτοσέλιδος τίτλος και το viral των κοινωνικών δικτύων την επόμενη μέρα, τα πραγματικά πλεονεκτήματα προκύπτουν από την διαχρονική αξιοπιστία αλλά κι από την αναγνώριση των λαθών που συνδυάζονται με αντίστοιχες κινήσεις ειλικρινούς εξαγνισμού. Κι όσο κι αν η μετάνοια σπάνια αγγίζει βαθιά βιωματικά επίπεδα, η προσαρμοστικότητα στα γεγονότα αποδεικνύεται πάντα πιο ασφαλής δρόμος προς τον πολιτικό παράδεισο από την αναμονή της επαλήθευσης του απρόσβλητου θέσφατου.
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη
Δικηγόρου, Υπ.ΔΝ
Λίγες μέρες προ της τρίτης για φέτος εκλογικής αναμέτρησης ο Αλέξης, που απατηλά προκήρυξε και αυτές εκλογές προσπαθώντας να αποσπάσει εκβιαστικά τη ψήφο του μέσου πολίτη καθόρισε το διακύβευμα αυτών των εκλογών ως αποκλειστικά αρμόδιος όντας πρωθυπουργός. Αρχικά ζήτησε καθαρή λαϊκή εντολή προκειμένου να αποσπάσει αυτοδυναμία και να διαπραγματευτεί με τους εταίρους. Στην πορεία όμως, όταν διαπίστωσε από τις πρώτες δημοσκοπήσεις, ότι το δίλημμα που έθεσε δεν προχωρούσε, υπό την επιρροή φαντάζομαι κάποιων «έξυπνων» συμβούλων του το μετέβαλε. Υποστήριξε λοιπόν όπως όλοι γνωρίζουμε, ότι στις εκλογές αυτές συγκρούεται το παλιό με το νέο και πως πρέπει στις εκλογές να ξεμπερδέψουμε με το παλιό κατεστημένο.
Από την άλλη ο Βαγγέλας ως απάντηση στο εκβιαστικό αυτό δίλλημα του Αλέξη απάντησε πως η ΝΔ είναι μαζί το καλό παλιό και το προοδευτικό νέο. Σημειωτέο, ότι τον Βαγγέλα, που πολλοί τον θεωρούσαν ακόμη και μέσα στο κόμμα ως μεταβατικό αρχηγό και τίποτε άλλο, εξελίσσεται όπως δείχνουν τα πράγματα στον άνθρωπο που μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον Αλέξη και να τον νικήσει. Που να φανταζόταν αλήθεια η ΝΔ ότι τον άνθρωπο αυτόν που έψαχνε απεγνωσμένα χρόνια ως τον «αντί-Αλέξη» τον είχε μέσα στη φαρέτρα της τόσο καιρό και μάλιστα αναξιοποίητο;
Αλλά μην ξεφεύγουμε από τον κεντρικό προβληματισμό του άρθρου, που δεν είναι άλλος από το ως άνω δίλημμα. Τι ακριβώς σημαίνει ΠΑΛΙΟ και τι ΝΕΟ; Πώς αλήθεια θα όριζε ο καθένας μας αυτές τις λέξεις πολιτικά; Τι σημασία θα έδινε; Χωρίς υπερβολές ο καθένα μας συνειδητοποιεί εύλογα, ότι είναι άλλο ένα ψεύτικο δίλημμα που χρησιμοποίησε ο Αλέξης, προκειμένου να εξαπατήσει τον ελληνικό λαό και να του υφαρπάξει τη ψήφο. Γιατί κακά τα ψέματα στην πολιτική δεν υπάρχει παλιό ή νέο. Υπάρχει μόνο παλιά ΠΟΛΙΤΙΚΗ και νέα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Ως γνωστόν στην πολιτική αρένα εφαρμόζονται οι πολιτικές και οι ιδεολογίες, που αυτές εκπροσωπούν. Αυτές είναι που τίθενται στην κρίση του λαού και το αποτέλεσμα αυτών είναι μετρά.
Είναι αδιάφορο νομίζω εάν αυτές τις πολιτικές τις εφαρμόζουν παλιοί η νέοι, αν και κατά την ταπεινή μου άποψη καλό είναι να τις ασκούν νέοι και άφθαρτοι άνθρωποι. Στην πολιτική οι πολιτικοί κρίνονται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα και όχι από την προσπάθεια. Άρα για ποιο παλιό η νέο κάνει λόγο ο Αλέξης, όταν δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη τι πολιτική θα εφαρμόσει; Αλλά πώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα όταν επί ημερών του υπογράφτηκε το σκληρότερο μνημόνιο; Με τέτοια λοιπόν επίπλαστα διλήμματα αποφεύγει για άλλη μια φορά να πει την αλήθεια στον λαό και τον αφήνει σε θολά νερά. Για την ακρίβεια σε ατμόσφαιρα δημιουργικής ασάφειας, όπως εύστοχα θα έλεγε και ο τέως σύντροφος του Γιάνης. Αλλά θα μου πείτε αυτός πρόλαβε και πήδηξε πρώτος από το καράβι.
Συνεπώς ο Αλέξης όχι μόνο δεν ξεκαθαρίζει την κατάσταση, αλλά προσπαθεί για άλλη μια φορά να μπερδέψει αυτήν. Θα του το επιτρέψει όμως και αυτή τη φορά ο ελληνικός λαός;;;
Δικηγόρου, Υπ.ΔΝ
Λίγες μέρες προ της τρίτης για φέτος εκλογικής αναμέτρησης ο Αλέξης, που απατηλά προκήρυξε και αυτές εκλογές προσπαθώντας να αποσπάσει εκβιαστικά τη ψήφο του μέσου πολίτη καθόρισε το διακύβευμα αυτών των εκλογών ως αποκλειστικά αρμόδιος όντας πρωθυπουργός. Αρχικά ζήτησε καθαρή λαϊκή εντολή προκειμένου να αποσπάσει αυτοδυναμία και να διαπραγματευτεί με τους εταίρους. Στην πορεία όμως, όταν διαπίστωσε από τις πρώτες δημοσκοπήσεις, ότι το δίλημμα που έθεσε δεν προχωρούσε, υπό την επιρροή φαντάζομαι κάποιων «έξυπνων» συμβούλων του το μετέβαλε. Υποστήριξε λοιπόν όπως όλοι γνωρίζουμε, ότι στις εκλογές αυτές συγκρούεται το παλιό με το νέο και πως πρέπει στις εκλογές να ξεμπερδέψουμε με το παλιό κατεστημένο.
Από την άλλη ο Βαγγέλας ως απάντηση στο εκβιαστικό αυτό δίλλημα του Αλέξη απάντησε πως η ΝΔ είναι μαζί το καλό παλιό και το προοδευτικό νέο. Σημειωτέο, ότι τον Βαγγέλα, που πολλοί τον θεωρούσαν ακόμη και μέσα στο κόμμα ως μεταβατικό αρχηγό και τίποτε άλλο, εξελίσσεται όπως δείχνουν τα πράγματα στον άνθρωπο που μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον Αλέξη και να τον νικήσει. Που να φανταζόταν αλήθεια η ΝΔ ότι τον άνθρωπο αυτόν που έψαχνε απεγνωσμένα χρόνια ως τον «αντί-Αλέξη» τον είχε μέσα στη φαρέτρα της τόσο καιρό και μάλιστα αναξιοποίητο;
Αλλά μην ξεφεύγουμε από τον κεντρικό προβληματισμό του άρθρου, που δεν είναι άλλος από το ως άνω δίλημμα. Τι ακριβώς σημαίνει ΠΑΛΙΟ και τι ΝΕΟ; Πώς αλήθεια θα όριζε ο καθένας μας αυτές τις λέξεις πολιτικά; Τι σημασία θα έδινε; Χωρίς υπερβολές ο καθένα μας συνειδητοποιεί εύλογα, ότι είναι άλλο ένα ψεύτικο δίλημμα που χρησιμοποίησε ο Αλέξης, προκειμένου να εξαπατήσει τον ελληνικό λαό και να του υφαρπάξει τη ψήφο. Γιατί κακά τα ψέματα στην πολιτική δεν υπάρχει παλιό ή νέο. Υπάρχει μόνο παλιά ΠΟΛΙΤΙΚΗ και νέα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Ως γνωστόν στην πολιτική αρένα εφαρμόζονται οι πολιτικές και οι ιδεολογίες, που αυτές εκπροσωπούν. Αυτές είναι που τίθενται στην κρίση του λαού και το αποτέλεσμα αυτών είναι μετρά.
Είναι αδιάφορο νομίζω εάν αυτές τις πολιτικές τις εφαρμόζουν παλιοί η νέοι, αν και κατά την ταπεινή μου άποψη καλό είναι να τις ασκούν νέοι και άφθαρτοι άνθρωποι. Στην πολιτική οι πολιτικοί κρίνονται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα και όχι από την προσπάθεια. Άρα για ποιο παλιό η νέο κάνει λόγο ο Αλέξης, όταν δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη τι πολιτική θα εφαρμόσει; Αλλά πώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα όταν επί ημερών του υπογράφτηκε το σκληρότερο μνημόνιο; Με τέτοια λοιπόν επίπλαστα διλήμματα αποφεύγει για άλλη μια φορά να πει την αλήθεια στον λαό και τον αφήνει σε θολά νερά. Για την ακρίβεια σε ατμόσφαιρα δημιουργικής ασάφειας, όπως εύστοχα θα έλεγε και ο τέως σύντροφος του Γιάνης. Αλλά θα μου πείτε αυτός πρόλαβε και πήδηξε πρώτος από το καράβι.
Συνεπώς ο Αλέξης όχι μόνο δεν ξεκαθαρίζει την κατάσταση, αλλά προσπαθεί για άλλη μια φορά να μπερδέψει αυτήν. Θα του το επιτρέψει όμως και αυτή τη φορά ο ελληνικός λαός;;;

Πως φτάσαμε στο δημοψήφισμα, την τελική συμφωνία και τις εκλογές. Τι προμηνύουν οι δημοσκοπήσεις; Βγάζουν τα debate πρωθυπουργό; Είναι ο Λεβέντης ο πάτος της μεταπολιτευτικής κατρακύλας; Υπάρχει λύση για το μεταναστευτικό; Αυτά και πολλά άλλα στην πρώτη εκπομπή της σεζόν.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Κι αν οι προηγούμενες εκλογές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα στείρας αντιπαράθεσης για το σκίσιμο του μνημονίου με έναν νόμο, αυτές θα κυλήσουν με σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα συνειδητοποιημένο (;) για το ότι από τη στιγμή που εγκλωβιστήκαμε στο χρυσό κλουβί της αναγκαστικής χρηματοδότησης από διεθνείς οργανισμούς οφείλουμε να ολοκληρώσουμε μια σειρά από αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνουμε και δημοσιονομική υγεία.
Το διακύβευμα λοιπόν αυτών των εκλογών δεν αφορά την αντιπαράθεση ενός ασαφώς προσδιορισμένου, χωρίς αρχές και προτάσεις δομικών θεσμικών αλλαγών, «νέου» απέναντι στο συλλήβδην δαιμονοποιημένο «παλαιό», αλλά την αξιοπιστία της εκτέλεσης μιας σειράς μεταρρυθμίσεων που επί δεκαετίες τις αποφεύγαμε γιατί προσέκρουαν σε συντεχνιακά συμφέροντα και κυρίως την εντατικοποίηση της αναπτυξιακής στροφής που είχε ήδη αρχίσει αλλά διακόπηκε από το διαπραγματευτικό κυβερνητικό φρένο που τελικά με τους κεφαλαιακούς ελέγχους ακινητοποίησε πλήρως κάθε οικονομική δραστηριότητα.
Ποιος μπορεί να υποσχεθεί πειστικά ότι θέτει ως προτεραιότητα την ολοκλήρωση του ανασχεδιασμού του δημόσιου τομέα και την σε βάθος αξιολόγηση του; Ποιος μπορεί να προωθήσει ενέργειες που απελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς και επιτρέπουν στη χώρα να προσελκύσει νέες επενδύσεις; Ποιος διαθέτει τα εχέγγυα για την προσήλωση στην δημοσιονομική εξυγίανση με τρόπο που δεν θα ξαναθέσει σε κίνδυνο εκτροχιασμού το τρενάκι των κρατικών οικονομικών;
Ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσει παντού ότι όχι μόνο διαφωνεί με την φιλοσοφία του νέου προγράμματος, ενός σκληρού και άδικου μνημονίου που ο ίδιος κατόρθωσε να επιβάλλει στη χώρα, αλλά κι ότι διαθέτει ένα εναλλακτικό, παράλληλο πρόγραμμα για να ακυρώνει τις αρνητικές επιπτώσεις των υφεσιακών μέτρων. Ένα πρόγραμμα που για μια ακόμα φορά δεν προκύπτουν από πουθενά οι πόροι του εκτός κι αν υποθέσουμε, δικαιολογημένα από την έως τώρα αριστερή εμπειρία, ότι κάποιοι θα επιβαρυνθούν φορολογικά ακόμη περισσότερο.
Επιπρόσθετα το ένα στέλεχος μετά το άλλο δηλώνουν την πρόθεση τους να ακυρώσουν ή να αντικαταστήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις ακόμα κι αν δεν προκύπτει πουθενά αυτή η δυνατότητα από την συμφωνία που έχουν υπογράψει. Πόσο καθησυχαστικό ακούγεται για το μέλλον της χώρας ότι ακόμα κι αυτή την ύστατη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να φυγομαχεί με τα προβλήματα και να παριστάνει ότι μπορεί να τα αγνοεί ή να τα στρεβλώνει ώστε να βολεύονται στις ανυπέρβλητες ιδεοληπτικές εμμονές του;
Είναι στο χέρι της ΝΔ να αποδείξει ότι δεν μένει στην δικαίωση όλων όσων προέβλεπε ότι θα συμβούν με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία αλλά προχωρά στην υιοθέτηση μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας που πάει πέρα από τις μνημονιακές επιταγές και συνδυάζεται με ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, όπως αυτό που είχε ανακοινώσει τον Ιανουάριο, όπου προβλέπονταν σταδιακές φορολογικές ελαφρύνσεις στο επιχειρείν και ενίσχυση τομέων με πολλαπλασιαστικά θετικό αποτέλεσμα στην οικονομία αλλά και με στοχευμένες άρσεις αδικιών που θα χρηματοδοτούνται όμως από περικοπή κρατικής σπατάλης ή τα αυξημένα έσοδα από τους αναπτυξιακούς ρυθμούς.
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας,
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
“Ηταν αναμενόμενο, μετά την πρόσκρουση Τσίπρα πάνω στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα την οποία αρνιόταν επί μήνες να δει και την υπογραφή της νέας σκληρής συμφωνίας, ότι ο λόγος του θα στρέφονταν προς πιο ηθικολογικά και προσωποκεντρικά πεδία. Η εξάντληση της συγκρουσιακής διάθεσης με τους εξωτερικούς «εχθρούς» έστρεψε σχεδόν υποχρεωτικά την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας αναζητώντας τους επόμενους αντιπάλους στο κατεστημένο πολιτικό σύστημα και την ηλικιακή κομματική επετηρίδα.
Με όπλο την νεότητα και την έως τώρα μη διαχείριση κυβερνητικών καθηκόντων από την αριστερά, επιχειρεί ένα νοητικό άλμα που συνειδητά αγνοεί τις προϋποθέσεις και τους όρους που καθορίζουν το ουσιαστικά νέο και το βαθιά ηθικό. Περιορίζει μια ευρύτατης αντίληψης έννοια όπως η νεωτερικότητα στο σκέπτεσθαι και το πράττειν στα στενά όρια μιας ηλικιακής φρεσκάδας. Παραβλέπει το γεγονός ότι η σωματική ρώμη δεν συνδυάζεται πάντα με την διανοητική εγρήγορση, ούτε η απειρία, σε όλα τα επίπεδα, διασφαλίζει την ηθική καθαρότητα.
Είναι οι ιδέες που επιλέγεις να εκπροσωπήσεις, η ιστορική συνέπεια και η κοινωνική αποτελεσματικότητα, που χαρακτηρίζουν τελικά και το ηθικό υπόβαθρο τους. Είναι η αγνότητα των προσωπικών προθέσεων και η απαρέγκλιτη σταθερότητα στην υπηρέτηση ενός αξιακού συστήματος που μπορούν να σου δώσουν τα απαραίτητα διαπιστευτήρια αξιοπιστίας. Ο Τσίπρας παρά τις πομπώδεις αναφορές του δεν διαθέτει τίποτα από τα δυο.
Οι ιδέες του δεν έχουν καμιά σχέση με τον νεωτερισμό. Αναπαράγει την πιο σαθρή νοοτροπία αντιπαραγωγικού κρατισμού με εμμονές εναντίον της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας. Βολεύεται σε έναν κυνήγι μαγισσών που δεν επιδιώκει την θέσπιση αξιοκρατικών κανόνων αλλά τον έλεγχο και την χειραγώγηση των δυνάμεων της αγοράς. Εξωστρακίζει λεκτικά την διαφρθορά ενώ ταυτόχρονα καθησυχάζει βασικούς παράγοντες δημιουργίας και συντήρησης της, όπως ο συντεχνιασμός.
Είναι δεδομένο ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη από δομικές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών (κυβέρνηση, κόμματα κλπ), από ανανέωση σε πρόσωπα και ιδέες με τρόπο που θα διασφαλίζει την αξοκρατία και την αποδοχή των νέων διαδικασιών από το σύνολο της κοινωνίας. Αυτά όμως δεν θα επιτευχθούν με επικοινωνιακές προεκλογικές στρακαστρούκες που ισοπεδώνουν το παρελθόν χωρίς να έχει υπάρξει καμιά πρόβλεψη για το πάνω σε ποια βάση θα οικοδομηθεί το μέλλον.
Αν για τον κ. Τσίπρα το μέλλον περνά μέσα από την νεκρανάσταση των χειρότερων αναμνήσεων της μεταπολίτευσης και των πιο αποτυχημένων πολιτικών και οικονομικών ιδεών, με την καθαγιαστική επικάλυψη της έως τώρα μη εμπλοκής με την εξουσία, θα προτιμήσουμε να κοιτάξουμε στα μάτια το παρελθόν, να αναγνωρίσουμε τα λάθη του και να αγωνιστούμε για να τα ξεπεράσουμε με ειλικρίνεια, προτάσεις και όραμα. Οι φωτοτυπίες μπορεί να είναι εμφανισιακά καινούριες δεν παύουν όμως να περιλαμβάνουν όλα τα λάθη και τις μουτζούρες του πρωτότυπου!
Γράφει ο Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Οικονομολόγος-Ψυχολόγος
Την περίοδο του δημοψηφίσματος και των πρώτων αυθόρμητων συγκεντρώσεων πολιτών που προτάσσουν ως αδιαπραγμάτευτο δεδομένο την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας εντατικοποιήθηκαν οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις για την συγκρότηση ενός Ευρωπαϊκού μετώπου ως αντίβαρο στην αντιφατική και ιδεοληπτική κυβερνητική στάση. Ορισμένοι προσπάθησαν ακόμα και να εκμεταλλευτούν οπορτουνιστικά αυτό το κλίμα, οικειοποιούμενοι μια αυτούσια και μη ελεγχόμενη διαδικτυακή αντίδραση, προσδοκώντας σε προσωπικά μικροπολιτικά οφέλη και άλλοι αφοσιώθηκαν αθόρυβα και με συνέπεια στην ανεύρεση της γνησιότερης έκφρασης του.
Έχω επανειλημμένα αναφερθεί σε έναν πυρήνα κοινών αστικών αξιών (από την προτεραιότητα στην ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία έως την ανάγκη για ευταξία) που ενώνει πλατειά κοινωνικά στρώματα αλλά ταυτόχρονα επεσήμανα ότι υπάρχουν και πολύ διακριτές διαφορές (από πρακτικά ζητήματα έως ιστορικές καταβολές) ικανές να μετατρέψουν το όποιο Ευρωπαϊκό μέτωπο σε κατακερματισμένο συνονθύλευμα αντιθέσεων ανάλογο του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, που εκλογικά θα υπολείπεται σημαντικά του δημοψηφισματικού 38,5% καθιστώντας, από σπόντα, τον Τσίπρα αδιαφιλονίκητο ιδεολογικό επικυρίαρχο.
Όπως δεν μπορείς να προβλέψεις με σιγουριά ότι αυτό το ποσοστό θα αποτελεί αρχική βάση χωρίς διαρροές, δεξιόθεν κι αριστερόθεν, για μια σειρά λόγων (προσωπικούς, διαχρονικά ιδεολογικούς κλπ) άλλο τόσο δεν γίνεται να αποδεχτείς την ομογενοποίηση και το χάρισμα της συντριπτικής πλειοψηφίας του ΟΧΙ στον ΣΥΡΙΖΑ. Ανάμεσα τους υπάρχουν και απλά δυσαρεστημένοι πολίτες που αναζητούν εναλλακτικές με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία πάντα όμως μακριά από τη δραχμοποίηση της χώρας.
Το «κέντρο» χρησιμοποιείται συχνά περισσότερο ως προσδιοριστικός όρος επικοινωνιακής εξομάλυνσης ακραίων φωνών και παραστάσεων κάθε παράταξης παρά ως ξεχωριστό υποκείμενο δομημένης πολιτικής πρότασης. Ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν περιπτώσεις πολιτικών που ενώ προέρχονται από διαφορετικές πηγές διαθέτουν τουλάχιστον κοινό ύφος λόγου, ο διαχωρισμός δεξιάς και αριστεράς παραμένει και πηγαίνει πολύ πέρα από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο έως και σε αρχετυπικές αξιακές διαφωνίες.
Άλλωστε έχει ήδη υπάρξει διπλή απογοήτευση από προσωπικότητες τις οποίες κάποιοι αναγόρευαν, ανά περίοδο, σε τοτέμ της συναίνεσης. Ο Κουβέλης ήταν ο πρώτος που την κρίσιμη στιγμή εγκατέλειψε το τότε κυβερνητικό Ευρωπαϊκό μέτωπο για να αναζητήσει καταφύγιο στην ιδεολογική του κοίτη. Ακολούθησε πρόσφατα ο Μπουτάρης που από ομιλητής των συγκεντρώσεων του ΝΑΙ μετατράπηκε σε θιασώτη της ασταθούς Ευρωπαϊκής στροφής του Τσίπρα. Κι από ότι φαίνεται ακολουθούν κι άλλοι παρόμοιοι.
Το συνειδησιακό λίκνο του αριστερού «DNA» παραμένει πολύ πιο ισχυρό από την κάθε πρόσκαιρη συμμαχία και είναι έτοιμο να δικαιολογήσει τα βαρύτερα ατοπήματα μπρος στο ελάχιστο φαινομενικό ψήγμα επιστροφής στη λογική. Η μεταρρυθμιστική ρητορική εύκολα ελαστικοποιείται για να προσαρμοστεί στις μαρξιστικές καταβολές πολλών όψιμων Ευρωπαϊστών και να δικαιολογήσει την ουσιαστική νόθευση ή και παραγκώνιση τους μπρος σε γενικότερους ιδεολογικούς στόχους.
Στο πρόσωπο του Τσίπρα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς βλέπει τον επόμενο λαοπρόβλητο ηγέτη που θα προωθήσει ένα μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών και θα στολίσει κάποιες άλλες με ιστορικές γιρλάντες που θα συντηρούν την απατηλή αριστερή γοητεία που ειδικά οι λίγο πιο ηλικιωμένοι από αυτούς εγκατέλειψαν με πόνο καρδιάς κάτω από την πίεση της πολιτικής αστικοποίησης. Το κοστούμι ή το ταγιέρ της αναγκαστικής συμμόρφωσης για την νομή της εξουσίας δεν τους αποστέρησε τον έμφυτο επαναστατισμό, ούτε διέγραψε τις παρακαταθήκες και τα βιώματα με τα οποία ανατράφηκαν.
Αυτό που ίσως θα μπορούσε να προκύψει από την φιλοευρωπαϊκή σύμπλευση των προηγούμενων μηνών θα ήταν η προοπτική της δόμησης ενός συνεπέστερου μετεκλογικού κυβερνητικού σχήματος. Ούτε κι αυτό όμως είναι βέβαιο αφού οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς, και ειδικά το Ποτάμι, δείχνουν ανοιχτά τη διάθεση τους να προστρέξουν με σαφή ικανοποίηση προς τη μεριά του νέου ΣΥΡΙΖΑ που αναμένεται να προκύψει μετά το εσωκομματικό ξεκαθάρισμα. Το δε ΠΑΣΟΚ δια της προέδρου του κήρυξε τον πόλεμο στον… νεοφιλελευθερισμό. Νιώθουν πολύ πιο άνετα ως εκσυγχρονιστικοί καταλύτες μιας αριστερής αναγέννησης παρά ως συμπαραστάτες μιας πιο φιλελεύθερης πορείας.
Η κεντροδεξιά οφείλει να ρίχνει αμφίπλευρες κοινωνικές γέφυρες ελπίζοντας και στην συμπόρευση με ένα μέρος (πιθανότατα το μικρότερο) κεντροαριστερών Ευρωπαϊκών δυνάμεων που δεν πείθονται από τα καιροσκοπικά παιχνίδια του Τσίπρα, χωρίς όμως να ξεχνά ότι η Νέα Μεταπολίτευση στην οποία αναφερόταν από την αρχή της κρίσης θα προκύψει μόνο μέσα από τον δομικό μετασχηματισμό της ίδιας της παράταξης με το βλέμμα στο μέλλον κι όχι από τυχοδιωκτικές ή ανίερες συμμαχίες.
Υ.Γ. Χαιρετισμούς στον έτερο Καππαδόκη της «λογικής» και κατά δήλωση συνεχιστή της ιστορικής διαδρομής της «Ένωσης Κέντρου», Βασίλη Λεβέντη, που προετοιμάζεται για να αποτελέσει έναν ακόμα κρίκο στην Ευρωπαϊκή καθοδήγηση του πρωθυπουργού!
Γράφει ο Κωνσταντίνος ΜανίκαςΟικονομολόγος - Ψυχολόγος
Πάντοτε υπήρχαν στην εγχώρια πολιτική σκηνή ιδιαίτερες προσωπικότητες, όχι από αυτές που ξεχωρίζουν για το πνεύμα, την διεισδυτικότητα και την διορατικότητα της σκέψης τους ή τον εξαιρετικό τους χαρακτήρα αλλά από εκείνες που σου αφήνουν εκτός από ένα αμήχανο χαμόγελο και την απορία για το που τελειώνει ο πολιτικός σχεδιασμός ή η επικοινωνιακή τακτική και αρχίζει η συμπεριφορική παρεκτροπή. Κατά τα χρόνια της κρίσης πολλαπλασιάστηκαν αυτές οι φιγούρες ως απότοκο της κοινωνικής ανάγκης να βρει φιλόστοργη αγκαλιά σε θεωρίες συνωμοσίας και εφησυχασμού και της διάθεσης ορισμένων πολιτικών να εκφράσουν με όλο και πιο ακραίο τρόπο κάθε μορφή θυμικού αποπροσανατολισμού.
Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό λαϊκισμού οι ξεκάθαρα γραφικές περιπτώσεις, που περιβάλλουν αυθόρμητα το λόγο και τη δράση τους με μια γνήσια αίσθηση αφελούς αστειότητας περιπλεγμένης με την τάση για προσωπική πολιτική επιβίωση, μέσα στα κύματα που παρασύρουν ολόκληρο το σύστημα, μπορούν να προσεγγιστούν με συναισθηματική κατανόηση και μειδίαμα σχετικής πολιτικής ακινδυνότητας. Αυτοί όμως που περιπλέκουν θεσμικές υποχρεώσεις ή κρίσιμες εθνικές διαπραγματευτικές στάσεις με τον προσωπικό ωφελιμισμό, μέσα από ένα παράταιρο και εγωκεντρικό ύφος που αγνοεί τις συνθήκες, αποτελούν το πιο ενδιαφέρον αλλά και το επικίνδυνο κεφάλαιο που η συλλογική γελοιοποίηση του μάλλον το αγιοποιεί στους οπαδούς του.
Η καθηγητική αυταρέσκεια της απόλυτης αλήθειας στήνει αυτοεκπληρούμενα παίγνια και σπεύδει να εξαγγείλει την αυτο-επιβεβαίωση μιας θεωρίας ακόμα κι όταν τα δεδομένα καταδεικνύουν το αντίθετο. Αναζητεί φανερούς και άφαντους εχθρούς πλέκοντας συνωμοσιολογικά δράματα που φέρνουν την πρόσκαιρη συναισθηματική λύτρωση. Όταν βέβαια η ψυχολογική υπερισχύει της πολιτικής φωνής, όσον αφορά το είδος και το ύφος των παρεμβάσεων, όταν οι πρόσκαιρες πολιτικές πληγές (πχ από την μη υπουργοποίηση) μετατρέπουν θεσμικές ιδιότητες σε προσωπικό μικροκομματικό εργαλείο και μέσο ελέγχου των εξελίξεων, τότε περνάμε σε μια εντελώς καινοφανή φάση δημοκρατικής λειτουργίας.
Με μια ένταση και μια εμμονική τυπολατρία που εξιτάρει σαν αναβολικό τον εγωκεντρισμό γιατί αντιλαμβάνεται τον εκνευρισμό και την απόγνωση όσων την αμφισβητούν. Η «σταυροφορία» κατά του κατεστημένου και της προσαρμοστικόττητας αποκτά άλλη υπόσταση όταν συνοδεύεται από «ηρωικές» πράξεις που θέτουν το υποκείμενο σε αυτοθυσιακή θέση δοξασμένου «Δον Κιχώτη». Η χλεύη και το γέλιο των πολλών τονώνει την αποφασιστικότητα του μοναχικού μαχητή. Η απόρριψη και η απαξίωση από τους συμβιβασμένους είναι παράσημο στην στολή του ασυμβίβαστου αγωνιστή. Ακούραστη, επιθετική, επιτιμητική στάση δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών και αμφισβητήσεων για τον ιερό σκοπό της.
Φυσικό επακόλουθο αυτής της θεσμικής κατρακύλας είναι να αναζητούνται διέξοδοι στο μεταπολιτευτικό αδιέξοδο ακόμα και σε διαχρονικές γραφικές φιγούρες όπως ο Βασίλης Λεβέντης. Αποκόπτοντας μικρά μέρη των πολύωρων τηλεοπτικών παρουσιών του τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, που περιείχαν κάποια αυτονόητα συμπεράσματα, ορισμένοι κατέληξαν μέχρι και να θεωρούν ότι μέσα σε πολιτικά ανερμάτιστες και ψυχολογικά ασταθείς απόψεις θα βρεθεί εναλλακτικό πολιτικό λιμάνι.
Η μεταπολίτευση κατεβαίνει ταχύτατα τα σκαλοπάτια της σοβαρότητας και αγγίζει τον πάτο της γελοιότητας. Με κατευθυντήριο μοχλό την αυθόρμητη απαίτηση για διαφορετικό αφήγημα καταστήσαμε παράγοντες του δημόσιου βίου αυτοδίδακτους επαναστατικούς οικονομολόγους, σωρεία καθηγητάδων με ανύπαρκτο έργο κι ακόμα πιο μηδενική συμμετοχή στην κοινωνική πραγματικότητα, ανισόρροπους εκφραστές του μπουρλότου και νοσταλγούς της «φαιάς» και της «κόκκινης» λαίλαπας του περασμένου αιώνα. Ζωή «χαρισάμενος» και… Λεβέντικη, λοιπόν!
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη,
Δικηγόρου, Υπ. ΔΝ.
Σήμερα θυροκολλήθηκε το προεδρικό διάταγμα για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη των εθνικών εκλογών στις 20 Σεπτεμβρίου. Για Τρίτη ουσιαστικά φορά συμπεριλαμβανομένου και του δημοψηφίσματος η χώρα οδηγείται σε εκλογές. Καλώς ή κακώς η ιστορία θα δείξει. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το κέντρο βάρους του προεκλογικού αγώνα ως συνήθως εστιάζεται στους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων εξουσίας. Εν προκειμένω στον Ε. Μειμαράκη, τον ευρέως γνωστό ως «Βαγγέλα» και στον Αλέξη Τσίπρα. Όλα τα γκάλοπ μέχρι τώρα δείχνουν ελαφρά υπεροχή του Αλέξη και του κόμματος του, αλλά συγκλίνουν στο ότι πρόκειται για ντέρμπυ.
Το ερώτημα/δίλημμα λοιπόν που ανακύπτει σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση είναι γιατί ο Αλέξης και όχι ο «Βαγγέλας» ή γιατί ο «Βαγγέλας» και όχι Αλέξης. Είναι γεγονός, ότι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας είναι ο απώτερος στόχος κάθε επιστήμης, πόσο μάλλον του συγκεκριμένου εκλογικού διλήμματος. Όσο όμως και αν φαντάζει δυσκολονόητη η απάντηση του συγκεκριμένου εκλογικού διλήμματος είναι αντίθετα πολύ απλή μέσω των ακόλουθων ερωτημάτων.
Συγκεκριμένα, γιατί να ψηφίσουμε τον Αλέξη, ο οποίος τελείως αδικαιολόγητα και χωρίς πραγματικό λόγο σύρει τη δεδομένη χρονική στιγμή τη χώρα για Τρίτη φορά σε εκλογές; Διευκρίνισε αλήθεια σε κανένα διάγγελμα του ο πρωθυπουργός τον αληθινό λόγο που παραιτήθηκε ο ίδιος και η κυβέρνηση του; Μόνο αφελής μπορεί να είναι κάποιος αν δεν θεωρεί ότι η επίσπευση των εκλογών έγινε για κομματικά και όχι δυστυχώς εθνικά συμφέροντα. Διαφωνεί κανείς, ότι οι εκλογές έγιναν προκειμένου να «ξεκαθαριστούν» κομματικοί λογαριασμοί. Για του λόγου το αληθές δεν αποδεικνύεται ξεκάθαρα αυτό, όταν πρωτοκλασάτοι υπουργοί και στελέχη του, που είχαν έλθει μάλιστα πρώτα σε σταυρούς προτίμησης στις περιφέρειες τους στις προηγούμενες εκλογές, τώρα σε αυτές τις εκλογές κατέρχονται ως υποψήφιοι με το νέο κόμμα του Λαφαζάνη, τον ΣΥΡΙΖΑ 2 όπως ευρέως αποκαλείται στην πολιτική «πιάτσα», ή δεν θα είναι καν υποψήφιοι. Δεν πρέπει να μας προβληματίζει έντονα το γεγονός πως τα ίδια τα πρωτοκλασάτα στελέχη του, αυτά που χάραζαν μέχρι πρότινος την κυβερνητική πολιτική στις επικείμενες εκλογές κλείνουν την πόρτα στον Αλέξη; Εάν αυτό δεν το χαρακτηρίζαμε έμπρακτη αποδοκιμασία στον Αλέξη, πώς αλλιώς θα το χαρακτηρίζαμε;
Αμφισβητεί κανείς, ότι η κυβέρνηση του Αλέξη αύξησε τους μήνες της κυβερνητικής της θητείας την ανασφάλεια, έθεσε σε κίνδυνο ακόμη και την διασφάλιση της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας και διακηρύσσει τώρα περίτρανα, πως αυτή η αβεβαιότητα θα τελειώσει με τις εκλογές. Πιστεύει αλήθεια κανείς, ότι οι εκλογές θα αλλάξουν κάτι; Είναι λογικό τέλος ο Πρωθυπουργός αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας να δηλώνει, ότι θα εφαρμόσει τη συμφωνία αν και δεν την πιστεύει. Αλήθεια μπορείς να εφαρμόσεις κάτι όταν δεν το πιστεύεις;
Από την άλλη πολλοί πιστεύουν, ότι ο Αλέξης εκφράζει το νέο, το άφθαρτο. Αλήθεια, είδε κανείς στους μήνες της κυβερνητικής του θητείας να εφαρμόζονται νέες πολιτικές; Αντίθετα, διαπιστώσαμε όλοι πως το μόνο «νέο» που εφάρμοσε, ήταν το άνοιγμα της ΕΡΤ και ο διορισμός ημετέρων.
Από την άλλη ο Βαγγέλας αν και είναι χρόνια στο πολιτικό κουρμπέτι εκφράζει μία συνέπεια, μια ειλικρίνεια, ακόμη και μία φρεσκάδα. Μπορεί να μην είναι ο χαρισματικός ηγέτης τύπου Ανδρέα Παπανδρέου ή Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά πόσοι υπάρχουν τέτοιοι σήμερα; Αλήθεια χρειαζόμαστε τέτοιους, όταν κυριαρχούν οι Αγορές ή απλά υπεύθυνους διαχειριστές, που θα μας βγάλουν από την κρίση; Άλλωστε το κόμμα του ως το κατεξοχήν ευρωπαϊκό κόμμα στην χώρα είναι ίσως το μόνο, που μπορεί να εγγυηθεί την διασφάλιση της ευρωπαϊκής πορείας και προοπτικής της χώρας. Συγχρόνως, ο «Βαγγέλας» και το κόμμα του εν αντιθέσει με τους άλλους, πιστεύουν κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις του μνημονίου και θα προσπαθήσουν να τις εφαρμόσουν.
Τέλος η χώρα σήμερα χρειάζεται αναμφισβήτητα ρεαλιστές ειλικρινά ευρωπαϊστές πολιτικούς, που θα τολμήσουν να υπερνικήσουν τον λαϊκισμό, τα συντεχνιακά συμφέροντα και τις ιδεοληψίες, που τόσο ζημίωσαν τη χώρα μας στην Μεταπολίτευση. Δεν χρειάζεται κομπογιαννίτες, αιθεροβάμονες και ιδεοληπτικούς πολιτικούς. Στο χέρι μας είναι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να πράξουμε το σωστό αυτήν τη φορά. Δεν είμαστε ΑΜΟΙΡΟΙ των ευθυνών μας σε καμία περίπτωση…
Με το που
εμφανίστηκαν τα πρώτα στοιχεία σχετικά με την πορεία του ΑΕΠ κατά το 2ο
τρίμηνο της χρονιάς οι περισσότεροι αναφώνησαν με έκπληξη ότι τελικά η
διαχείριση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η διαπραγματευτική τακτική της,
δεν πρέπει να ήταν και τόσο ατυχής αφού τελικά η οικονομία κινήθηκε σε
θετικό έδαφος με άνοδο του ΑΕΠ έστω και κατά περίπου 1% και η ύφεση,
τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Ιουνίου, δεν μας είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα.
Βέβαια η αριθμητική αλήθεια κρύβει την πολιτική πραγματικότητα που αποδεικνύει
πόσο μεγάλο πισωγύρισμα υπήρξε το τελευταίο εξάμηνο.
Επειδή τα
συμπεράσματα δεν βγαίνουν από στατική αναφορά αλλά από συγκριτική ανάλυση,
η ερμηνεία των αριθμών απαιτεί μια ευρύτερη πολιτική αντίληψη των εξελίξεων και
αντιπαραβολή των προβλέψεων που υπήρχαν για το 2015, στα τέλη του 2014, με τις
επιδόσεις που τελικά επιτεύχθηκαν. Αν λοιπόν φαντάζει θετικό το 0% του 1ου
εξαμήνου και το 1,4% ανάπτυξη του 2ου,
θα πρέπει κάποιος να αναλογιστεί ότι οι προβλέψεις του προϋπολογισμού
και τα στοιχεία των μελετών μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προσδιόριζαν
τους στόχους για το αντίστοιχο διάστημα σε 2,2% και 3%.
Αυτή η απόσταση
μεταξύ στόχων και τελικής δυναμικής, που καθορίζεται μεσοσταθμικά σε
περίπου 2% αποτυπώνει αυτό που είχε καταθέσει ως αρχική αναθεωρημένη πρόβλεψη ο
ίδιος ο Βαρουφάκης που μιλούσε για 0,6% δηλαδή γύρω στις 2 μονάδες κάτω από το
αναμενόμενο. Βέβαια στα σημερινά δεδομένα δεν έχουν ακόμα ληφθεί υπόψη οι
επιπτώσεις των κεφαλαιακών περιορισμών στα τέλη Ιουνίου. Αποδείκνυαν
απλώς ότι κατορθώθηκε να διατηρηθεί ένα μέρος της κεκτημένης ταχύτητας που
άφησε το τελευταίο τρίμηνο του 2014 (1,8%) και η προοπτική μιας εξαιρετικά
βελτιωμένης χρονιάς στον τουρισμό, το λιανεμπόριο και άλλους τομείς.
Είναι σίγουρο ότι
όταν ανακοινωθούν, τόσο τα οριστικά στοιχεία για το 2ο τρίμηνο
όσο κυρίως τα νούμερα για το 3ο τρίμηνο, η επίδραση των κεφαλαιακών
ελέγχων, του φόβου της μη συμφωνίας, της καταναλωτικής και επενδυτικής
επιστροφής που δημιουργήθηκε θα αποδεικνύουν ότι η οικονομία έκανε άλματα
οπισθοχώρησης ικανά να στρέψουν τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης σε ισχυρά
αρνητικό πρόσημο. Ακόμα κι αν επιτευχθεί ο φιλόδοξος στόχος για 2,1-2,3%
ύφεση, αντί για 2,9% ανάπτυξη, η ύφεση θα πρέπει να κινηθεί στο δεύτερο
μισό της χρόνιας από 3,5% έως 4%.
Πολύ φοβάμαι ότι
με την διατήρηση των κεφαλαιακών ελέγχων να μην έχει άμεσο ορίζοντα
ολοκληρωτικής άρσης τους, το αυξημένο πολιτικό ρίσκο μιας ακόμα
εκλογικής αναμέτρησης και το κλίμα απομάκρυνσης όλο και πιο πολλών επιχειρήσεων
από την χώρα μας, ακόμα και αυτοί οι στόχοι θα αποδειχτούν μετριοπαθείς
ανεβάζοντας την ύφεση για τα δυο τελευταία τρίμηνα της ίσως και σε πάνω από 5%.
Υ.Γ. Τώρα που η
«πρώτη φορά αριστερά» μπαίνει δυναμικά και στο χώρο των ιδιωτικοποιήσεων η
ανάπτυξη θα επανέλθει με... επαναστατικούς ρυθμούς. Τι κι αν οι παραχωρήσεις
χρήσεις αεροδρομίων, λιμανιών θεωρούνταν καπιταλιστική παρεκτροπή του
δημοσίου συμφέροντος; Άλλωστε μόνο ο Σαμαράς ξεπουλά δημόσια περιουσία. Ο
Τσίπρας τα παραχωρεί για να αναβαθμιστούν και να τα επαναγοράσει με... IOU! Ταυτόχρονα βέβαια ικανοποιούμε και το λαϊκό
αίσθημα με την προσωρινή παύση εργασιών στις Σκουριές. Είναι κι αυτές οι
εκλογές που έρχονται κι όλο και κάτι θα πρέπει να βρεθεί ως νέο
επικοινωνιακό εργαλείο.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Του Αλέξανδρου Κριτσίκη
Δικηγόρου, Υπ ΔΝ
Στις 20/8/2015 ακούσαμε τον πρωθυπουργό-κάποιοι από εμάς με
έκπληξη, άλλοι το ανέμεναν, άλλοι το προσδοκούσαν-να δηλώνει παραίτηση του
ίδιου και της κυβέρνησης του προαναγγέλλοντας την διεξαγωγή εκλογών. Εξ αφορμής
λοιπόν αυτού του διαγγέλματος εύλογα
προκύπτουν κάποια ερωτήματα, τα οποία και θέλω να μοιραστώ μαζί σας.
Τι αλήθεια ήταν αυτό που ώθησε τον Αλέξη στο
διάβημα αυτό, όταν προ ολίγων μηνών
είχε εκλεγεί με ευρύτατη πλειοψηφία. Με το πρόσφατο δε δημοψήφισμα ανανέωσε
αυτήν την εντολή και μάλιστα πανηγυρικά. Γιατί λοιπόν να προκηρύξει εκλογές και
μάλιστα Τρίτη φορά σε έναν χρόνο;
Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι ποιο είναι το
πραγματικό δίλημμα αυτών των εκλογών. Όλες οι εκλογές διεξήχθηκαν στην
Μεταπολίτευση πάνω σε ένα δίλημμα. Λόγω χάρη στις πρώτες εκλογές της
Μεταπολίτευσης οι πολίτες προσήλθαν στην κάλπη με το δίλημμα «Καραμανλής ή
τανκς». Σε όλες πάλι τις εκλογικές αναμετρήσεις κυριαρχούσε ένα σύνθημα. Λόγου
χάρη το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε το όραμα της πολιτικής αλλαγής, ο Κώστας
Μητσοτάκης το 1990 την κάθαρση, ο
Κώστας Καραμανλής το 2004 την πολιτική αλλαγή.
Σε αυτές αλήθεια τις εκλογές και μετά το
διάγγελμα του Πρωθυπουργού μπορεί κανείς να ανιχνεύσει το πραγματικό λόγο των
εκλογών; Μπορεί κανείς να αναζητήσει το δίλημμα της επικείμενης εκλογικής
αναμέτρησης; Μπορεί κανείς να βεβαιώσει τι είχε αλήθεια ο πρωθυπουργός στο νου
του όταν δήλωνε παραίτηση πέραν της εξυπηρέτησης κομματικών συμφερόντων; Τι εντέλει
θα αλλάξει με αυτές τις εκλογές;
Μήπως τέλος βιώνουμε μία φάση «εκλογικής ψύχωσης» με άγνωστες
για το συμφέρον της χώρας συνέπειες;;;
Αλέξανδρος Κριτσίκης
Δικηγόρος, Υπ
ΔΝ
Εξαντλήθηκε ένα πεντάμηνο στο οποίο όλα
κινούνταν στο πλαίσιο του σχεδίου V. Ο Βαρουφάκης γοήτευσε τον πρωθυπουργό (λόγω της άγνοιας του περί
οικονομικών) αλλά λογικά και το δεξί του χέρι τον κ.Παππά (που ως οικονομολόγος
θα επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του Γιάνη) με την ρητορική του δεινότητα και
την ικανότητα να στήνει θεωρητικά παίγνια, που βέβαια αγνοούν το
εύπλαστο και ευπροσάρμοστο πολλών παραγόντων.
Του παρουσίασε ένα πλάνο που είχε την
δραχμή στο φόντο, όχι ως πραγματική εναλλακτική λύση αφού ο ίδιος είχε
αρθρογραφήσει αποδομώντας αυτή την προοπτική, αλλά ως μέσο πίεσης και
εκβιασμού των εταίρων ώστε να αποδεχτούν μια συμβιβαστική λύση. Εξαρχής το
πλάνο του κινούνταν στο σκεπτικό της εντός Ευρωζώνης χρεοκοπίας που θα έφερνε
τσουνάμι αρνητικών εξελίξεων στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα και θα
έσερνε τους δανειστές γονατιστούς στα σκαλοπάτια του Μαξίμου να εκλιπαρούν
για μια αριστερή συμφωνία.
Φυσικά τίποτα από αυτά δεν συνέβησαν όταν
αποφάσισαν να καθυστερήσουν την πληρωμή της δόσης στο ΔΝΤ, που παρόλο που δεν
είναι του ίδιου μεγέθους με μια ολοσχερή χρεοκοπία, μας έδωσε μια αίσθηση της ψύχραιμης
αντίδρασης των αγορών και της σταθερότητας του ευρώ. Άλλωστε όπως εδώ και
μήνες έγραψα τίποτα δεν εμποδίζει τον Ντράκγι να ενισχύσει περαιτέρω την
ποσοτική χαλάρωση ώστε να περιορίσει την αναταραχή στα επιτόκια δανεισμού
χωρών της Ευρωζώνης λόγω ενός Grexit.
Όταν το σκηνικό που είχε στήσει ο
Βαρουφάκης κατέρρευσε αφήνοντας τον Τσίπρα γυμνό από επιχειρήματα κατέληξε σε
αυτό που προέβλεπα από τον Ιανουάριο. Την υπογραφή μιας συμφωνίας με
τους χειρότερους δυνατούς όρους, διαλυμένο τραπεζικό σύστημα και κεφαλαιακούς
ελέγχους που φόβισαν τόσο την κοινωνία που το νέο σκληρό μνημόνιο φάνταζε
σχεδόν ως βάλσαμο. Με μπόλικη συνωμοσιολογία παρουσιάστηκε ως μάρτυρας
ενός Ευρωπαϊκού εκβιασμού τον οποίο θα αντιμετώπιζε με... αριστερή περηφάνια.
Τι ακολουθεί από εδώ και πέρα; Η αντιπολίτευση
εγκλωβίστηκε στην στήριξη μιας απείρως χειρότερης συμφωνίας, από όσα η ίδια
είχε συμφωνήσει πριν λίγους μήνες, χωρίς να απαιτήσει την προσαρμογή της
κυβέρνησης στην απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και την άσκοπη
συνέχιση της ρητορικής των γερμανοτσολιάδων. Μια διχασμένη κυβέρνηση
επιτρέπεται ακόμα να λειτουργεί ως θεσμικός επικυρίαρχος και ηθικός ελεγκτής
των πάντων χωρίς να τίθενται θεσμικά και πολιτικά προαπαιτούμενα για το
αναγκαίο συναινετικό ΝΑΙ.
Ο Τσίπρας αφήνεται να διατηρεί μια αίσθηση
άχραντου και άμωμου αριστερού ηγέτη που αφού λύσει τα εσωκομματικά του
ζητήματα, είτε μέσω της ψήφου εμπιστοσύνης, είτε μέσα από ένα συνέδριο που θα
αποκαταστήσει σε κομματικό επίπεδο την ευρύτερη κοινωνική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ αλλάζοντας
ιστορικές εσωκομματικές ισορροπίες, θα απευθυνθεί στην κοινωνία ώστε να
αποκτήσει μια πιο συνεκτική πλειοψηφία ικανή να του επιτρέψει να παριστάνει ότι
θα συγκρουστεί με την διαπλοκή, την διαφθορά και τη φοροδιαφυγή που θα
αποτελέσουν το επικοινωνιακό προεκλογικό αποκούμπι και τον μετεκλογικό
μαϊντανό στο μνημονιακό γεύμα που θα μας σερβίρει.
Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αποκλείσει και
την περίπτωση μιας πρόσκαιρης αντιπολιτευτικής ψήφου ανοχής, ειδικά από
το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ με το βλέμμα σε μετεκλογικές συνεργασίες που ίσως
προκύψουν μετά τον διαφαινόμενο εκμηδενισμό της απήχησης των ΑΝΕΛ, ώστε να φτάσουμε
τουλάχιστον έως την πρώτη αξιολόγηση ή και το άνοιγμα της συζήτησης για
την αναδιάρθρωση του χρέους και να μην εκτροχιαστεί πρόωρα το νέο πρόγραμμα.
Η μεγάλη απορία βέβαια παραμένει. Θα
υπάρξει μετεκλογικά ένα κυβερνητικό σχήμα που θα αποτελείται από
στελέχη ικανά να τρέξουν την συμφωνία, να επιταχύνουν τους μεταρρυθμιστικούς
ρυθμούς και να εντείνουν τα αναπτυξιακά αντίβαρα; Σήμερα ελάχιστα στελέχη του
ΣΥΡΙΖΑ πληρούν έστω και κατ’ ελάχιστο αυτές τις προϋποθέσεις. Θα
αποδειχτεί ο Τσίπρας ικανός να δομήσει μια διαφορετική ομάδα και να αφήσει
οριστικά πίσω τις δικές του ιδεοληψίες; Αρκεί η επίφαση σοσιαλδημοκρατικής
αύρας που θα επιχειρήσει να προσθέσει; Δύσκολο, αμφίβολο, ακόμα και
επικίνδυνο για τη χώρα, ως εγχείρημα...
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος –Ψυχολόγος
Υ.Γ. Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο RIZOPOULOPOST.COM, όπως και τα περισσότερα άρθρα μου, στις 18 Αυγούστου γι' αυτό και δεν λαμβάνει υπόψη την προκήρυξη των εκλογών.
Υ.Γ. Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο RIZOPOULOPOST.COM, όπως και τα περισσότερα άρθρα μου, στις 18 Αυγούστου γι' αυτό και δεν λαμβάνει υπόψη την προκήρυξη των εκλογών.
Όταν το 2009 η ΝΔ
επέλεξε να κάνει μια ιστορική στροφή προς τις ανοικτές δημοκρατικές
διαδικασίες καθιστώντας την κοινωνία τον υπέρτατο κριτή, όπως θα έπρεπε να
συμβαίνει σε κάθε κομματικό οργανισμό, άνοιξε μια πύλη για τον μετασχηματισμό
της παράταξης με βάση τη συμμετοχικότητα και την πολυσυλλεκτικότητα. Οι υπολογισμοί,
οι τακτικισμοί, οι εσωστρεφείς αντιλήψεις αφέθηκαν οριστικά στο παρελθόν
δημιουργώντας τις αρχικές προϋποθέσεις για την απαγκίστρωση από ξεπερασμένες
εξουσιαστικές αντιλήψεις και την μετάβαση στην εποχή της διαρκούς διαδραστικότητας
και της κοινωνικής αναζωογόνησης.
Οι πρωτόγνωρες
πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την πλήρη ανάπτυξη
εκείνης της προοπτικής αφού οι πιεστικές μνημονιακές προτεραιότητες δεν
άφηναν και πολύ χώρο για οργανωτικές και άλλες κομματικές καινοτομίες. Σήμερα
όμως η ανάγκη για την συγκροτημένη άρθρωση της Νέας Μεταπολίτευσης
επιστρέφει πιο επιτακτική από ποτέ. Μια ακόμα αλλαγή ηγεσίας χωρίς την συνοδεία
ενός ιδεολογικού, οργανωτικού και στελεχιακού επαναπροσδιορισμού,
προσαρμόζοντας τις διαχρονικές αξίες, τις δομές και το πολιτικό προσωπικό στις
απαιτήσεις που θέτει η ανάγκη για ένα μεταμνημονιακό όραμα, θα μπορούσε
να αποτελέσει την απλή διεκπεραίωση μιας τυπικότητας στα πλαίσια των προσωπικών
φιλοδοξιών.
Η ΝΔ καθορίστηκε
από τον ιδρυτή της ως μια παράταξη που καλύπτει ολόκληρο τον χώρο από την
παραδοσιακή δεξιά μέχρι το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Η ετεροβαρής μετακίνηση
προς τη μια ή την άλλη πλευρά διχάζει την βάση και αφήνει πάντα περιθώριο για
την δημιουργία νέων σχηματισμών. Η αξιακή συνεκτικότητα αυτού του χώρου
είναι δεδομένη γιατί διέπεται από τον πυρήνα των αστικών ιδανικών για
ελευθερία, δημοκρατία, ασφάλεια, αλληλεγγύη.
Η επικαιροποίηση
των επιμέρους θέσεων και η προσαρμογή των πρακτικών στα σημερινά και
μελλοντικά δεδομένα δεν διαφοροποιεί την ουσία των βασικών ιδεών. Η φιλελεύθερη
οικονομία και το λειτουργικό, επιτελικό κράτος είναι πλέον παγκόσμιο
κεκτημένο. Η δημοκρατικότητα και η αξιοσύνη δεν μπορούν να μένουν κενό
γράμμα αλλά οφείλουν να αποτελούν καθοδηγητή κάθε κομματικής και πολιτικής
επιλογής. Η εθνική συνείδηση και η διασφάλιση της τάξης είναι
προαπαιτούμενο κάθε ομαλής πολιτικοοικονομικής εξέλιξης. Η αλληλεγγύη
δεν είναι μέσο μικροκομματικής συναλλαγής με τον πολίτη αλλά εργαλείο
εξασφάλισης της αξιοπρέπειας και παροχής ευκαιριών προσωπικής ανάπτυξης.
Η αναδόμηση
της παράταξης δεν μπορεί να γίνει με μεταπολιτευτικούς όρους ισόρροπης
«εξυπηρέτησης» ομάδων ή μέσω μιας τυφλής ηλικιακής υπέρβασης που δεν θα
ανταποκρίνεται σε ένα αντίστοιχο υπόβαθρο, ούτε θα προκύπτει ως το επιστέγασμα
ενός σύγχρονου οικοδομήματος. Το πραγματικό ζητούμενο είναι μια παράταξη με
σαφές στίγμα, που καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της κεντροδεξιάς με σεβασμό στις
αξιακές παρακαταθήκες και αναγκαίες πινελιές εκσυγχρονισμού στο λόγο και το
ύφος, και δεν παρασύρεται από προεκλογικές απαιτήσεις και πρόσκαιρα
ιδεολογήματα.
Το όποιο πρόσωπο
κληθεί να ηγηθεί αυτής της νέας προσπάθειας, ανεξάρτητα από το αν συμβολικά θα
ολοκληρωθεί με αλλαγή ονόματος και συμβόλων, θα πρέπει να αποτελεί τον υπηρέτη
αλλά και τον μπροστάρη μιας νέας συλλογικότητας γύρω από αυθύπαρκτες
κοινωνικές δυνάμεις και προσωπικότητες με αυτόνομη σκέψη. Μιας συλλογικότητας
που θα σέβεται και θα εκτιμά αξιοκρατικά την προσφορά των μελών και των
στελεχών της ανοίγοντας το δρόμο για την πραγματική ανανέωση της πολιτικής
ζωής.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος
Μόλις ο Τσίπρας
αποφάσισε να αποδεχτεί την σκληρή συμφωνία που του πρότειναν στη Σύνοδο Κορυφής
χρησιμοποιώντας μάλιστα ως βασικό επιχείρημα τις καταστροφικές επιπτώσεις
ενός Grexit δεν ήταν λίγοι αυτοί που άρχισαν να
μιλούν για ολοκληρωτική στροφή στον ρεαλισμό που θα μπορούσε σε βάθος χρόνου
και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να τον μετατρέψει από αριστερό ριζοσπάστη
στο σοσιαλδημοκράτη ηγέτη που αναζητεί αυτός, ο κατακερματισμένος πλέον
χώρος, εδώ και χρόνια. Αντέχει όμως η πολιτική ιστορία και οι ιδεολογικές
προσλαμβάνουσες του Τσίπρα μια τέτοια ριζική μετάλλαξη;
Ένας άνθρωπος που
γαλουχήθηκε με τα μαρξιστικά διδάγματα και τις ιδεοληπτικές εμμονές περί
μοναδικής αλήθειας στις συνελεύσεις της ΚΝΕ διαθέτει την απαιτούμενη
ελαστικότητα σκέψης και πρωτοβουλιών ώστε να κατορθώσει το μεγάλο και οριστικό
πέρασμα από τον περιχαρακωμένο λόγο στην πιο διαλλακτική σκέψη και την πιο
επιλεκτική πράξη; Δίνουν οι μέχρι σήμερα κινήσεις του πρωθυπουργού τα
εχέγγυα μιας ειλικρινούς «μεταμέλειας» και της προσαρμογής στις απαιτήσεις
ενός νέου διευρυμένου και πολύ πιο απαιτητικού ρόλου;
Η στάση του μετά
τον συμβιβασμό στο θέμα της υπογραφής ενός νέου τριετούς προγράμματος
προσαρμογής αφήνουν θεμελιώδη ερωτηματικά σχετικά με το κατά πόσο διαθέτει την
δυνατότητα και κυρίως την βούληση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων
αναλαμβάνοντας πλήρως τις νέες του ευθύνες. Δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να
ζητήσει ένα συγνώμη από την κοινωνία που την παρέσυρε σε ένα μυθοπλαστικό
παιχνίδι αλλαγής ολόκληρης της Ευρωπαϊκής δομής εν μια νυκτί εξαιτίας της
επιθετικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έδειξε το σθένος που απαιτείται για να
αναγνωρίσεις την στήριξη της αντιπολίτευσης, ακόμα κι αν δεν ευθύνεται αυτή για
την διαρκή επιδείνωση των όρων της συμφωνίας. Δεν λύνει τον εσωκομματικό
γόρδιο δεσμό προσποιούμενος ότι συμπάσχει με τους συντρόφους του για το...
Ευρωπαϊκό πραξικόπημα!
Όσο δεν δίνει
ξεκάθαρες και αμετάκλητες απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα, τέτοιες που να τον
καθιστούν διακριτό πόλο εξουσίας, σε απόσταση από τους δραχμολάγνους και
τους «αρρωστημένα» κρατικοδίαιτους τόσο θα απομακρύνεται η πιθανότητα να
εκληφθεί από την κοινωνία ως ένας μεταρρυθμιστής ηγέτης ικανός να συσπειρώσει
πειστικά σχεδόν το σύνολο της κεντροαριστεράς. Όσο δρα νωχελικά και
ισορροπιστικά με κάθε ακραία και ιδεοληπτική άποψη τόσο καθυποτάσσει την
προοπτική να μετεξελιχθεί σε παραταξιακό ποιμένα στα αναχώματα του παρελθόντος
που τον βαραίνουν.
Όντως ο Τσίπρας
δεν διαθέτει ακόμα ούτε τις παρακαταθήκες, ούτε την πυγμή για να περάσει
στην επόμενη φάση. Συνθλίβει ακόμα την ανάγκη που εμφανίζεται μπροστά του για
χάρη της προστασίας του «ιερής» ιδεολογικής διαθήκης. Αν με την πάροδο του
χρόνου αρχίσει να απαλλάσσεται από ορισμένες από τις ενοχές και τις
αγκυλώσεις του, τότε ο δρόμος για την κατάληψη της κεντροαριστεράς θα είναι
ανοιχτός. Πόσο μάλιστα που η σημερινή διαίρεση του χώρου μετατρέψει τα κόμματα
που τον εκφράζουν σε παρακολουθητή των εξελίξεων και αδύναμα να θέσουν σε
σύντομο διάστημα θέματα ανάληψης της εξουσίας με πειστικό εναλλακτικό
πρόγραμμα.
Κων/νος Μανίκας
Οικονομολόγος – Ψυχολόγος












